Supreme Court dismisses appeal on abuse of rights and untimely supplementary grounds in civil dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Hyatt Regency against a Thessaloniki Court of Appeal decision. The appellant argued that the lower court failed to protect the plaintiff's reputation and freedom regarding an unjustified casino ban, while the court found the ban justified under the principle of good faith. The court rejected the appeal as unfounded and declared the supplementary grounds inadmissible due to expiration of the statutory time limit.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 & 19 C.Pol.D.; Art. 281 C.C.; Art. 569 para. 2 C.Pol.D.: An appeal is rejected if the lower court correctly applied the principle of good faith to dismiss an abuse of rights claim, and supplementary grounds are inadmissible if filed outside the statutory period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 719 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 719/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Hyatt Regency - Ξενοδοχειακή και Τουριστική (Ελλάς) Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Φίλιππο Σπυρόπουλο και Πολυτίμη Παπαθανασοπούλου , οι οποίοι δήλωσαν ότι η πιο πάνω εταιρεία μετονομάσθηκε σε "Regency Entertainment, Ψυχαγωγική και Τουριστική Ανώνυμη Εταιρεία", με έγκριση του Υπουργού Ανάπτυξης.
Του αναιρεσιβλήτου: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10989/2002 μη οριστική, 34089/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 568/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Μαΐου 2005 αίτησή της και τους από 3 Ιανουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 20-9-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα και την από 25-1-2007 έκθεσή του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου λόγου αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, ενώ κατά το αυτό άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 ΑΚ όποιος προσβάλλεται παράνομα στη προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ, στις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57) το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου, με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων και η τιμή κάθε ανθρώπου η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου και η ελευθερία, η οποία περιλαμβάνει τη δυνατότητα ακωλύτου αναπτύξεως κάθε ανθρώπινης ενέργειας.
Η ανθρώπινη ενέργεια μπορεί να συνίσταται στην ελεύθερη τέλεση κάθε πράξης που ανάγεται στην επαγγελματική, οικονομική, επιστημονική και λοιπή κοινωνική δράση. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων τούτων είναι α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής β) η προσβολή να είναι παράνομη πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση μεν δικαιώματος το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως και πταίσμα του προβολέα.
Στο προστατευόμενο εξάλλου με την ως άνω διάταξη γενικό δικαίωμα της προσωπικότητας μπορούν να συμπεριληφθούν και άλλοι τομείς (εκφάνσεις) της που αναγνωρίζονται από τις σύγχρονες κοινωνικές και συναλλακτικές αντιλήψεις και των οποίων την προστασία καθιστά επιβεβλημένη η εξέλιξη της ζωής και των σύγχρονων τεχνικών μέσων.
Εξετέρου κατά το άρθρο 3 παρ. 10 του ν. 2206/1994 που αφορά στην "Ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία, έλεγχο καζίνων κλπ", στο καζίνο επιτρέπεται η είσοδος ατόμων που έχουν συμπληρώσει το εικοστό τρίτο έτος της ηλικίας τους, η διεύθυνση δε του καζίνου υποχρεούται να καταχωρεί την ταυτότητα κάθε εισερχόμενου στο χώρο των παιχνιδιών σε ειδικώς θεωρημένα βιβλία και δικαιούται να απαγορεύσει την είσοδο ή να επιβάλλει την αποχώρηση οποιουδήποτε προσώπου κρίνει, χωρίς να έχει υποχρέωση να δικαιολογήσει την απόφασή της αυτή.
Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις και υπό τις σύγχρονες κοινωνικές και συναλλακτικές αντιλήψεις, στην έννοια του προστατευόμενου δικαιώματος της προσωπικότητας που προαναφέρθηκε συμπεριλαμβάνεται ως ειδικότερη έκφανσή της και η ελευθερία του ατόμου να εισέρχεται στα νομίμως λειτουργούντα καζίνο και να μετέχει στα διενεργούμενα σ'αυτά παίγνια, εφόσον το άτομο έχει συμπληρώσει τη νόμιμη προς τούτο ηλικία και αποδέχεται τους όρους και τους κανονισμούς του καζίνου.
Απαγόρευση της εισόδου αυτής από τη διεύθυνση του καζίνου είναι κατ'΄αρχήν νόμιμη, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 3 παρ. 10 εδ. τελευταίο του ν. 2206/1994, καθίσταται όμως παράνομη όταν ασκείται καταχρηστικά ήτοι κατά τρόπο που αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τις αρχές που απορρέουν από αυτό.
Εν προκειμένω, το Εφετείο εδέχθη ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "HYATT REGENCY ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε." ίδρυσε, διατηρεί και εκμεταλλεύεται στην περιοχή του αεροδρομίου Θεσ/νίκης επιχείρηση καζίνο, από το έτος 1996. Ο ενάγων είναι τακτικός παίκτης σε πολλά καζίνο της Ελλάδος και του εξωτερικού.
Η εναγομένη από τον πρώτο καιρό της λειτουργίας του καζίνο είχε παραχωρήσει στον ενάγοντα πελάτη της χρυσή και πλατινένια κάρτα μέλους η οποία του παρείχε τη δυνατότητα να εισέρχεται σ'όλους τους χώρους του καζίνο μεταξύ των οποίων και στους ιδιαίτερους - PRIVE - που προοριζόταν για τακτικούς, πιο ευκατάστατους οικονομικά και διακεκριμένους για τις ικανότητές τους πελάτες και παίκτες όπου και παίζονταν μεγαλύτερα ποσά και μάλιστα χωρίς να χρειάζεται να διαπιστώνεται κάθε φορά κατά την είσοδό του η ταυτότητά του από τις αρμόδιες προς τούτο υπηρεσίες της.
Έτσι ο ενάγων επισκεπτόταν πολύ συχνά το καζίνο της εναγομένης όπου και έπαιζε το τυχερό παιχνίδι "μπλακ τζακ". Ο ενάγων με τη πολύχρονη και συστηματική ενασχόλησή του (καθημερινώς σχεδόν) με το ανωτέρω παιχνίδι κατάφερε να εξελιχθεί σε έναν πολύ καλό παίκτη και να φθάσει να κερδίζει κατά μέσο όρο περίπου οκτώ στις δέκα φορές και ν'αποκτήσει τη φήμη του καλού και έμπειρου παίκτη στο κύκλο των παικτών.
Τούτο ήταν αποτέλεσμα της αυτοσυγκέντρωσης, της παρατηρητικότητας και της μνήμης που διαθέτει, σχετικά με τα φύλλα της τράπουλας που περνούν και στη πιθανολόγηση αυτών που απομένουν προς το τέλος της στήλης οπότε και παίζει ή όχι ανάλογο μεγάλα χρηματικά ποσά. Όλα αυτά έγιναν αντιληπτά από τους αρμόδιους υπαλλήλους της εναγομένης και από εκλεκτός πελάτης αυτής που ήταν μέχρι τότε που έπαιζε και έχανε (έτος 1999) άρχισε να θεωρείται κακός και ανεπιθύμητος πελάτης αφού έφθανε πλέον σε σημείο να κερδίζει σημαντικά χρηματικά ποσά.
Αφού δεν κατέστη δυνατό με τις διαφόρους μεθόδους που μεταχειρίσθηκαν οι υπάλληλοι της εναγομένης για τις οποίες γίνεται λόγος πιο κάτω, να του στερήσουν τη δυνατότητα αποκόμισης κερδών ή να τον εξαναγκάσουν να μη λαμβάνει μέρος ή να αποχωρεί από το παιχνίδι στις 21-6-2000 η εναγομένη κάνοντας χρήση του δικαιώματος που της παρέχει η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 10β του ν. 2206/1994 απαγόρευσε την είσοδο του ενάγοντος στο καζίνο.
Η σχετική απόφαση της διευθύνσεως της εναγομένης του ανακοινώθηκε στο χώρο υποδοχής κατά την προσέλευσή του στο καζίνο μπροστά στην είσοδό του όταν επιχείρησε να εισέλθει μαζί με την μνηστή του .... η οποία και εξετάστηκε και ως μάρτυρας στη προκειμένη δίκη. Ο ενάγων ζήτησε επανειλημμένα να πληροφορηθεί τον λόγο της απαγόρευσης ο οποίος όμως δεν του ανακοινώθηκε.
Συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ανάρμοστης, προκλητικής και εξυβριστικής συμπεριφοράς εκ μέρους του ενάγοντος τα οποία να προκαλούσαν προβλήματα στο προσωπικό, στην εύρυθμη λειτουργία του καζίνο καθώς και σε παίκτριες, όπως υποστηρίζει η εναγομένη, δεν αποδείχθηκαν. Ο μοναδικός μάρτυρας της εναγομένης περιορίσθηκε σε αοριστολογίες χωρίς να καταθέτει κάποιο συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό.
Ο ενάγων απλώς και έμπειρος παίκτης που ήταν διαμαρτυρόταν με τρόπο κόσμιο επιζητώντας την σωστή εφαρμογή των κανονισμών κατά τη διεξαγωγή του ανωτέρω παιχνιδιού καταφεύγοντας και στα αρμόδια προς τούτο ελεγκτικά όργανα του Δημοσίου, όταν ενέπιπτε στην αντίληψή του ότι οι υπάλληλοι της εναγομένης (γκρουπιέρηδες) στη προσπάθειά τους να μειώσουν όσο το δυνατό περισσότερο τις πιθανότητες να κερδίσει ή να τον εξαναγκάσουν να μη λάβει μέρος ή να μη συνεχίσει το παιχνίδι, δεν ανακάτευαν τα τραπουλόχαρτα και δεν έθεταν τη διαχωριστική κάρτα στο σωστό σημείο της στήλης των τραπουλόχαρτων αλλά σε τέτοιο σημείο ώστε να θέτουν εκτός παιχνιδιού πολύ περισσότερα από αυτά που έπρεπε τραπουλόχαρτα (τα μισά και περισσότερα της όλης στήλης) εκμεταλλευόμενοι και την υπάρχουσα σχετική ασάφεια στην ισχύουσα τότε με αριθμ. 962/17/18-5-1996 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης που ώριζε (άρθρ. 11 παρ. 2) ότι εκτός παιχνιδιού έμεναν τα χαρτιά μιας τράπουλας ή περισσότερα (χωρίς να προσδιορίζεται μέχρι πόσα).
Η ύπαρξη του προβλήματος τούτου και οι σχετικές εύλογες διαμαρτυρίες και έγγραφες καταγγελίες τόσο από τον ενάγοντα όσο και από άλλους έμπειρους παίκτες είχαν σαν αποτέλεσμα να αποσταλεί από το Υπουργείο Ανάπτυξης, Διεύθυνση Καζίνων, αρχικά μία διευκρίνιση ότι κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης τα χαρτιά που έπρεπε να μένουν εκτός παιχνιδιού ήταν όσα περίπου μίας πλήρους τράπουλας ή και περισσότερα με την έννοια ότι τα περισσότερα δεν μπορεί να υπερβαίνουν την πλήρη τράπουλα, και στη συνέχεια να εκδοθεί νέα υπουργική απόφαση (4927/29-11-2000) με την οποία τροποποιήθηκε η προηγούμενη και ορίσθηκε ότι τα τραπουλόχαρτα που πρέπει να μένουν εκτός παιχνιδιού είναι μίας τράπουλας και μέχρι το μισό της στήλης.
Ενόψει τούτων οι όποιες διακοπές των παιχνιδιών οφείλοντο στην μη τήρηση των κανονισμών διεξαγωγής τους από τους υπαλλήλους της εναγομένης και όχι σε ανάρμοστη συμπεριφορά του ενάγοντος ο οποίος απλώς περιοριζόταν σε κόσμιες και εύλογες διαμαρτυρίες και καταγγελίες των παρατηρούμενων από αυτόν παραβιάσεων και σε επιζήτηση της διευθέτησης των προβλημάτων από τα αρμόδια εποπτικά και ελεγκτικά όργανα του Δημοσίου.
Τη κρίση του περί τούτων το Δικαστήριο στηρίζει ιδία στη κατάθεση της μάρτυρας του ενάγοντος (αρραβωνιαστικιάς του) η οποία και τον συνόδευε στο Καζίνο και έχει άμεση γνώση και αντίληψη γι' αυτά που κατέθεσε, και στις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενάγοντος .... και .... οι οποίοι ως πελάτες και αυτοί του Καζίνο έχουν ιδίαν αντίληψη γι' αυτά που κατέθεσαν.
Όλοι οι μάρτυρες αυτοί επιβεβαίωσαν τις γενόμενες παραβιάσεις των κανονισμών διεξαγωγής του ανωτέρω παιχνιδιού από τους υπαλλήλους της εναγομένης την άψογη συμπεριφορά εκ μέρους του ενάγοντος και τις μέσα σε κόσμια πλαίσια εύλογες διαμαρτυρίες αυτού. Η εν λόγω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται ούτε από την κατάθεση του μάρτυρος της εναγομένης η οποία ως αόριστη και ασαφής δεν κρίνεται πειστική ούτε από τα λοιπά έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη μεταξύ των οποίων και η 1983/4-6-2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης με την οποία ο ενάγων καταδικάστηκε τελεσίδικα για συκοφαντική δυσφήμηση της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας η οποία να σημειωθεί δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο τούτο αλλά συνεκτιμάται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η από την εναγομένη απαγόρευση της εισόδου στο Καζίνο του ενάγοντος ο οποίος ήταν τακτικότατος πελάτης και παίκτης αυτής από του έτους 1996 εφοδιασμένος με κάρτα μέλους σε χρονική μάλιστα στιγμή που αυτός άρχισε να κερδίζει σημαντικά χρηματικά ποσά χωρίς να συντρέχει κανένας σπουδαίος λόγος προς τούτο είναι καταχρηστική, καθόσον υπερβαίνει κατά τρόπο προφανή τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος (άρθρ. 281 ΑΚ).
Η ίδια συμπεριφορά της εναγομένης προσέβαλε παράνομα ως καταχρηστική και υπαίτια την προσωπικότητα του ενάγοντος κατά το αγαθό της τιμής και της υπόληψής του καθόσον ο αποκλεισμός του από το καζίνα χωρίς μάλιστα και να του γνωστοποιηθεί κάποιος λόγος δημιουργεί υπόνοιες για την εντιμότητά του ως ατόμου και ως παίκτη και τον υποβιβάζει ηθικά στους τρίτους φίλους γνωστούς και συμπαίκτες στους οποίους έγινε αναπόφευκτα γνωστή η απαγόρευση αλλά και κατά το αγαθό της ελευθερίας αυτού για συμμετοχή του σε μια πολύ σημαντική γι' αυτόν κοινωνική δραστηριότητα της σύγχρονης κοινωνικής και συναλλακτικής ζωής και την απόκτηση σημαντικότατων οικονομικών μέσων.
Έτσι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την προστασία της προσβληθείσας κατά τ'ανωτέρω προσωπικότητας του ενάγοντος". Επομένως, το Εφετείο, απορρίψαν δυνάμει των ανωτέρω σκέψεων την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσειούσης κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης αποφάσεως, δεν παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις, ούτε τα άρθρα 5 του Συντάγματος, 281, 361 ΑΚ και 8 του ν. 2206/1994 και η απόφασή του έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις τα προκύψαντα εκ της διαδικασίας και απαιτούμενα προς εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών κανόνων γεγονότα, ενώ δεν απαιτείται η παράθεση και ετέρων.
Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, η ανωτέρω ένδικη διαφορά είναι ιδιωτική, ανήκουσα στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, κατά το άρθρο 1 περ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, το Εφετείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του, κατά παράβαση της εν λόγω διατάξεως και ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως που ασκήθηκε με ιδιαίτερο δικόγραφο με κατάθεση και επίδοση (ΟλΑΠ 143/1984 ΝοΒ 1985,53) στις 4-1-2007 στον αναιρεσίβλητο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς του, αφού αρχομένης της προθεσμίας των 30 ημερών για την άσκησή του (άρθρ. 569 § 2 ΚΠολΔ) στις 5-1-2007, έληγε αυτή στις 3-2-2007, ημέρα Σάββατο, η οποία ημέρα δεν υπολογίζεται στην προθεσμία, όπως και η επόμενη ημέρα Κυριακή, στις δε 5-2-2007, ημέρα Δευτέρα που ήταν η ημέρα της δικασίμου δεν μπορούσε, επίσης, να υπολογιστεί αυτή στην ως άνω προθεσμία (144, 569 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-5-2005 αίτηση για αναίρεση της 568/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ