Supreme Court dismisses appeal against bank's liability for unauthorized guarantee and moral damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the National Bank of Greece's appeal against the lower court's judgment ordering it to pay damages. The plaintiff argued the bank's agent exceeded authority by issuing a guarantee, causing moral harm, while the bank contended the agent had valid power. The court ruled that the agent's actions were ultra vires, creating liability for the bank, and found the lower court's reasoning sufficient to support the award.
Legislator headnote
AI generatedArticles 211, 160, 180, 200, 216-231, 288, 713, 714, 847, 849, 57, 59, 914, 297, 298, 299, 932 of the Civil Code: An agent acting beyond the scope of authority creates liability for the principal, and the principal is liable for moral damages caused by such unauthorized acts unless the counterparty knew or should have known of the lack of authority.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 719 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 719/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μαρκάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ό. - Κ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σκλαβουνάκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Δεκεμβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4255/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 469/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 5 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ, δήλωση βούλησης από κάποιο (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 160, 180, 200, 216-231, 288, 713, 714, 847 και 849 ΑΚ, προκύπτει, ότι η σύμβαση που συνομολογεί κάποιος ως αντιπρόσωπος άλλου, η οποία στην περίπτωση συμβάσεως εγγυήσεως πρέπει να είναι έγγραφη, καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας είναι άκυρη και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο που την αποκρούει και δεν την εγκρίνει, γιατί η υπέρβαση αυτής ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα.
Επί υπερβάσεως δε των ορίων εντολής, δημιουργείται υποχρέωση του εντολοδόχου να αποζημιώσει τον εντολέα - πληρεξουσιοδότη για τη ζημία που υπαίτια προκάλεσε, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι δεν υπήρχε εξουσία αντιπροώπευσης. Εξάλλου, ευθύνη προς αποζημίωση, κατά την έννοια του άρθρου 914 AΚ, προκύπτει και για εκείνον που συναλλάσσεται με πληρεξούσιο-εντολοδόχο, ο οποίος ενεργώντας αντίθετα προς τη σχέση που τον συνδέει με τον εντολέα-πληρεξουσιοδότη, αν συμπράττει με αυτόν γνωρίζοντας, ή έχοντας τη δυνατότητα άμεσα να διαπιστώσει, τα περιστατικά που συνιστούν την υπέρβαση της εντολής ή την κατάχρηση της πληρεξουσιότητας, και παρά τη γνώση του αυτή, προβαίνει σε χρήση της καταρτιζομένης για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου σύμβασης, γνωρίζοντας ότι η ενέργεια αυτή είναι πρόσφορη να επιφέρει την επελθούσα στον εντολέα-πληρεξουσιοδότη ζημία (ΑΠ 1700/2010).
Ειδικότερα, κατά τήν έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 914 του ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι, "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", για τη θεμελίωση αξίωσης από αδικοπραξία για αποζημίωση καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία (αρθρ. 299 και 932 του Α.Κ.) απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις:
α) πράξη ή παράλειψη του δράστη που είναι παράνομη δηλαδή να αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου που απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, β) η πράξη ή παράλειψη να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του δράστη, ακόμη και ελαφρά, γ) ζημία περιουσιακή ή μη (ηθική βλάβη) και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του Α.Κ., και υφίσταται όταν η υπαίτια συμπεριφορά ήταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ικανή με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι δεν αποκλείεται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο ζημιογόνο αποτέλεσμα συντέλεσε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά και τρίτου προσώπου εκτός αν η παρεμβολή του τρίτου οφείλεται σε εντελώς εξαιρετικά και απρόβλεπτα γεγονότα οπότε και μόνο επέρχεται διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου.
Άλλωστε, όσον αφορά τον προσδιορισμό της ακριβέστερης έννοιας του αιτιώδους συνδέσμου, με βάση τη θεωρία της πρόσφορης αιτίαςαπό τις πολλές αιτίες που συνέβαλαν στην επέλευση της ζημίας, ξεχωρίζει εκείνη, η οποία θεωρείται ως κρίσιμη ή πρόσφορη (causa adaequata). Πρόσφορη θεωρείται η αιτία τότε μόνο όταν είχε γενικά τη τάση και ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη κοινή ανθρώπινη πείρα, να προκαλέσει τη ζημία.
Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα προγνώσεως του μέσου συνετού ανθρώπου. Εξάλλου, οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας (δόλου ή αμέλειας) που στη συγκεκριμένη αδικοπραξία αρκεί να είναι και ελαφρά και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, και γι' αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε.
Τέλος, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή κάθε ανθρώπου η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του και η ελευθερία, η οποία περιλαμβάνει τη δυνατότητα ακώλυτης αναπτύξεως κάθε ανθρώπινης ενέργειας.
Η ανθρώπινη ενέργεια μπορεί να συνίσταται στην ελεύθερη τέλεση κάθε πράξης που ανάγεται στην επαγγελματική, οικονομική, επιστημονική και λοιπή κοινωνική δράση. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ.
ή το άρθρο 25 παρ.3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέως. Εξετέρου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 469/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Δυνάμει της υπ' αριθ. .../2-10-1996 έγγραφης συμβάσεως πιστώσεως με ανοιχτό - αλληλόχρεο λογαριασμό η εναγομένη - εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) χορήγησε στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΠΟΖΕ Ε.Π.Ε.-ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" πίστωση μέχρι του ποσού των 55.000.000 δραχμών.
Την εξόφληση της πίστωσης εγγυήθηκαν ατομικώς και εγγράφως, με συμβάσεις εγγυήσεως, περιεχόμενες στην προαναφερόμενη σύμβαση πίστωσης, οι Α. Ζ., νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω πιστούχου και πατέρας της εκκαλούσας (ήδη αναιρεσίβλητης), η Μ. σύζ. Α. Ζ. και η Δ. Ζ. του Α., μητέρα και αδελφή της εφεσίβλητης αντίστοιχα, ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες και σε ολόκληρο ο καθένας.
Το ποσό της πίστωσης αυξήθηκε κατά 45.000.000 και 30.000.000 δραχμές αντίστοιχα, με αποτέλεσμα να φθάσει το συνολικό ποσό των 130.000.000 δραχμών, με τις υπ' αριθ. .../1/19-5-1997 και .../2/29-10-1997 πρόσθετες και αυξητικές συμβάσεις, υπό την πλήρη εγγύηση των ανωτέρω τριών προσώπων, με συμβάσεις εγγυήσεως παρεχόμενες αντίστοιχα στις ανωτέρω αυξητικές συμβάσεις.
Στην κατάρτιση της πρώτης από τις προαναφερόμενες αυξητικές συμβάσεις και ειδικότερα με την ιδιότητα της εγγυήτριας και ευθυνόμενης ως αυτοφειλέτριας για την εξόφληση του ποσού της πίστωσης μέχρι του ποσού των 100.000.000 δραχμών φέρεται να συμμετέχει και η εκκαλούσα, εκπροσωπούμενη από την ανωτέρω αδελφή της με βάση το υπ' αριθ. .../24-4-1997 πληρεξούσιο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαρίας Τρανταλίδου-Κολοβού.
Για τη λειτουργία της ανωτέρω κυρίας συμβάσεως πίστωσης και των αυξητικών αυτής ως άνω συμβάσεων ανοίχθηκαν και τηρήθηκαν από την εφεσίβλητη οι υπ' αριθ. 283611-4 και 284595-4 λογαριασμοί, τους οποίους έκλεισε η ίδια με καταγγελία της στις 22-5-1998, με χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου εταιρίας και των εγγυητών 1.633.308 δραχμές και 40.623.081 δραχμές αντίστοιχα (ήτοι συνολικά 42.256.389 δραχμές), τα οποία γνωστοποίησε η εφεσίβλητη στην πιστούχο εταιρία και στους εγγυητές με την από 22-5-1998 έγγραφη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε σ' αυτούς με τις υπ' αριθ. 4066/Γ, 4069/Γ, 4070/Γ και 4071/Γ/1998 εκθέσεις επιδόσεως του διορισμένου στο Πρωτοδικείο Αθηνών δικαστικού επιμελητή ....
Ακολούθως, την προαναφερόμενη ημερομηνία (22-5-1998), η εφεσίβλητη μετέφερε τα ανωτέρω χρεωστικά υπόλοιπα στους υπ' αριθ. ... και ... λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης και με την από 18-6-1998 αίτησή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθ. 1382/1998 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία η πιστούχος εταιρία και όλοι οι προαναφερόμενοι εγγυητές, μεταξύ των οποίων και η φερόμενη ως εγγυήτρια-ενάγουσα-εκκαλούσα, υποχρεώθηκαν, ευθυνόμενοι ο καθένας σε ολόκληρο, να καταβάλουν στην εφεσίβλητη το ανωτέρω ποσό των 42.256.389 δραχμών, πλέον τόκων και εξόδων.
Επίσης, η εφεσίβλητη με την από 20-5-2000 αίτησή της ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθ. 944/2000 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία η πιστούχος εταιρία και οι άνω εγγυητές, μεταξύ των οποίων και η φερόμενη ως εγγυήτρια ενάγουσα-εκκαλούσα, υποχρεώθηκαν, ευθυνόμενοι καθένας σε ολόκληρον, να καταβάλουν στην εφεσίβλητη το ποσό των 70.847.749 δραχμών, πλέον τόκων και εξόδων, ως οφειλόμενο ποσό από την εις βάρος της εφεσίβλητης κατάπτωση 5 εγγυητικών επιστολών τις οποίες εξέδωσε η ίδια (εφεσίβλητη) κατ' εντολή της άνω πιστούχου εταιρίας για την εξασφάλιση των άνω συμβάσεων πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό και απηύθυνε στην ελβετική τράπεζα CANTRADE PRIVATE BANK, λόγω της εκ μέρους της άνω πιστούχου εταιρίας μη πληρωμής της αξίας των εμπορευμάτων που η ίδια εισήγαγε στη Ελλάδα από την αλλοδαπή.
Κατά των ανωτέρω διαταγών πληρωμής η εκκαλούσα και οι λοιποί υπόχρεοι άσκησαν τις απευθυνόμενες στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς από 4-7-1998 και 24-7-2000 ανακοπές αντίστοιχα. Επί των τελευταίων εκδόθηκαν αντίστοιχα οι υπ' αριθ. 4623/30-7-2001 και 5256/28-9-2001 οριστικές αποφάσεις του ανωτέρω δικαστηρίου. Με την πρώτη απόφαση απορρίφθηκε η από 4-7-1998 ανακοπή και επικυρώθηκε η ανακοπτομένη με αριθμό 1382/1998 διαταγή πληρωμής ως προς όλους τους ανακόπτοντες.
Με τη δεύτερη απόφαση θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα η από 24-7-2000 ανακοπή ως προς το δεύτερο ανακόπτοντα Α. Ζ., απορρίφθηκε η ίδια ανακοπή ως προς τους λοιπούς ανακόπτοντες πλην της εκκαλούσας και επικυρώθηκε η ανακοπτομένη με αριθμό 944/2000 διαταγή πληρωμής ως προς αυτούς, ενώ ως προς την εκκαλούσα έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής ως προς αυτήν (εκκαλούσα).
Στη συνέχεια, ασκήθηκαν οι από 6-10-2003 (Α.Κ. 1165/2003) και 17-6-2003 Α.Κ. 764/2003) και 6-10-2003 (Α.Κ. 1166/2003) εφέσεις εναντίον των άνω οριστικών αποφάσεων και επ' αυτών εκδόθηκαν οι με αριθμούς 794 και 795/2004 αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς, με την πρώτη των οποίων απορρίφθηκε η από 6-10-2003 (Α.Κ. 1165/2003) έφεση όλων των ανακοπτόντων πλην της εκκαλούσας, ως προς την οποία έγινε δεκτή, εξαφανίσθηκε ως προς αυτήν (ανακόπτουσα και ήδη ενάγουσα και εκκαλούσα) η εκκαλουμένη με αριθμό 4623/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, έγινε δεκτή η ανακοπή της και ακυρώθηκε επίσης ως προς αυτήν η προσβαλλομένη με αριθμό 1382/1998 διαταγή πληρωμής.
Με τη δεύτερη των ανωτέρων αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε η από 17-6-2003 έφεση της καθής η ανακοπή-εκκαλούσας και ήδη εναγομένης και εφεσίβλητης, καθώς επίσης και η από 6-10-2003 (Α.Κ. 1166/2003) έφεση των λοιπών πλην της εκκαλούσας ανακοπτόντων. Με τις ανωτέρω δύο αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου και δεσμευτικά για το παρόν δικαστήριο (άρθρο 321 επ.
ΚΠολΔ), ότι η περιεχόμενη στην υπ' αριθ. 1326/9-5-1997 σύμβαση αυξήσεως πιστώσεως με ανοιχτό λογαριασμό σύμβαση εγγυήσεως, στην οποία στηρίχθηκε η έκδοση των με αριθμούς 1382/1998 και 944/2000 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς σε βάρος της εκκαλούσας, η οποία (σύμβαση εγγυήσεως) φέρεται ότι καταρτίσθηκε από την τελευταία (εκκαλούσα) εκπροσωπούμενη από την ψευδοαντιπρόσωπο αδελφή της Δ.
Ζ., με βάση το υπ' αριθ. .../24-4-1997 πληρεξούσιο έγγραφο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαρίας Τρανταλίδου-Κολοβού, είναι άκυρη, καθόσον - όπως προκύπτει άλλωστε από την προσκομιδή του αντιγράφου του - με το πληρεξούσιο αυτό δεν παρεχόταν εντολή της εκκαλούσας προς την ανωτέρω αδελφή της για την κατάρτιση στο όνομα της πρώτης συμβάσεως εγγυήσεως της πιστώσεως που χορήγησε η εφεσίβλητη στην άνω πιστούχο εταιρία, αλλά εντολή με την οποία παρεχόταν η εξουσία και το δικαίωμα στην άνω αδελφή της να παρίσταται ενώπιον παντός αρμοδίου δικαστηρίου και κάθε άλλης αρχής ή υπηρεσίας και να παρέχει το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης σε οποιοδήποτε ακίνητο ή ιδανικό μερίδιο ακινήτου της ανωτέρω εντολέως.
Με τις ανωτέρω αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς κρίθηκε επίσης με δύναμη δεδικασμένου και δεσμευτικά για το παρόν δικαστήριο ότι δεν υπήρξε έγκριση εκ των υστέρων της άνευ πληρεξουσιότητος καταρτισθείσας στο όνομα της εκκαλούσας συμβάσεως εγγυήσεως, εφόσον για την έγκριση συμβάσεως εγγυήσεως, απαιτείται συστατικός έγγραφος τύπος και δεν αρκεί σιωπηρά έγκριση συναγόμενη εκ των περιστάσεων και τέτοια έγγραφη έγκριση δεν περιέχεται στο υπ' αριθ. .../8-8-1997 ειδικό πληρεξούσιο του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στο Λονδίνο, με το οποίο η εκκαλούσα έδωσε το δικαίωμα και την εντολή στο πατέρα της Α.
Ζ. να παραστεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και να συναινέσει στη υπέρ της εφεσίβλητης εγγραφή προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 40.000.000 δραχμών επί ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητος ακινήτου (διαμερίσματος) του Γ' ορόφου οικοδομής ευρισκομένης στη Βούλα Αττικής και επί των οδών ...
αριθ. 26 και Απόλλωνος, για την εξασφάλιση των πιστώσεων που χορηγήθηκαν στην ανωτέρω πιστούχο δυνάμει της υπ' αριθ..../3-10-1996 συμβάσεως πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και της υπ' αριθ. .../1/9-5-1997 αυξητικής συμβάσεως. Ωστόσο, η εφεσίβλητη με βάσει τις ακυρωθείσες μεταγενεστέρως διαταγές πληρωμής προέβη κατά την 21-7-1998 και 19-7-2000 αντίστοιχα στην εγγραφή δύο προσημειώσεων υποθήκης ποσού 30.000.000 δραχμών η καθεμιά σε βάρος ακινήτου (διαμερίσματος) ιδιοκτησίας της εκκαλούσας, ευρισκομένου στον πρώτο όροφο της προαναφερόμενης οικοδομής.
Το ανωτέρω βάρος του ακινήτου της εκκαλούσας εξαλείφθηκε με την υπ' αριθ. 8589/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε επί της από 20-10-2005 αιτήσεως της εκκαλούσας κατά της εφεσίβλητης, σύμφωνα με τη συναίνεση της τελευταίας κατά το άρθρο 1330 αρ. 1 του Α.Κ. Επίσης, η σε βάρος της εκκαλούσας έκδοση των προαναφερόμενων διαταγών πληρωμής είχε ως αποτέλεσμα την εγγραφή του ονόματός της στο Αρχείο Δεδομένων Οικονομικής Συμπεριφοράς της εταιρίας ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε., περίπου από το χρόνο της έκδοσης της πρώτης διαταγής πληρωμής (10-7-1998) έως τις 3-11-2004, οπότε η εφεσίβλητη αναγνώρισε, με επιστολή της απευθυνομένης στην εκκαλούσα ότι μετά την έκδοση των υπ' αριθ. 794 και 795/2004 αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς, δεν διατηρεί οποιαδήποτε απαίτηση κατά της τελευταίας από τις ανωτέρω διαταγές πληρωμής, με τις οποίες εξοπλίσθηκε η φερόμενη ως απαίτησή της λόγω της φερόμενης επίσης ως αντίστοιχης υποχρέωσης της εκκαλούσας από την εγγύηση αυτής για την εξόφληση της πίστωσης που έλαβε η εταιρία ΑΠΟΖΕ Ε.Π.Ε., δυνάμει της υπ' αριθ. .../1996 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό.
Τέλος, με βάση την πρώτη από τις προαναφερόμενες διαταγή πληρωμής με αριθμό 1382/1998 και κατόπιν εγκλήσεως της εφεσίβλητης κινήθηκε ποινική δίωξη κατά της εφεσίβλητης για το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών (άρθρο 397 παρ. 1 και 3 του Π.Κ.), κηρύχθηκε ένοχη η τελευταία με τις υπ' αριθ. 7379/2004 και 8199/2004 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Αθηνών αντίστοιχα και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, που ανεστάλη για μια τριετία, διότι ενώ όφειλε στην εφεσίβλητη το ποσό των 42.256.389 δραχμών δυνάμει της ανωτέρω διαταγής πληρωμής προέβη με πρόθεση σε ενέργεια με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της ανωτέρω αξίωσης της εφεσίβλητης, ήτοι μεταβίβασε με το υπ' αριθ. .../1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Σβερκούνου-Γραβάνη ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας ενός διαμερίσματος ευρισκομένου στο Β' όροφο της προαναφερόμενης οικοδομής.
Εξ αιτίας της καταχώρησης και παραμονής του ονόματος της εκκαλούσας στο Αρχείο Δεδομένων Οικονομικής Συμπεριφοράς της εταιρίας Τειρεσίας Α.Ε. για χρονικό διάστημα περίπου έξι ετών (1998-2004) και συγκεκριμένα στα πρόσωπα με "δυσμενή στοιχεία", της εγγραφής κατά το έτος 1998 της προσημείωσης υποθήκης επί του ανωτέρω ακινήτου της, που ήρθη κατά το έτος 1995 και της τελεσίδικης καταδίκης αυτής για το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών, α) προσεβλήθη το δικαίωμα επί της προσωπικότητας αυτής, ως προς τις εκφάνσεις αυτής στον οικονομικό και επαγγελματικό τομέα, δεδομένου ότι περιορίσθηκε χωρίς νόμιμη αιτία η οικονομική της ελευθερία για μεγάλο χρονικό διάστημα και η επαγγελματική της δραστηριότητα (είναι χημικός, πτυχιούχος του Πανεπιστημίου Αθηνών και έχει αποκτήσει μεταπτυχιακό δίπλωμα του Πανεπιστημίου READING της Μεγάλης Βρετανίας στην ποιότητα των τροφίμων), αφού εμφανιζόταν ως αφερέγγυο και αναξιόπιστο πρόσωπο, μη δυνάμενο να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα να μη δύναται να λάβει πιστώσεις από τις τράπεζες, απαραίτητες για την έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας με το προαναγερόμενο αντικείμενο και β) υπέστη η ίδια (εκκαλούσα) ηθική βλάβη, λόγω της μειώσεως της τιμής και της υπόλειψης αυτής.
Η προαναφερόμενη προσβολή της προσωπικότητας της εκκαλούσας και η μείωση της τιμής και της υπόληψης που η τελευταία υπέστη οφείλεται στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων της εφεσίβλητης. Ειδικότερα, τα επιφορτισμένα με τη σύσταση και τη λειτουργία συμβάσεων πιστώσεων με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό όργανα της εφεσίβλητης, η οποία δεν αμφισβητεί ότι τα όργανα αυτά ενήργησαν στη εξεταζόμενη περίπτωση δεσμευτικά για την ίδια και μέσα στα πλαίσια των ανατειθεμένων επίσης από την ίδια καθηκόντων, όφειλαν, επιδεικνύοντας την επιμέλεια που απαιτείται στις σχετικές συναλλαγές αλλά και λόγω της θέσης τους και της εμπειρίας τους, ως οργάνων του μεγαλύτερου τραπεζικού οργανισμού στην Ελλάδα, πριν προβούν στην υποβολή των ανωτέρω αιτήσεων για την έκδοση των ένδικων διαταγών πληρωμής και της προαναφερόμενης έγκλησης, να ελέγξουν αν η εμφανισθείσα ως αντιπρόσωπος της εκκαλούσας αδελφής αυτής Δ.
Ζ., είχε την εξουσία να προβεί για λογαριασμό της εκκαλούσας στην κατάρτιση σύμβασης εγγυήσεως, με την οποία φέρεται να ανέλαβε την υποχρέωση της εξόφλησης μέχρι του ποσού των 100.000.000 δραχμών της πίστωσης που έλαβε η πιστούχος εταιρία ΑΠΟΖΕ Ε.Π.Ε. Όφειλαν δηλαδή να ελέγξουν, αν η εκπροσωπούμενη από τα ίδια, εφεσίβλητη, διατηρούσε αξίωση κατά της εκκαλούσας με βάση το προαναφερόμενο με αριθμό .../1997 πληρεξούσιο συμβόλαιο και κατόπιν να ενεργήσουν τις εις βάρος της τελευταίας δικαστικές ενέργειες, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητας της εκκαλούσας.
Προς τούτο, δηλαδή για τη διαπίστωση της εξουσίας εκπροσώπησης της εκκαλούσας από την αδελφή της αρκούσε μια απλή ανάγνωση του πληρεξουσίου, από την οποία προκύπτει σαφώς, χωρίς να απαιτείται γνώση σχετικών συναλλαγών, ούτε επίγνωση νομικών όρων, ότι η εκκαλούσα δεν έδωσε στην αδελφή της το δικαίωμα για την κατάρτιση στο όνομά της σύμβασης εγγύησης εξόφλησης της ανωτέρω πίστωσης, αλλά αποκλειστικά δικαίωμα να συναινεί για λογαριασμό της στην εγγραφή προσημειώσεων υποθηκών σε βάρος των ακινήτων της, χωρίς μάλιστα να αναφέρεται σε οποιοδήποτε σημείο του πληρεξουσίου ότι το ανωτέρω πληρεξούσιο συνδέεται με την προαναφερόμενη πίστωση.
Η προαναφερόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων της εφεσίβλητης, δηλαδή η οφειλόμενη στην αμέλεια αυτών, ήταν σε θέση και ικανή, στο χρόνο και κάτω από τις ανωτέρω συνθήκες που έλαβε χώρα, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, κατά τη συνήθη κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα το οποίο και επέφερε πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου και ότι η έκδοση της διαταγής πληρωμής γίνεται χωρίς να κληθεί ο οφειλέτης (άρθρο 627 ΚΠολΔ).
Επομένως συντρέχει στην εξεταζόμενη περίπτωση αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας κατά τα ανωτέρω συμπεριφοράς των οργάνων της εφεσίβλητης και του ζημιογόνου αποτελέσματος, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση. Διάσπαση ή διακοπή του συντρέχοντος στην εξεταζόμενη περίπτωση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς των οργάνων της εναγομένης και της προσβολής της προσωπικότητας της εκκαλούσας δεν προκύπτει ότι προσέφερε η προσωρινής ισχύος παρεμβολή και κρίση των δικαστών (ήτοι των δικαστών που εξέδωσαν τις ακυρωθείσες μεταγενεστέρως διαταγές πληρωμής και αυτών που συγκρότησαν την σύνθεση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εξέδωσε την υπ' αριθ. 4623/2001 απόφαση, με την οποία επικυρώθηκε πρωτοδίκως η υπ' αριθ. 1382/1998 διαταγή πληρωμής), εφόσον η προαναφερόμενη παρεμβολή δεν οφείλεται σε εντελώς εξαιρετικά και απρόβλεπτα γεγονότα οπότε και μόνο επέρχεται διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου, αλλά σε ενδεχόμενα και προβλέψιμα.
Επομένως, οι ισχυρισμοί της εφεσίβλητης περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το δικαστήριο κρίνει ότι στην εξεταζόμενη περίπτωση συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις που δημιουργούν ευθύνη της εφεσίβλητης για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη η εκκαλούσα στο δικαίωμα επί της προσωπικότητας αυτής λόγω της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των οργάνων της πρώτης.
Το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της εκκαλούσας πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 10.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο, ενόψει του είδους της προσβολής, της έκτασης της βλάβης, των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της βαρύτητας του πταίσματος, δηλαδή της αμέλειας που επέδειξαν τα όργανα της εφεσίβλητης, ο βαθμός της οποίας (αμέλειας) μειώνεται εκ του λόγου ότι την πληρεξουσιότητα για την κατάρτιση της φερόμενης ως δεσμεύουσας την εκκαλούσα σύμβαση εγγυήσεως δεν την επικαλέσθηκε τρίτο και μη οικείο σ' αυτήν (εκκαλούσα) πρόσωπο αλλά η αδελφή της, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών και κυρίως της παθούσας-εκκαλούσας και της συμπεριφοράς της εφεσίβλητης μετά την έκδοση των ως άνω αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία (συμπεριφορά) αναγνώρισε ότι δεν διατηρεί αξιώσεις κατά της εκκαλούσας και έδωσε τη συναίνεσή της για την εξάλειψη των προσημειώσεων υποθήκης, ώστε να μειωθούν τα δυσμενή για την εκκαλούσα αποτελέσματα".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, και επεδίκασε στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την άνω αδικοπραξία των εντεταλμένων οργάνων στην υπηρεσία της εναγομένης, που συνιστούσε προσβολή της προσωπικότητάς της.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 297, 298, 299, 932 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης με παράνομη και υπαίτια πράξη και δικαιολογούν τον αιτιώδη σύνδεσμο αυτής προς την επελθούσα στην αναιρεσίβλητη μη περιουσιακή ζημία (ηθική βλάβη) κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, η υπαγωγή των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης στις πιο πάνω νομικές διατάξεις και συγκεκριμένα: 1) ότι η αναιρεσείουσα, χωρίς να έχει το αντίστοιχο δικαίωμα, παράνομα και υπαίτια πέτυχε την έκδοση και εις βάρος της αναιρεσίβλητης των προαναφερομένων διαταγών πληρωμής, βάσει καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού, φέροντας αυτήν ως εγγυήτρια καταβολής του τελευταίου, μολονότι τα εντεταλμένα όργανα αυτής που λειτουργούσαν για λογαριασμό της, γνώριζαν, και σε κάθε περίπτωση μπορούσαν άμεσα να διαπιστώσουν, ότι τέτοια εγγύηση δεν παρείχε σ' αυτήν, η φερομένη στη σχετική σύμβαση ως αντιπρόσωπός της, βάσει του μνημονευομένου στην τελευταία συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, ενώ δεν παρείχετο άμεσα στην αναιρεσίβλητη η δυνατότητα αντίκρουσης των σχετικών αιτήσεων, επί των οποίων εκδόθηκαν, και εις βάρος της, οι εν λόγω διαταγές πληρωμής, διά της προβολής του άνω ισχυρισμού, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 627 ΚΠολΔ, 2) ότι η έκδοση και εις βάρος της αναιρεσίβλητης, των άνω διαταγών πληρωμής είχε ως άμεσο επακόλουθο την εγγραφή του ονόματος της αναιρεσίβλητης στο Αρχείο Δεδομένων Οικονομικής Συμπεριφοράς της εταιρίας "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.", με αποτέλεσμα την στέρηση της οικονομικής ελευθερίας και της εν γένει δραστηριότητος αυτής προς επαγγελματική αποκατάσταση για έξη περίπου έτη (10-7-1998 έως 3-11-2004), μέχρι να δηλώσει η αναιρεσείουσα ότι δεν έχει καμιά απαίτηση απ' αυτήν, 3) ότι, μολονότι γνώριζαν τα εντεταλμένα όργανα της αναιρεσείουσας ότι οι ως άνω διαταγές πληρωμής είναι άκυρες ως προς την αναιρεσίβλητη, για τον προαναφερόμενο λόγο, χωρίς να περιμένει την τελεσίδικη έκβαση των ανακοπών που άσκησε κατ' αυτών η τελευταία (που τελικά έγιναν τελεσίδικα δεκτές και ακυρώθηκαν οι εις βάρος της διαταγές πληρωμής), με βάση τις εν λόγω διαταγές πληρωμής ενέγραψε εις βάρος ακινήτων της ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης προσημειώσεις υποθήκης, με συνέπεια τη δέσμευση της περιουσίας της, για μεγάλο χρονικό διάστημα, στερώντας έτσι την οικονομική της ελευθερία προς εκμετάλλευση των εν λόγω ακινήτων και 4) ότι, παρά την ως άνω γνώση των οργάνων της αναιρεσείουσας και σε κάθε περίπτωση της άμεσης δυνατότητας με απλή ανάγνωση του προαναφερόμενου πληρεξουσίου να λάβουν γνώση ότι η αναιρεσίβλητη δεν συνεβλήθη έγκυρα ως εγγυήτρια στον παραπάνω αλληλόχρεο λογαριασμό και τις αυξητικές συμβάσεις αυτού, και κατά συνέπεια δεν ήταν υπόχρεη για το κατάλοιπο του τελευταίου, εν τούτοις, μετά την έκδοση της πρώτης των πιο πάνω διαταγών πληρωμής, κατόπιν εγκλήσεως της αναιρεσείουσας ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά της αναιρεσίβλητης για το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών, κηρύχθηκε δε ένοχη η τελευταία με τις υπ' αριθ. 7379/2004 και 8199/2004 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Αθηνών αντίστοιχα και της επεβλήθη ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, που ανεστάλη, μειώνοντας έτσι την τιμή και την υπόληψή της και την κοινωνική παρουσία και επαγγελματική αποκατάσταση αυτής, ενόψει του ότι είναι χημικός με μεταπτυχιακές σπουδές σε πανεπιστήμιο της Μεγάλης Βρετανίας.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 297, 298, 299, 932 ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Αρκούσαν δε οι προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης για τη θεμελίωση της παράνομης και υπαίτιας (αμέλεια) πράξης των οργάνων της αναιρεσείουσας, καθώς και του αιτιώδους συνδέσμου της πράξης αυτής, με την προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης, ώστε να υποστεί αυτή ηθική βλάβη και να δικαιούται προς αποκατάστασή της χρηματική ικανοποίηση, χωρίς να αποκλείεται ή να διακόπτεται ο αιτιώδης αυτός σύνδεσμος προς το επελθόν αποτέλεσμα, εξαιτίας της εκδόσεως των άνω διαταγών πληρωμής και της επικύρωσης της πρώτης εξ αυτών προσωρινά, και ως προς την αναιρεσίβλητη, με την προρρηθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφού τα περιστατικά αυτά δεν συνιστούν παρεμβολή τρίτου προσώπου που οφείλετο σε εντελώς εξαιρετικά και απρόβλεπτα γεγονότα, που μπορούσαν να αποκλείσουν ή να διακόψουν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως (δεύτερος), κατά τις εις αυτόν περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 297, 298, 299, 932 ΑΚ, και έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα παραπάνω ζητήματα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων στο αναιρετήριο επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 09-12-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 469/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ