Supreme Court dismisses appeal on false testimony charges due to sufficient reasoning in second-instance judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's conviction for false testimony and defamation. The appellant argued the judgment lacked proper reasoning, claiming the court failed to detail how he knew the statements were false or why the reasoning matched the indictment. The court rejected this, ruling that the second-instance judgment provided a complete and coherent explanation of the proven facts and legal application, satisfying constitutional and procedural requirements for a reasoned decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Civil Procedure; Article 510(1)(d) of the Code of Civil Procedure: A judgment is not defective in reasoning merely because the reasoning section repeats the operative part, provided the operative part itself comprehensively sets out the proven facts and legal basis for the conviction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 719 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 719/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Ελένη Παναγιωτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου: Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παναγόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9675/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ζ1 του Βασιλείου, κάτοικο Αθηνών, που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2035/2004.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ εΤον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση, του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.
Μόνον όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία (στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό) είναι ελλιπής. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την 9675/04 προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν ενόρκως, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, απολογία του κατηγορούμενου), όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασής.
του τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στην Αθήνα κατά τους παρακάτω αναφερομένους χρόνους, ο κατηγορούμενος τέλεσε τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: α) Στην Αθήνα, στις 18-2-1999 εμφανίσθηκε στον Εισαγγελέα Ακροάσεων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και εξέθεσε ψευδώς ότι ο εγκαλών Ζ1, στον οποίο ο κατηγορούμενος είχε παραχωρήσει τη χρήση γραφείων του επί της οδού ...
αρ. ....προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει ο εγκαλών ως λογιστικά γραφεία, υπεξαίρεσε τον εξοπλισμό τους, όπως γραφεία, πολυθρόνες, φωτιστικά κ.λπ., καθώς και ότι του απέκρυψε διάφορα έγγραφα όπως συμβόλαια αγορών, οικοδομικές άδειες, αρχιτεκτονικά σχέδια κ.λπ. Όλα αυτά όμως ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος το γνώριζε, αφού όλα τα παραπάνω έγγραφα και εξοπλισμό των γραφείων του τα είχε ο ίδιος μεταφέρει πολλά χρόνια πριν στις εγκαταστάσεις της επιχείρησής του στα ...., και β] Στην Αθήνα, στις 18.2.99 και 10.3.99, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με οποιοδήποτε τρόπο ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη, τα γεγονότα ήταν ψευδή και αυτός τελούσε εν γνώσει του ψεύδους τους.
Και συγκεκριμένα, την 18-2-1999 εμφανίσθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Ακροάσεων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και ανέφερε για τον άνω εγκαλούντα τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα, και ακολούθως την 10-3-1999 εμφανίσθηκε ενώπιον του Υ/Β του Αστυνομικού Τμήματος Παγκρατίου ......και αφού προσκόμισε την από 18-2-1999 Εισαγγελική παραγγελία εξέφρασε παράπονα κατά του εγκαλούντος σχετικά με τα άνω γεγονότα όπως προαναφέρονται, τα οποία όμως ήταν ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει του ψεύδους τους.
Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98, 225 παρ. 2 εδ.
α΄, και 363 του ΠΚ που εφάρμοσε. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες αιτιάσεις για την έλλειψη αιτιολογίας: 1. Το Εφετείο πλήρως αιτιολογεί τόσο το ψευδές των ανωτέρω περιστατικών όσο και τη γνώση του αναιρεσείοντος ως προς το ψευδές αυτών, και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας του να εξειδικεύει το χρόνο και τον τρόπο που έγινε η από μέρους του αναιρεσείοντος μεταφορά των αντικειμένων και των εγγράφων που κατά τους ισχυρισμούς του [του αναιρεσείοντος] ο εγκαλών υπεξαίρεσε ή υπεξήγαγε, αντιστοίχως. 2] Το γεγονός ότι το σκεπτικό είναι ταυτόσημο του διατακτικού, δεν καθιστά την αιτιολογία της απόφασης ανεπαρκή, αφού το διατακτικό είναι στην προκείμενη περίπτωση εκτεταμένο και λεπτομερές. 3] Η σύμπτωση των περιστατικών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού τα περιστατικά αυτά του κατηγορητηρίου αποδείχθηκαν και όχι άλλα διαφορετικά.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αίτησης με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη αιτιολογίας, διότι το δικαστήριο δεν εκθέτει κανένα πραγματικό περιστατικό, ούτε συλλογισμό, από τον οποίο να προκύπτει η μεταφορά αυτή [πότε, πως] και συνεπώς η γνώση της αναλήθειας τους εκ μέρους του, καθώς και ότι το σκεπτικό είναι ταυτόσημο του διατακτικού, και αυτά [σκεπτικό – διατακτικό] όμοια με το κατηγορητήριο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 3.- Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.11.2004 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 9675/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ