Legislator Case Law & Legislation
719/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to consider evidence, ruling lower court properly weighed all documents.

Case Number 719/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of First Instance's decision regarding property ownership. The appellants argued the Court of First Instance failed to consider specific documents proving their ownership rights, but the court found the lower court had properly evaluated all evidence presented. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335 and 338-341 of the Code of Civil Procedure; The court must consider all evidence presented by parties without requiring separate evaluation, and a violation of this duty only exists if the decision fails to demonstrate that all evidence was taken into account.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility evidence evaluation property ownership court of first instance

Cited Legislation

AI generated
Articles 335 and 338-341 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1, item 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 719 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 719/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. συζ. Π. Β., το γένος Σ. Τ., 2) Σ. συζ. Ι. Σ., το γένος Σ. Τ., 3) Χ. συζ. Α. Γ., το γένος Σ. Τ., κατοίκων ... , 4) Ε. - Δ. συζ. Μ. Τ., το γένος Λ. Τ., κατοίκου ... και 5) Σ. Τ. του Λ., κατοίκου Η.Π.Α., απάντων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Ι. Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασπύρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. χας Σ. Α., το γένος Π. Π., κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Βλάχου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5406/2004 του ίδιου Δικαστηρίου, 169/2006 μη οριστική και 316/2007 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1420/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 316/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, που θα συγκρατηθεί από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 576/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/3/2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 20/12/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαιρεί μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας του, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.11 γ' ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός το οποίο επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 2/2008). Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκόμισής των.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339, 432 επ. ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό μπορεί να χρησιμεύει ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθμό ... /1886 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πόρου Τροιζηνίας, Γεωργίου Μαριολόπουλου, συστήθηκε ως προίκα υπέρ της Ε.

συζύγου Ν. Β., ένα οικόπεδο εντός της πόλεως ... στη θέση ... . Ακολούθως το εν λόγω ακίνητο ανταλλάχθηκε, δυνάμει του υπ' αριθμόν ... /1912 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πόρου Δημοσθένους Αντωνόπουλου, νομίμως μεταγραφέντος ... , με άλλο ακίνητο ιδιοκτησίας του Ν. Β., και έτσι ο τελευταίος απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα το προαναφερθέν προικώο ακίνητο και έτσι προικώο κατέστη πλέον το ακίνητο του Ν.

Β.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με το υπ' αριθμόν ... /1923 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πόρου Ευαγγέλου Κανακόπουλου, που μεταγράφηκε νομίμως ... ο προαναφερθείς Ν. Β., ο οποίος είχε πέντε (5) παιδιά, δηλαδή τους Π., Κ., Α., Α. και Θ., συνέστησε ως προίκα υπέρ της θυγατέρας του Κ. (μητέρας της ενάγουσας), το μισό της οικίας που είχε ανεγερθεί από τον ίδιο επί του ως άνω πρώην προικώου ακινήτου, η οποία αποτελούσε χωριστή ιδιοκτησία και συνόρευε, αρκτικώς με κορυφή βουνού, μεσημβρινώς με θάλασσα, ανατολικώς με ιδιοκτησία του ιδίου και δυτικώς με το άλλο μισό της οικίας του, όπως ρητώς αναγράφεται σ' αυτό (προικοσυμβόλαιο).

Το εν λόγω ακίνητο (μισό οικίας) που δόθηκε ως προίκα στην Κ., είχε δύο δωμάτια, στα οποία διέμενε η οικογένεια της Κ., όπως επίσης δύο (2) δωμάτια είχε και το άλλο μισό της οικίας, εντός των οποίων διέμενε η οικογένεια του προικοδότη Ν. Β.. Όμως το έτος 1933 ο τελευταίος συνέστησε ατύπως προίκα υπέρ της θυγατέρας του Α.

το υπόλοιπο αυτό μισό της οικίας. Έκτοτε ο ίδιος και η σύζυγός του Ε. διέμεναν, κατά παραχώρηση της Κ., σε δύο δωμάτια της οικίας της, σε επαφή προς την οικία της Α., αφού έγινε προηγουμένως διαρρύθμιση, ώστε να αυξηθεί ο αριθμός των δύο δωματίων της οικίας της Κ. και να δημιουργηθούν εντέλει τέσσερα δωμάτια, η δε Κ.

χρησιμοποιούσε έκτοτε τα δύο προς ανατολάς δωμάτια. Στα ως άνω δύο δωμάτια, τα οποία χρησίμευαν (κατά παραχώρηση της Κ.), ως κατοικία του Ν. και της Ε. Β., μετά το θάνατό τους, από του έτους 1943, διέμενε επίσης, κατά παραχώρηση της Κ., η οικογένεια της μητέρας του εναγομένου Ε. Τ. μέχρι και το θάνατο της τελευταίας (Ε.

Τ.) το έτος 2000. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι το προεκτεθέν μισό της κατοικίας, το οποίο είχε δοθεί ατύπως ως προίκα της Α., μετά το θάνατο του Ν. Β., κληρονόμησαν τα ανωτέρω τέκνα του, πλην της Κ., τα οποία (τέκνα) ακολούθως με το υπ' αριθμό .../1942 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαυρίας Νικολάου Λάμψα, νομίμως μεταγραμένου ...

μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως προς τον Σ. Ρ.. Ειδικότερα στο παραπάνω συμβόλαιο οι μεταβιβάζοντες δηλώνουν ότι "εκ κληρονομιάς του κατά το έτος 1941 αποβιώσαντος πατρός των Ν. Ι. Β. ... έχουσι εις την αποκλειστικήν κυριότητα, κατοχήν και νομήν των, μίαν ισόγειον οικία εκ τεσσάρων δωματίων μετά του οικοπέδου της οικοδομής και του προς δυσμάς οικοπέδου, όσης εκτάσεως είναι, κειμένην εις θέσιν ...

της πόλεως ... του ομωνύμου Δήμου και εις την ενορίαν του Ιερού Ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου υπαγομένην, συνορευομένην γύρωθεν με συναπτήν προικώαν οικίαν Π. Π., θάλασσαν, κορυφήν βουνού και οικίαν κληρονόμων Σ. Γ.. Εκ της οικίας των ταύτης, τα προς δυσμάς δύο (2) δωμάτια μετά του προς δυσμάς οικοπέδου, παραρτημάτων και παρακολουθημάτων, των συνορευομένων ανατολικώς με τα υπόλοιπα δύο δωμάτια ιδίων πωλητών, δυτικώς με οικίαν κληρονόμων Σ.

Γ., αρκτικώς με κορυφήν βουνού και μεσημβρινώς με κορυφήν βουνού και μεθ' απάντων εν γένει επ' αυτού προσωπικών και εμπραγμάτων δικαιωμάτων ... συνεφώνησαν, επώλησαν, μεταβίβασαν παρεχώρησαν εις τον δεύτερο συμβαλλόμενο Σ. Ν. Ρ. ... ". Ο τελευταίος δε, με το νομίμως μεταγραφέν (τόμος ... αριθ. 220) συμβόλαιο .../1943 του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως τούτο (ακίνητο) στον Π.

Λ.. Δηλαδή με βάση το προαναφερθέν (.../1942) αγοραπωλητήριο συμβόλαιο οι ανωτέρω πωλητές ναι μεν δηλώνουν ότι έχουν (δήθεν) στην κυριότητα τους "τέσσερα δωμάτια" εκ κληρονομιάς του πατέρα τους Ν. Ι. Β. και ότι μεταβιβάζουν μόνο τα δύο προς δυσμάς δωμάτια, όμως σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το παρόν Δικαστήριο κρίνει, ότι η εν λόγω δήλωση των μεταβιβαζόντων δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, έγινε καθ' υπέρβαση της πραγματικής ιδιοκτησίας αυτών, είτε εσκεμμένως με σκοπό να εγείρουν "εν ευθέτω χρόνω" δικαιώματα κυριότητος, είτε εκ πλάνης αυτών πραγματικής ή νομικής.

Επομένως, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί η παραπάνω διατυπωθείσα δήλωση των πωλητών κληρονόμων του. Ν. Ι. Β. στο επίμαχο 16.796/1942 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, καθόσον η πραγματική βούληση αυτών αφορούσε στη μεταβίβαση του ως άνω ατύπως παραχωρηθέντος ακινήτου, ως προίκα, από τον δικαιοπάροχο πατέρα τους στην Α., δηλαδή του μισού της οικίας, όπως ρητά αναφέρεται στο προικοσυμβόλαιο ... /1923, που είχε απομείνει μετά την προίκιση της άλλης θυγατέρας Κ., από τον ίδιο, με το άλλο μισό και σε επαφή με εκείνο (μεταβιβαζόμενο) ανατολικό τμήμα της ίδιας οικίας, και όχι στο 1/3 αυτής (οικίας), όπως αβασίμως επιχειρήθηκε από αυτούς (πωλητές) με το επίμαχο συμβόλαιο, θέτοντας ως ανατολικό όριο του μεταβιβαζόμενου την δήθεν ιδιοκτησία του πατέρα τους.

Διότι, τα επίμαχα μεσαία δωμάτια (επίδικο), κατά τα προεκτεθέντα, δεν ανήκαν στον δικαιοπάροχο των παραπάνω πωλητών, αλλά στην ιδιοκτησία της Κ., αφού προήλθαν από τη διαρρύθμιση της αποτελούμενης αρχικώς από δύο δωμάτια προικώας οικίας της σε τέσσερα, για να εξυπηρετήσει αυτή τις στεγαστικές ανάγκες της οικογένειας του πατέρα της, στον οποίο παρεχώρησε τη χρήση τους χωρίς αντάλλαγμα μετά την άτυπη προίκιση από τον ίδιο της Α..

Ενισχυτικό της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου τούτου αποτελεί και το γεγονός ότι, αν πράγματι ήταν αληθινά όσα ισχυρίστηκε ο εναγόμενος προς θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας του στο επίδικο, επικαλούμενος ότι εκείνος κατέστη κύριος αυτού με διαδοχικές άτυπες μεταβιβάσεις, δηλαδή με άτυπη μεταβίβαση της μητέρας του Ε.

Τ. προς αυτόν, στην οποία επίσης ατύπως είχε μεταβιβάσει το έτος 1938 η μητέρα της "Θ." Χ., το γένος Ν. Β., και στην τελευταία ατύπως είχε δοθεί ως προίκα το έτος 1925 περίπου από τον πατέρα της (Ν. Β.) και ότι αυτό το γνώριζαν και το αποδέχθηκαν οι πωλητές, όπως άλλωστε είχαν αποδεχτεί και την άτυπη μεταβίβαση στην Α.

του ως άνω δυτικού τμήματος της οικίας, και ότι για τον λόγο αυτό και προς κατοχύρωση του αγοραστή συνέπραξαν στο επίμαχο συμβόλαιο, τότε, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, θα έπρεπε, αφενός μεν προς κατοχύρωση των δικαιωμάτων της "Θ.", να θέσουν στο επίμαχο συμβόλαιο .../1942 ως ανατολικό όριο την ιδιοκτησία της "Θ.", αφετέρου δε ο εναγόμενος, σε κάθε περίπτωση, θα είχε μεριμνήσει να εξασφαλιστεί είτε με γονική παροχή, είτε με διαθήκη από την μητέρα του προς αυτόν.

Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων, στο υπ' αριθμό .../23 Μαρτίου 1955 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Καλαυρίας Μιχαήλ Κυπριωτάκη, νομίμως μεταγραφέντος ... με το οποίο ο Π. Λ. μεταβιβάζει λόγω πωλήσεως προς τη μητέρα της ενάγουσας Κ. Π. το προεκτεθέν ακίνητο (που είχε αποκτήσει κατόπιν αγοράς με το ως άνω .../14 Φεβρουαρίου 1943 συμβόλαιο) διελήφθησαν τα όρια του μεταβιβαζομένου ακινήτου (δύο δωματίων) όπως ήταν στην πραγματικότητα, κατά τα γενόμενα δεκτά από το παρόν Δικαστήριο, και όχι όπως αυτά (όρια) διελαμβάνονται στο επίμαχο υπ' αριθμό .../28 Φεβρουαρίου 1942 και στο με βάση αυτό υπ' αριθ. .../4-Φεβρουαρίου 1943 ανωτέρω συμβόλαια, και έτσι η Κ.

Π. κατέστη πλέον κυρία ολοκλήρου του οικοπέδου, εμβαδού 340 τετραγωνικών μέτρων μετά της επ' αυτού οικίας, αποτελούμενης από έξη δωμάτια, μαγειρείο και αποχωρητήριο. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η τελευταία, κατόπιν της υπ' αριθμόν .../3 Σεπτεμβρίου 1984 πράξεως συστάσεως οροφοκτησίας της Συμβολαιογράφου Καλαυρίας Φωτεινής Μανιάτη-Κυπριωτάκη, νομίμως μεταγραφείσας (τόμος ..., αριθμός 122, βιβλία μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Καλαυρίας), συνέστησε επί του προαναφερθέντος οικοπέδου δύο (2) αυτοτελείς διηρημένες ιδιοκτησίες, εμβαδού 170 τετραγωνικών μέτρων εκάστη, μία εκ των οποίων μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής προς την εκκαλούσα θυγατέρα της, με τα νομίμως μεταγραφέντα ...

υπ' αριθμούς .../3 Σεπτεμβρίου 1984 και .../20 Ιουλίου 1992 συμβόλαια της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου, τμήμα δε της εν λόγω ιδιοκτησίας αποτελούν και τα επίμαχα δύο (μεσαία) δωμάτια, των οποίων τη χρήση, κατά τα προαναφερόμενα αποδειχθέντα, ως και του μαγειρείου, του αποχωρητηρίου και του αυλείου χώρου, αυτή (Κ.

Π.) είχε παραχωρήσει στην οικογένεια της Ε. Τ. (μητέρας του εναγομένου-εφεσιβλήτου). Ακόμη αποδείχτηκε ότι η εκκαλούσα ζήτησε από τον εφεσίβλητο υιό της ανωτέρω Ε. Τ., μετά το θάνατο της τελευταίας, να αποχωρήσει από το προαναφερόμενο τμήμα της οικίας, εντός της οποίας διέμενε, πλην όμως αυτός αρνήθηκε, ισχυρισθείς ότι είναι κύριος του επιδίκου.

Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι ο Ν. Β. είχε "δια λόγου" το έτος 1926 μεταβιβάσει το επίδικο προς τη θυγατέρα του "Θ.", η οποία επίσης ατύπως μεταβίβασε αυτό προς τη θυγατέρα της και μητέρα αυτού Ε. Τ., και η τελευταία ατύπως μεταβίβασε το εν λόγω ακίνητο προς τον ίδιο, καταστάς έτσι αυτός κύριος με χρησικτησία, δεν αποδείχθηκε βάσιμος κατ' ουσίαν.

Διότι, όπως προαναφέρθηκε, η ενοίκηση της Ε. Τ. και της οικογενείας της δεν ενείχε πραγματική πρόθεση εξουσιάσεως του επιδίκου διάνοια κυρίου, και αντιποιήσεως της νομής της εκκαλούσας, ώστε να προσπορίσει κυριότητα δια χρησικτησίας, αλλά εγένετο με την ανοχή και συναίνεση της τελευταίας. Επίσης, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου περί ακυρότητας του υπ' αριθμόν ... /1923 προαναφερθέντος προικοσυμβολαίου λόγω μη λήψεως αδείας του δικαστηρίου προς εκποίηση, αφού κατά τα προεκτεθέντα, το δοθέν ακίνητο είχε παύσει να είναι προικώο.

Με τα δεδομένα αυτά, τα αγωγικά αιτήματα περί αναγνωρίσεως του δικαιώματος κυριότητας της εκκαλούσας στο επίδικο τμήμα του ακινήτου και της υποχρεώσεως του εφεσίβλητου να αποδώσει αυτό είναι βάσιμα κατ' ουσίαν. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν, έσφαλε, όπως βάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα με τους οικείους λόγους της έφεσης της, που πλήττουν την απόρριψη της αγωγής της.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η υπ' αριθμόν 5402/2006 εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, να διακρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο και να δικασθεί απ' αυτό κατ' ουσίαν, να απορριφθούν οι ενστάσεις του εναγομένου, να γίνει δεκτή η από 28-12-2002 αγωγή ...".

Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να δεχθεί την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ως ουσιαστικά βάσιμη, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τα κατωτέρω έγγραφα τα οποία νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι ο αρχικός εναγόμενος και δικαιοπάροχός τους Ι.

Τ. και η δικαιοπάροχος εκείνου μητέρα του Ε. Τ. είχαν καταστεί κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του επιδίκου ακινήτου και συγκεκριμένα τις κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εκδοθείσες υπ' αριθμ 59/1988 και 578/1989 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς αντιστοίχως από τις οποίες συνάγονται δικαστικά τεκμήρια σχετικά με τον ισχυρισμό τους περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου της καθής στη δίκη εκείνη δικαιοπαρόχου τους Ε.

Τ. ως και το από 4-11-2006 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Ι. Ν. στο οποίο αποτυπώνονται οι ιδιοκτησίες εύθεν και ένθεν της επίδικης αλλά και η τελευταία. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν και από όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, και από το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα παραπάνω έγγραφα.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-3-2012 αίτηση των Α. συζ. Π. Β., Σ. συζ. Ι. Σ., Χ. συζ. Α. Γ., Ε. - Δ. συζ. Μ. Τ. και Σ. Τ. του Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 576/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ