Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, ruling appeal arguments misdirected against rejected civil law claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court judgment that rejected her civil law claims for damages and mental distress compensation. The appellant argued the lower court erred in evidence assessment regarding interest calculations, but the court found these arguments only pertained to the portion of the claim already rejected. Consequently, the appeal was deemed unfounded because it did not challenge the specific legal basis for the approved compensation under Article 3 of Law 551/1915.
Legislator headnote
AI generatedArt. 3 of Law 551/1915; Art. 559(1) & (14) of the Code of Civil Procedure: An appeal argument misdirected against a portion of a judgment already ruled inadmissible or rejected as unfounded is itself unfounded and must be dismissed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 718 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 718/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Κ., χήρας Α. Κ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσης την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Γ. Κ. και Δ. Κ., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχαήλ Νταλάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1)της εταιρείας με την επωνυμία "L. E.N.E." (Λ. ΕΝΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ..., 2) της νόμιμα εγκατεστημένης στην Ελλάδα, με την επωνυμία "S. S. C. P. S.A." (Σ. Σ. Κ. Π. ΕΣΕΪ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ..., 3) Δ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 4) Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., 5) Σ. Κ. του Α., κατοίκου ... και 6) Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Διονύσιου Κωνσταντινίδη και Ευάγγελου Αστρά που ανακάλεσαν την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή τους καθώς και δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Δοβλέ, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η 1020/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 210/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-3-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 16-3-2021 και με αριθ. κατ. .../2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ` αριθ. 210/9-4-2019 απόφαση του Εφετείου ..., με την οποία, απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσία η από 29-4-2015 έφεση της αναιρεσείουσας-ενάγουσας κατά της με αρ. 1020/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία, η από 18-6-2014 αγωγή της, α) απερρίφθη, ως προς όλους τους εναγομένους-αναιρεσιβλήτους, ως αβάσιμη κατ' ουσία ως προς την κυρία βάση της για επιδίκαση αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, από τον θάνατο του Α.
Κ., συζύγου αυτής και πατέρα των ανηλίκων τέκνων της, των οποίων ασκεί την γονική μέριμνα, κατά το αναφερόμενο εργατικό ατύχημα, β) έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τους τρείς πρώτους των εναγομένων, κατά την επικουρική βάση της και υποχρεώθηκαν αυτοί να καταβάλουν στην πρώτη αναιρεσείουσα ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποθανόντος Α.
Κ., τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, ως την προβλεπόμενη από το άρθρο 3 του ν. 551/1915 περιορισμένη κατ' αποκοπή αποζημίωση, και απερρίφθη καθ' ολοκληρίαν ως προς τους λοιπούς εναγομένους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, και 566 παρ.3 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτήν λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το βδ της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατ` άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, σύμφωνα δε με τα άρθρα 2 του ίδιου νόμου και 66 περ. β` του ν. 3816/1958 εφαρμόζεται και επί ναυτικής εργασίας, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επήλθε σε ναυτικό κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή με αφορμή αυτήν και θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης, θεωρείται κάθε βλάβη που είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, η οποία δεν θα υπήρχε χωρίς την εργασία και την εκτέλεσή της υπό τις σχετικές περιστάσεις (ΟλΑΠ 1287/1986, ΑΠ 1424/2015).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 16 του ανωτέρω ν. 551/1915 προκύπτει ότι ο παθών από εργατικό (ή ναυτεργατικό) ατύχημα έχει δικαίωμα να ασκήσει την αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσει, σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ, πλήρη αποζημίωση, μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν αυτό έλαβε χώρα σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, βρίσκεται δε σε αιτιώδη συνάφεια με τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών, διαφορετικά, εάν δηλαδή δεν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις αυτές, μπορεί να ασκήσει σχετική αγωγή για την αξίωση αποζημίωσης, κατ` άρθρον 3 του εν λόγω ν. 551/1915.
Τέτοιες δε διατάξεις είναι εκείνες που ειδικώς προβλέπουν τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και ειδικότερα προσδιορίζουν τους όρους που πρέπει να τηρηθούν, μνημονεύοντας συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφαλείας των εργαζομένων. Επομένως, δεν αρκεί ότι το ατύχημα επήλθε από την μη τήρηση όρων, οι οποίοι επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση προνοίας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 26/1995).
Οι εν λόγω αξιώσεις συρρέουν διαζευκτικώς, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση επιλογής της μιας απ` αυτές (κοινού δικαίου ή του ν. 551/1915) αποκλείεται να ζητήσει ο δικαιούχος ταυτόχρονα ή διαδοχικά την άλλη, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 306 ΑΚ, που αφορά την διαζευκτική ενοχή, χωρίς όμως να αποκλείεται η επικουρική άσκηση της μιας σε σχέση με την άλλη, που ασκείται κυρίως.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ, συνάγεται ότι η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Πταίσμα δε του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί στην παραπάνω περίπτωση και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς, οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν όρους υγιεινής και ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 662 του ΑΚ, είτε η τήρηση των μέτρων αυτών από τον εργοδότη επιβάλλεται από τους νόμους, διατάγματα ή κανονισμούς που προβλέπουν τα μέτρα αυτά.
Τέτοια γενικά μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες καθορίζονται με τον ν.1586/1985 "Υγιεινή - Ασφάλεια εργαζομένων", οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες. Ορίζεται δε στο άρθρο 32 του νόμου αυτού, μεταξύ άλλων, ότι ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παρευρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία τους ή τη σωματική τους ακεραιότητα.
Επίσης, ειδικότερα μέτρα ασφαλείας καθορίζονται με το πδ 395/1994 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ", το οποίο ορίζει: στο άρθρο 1 ότι "1. Το παρόν προεδρικό διάταγμα καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους .... 2.
Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως κλάδου οικονομικής δραστηριότητας στην οποία κατατάσσονται", στο άρθρο 2 ότι " Για τους σκοπούς του παρόντος νοείται 1. Εξοπλισμός εργασίας: Κάθε μηχανή, συσκευή, εργαλείο ή εγκατάσταση που χρησιμοποιείται κατά την εργασία..." , στο άρθρο 3 ότι: "1.
Ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς τον σκοπό αυτό, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίησή του. 2.
Κατά την επιλογή του εξοπλισμού εργασίας που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί, ο εργοδότης λαμβάνει υπ` όψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας, τους κινδύνους που υπάρχουν στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση, ιδίως στις θέσεις εργασίας, για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, τους κινδύνους που ενδέχεται να προστεθούν λόγω της χρησιμοποίησης του εν λόγω εξοπλισμού εργασίας καθώς και έγγραφη γνώμη του τεχνικού ασφάλειας. 3.
Όταν δεν είναι δυνατό να εξασφαλιστεί πλήρως, κατά τον τρόπο αυτό, η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού εργασίας, ο εργοδότης λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να περιορίσει τους κινδύνους στο ελάχιστο" και στο άρθρο 4 ότι: "1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 3, ο εργοδότης οφείλει να προμηθεύεται ή/και να χρησιμοποιεί εξοπλισμό εργασίας ο οποίος:
α) Εάν τίθεται για πρώτη φορά στην διάθεση των εργαζομένων στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση μετά τη δημοσίευση του παρόντος, πρέπει να ανταποκρίνεται στις σχετικές διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας και στις ελάχιστες προδιαγραφές που προβλέπονται στο παράρτημα I του άρθρου 8 του παρόντος, εφ` όσον δεν υπάρχουν άλλες σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας, ή ισχύουν εν μέρει...3.
Ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε, ο εξοπλισμός εργασίας, με την κατάλληλη συντήρηση, να διατηρείται σε επίπεδο τέτοιο που να ανταποκρίνεται, ανάλογα με την περίπτωση, στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 καθ` όλη τη διάρκεια της χρησιμοποίησης του. 4. Ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε κατά την χρήση των εξοπλισμών εργασίας, να επιτυγχάνεται βαθμός ασφάλειας αντίστοιχος προς τους στόχους που θέτουν οι διατάξεις του παραρτήματος
ΙΙ του άρθρου 9του παρόντος διατάγματος". Περαιτέρω, ειδικότερες διατάξεις περιλαμβάνονται στο πδ 1349/1981 "Κανονισμός προλήψεως εργατικών ατυχημάτων εις τα πλοία", που κατά το άρθρο 1 στοιχ. α` αυτού, εφαρμόζεται στα υπό Ελληνική σημαία πλοία ολικής χωρητικότητας άνω των 200 κόρων, ανεξαρτήτως περιοχής πλου.
Ειδικότερα, στο Δεύτερο Μέρος του Κανονισμού περί μέτρων προλήψεως ατυχημάτων, προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Αρθρον 6. Φωτισμός και αερισμός χώρων εργασίας. 1. Τα καταστρώματα, κύτη, διάδρομοι και προσβάσεις εις τα κύτη, όπου εργάζονται ή διέρχονται άνθρωποι φωτίζονται επαρκώς και διατηρούνται καθαροί και ελεύθεροι αντικειμένων δυναμένων να προκαλέσουν ολίσθησιν ή πτώσιν.
Τα μόνιμα εμπόδια χρωματίζονται δι` ευδιακρίτων χρωμάτων..., "Αρθρον 16. Μέσα προσωπικής προστασίας. 1. Εις τα πλοία υπάρχουν, εις επαρκή αριθμόν, μέσα δια την προσωπικήν προστασίαν του πληρώματος, εις τα οποία περιλαμβάνονται ομματοϋάλια ή προσωπίδες δια την προστασίαν των οφθαλμών, κράνη, χειρόκτια, υποδήματα εξ ελαστικού, ωτοασπίδες δια την προστασίαν εξ υψηλών θορύβων, αναπνευστήρες δια την προστασίαν εκ κονιορτού και αναπνευστικαί συσκευαί. 2.
Άπαντα τα μέλη του πληρώματος καταστρώματος φέρουν προστατευτικό κράνος κατά την φορτοεκφόρτωσιν, τα δε μέλη του πληρώματος μηχανοστασίου καθ' όλην την διάρκειαν της εργασίας των εις το μηχανοστάσιον ή κατά την εργασίαν εις το κατάστρωμα, εφ' όσον διενεργείται φόρτωσις". Επιπλέον, στον "Κανονισμό περί εργασίας επί ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω", που εγκρίθηκε με το βδ 806/1970 και ειδικότερα στο άρθρο 10 αυτού ορίζεται: "1.
Ο Πλοίαρχος λαμβάνων γνώσιν ασθενείας ή ατυχήματος τινός των επιβαινόντων μεριμνά ίνα παρασχεθώσιν αμελλητί εις τον πάσχοντα αι πρώται βοήθειαι. 2. Παρέχει την κατά τον πρόχειρον ιατρικόν οδηγόν ενδεικνυομένην βοήθειαν και ζητεί, εν ανάγκη, δια του ασυρμάτου του πλοίου ιατρικήν συνδρομήν τηλεγραφών τα συμπτώματα της νόσου. 3.
Εν περιπτώσει βαρείας ασθενείας ή ατυχήματος οφείλει συν τη παροχή των πρώτων βοηθειών να επιζητήση την προσέγγισιν μεθ` ετέρου πλοίου διαθέτοντος ιατρόν ή την αποστολήν καταλλήλων μέσων μεταφοράς του πάσχοντος ή να καταπλεύση, εφ` όσον είναι δυνατόν, εις τον πλησιέστερον λιμένα και να συνεννοηθή μετά της Λιμενικής ή Προξενικής και της Υγειονομικής Αρχής δια την εισαγωγήν του πάσχοντος εις νοσοκομείον ή κλινικήν.
Εάν πρόκειται περί μέλους του πληρώματος συνεννοείται και μετά του αντιπροσώπου του πλοίου δια την παροχήν εις τον πάσχοντα των μέσων νοσηλείας και συντηρήσεως μετά την εκ του νοσοκομείου ή κλινικής έξοδον ως και δια την παλινόστησίν του κατά τας σχετικάς διατάξεις.". Με την τελευταία διάταξη, θεσμοθετούνται ειδικοί κανόνες ασφαλείας των απασχολουμένων στο πλοίο ναυτικών, η μη τήρηση των οποίων παρέχει σ` εκείνον που έγινε ανίκανος προς εργασία από ατύχημα που συνδέεται αιτιωδώς με τη μη τήρηση τους, ή σε περίπτωση θανάτου αυτού, στα κατά νόμο δικαιούμενα πρόσωπα, αξίωση πλήρους αποζημιώσεως.
Η λήψη καθενός συγκεκριμένου, των προβλεπομένων από τη διάταξη του άρθρου 10 βδ 806/1970, μέτρων, εξαρτάται από την προηγουμένη διάγνωση της καταστάσεως του πάσχοντος. Η ορθή διάγνωση αυτής δεν περιλαμβάνεται βέβαια στις υποχρεώσεις του πλοιάρχου, αφού κάτι τέτοιο αποτελεί έργο των ειδικών ιατρών. Εκείνο όμως που επιβάλλεται να πράξει ο πλοίαρχος είναι να διακρίνει ως μέσος συνετός άνθρωπος, αν πρόκειται για συνήθη περίπτωση ή αν επιβάλλεται να ζητήσει προς αντιμετώπιση αυτής ιατρική συνδρομή, προβαίνοντας στις καθοριζόμενες από την παρ. 1 και 2 ενέργειες, ή αν πρόκειται για βαρεία ασθένεια να προβεί και στις καθοριζόμενες από την παρ.3 του άρθρου αυτού ενέργειες (AΠ 1000/2018,1424/2015, 1690/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 81 του βδ 806/1970, "1. Οι Γ' Μηχανικοί εκτελούν φυλακήν και οιανδήποτε άλλην εργασίαν σχετικήν προς την ειδικότητά των ανατιθεμένην εις αυτούς υπό του Β' Μηχανικού. 2. Έχουν την επιμέλειαν συντηρήσεως των βοηθητικών μηχανημάτων σωληνώσεων, οργάνων, εργαλείων και αμοιβών αυτών υπό τας οδηγίας του Β' Μηχανικού και την εποπτείαν του Α' Μηχανικού".
Η εν λόγω διάταξη, κατά το αληθές νόημα αυτής, αφορά στις εργασίες συντηρήσεως μηχανημάτων κλπ, οι οποίες δεν καταλείπονται στην ιδία πρωτοβουλία του Γ' Μηχανικού αλλά ορίζεται ότι εκτελούνται από αυτόν καθ' υπόδειξη και υπό την εποπτεία του Α' Μηχανικού υπό τις οδηγίες του Β' Μηχανικού και δεν ιδρύει υποχρέωση εποπτείας των Α' και Β' Μηχανικών ως προς την τήρηση από τον Γ' Μηχανικό των ατομικών μέτρων προστασίας (χρήση κράνους, χειροκτίων κλπ) κατά την εκτέλεση από αυτόν των εν λόγω εργασιών.
Τέλος, ειδικούς όρους ασφαλείας των εργαζομένων δεν θεσμοθετούν οι κανόνες του Διεθνούς Κώδικα Ασφαλούς Διαχείρισης (ISM Code), γιατί οι εν λόγω διατάξεις δεν προβλέπουν ειδικούς όρους ασφαλείας του προσωπικού του πλοίου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 16 παρ.1 του Ν.551/1915, ήτοι δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειας του πληρώματος, αλλά θέτουν το κανονιστικό πλαίσιο και τις προδιαγραφές για την καθιέρωση τέτοιων ειδικών κανόνων και πρακτικών, προς συμμόρφωση με τις λειτουργικές και διαχειριστικές απαιτήσεις, που θέτουν, για την διασφάλιση της ασφάλειας στην θάλασσα και της πρόληψης ανθρώπινου τραυματισμού ή απώλειας ζωής, καθώς και την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 109/2020, 319/2017, 130/2016, 1420/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ούτε αποτελούν ζητήματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα πραγματικά επιχειρήματα του Δικαστηρίου, με τα οποία δικαιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται για τη συνδρομή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1703/2009). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όπου υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας της προσβαλλόμενης απόφασης πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 686/2022, 109/2020, 145/2019).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β του KΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του KΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του KΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του KΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 109/2020, 79/2018, 1333/2018, 1512/2014, 87/2013, 208/2011, 1662/2010).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 860/2018, 208/2018, 1226/2014, 2146/2014, 574/2010). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 109/2020). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας επί της προαναφερθείσης αγωγής της αναιρεσείουσας-ενάγουσας, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα ουσιώδη περιστατικά: "....
Ο Α. Κ. του Ν., Έλληνας απογεγραμμένος ναυτικός, κάτοχος του υπ' αριθμ. ... ναυτικού φυλλαδίου, κατήρτισε εγγράφως στις 14.6.2012 στο ... Αττικής, προκαταρκτική σύμβαση ναυτικής εργασίας, για να εργασθεί για αόριστο χρόνο με την ειδικότητα του Γ Μηχανικού, στο υπό ελληνική σημαία δεξαμενόπλοιο με την ονομασία "O.
L.", ολικής χωρητικότητας 139.736,05 κόρων, πλοιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, με τη δεύτερη εναγόμενη, διαχειρίστρια του πλοίου αυτού, η οποία συμβλήθηκε στην ανωτέρω σύμβαση ως αντιπρόσωπος της πλοιοκτήτριας, και της οποίας (δεύτερης εναγομένης) νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο τρίτος εναγόμενος, αντί των όρων και των αποδοχών της τότε ισχύσασας Συλλογικής Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας για τα μέλη των πληρωμάτων σε φορτηγά πλοία από 4500 TDW και άνω.
Σε εκτέλεση της εν λόγω προκαταρκτικής σύμβασης ο ανωτέρω ναυτολογήθηκε αυθημερόν στον ... στο συγκεκριμένο πλοίο και υπηρέτησε σ' αυτό ανελλιπώς, εκτελώντας τα καθήκοντα της ειδικότητάς του, μέχρι και τις 12.7.2012, όταν και τραυματίσθηκε θανάσιμα εντός του πλοίου, στο οποίο είχαν επίσης ναυτολογηθεί και εργάζονταν κατά το χρόνο του συμβάντος οι τέταρτος, πέμπτος και έκτος εναγόμενοι, με την ειδικότητα του Πλοιάρχου, του Α' και του Β' Μηχανικού αντίστοιχα, σε εργατικό ατύχημα, υπό την έννοια του ν.551/1915, για το οποίο θα γίνει λόγος κατωτέρω, χωρίς διαθήκη, καταλείποντας μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τους πλησιέστερους κατά το χρόνο του θανάτου του συγγενείς του, και δη την ενάγουσα σύζυγό του και τα απ' αυτήν νομίμως εκπροσωπούμενα ανήλικα τέκνα τους Γ.
Κ. και Δ. Κ., γεννηθέντα στις .../2001 και .../2004 αντίστοιχα, έκαστον εξ αυτών (σύζυγο και τέκνα) κατά ποσοστό 2/10, 3 /10 και 3 10 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, στο σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας του. Αποδείχθηκε επίσης ότι στις 12.7.2012 και περί ώρα 2.00, και αφού, ήδη από τις 00.30 το εν λόγω πλοίο είχε καταπλεύσει κενό φορτίου και σε κατάσταση ερματισμού στο αγκυροβόλιο του λιμένος της F. (Φ.) των ..., σε απόσταση 9 ναυτικών μιλίων απ' αυτόν, ο έκτος εναγόμενος, Β' Μηχανικός του πλοίου, ξύπνησε τον ανωτέρω Α.
Κ., ο οποίος κοιμόταν στην καμπίνα του, και δεν είχε εργασθεί την προηγούμενη ημέρα (11.7.2012), όπως και ο έτερος ναυτολογημένος Γ' Μηχανικός του πλοίου Σ. Κ., για λόγους ανάπαυσης και αναψυχής, με οδηγίες να μεταβεί πάραυτα στο χώρο του μηχανοστασίου, προκειμένου να εκτελέσει μαζί με τον Πολωνικής υπηκοότητας εφαρμοστή C.
K. εργασίες συντήρησης στα δύο ψυγεία ψύξης της κύριας μηχανής του, και συγκεκριμένα να εξαρμώσει τους σωλήνες των ψυγείων αυτών και να καθαρίσει διαδοχικά τα φίλτρα τους, από τα οποία διέρχεται θαλασσινό νερό, αρχικά του πρώτου, και ακολούθως και του δεύτερου, διότι είχαν "βουλώσει", όπερ απαιτείτο να διενεργηθεί και να ολοκληρωθεί άμεσα, ούτως ώστε το πλοίο να είναι σε θέση να αποπλεύσει τις πρωινές ώρες της ίδιας ημέρας.
Πράγματι περί ώρα 2.10 της 12ης.7.2012 ο Κ. πήγε στο θάλαμο ελέγχου μηχανοστασίου και παρέμεινε εκεί για περίπου 20 λεπτά, συνομιλώντας σε ευχάριστο κλίμα, όντας ξεκούραστος και ευδιάθετος, με τον έκτο εναγόμενο, και με τον επίσης παρόντα εκεί Γ' Μηχανικό Σ. Κ., μέχρι και τις 2.30, όταν, ειδικότερα ενημερωθείς περί των συγκεκριμένων καθηκόντων, που θα έπρεπε να εκτελέσει, και με τα εργαλεία του και τον εφαρμοστή Κ., μετέβη στο χώρο του μηχανοστασίου, όπου πράγματι επικρατούσε υψηλή θερμοκρασία 37-38 βαθμών Κελσίου, η χαμηλότερη όμως κατά τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου για την περιοχή, όπου βρισκόταν το πλοίο, εξ ου και επελέγη από το Β' Μηχανικό η συγκεκριμένη ώρα, ώστε οι συνθήκες εργασίας των ναυτικών να είναι οι καλύτερες δυνατές τηρουμένων των αναλογιών, προκειμένου να διεκπεραιώσει τις ανατεθείσες εργασίες στα ψυγεία του πλοίου.
Σημειωτέον ότι ο συγκεριμένος χώρος του μηχανοστασίου, όπου θα εργαζόταν ο Κ., ήτοι αυτός των ψυγείων της κυρίας μηχανής του πλοίου, βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο του ανωτέρω θαλάμου ελέγχου, η δε πρόσβαση σ' αυτόν είναι άμεσα δυνατή σε πολύ σύντομο χρόνο (1-2 περίπου λεπτών) μέσω υφισταμένης στο σημείο κλίμακος, όπως εμφαίνεται στα προσκομιζόμενα από τους εναγόμενους σχέδια του μηχανοστασίου του πλοίου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στη συνέχεια ο ανωτέρω Α. Κ., εκτελώντας τις οδηγίες του έκτου εναγόμενου, πράγματι εισήλθε στο χώρο του μηχανοστασίου του πλοίου για να εργασθεί, φέροντας τον απαραίτητο ατομικό φορητό εξοπλισμό ασφαλείας και τα προβλεπόμενα μέσα προσωπικής προστασίας (κράνος, αντιολισθητικά υποδήματα, γάντια και φόρμα εργασίας), όπως έπραττε πάντοτε, όντας εμπειρότατος, συνεπής στην εργασία του, ιδιαίτερα προσεκτικός, και τυπικός ως προς την τήρηση των επιβαλλομένων κανονισμών ασφαλείας, αλλά και απολύτως ενημερωμένος ως προς αυτούς και την αναγκαιότητα συνεχούς και απαρέγκλιτης εφαρμογής τους ναυτικός, κατά τις περιγραφές των μελών του πληρώματος στις καταθέσεις τους, τα οποία του είχαν χορηγηθεί κατά την επιβίβαση και ναυτολόγησή του, όπως άλλωστε και σε όλο το πλήρωμα του συγκεκριμένου πλοίου, και για την παράδοση και παραλαβή των οποίων (πλην του κράνους) είχε υπογράψει το προσκομιζόμενο από 28.6.2012 σχετικό έγγραφο, η γνησιότητα της επί του οποίου υπογραφής του ουδόλως αμφισβητήθηκε, ενώ το ενός μεγέθους για όλο το πλήρωμα προστατευτικό κράνος, το οποίο ειδικά τα μέλη του πληρώματος του μηχανοστασίου του πλοίου πρέπει να φορούν υποχρεωτικά καθόλη τη διάρκεια της εργασίας τους σ' αυτό, όπως επιβάλλεται από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 του ν.1349/1981 "Κανονισμός προλήψεως εργατικών ατυχημάτων εις τα πλοία", κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, αλλά επίσης προβλέπεται ως υποχρεωτικός ατομικός εξοπλισμός ασφαλείας των εργαζομένων στο μηχανοστάσιο και στο Σύστημα Ασφαλούς Διαχείρισης (Σ.Α.Δ.), που είχε εκπονήσει και εφήρμοζε στο εν λόγω πλοίο η διαχειρίστρια αυτού δεύτερη εναγόμενη, βάσει των διατάξεων του Διεθνούς Κώδικα Διαχείρισης Ασφαλούς Λειτουργίας των πλοίων και πρόληψης ρύπανσης του περιβάλλοντος, όπως αυτός ορίζεται στην Απόφαση Α.741.(18)/4.11.93 του IΜΟ (ISΜ CODΕ), και τέθηκε σε ισχύ στην Ελλάδα με την υπ' αριθμ. .../1995 Απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας (ΦΕΚ .../1995), είχε παραδοθεί σ' αυτόν, όπως και στα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος του μηχανοστασίου, κατά τον ίδιο χρόνο (άμα τη επιβιβάσει του στο πλοίο) από τον Α' Μηχανικό, ως αξιωματικό Προϊστάμενο της Υπηρεσίας μηχανής και του προσωπικού αυτής, όπως δε προβλέπεται στο ανωτέρω Σ.Α.Δ.
πρέπει να φυλάσσεται (καθώς και τα υποδήματα) από το κάθε μέλος του πληρώματος με δική του ευθύνη και επιστρέφεται στον Υποπλοίαρχο ή στο Β Μηχανικό με την απόλυσή τους από το πλοίο. Η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου περί του εφοδιασμού του ανωτέρω ναυτικού από τον εργοδότη του με προστατευτικό κράνος ασφαλείας επιρρωνύεται ιδίως, πέραν των ληφθεισών μετά το συμβάν από 15.7.2012 καταθέσεων των μελών του πληρώματος Ε.
Σ. και Σ. Κ., επίσης ναυτολογημένων στο εν λόγω πλοίο με την ειδικότητα του Υποπλοιάρχου και του Γ' Μηχανικού αντίστοιχα, οι οποίοι, έχοντες ίδιαν αντίληψη, περιγράφουν τον αποβιώσαντα Κ. ως συνεπή στην εκτέλεση της εργασίας του, και προσεκτικό ναυτικό όσον αφορά την τήρηση των κανονισμών ασφαλείας, ο οποίος πάντοτε έφερε στο κατάστρωμα ή στο μηχανοστάσιο τον προστατευτικό ατομικό εξοπλισμό του, και από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, που δόθηκαν εκτός δίκης, υπό μορφήν ένορκων βεβαιώσεων, Β.
Μ. και Α. Α., Ναυπηγού-Μηχανολόγου Μηχανικού, Υπεύθυνης Ποιότητας και Ασφάλειας της διαχειρίστριας του πλοίου εταιρείας/δεύτερης εναγόμενης και Πλοιάρχου του Εμπορικού Ναυτικού, Υπεύθυνου Πληρωμάτων της ιδίας εταιρίας αντίστοιχα, αμφότεροι οι οποίοι μετά λόγου γνώσεως αναφέρουν ότι σε όλα τα μέλη των πληρωμάτων των πλοίων, που διαχειρίζεται η ανωτέρω εταιρία, πάντοτε παραδίδεται κατά τη ναυτολόγησή τους εκ των προτέρων καθορισμένος ατομικός εξοπλισμός ασφαλείας, ως προς τη σωστή χρήση του οποίου οι ναυτικοί ενημερώνονται προηγουμένως επισταμένα, και στον οποίο περιλαμβάνονται προστατευτικά της κεφαλής κράνη, που τους παραδίδονται από τον Α' Μηχανικό, εκ του νόμου υπεύθυνο για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στο χώρο του μηχανοστασίου, και αντιολισθητικά υποδήματα, και δεν αναιρείται από κανένα άλλο εκ των προσκομιζομένων αποδεικτικών μέσων.
Μάλιστα αποδείχθηκε ότι εν προκειμένω της ναυτολόγησης του ανωτέρω εμπειρότατου ναυτικού Κ. και ενόψει αυτής είχε προηγηθεί διαδικασία ενημέρωσής του από το αρμόδιο προσωπικό της διαχειρίστριας του πλοίου εταιρίας ως προς τα καθήκοντά του της ειδικότητας του Γ' Μηχανικού, τα τηρούμενα στο πλοίο μέτρα ασφαλείας, τον ατομικό προστατευτικό εξοπλισμό του, και την ορθή χρήση του, όπως, κατά τους μάρτυρες Μ.
και Α., συμβαίνει πάντοτε και υποχρεωτικά σε όλα τα μέλη των πληρωμάτων των πλοίων διαχείρισης της δεύτερης εναγομένης προ της επιβίβασής τους στο πλοίο, στο οποίο πρόκειται να ναυτολογηθούν, ούτως ώστε να εξοικειωθούν με τα μέσα προσωπικής προστασίας, που τους παρέχονται, και να γνωρίζουν τον ενδεδειγμένο τρόπο χρήσης τους, αλλά και να εμπεδώσουν την αναγκαιότητα της τήρησής τους, όταν απαιτείται, και τους κινδύνους, που εγκυμονεί η παράλειψη εφαρμογής τους, υπογράφοντας μάλιστα (ο Κ.) στις 8.6.2012 σχετικό έντυπο, στο οποίο δηλώνει ότι έχει πλήρως κατανοήσει τα θέματα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της ενημέρωσης, και στα οποία περιλαμβάνονται και τα προβλεπόμενα μέσα προσωπικής προστασίας του (το κράνος και τα υποδήματα ασφαλείας αναγράφονται μεταξύ αυτών), χωρίς επίσης να αμφισβητηθεί από την ενάγουσα η γνησιότητα της επί του εν λόγω εγγράφου τεθείσας υπογραφής του.
Σημειωτέον επίσης ότι της εισόδου των ανωτέρω ναυτικών στο μηχανοστάσιο του πλοίου και της έναρξης εκτέλεσης στο χώρο αυτού των εργασιών, που τους είχαν ανατεθεί από το Β' Μηχανικό, δεν απαιτείτο να προηγηθεί έλεγχος ανίχνευσης στην ατμόσφαιρα τυχόν επιβλαβών αερίων και οξυγονομέτρηση (μέτρηση της περιεκτικότητας της ατμόσφαιρας σε οξυγόνο), για την ασφάλεια των εργαζομένων, ή ο εφοδιασμός τους με ειδική αναπνευστική συσκευή, την οποία και θα έπρεπε να φορούν καθόλη τη διάρκεια της παραμονής τους εκεί, ή έστω να βρίσκεται πλησίον τους ανά πάσα στιγμή σε ετοιμότητα προς χρήση, διότι εξ ουδεμίας διάταξης νόμου προβλέπεται η υποχρέωση εγκατάστασης τέτοιου συστήματος στα μηχανοστάσια των πλοίων, ούτε για την είσοδο σ' αυτά απαιτείται να λαμβάνει χώρα προηγουμένως έλεγχος για επικίνδυνα αέρια, όπως επιβάλλεται για τις δεξαμενές (άρθρο 6 παρ.2 του π.δ. 1349/1981), διότι δεν αποτελούν "κλειστό" χώρο, όπως αυτός προσδιορίζεται ειδικότερα στην προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 3232/41/89 Κοινή Υπουργική Απόφαση ως "ο χώρος, που είναι πανταχόθεν κλειστός ή έχει περιορισμένη δυνατότητα φυσικού αερισμού", ούτε το μηχανοστάσιο περιλαμβάνεται στους ενδεικτικά αναφερομένους στην ίδια Υπουργική Απόφαση ως "κλειστούς" χώρους του πλοίου.
Επιπροσθέτως, και στην απόφαση υπό στοιχεία Α.1050 (27)/20.12.2011 του ΙΜΟ (Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού) ως κλειστοί χώροι επί πλοίων χαρακτηρίζονται α) χώροι με περιορισμένα ανοίγματα για την είσοδο και έξοδο σ' αυτά, β) χώροι με ανεπαρκή εξαερισμό, και γ) χώροι που δεν έχουν σχεδιασθεί για να βρίσκονται σ' αυτούς συνεχώς εργαζόμενοι, ενώ επακολουθεί ενδεικτική αναφορά τέτοιων χώρων στο πλοίο, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται το μηχανοστάσιο.
Μάλιστα θα πρέπει να λεχθεί ότι, ενόψει της καθοριστικής σημασίας του μηχανοστασίου για την όλη λειτουργία του πλοίου, αλλά και της συνεχούς παρουσίας σ' αυτό μελών του πληρώματος επί 24ώρου βάσεως, είναι βέβαιον ότι εάν ο νομοθέτης επιθυμούσε να εντάσσεται και αυτό στους κλειστούς χώρους του πλοίου, για την ασφάλεια των εργαζομένων στους οποίους θα έπρεπε να διενεργείται οξυγονομέτρηση και ανίχνευση επικινδύνων αερίων στην ατμόσφαιρα, οπωσδήποτε θα το είχε συμπεριλάβει στην ενδεικτική απαρίθμηση.
Πολλώ δε μάλλον, που στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα από τους εναγομένους σχέδια, ο χώρος του μηχανοστασίου του συγκεκριμένου πλοίου, ο οποίος δε συνορεύει με τις δεξαμενές φορτίου του πλοίου, είναι ένας ενιαίος, τεράστιος χώρος, όπου βρίσκεται και ο χώρος των μηχανημάτων ψύξης της κύριας μηχανής του, που υπερβαίνει σε όγκο τα 26.500 κυβικά μέτρα, μήκους 34 μέτρων, μέσου πλάτους 25 μέτρων και ύψους 31,25 μέτρων, με συνεχή εξαερισμό και αερισμό (φυσικό και μη), μέσω οχετών, που έχουν εγκατασταθεί σε πάρα πολλά σημεία του, συνολικής παροχής αέρα 364.000 κ.μ.
ανά ώρα, όπερ ισοδυναμεί με 13,5 περίπου εναλλαγές ατμόσφαιρας ανά ώρα, όπως καταθέτουν οι μάρτυρες Μ. και Α., ενώ ειδικά στο τμήμα του μηχανοστασίου, στο οποίο θα εργαζόταν ο Κ., βρίσκονται δύο οχετοί, οι οποίοι τροφοδοτούν το χώρο με 3.000 και 4.000 κυβικά μέτρα αέρα ανά ώρα, καθώς και ένας αγωγός εξαερισμού χωρίς σιγαστήρα, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα σχέδια της διάταξης του μηχανοστασίου, και ιδίως το διάγραμμα εξαερισμού, στο οποίο εμφαίνονται όλοι οι οχετοί φρέσκου αέρα, και η ισχύς τους σε κ.μ.
ανά ώρα, και, συνεπώς, δεν πρόκειται περί χώρου "με περιορισμένη δυνατότητα φυσικού αερισμού", δηλαδή περί κλειστού χώρου υπό την έννοια της προαναφερθείσας Κοινής Υπουργικής Απόφασης, στον οποίο απαιτείται η διενέργεια μέτρησης του οξυγόνου στην ατμόσφαιρα. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι ο αερισμός και εξαερισμός του μηχανοστασίου του εν λόγω πλοίου, όπου και ο χώρος εργασίας του θανόντος, επιτυγχάνεται με σύστημα, που λειτουργεί ανεξάρτητα της λειτουργίας των μηχανών του πλοίου, ώστε το μηχανοστάσιο, όπου πάντοτε βρίσκονται μέλη του πληρώματος, να τροφοδοτείται συνεχώς και αδιαλείπτως με επαρκή φρέσκο αέρα του εξωτερικού περιβάλλοντος με βάση τις αρχές της υγιεινής, όπως εκ των πραγμάτων απαιτείται, ώστε οι ναυτικοί να μπορούν να εργασθούν εντός αυτού, όπερ διαφορετικά θα ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο, ακόμη και όταν για λόγους βλάβης ή συντήρησης δε λειτουργούν οι μηχανές του πλοίου, αλλά πρέπει παρόλα αυτά να εκτελεστούν εργασίες, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που κατά τη στιγμή του συμβάντος η κύρια μηχανή του πλοίου ήταν πράγματι εκτός λειτουργίας, σύμφωνα με την κατάθεση της Β.
Μ.. Μάλιστα ουδείς εκ των μελών του πληρώματος κατέθεσε ότι κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή το σύστημα αερισμού/εξαερισμού του μηχανοστασίου δε λειτουργούσε, ή ότι υπολειτουργούσε για οποιονδήποτε λόγο. Λεκτέον επίσης ότι οι εργασίες, που επρόκειτο να εκτελέσει ο Κ. στο χώρο του μηχανοστασίου του πλοίου, και ενώ αυτό βρισκόταν σε αγκυροβόλιο, δεν εμπίπτουν στην έννοια των θερμών εργασιών, όπως αυτή ειδικότερα προσδιορίζεται στην προαναφερθείσα Κοινή Υπουργική Απόφαση, ώστε να απαιτείται η προηγούμενη έκδοση πιστοποιητικού απαλλαγής του χώρου από επικίνδυνα αέρια, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ούτε άλλωστε η ενάγουσα ισχυρίζεται κάτι τέτοιο.
Επιπροσθέτως, ουδεμία: διάταξη νόμου επιβάλλει στα μέλη του πληρώματος, που εισέρχονται στο μηχανοστάσιο του πλοίου, να φορούν ειδική αναπνευστική συσκευή (μάσκα), όπως αντίθετα σαφώς προβλέπεται για το προστατευτικό της κεφαλής κράνος, και έχει ήδη αναφερθεί, ή έστω μία τέτοια συσκευή να βρίσκεται διαθέσιμη πλησίον τους ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της εργασίας τους εκεί για την περίπτωση ανάγκης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 2.45, ήτοι μετά την πάροδο δεκαπέντε (15) λεπτών από τη μετάβαση του Κ. στο χώρο του μηχανοστασίου, ο έκτος εναγόμενος, αφού ολοκλήρωσε την κίνηση αναπόδησης της κύριας μηχανής για αγκυροβόλια, μετέβη και ο ίδιος στο μηχανοστάσιο, στο χώρο, όπου εργάζονταν ο Κ. και ο εφαρμοστής C.
K., οι οποίοι κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή κατέβαζαν ένα σωλήνα με αλυσέλικτρο, όπου και απομόνωσε το πρυμναίο κεντρικό ψυγείο, κλείνοντας τα επιστόμια, και στη συνέχεια αποχώρησε, αφού ενημέρωσε τον Κ. ότι το ψυγείο είναι απομονωμένο και ότι μπορεί να προβεί σε εξυδάτωση θαλασσινού νερού, για να επιστρέψει στον άνωθεν του σημείου εργασίας των ανωτέρω θάλαμο ελέγχου μηχανοστασίου για το πέρας ετοιμότητας μηχανής, ως όφειλε εκ των καθηκόντων του να πράξει, κατά τη διάταξη του άρθρου 80 παρ.2 του Β.Δ/τος 806/1970, αφού το σκάφος βρισκόταν σε διαδικασία αγκυροβολίας.
Στις 2.50 ο C. K., που εργαζόταν μαζί με τον Κ. στον ίδιο χώρο, του απηύθυνε το λόγο, ενώ αυτός είχε γονατίσει για να ανοίξει ένα επιστόμιο, πλην όμως δεν έλαβε απάντηση, και στη συνέχεια τον είδε να γέρνει προς τα δεξιά, οπότε και αντιλήφθηκε ότι είχε απολέσει τις αισθήσεις του. Αμέσως, και ενώ ο Κ. εκείτετο λιπόθυμος στο δάπεδο, ο ανωτέρω εφαρμοστής, σπεύδοντας σε βοήθεια του συναδέλφου του, κατευθύνθηκε στο θάλαμο ελέγχου μηχανοστασίου, που βρίσκεται εγγύτατα, και δη, όπως έχει ήδη αναφερθεί, άνωθεν του σημείου εργασίας τους, όπου έφθασε σε ελάχιστο χρόνο, και συγκεκριμένα εντός 2 λεπτών της ώρας (στις 2.52), μέσω της υφισταμένης κλίμακος, και ενημέρωσε τον έκτο εναγόμενο, άμεσο προϊστάμενό τους, ότι ο Κ.
είχε λιποθυμήσει. Χωρίς καθυστέρηση ο έκτος εναγόμενος, καθώς και ο Γ' Μηχανικός Σ. Κ., που επίσης βρισκόταν στον ανωτέρω θάλαμο, μετέβησαν στο χώρο του μηχανοστασίου για να προσφέρουν στον Κ. τις πρώτες βοήθειες, όπου και τον είδαν στο δάπεδο ξαπλωμένο ανάσκελα, με τα γόνατα λυγισμένα, με πρόσωπο κόκκινο και με μάτια ανοικτά, ακίνητο, με μισάνοικτο στόμα, να προσπαθεί να αναπνεύσει (ο Κ.
στην από 15.7.2012 κατάθεσή του αναφέρει ότι δεν είχε τις αισθήσεις του). Ο έκτος εναγόμενος προσπάθησε να τον διευκολύνει στην αναπνοή ελέγχοντας αν υπάρχει κάτι στο στόμα του, που να τον εμποδίζει, ενώ με το φορητό ανεμιστήρα, που έφερε στο μεταξύ ο επίσης προστρέξας στο σημείο Δόκιμος Μηχανικός Β. Μ., του έκαναν αέρα και τον δρόσιζαν στο κεφάλι με κρύο νερό, παράλληλα δε αυτός (ο έκτος εναγόμενος) του μιλούσε και τον κουνούσε για να συνέλθει, πλην όμως ο Κ.
δεν ανταποκρινόταν. Τότε ήταν που ο έκτος εναγόμενος έψαυσε το σφιγμό του στο λαιμό και διεπίστωσε ότι ήταν πολύ ασθενής. Ακολούθως και εντός ολίγου κατέφθασε στο σημείο και ο πέμπτος εναγόμενος, Α' Μηχανικός, ειδοποιηθείς από τον Γ' Μηχανικό Κ., κατ' εντολήν του έκτου εναγομένου, όπου ήδη βρίσκονταν η τελευταίος, και οι ανωτέρω εφαρμοστής και δόκιμος μηχανικός C.
και Β. πλησίον του Κ. και του παρείχαν τις πρώτες βοήθειες, κατά τα προεκτεθέντα, και είδε τον Κ. ξαπλωμένο και αναίσθητο. Πάραυτα περί ώρα 3.00 ο ανωτέρω Α' Μηχανικός ειδοποίησε μέσω φορητού ασυρμάτου τον πλοίαρχο, τέταρτο εναγόμενο, και τον ενημέρωσε για το συμβάν, ζητώντας την άμεση αποστολή στο σημείο φορείου και οξυγόνου, και, αφού διεπίστωσε ότι η αναπνοή του Κ.
ήταν ασθενής "έως μηδενική", όπως και ο σφυγμός του, άρχισαν με τον έκτο εναγόμενο να του κάνουν καρδιοαναπνευστική ανάνηψη (πιέσεις στο στήθος του και τεχνητή αναπνοή), ώστε να ανακτήσει τις αισθήσεις του. Μετά την πάροδο 2-3 λεπτών κατέφθασε στο σημείο και ο Υποπλοίαρχος Σ. Ε. με πλήρη εξοπλισμό ιατρικού οξυγόνου και με φορείο, με το οποίο και με τη βοήθεια δύο ναυτών ο Κ.
μεταφέρθηκε αμέσως στο δροσερότερο χώρο του θαλάμου ελέγχου μηχανοστασίου, όπου διαπιστώθηκε από το Σ. ότι δεν ανέπνεε, οι κόρες των οφθαλμών του ήταν διεσταλμένες, και δεν είχε καρδιακό σφιγμό στο λαιμό του, ενδείξεις που συνηγορούν υπέρ της παραδοχής ότι ο θάνατός του είχε κατά τα φαινόμενα ήδη τότε επέλθει.
Παρόλα αυτά ο ίδιος μαζί με τον έκτο εναγόμενο επιχείρησαν για ακόμη μία φορά καρδιοαναπνευστική ανάνηψη στον Κ., που διήρκησε περίπου 10 λεπτά της ώρας, ενώ έκαναν χρήση και της ειδικής συσκευής για να του χορηγήσουν οξυγόνο με μάσκα, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα, καθώς αυτός εξακολουθούσε να μην αναπνέει και να μην έχει σφιγμό, όπως ο ίδιος ο Σ.
αναφέρει στην από 15.7.2012 κατάθεσή του. Στη συνέχεια τον μετέφεραν με τον ανελκυστήρα στο νοσοκομείο του πλοίου, και από εκεί στο κατάστρωμα, κατ' εντολήν του Πλοιάρχου, τετάρτου εναγομένου, ο οποίος, ορθά αξιολογώντας το περιστατικό και αντιληφθείς αμέσως τη σοβαρότητα της κατάστασης, ιδίως όταν έμαθε ότι ο Κ.
δεν είχε σφιγμό και δεν ανέπνεε, αφού είχε ήδη γνωστοποιήσει το συμβάν στις τοπικές αρχές του λιμένος της F. (Φ.), καθώς και στον πράκτορα της πλοιοκτήτριας στον ίδιο λιμένα, ζητώντας επειγόντως ιατρική συνδρομή διά της άμεσης δρομολόγησης διαδικασίας διακομιδής του Κ. στο πλησιέστερο νοσοκομείο από αέρος (με ελικόπτερο και επιβαίνουσα σ' αυτό ιατρική ομάδα), και ενημερωθεί από τον τοπικό πράκτορα ότι για την άφιξη του ελικοπτέρου στο πλοίο θα απαιτείτο χρόνος τουλάχιστον 3 ωρών, αποφάσισε, ελλείψει άλλης διαθέσιμης επιλογής, και προκειμένου να μεταφερθεί ο Κ.
σε νοσοκομείο στο συντομότερο δυνατό-δεδομένων των συνθηκών-χρόνο, να τον παραλάβει και να τον μεταφέρει στην ξηρά η ταχύπλοη λέμβος του πράκτορα, η οποία είχε μόλις πλευρίσει το πλοίο με επιβαίνοντες ναυτικούς, που επρόκειτο να ναυτολογηθούν σ' αυτό, και με εφόδια. Πράγματι από το κατάστρωμα μέλη του πληρώματος επιβίβασαν τον Κ.
με το φορείο και το καλάθι ασφαλείας στην εν λόγω λέμβο, η οποία περί ώρα 3.30, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο ημερολόγιο του πλοίου, απέπλευσε με προορισμό το λιμένα της F. (Φ.), όπου είχε προγραμματισθεί, κατόπιν συνεννοήσεων, να αναμένει ασθενοφόρο με ιατρικό πλήρωμα για τη διακομιδή του σε τοπικό νοσοκομείο.
Η ανωτέρω λέμβος, στην οποία επίσης επιβιβάσθηκε ο Γ. Σ., ο οποίος επρόκειτο να ναυτολογηθεί στο πλοίο ως υποπλοίαρχος, για να συνοδεύσει τον Κ., κατέπλευσε στο λιμένα της F. (Φ.) στις 4.35, ήτοι πλέον της μίας ώρας μετά την αναχώρησή της από το πλοίο; καθώς αυτό ήταν αγκυροβολημένο σε απόσταση 9 περίπου ναυτικών μιλίων στα ανοικτά του λιμένος, άμα δε τη αφίξει του ταχυπλόου στην αποβάθρα ο ιατρός, που είχε ήδη ειδοποιηθεί και ανέμενε, το περιστατικό, διαπίστωσε ότι ο Κ.
είχε αποβιώσει. Αποδείχθηκε επίσης ότι η σορός του αποβιώσαντος εξετάσθηκε στις 12.7.2012 από τον αρμόδιο ιατροδικαστή του Ιατροδικαστικού Τμήματος της F. (Φ.) για να δηλώσει την αιτία του θανάτου, καθώς και να. διαπιστώσει εάν υπάρχει υποψία εγκληματικής ενέργειας ή όχι, ο οποίος απέδωσε το θάνατο του ναυτικού σε καρδιακή και αναπνευστική ανακοπή συνεπεία λανθάνουσας ασθένειας, αποκλείοντας κάθε μορφή εξωτερικής βίας, εγκληματικής ενέργειας ή δηλητηρίασης, βάσει δε της γνωμάτευσης αυτής εκδόθηκαν από τις αρμόδιες αρχές πιστοποιητικό θανάτου (στο οποίο ως αιτία θανάτου αναφέρεται η καρδιο-αναπνευστική ανακοπή) και πιστοποιητικό ταρίχευσης, έγγραφα απαραίτητα για τον επαναπατρισμό της σορού.
Αποδείχθηκε επίσης ότι στις 2.8.2012 διενεργήθηκε στον ... νεκροψία-νεκροτομή του πτώματος από τον Προϊστάμενο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας ... Ιατροδικαστή Ν. Κ., στην οποία παρέστησαν ως τεχνικοί σύμβουλοι από πλευράς της οικογένειας ταυ θανόντος οι Ιατροδικαστές Φ. Κ. και Σ. Τ., ενώ από πλευράς της δεύτερης εναγόμενης ο Ιατροδικαστής Ε.
Κ.. Σύμφωνα με την προσκομιζόμενη ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής ως αιτία θανάτου του Κ. αναφέρεται "υποσκληρίδιο αιμάτωμα τραυματικής αιτιολογίας". Στην αυτή ως άνω έκθεση αναφέρεται επίσης ότι, όπως διαπιστώθηκε από τη νεκροτομή, στο κρανίο επισκοπείται "υποσκληρίδιο αιμάτωμα ινιακά με επέκταση βρεγματικά άμφω", ότι εκ της νεκροτομής και των εργαστηριακών εξετάσεων προέκυψε το συμπέρασμα της υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας [συγκεκριμένα αναφέρεται βάρος καρδίας 523 γρ., καθώς και ότι παρατηρείται "μακροσκοπική εικόνα πρόσφατης ισχαιμίας του μυοκαρδίου στο οπίσθιο τοίχωμα της αριστερής κοιλίας, αλλά και ότι "μικροσκοπικώς παρατηρούνται υπερτροφικές αλλοιώσεις των μυοκαρδιακών κυττάρων με διαταραχή της αρχιτεκτονικής και εστιακά αυξημένη διάμεση ίνωση", ενώ στις παρατηρήσεις της μνημονεύεται ότι "η οντότης της υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας είναι κατάσταση, η οποία διεγνώσθη κατά την εργαστηριακή εξέταση βιοψίας (ιστολογική εξέταση) και η οποία δεν αποτελεί αιτία του θανάτου του Κ.
Α., ο οποίος επήλθε από το υποσκληρίδιο αιμάτωμα τραυματικής αιτιολογίας, αλλά ενδεχομένως επιβάρυνε την κατάσταση της υγείας του". Περαιτέρω, σύμφωνα με την επίσης προσκομιζόμενη υπ'αριθμ. .../2012 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της Μ. Σ.-Λ. Αναπληρώτριας Καθηγήτριας στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου ..., στο αίμα του αποβιώσαντος ανιχνεύθηκε ανθρακυλαιμοσφαιρίνη, μία τοξική ουσία, επιβλαβής για τον ανθρώπινο οργανισμό με ποικίλες δράσεις ανάλογα με τη συγκέντρωση στο αίμα, όπερ καταδεικνύει ότι αυτός προ του θανάτου του είχε εισπνεύει αέρια, που εμπεριείχαν μονοξείδιο του άνθρακα (CO), δηλαδή ένα δηλητηριώδες αέριο, άχρωμο και άοσμο, το οποίο παράγεται κατά την ατελή καύση οργανικών ουσιών, σε ποσοστό 4,8%.
Σημειωτέον ότι ο Κ. δεν ήταν καπνιστής, και συνεπώς η οποιαδήποτε συγκέντρωση ανθρακυλαιμοσφαιρίνης στο αίμα του μόνο σε παθητική εισπνοή αερίων θα μπορούσε να αποδοθεί. Λεκτέον επίσης ότι άπαντες οι ιατροδικαστές, που παρέστησαν κατά τη νεκροψία-νεκροτομή του Κ. συμφωνούν ότι ο θάνατός του προκλήθηκε από το διαπιστωθέν κατά τη νεκροτομή υποσκληρτδτο αιμάτωμα.
εμφανές και εκτεταμένο, το οποίο καταλάμβανε όλη την ινιακή χώρα, καθώς και σχεδόν αμφότερες τις βρεγματικές χώρες, αφορά τον υποσκληρίδιο χώρο του εγκεφάλου (μεταξύ της ξηράς και της αραχνοειδούς μήνιγγας του εγκεφάλου) και προέρχεται από τον τραυματισμό αγγείων, τα οποία διατρέχουν το χώρο αυτό, οφειλόμενο αποκλειστικά στην κρανιοεγκεφαλική κάκωση, που υπέστη προ του θανάτου του.
Η βαρεία αυτή κρανιοεγκεφαλική κάκωση είναι βέβαιον ότι οφείλεται σε τραυματισμό του, που προκλήθηκε αποκλειστικά από την πτώση του εξ ιδίου ύψους και την ισχυρή πρόσκρουση της οπίσθιας επιφάνειας της κεφαλής του σε ανένδοτη επιφάνεια, το πιθανότερον στο δάπεδο του μηχανοστασίου του πλοίου, όπου προ ταυ θανάτου του εργαζόταν, όπερ καταδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι κατά τη στιγμή της πτώσης του, είτε δε φορούσε καθόλου το κράνος του, ως όφειλε κατά τα προεκτεθέντα, είτε δεν είχε ασφαλίσει αυτό, που φορούσε, δηλαδή δεν είχε δέσει το λουρί, ή δεν είχε προσαρμόσει καλά στην κεφαλή του τα εσωτερικά λουριά, που έχει κάθε κράνος, αφού, όπως έχει ήδη αναφερθεί, τα κράνη ασφαλείας, που χορηγούνται στους ναυτικούς του πλοίου, είναι όλα του ιδίου μεγέθους και πρέπει ο κάθε ναυτικός να προσαρμόζει το κράνος του στο μέγεθος της κεφαλής του, ώστε να απολαύει την κατά τις προδιαγραφές του κράνους μεγίστη προβλεπόμενη προστασία από ατυχήματα, με αποτέλεσμα, μη έχοντας σωστά προσαρμοσμένο το κράνος στην κεφαλή του, κατά την πτώση του, να πέσει πρώτα το μη ορθά ασφαλισμένο κράνος, και στη συνέχεια και ο ίδιος, να καταρρεύσει κτυπώντας την ασκεπή και απροστάτευτη πλέον κεφαλή του με δύναμη στην επιφάνεια του δαπέδου.
Επομένως, ο θάνατός του οφείλεται στον τραυματισμό της κεφαλής του, η οποία προκλήθηκε από την πτώση του εξ ιδίου ύψους, που αποτέλεσε τη μόνη ενεργό αιτία του θανάτου του, λόγω βαρείας κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, με ανάπτυξη ενδοκρανιακού αιματώματος υπό τη σκληρά μήνιγγα στον υποκληρίδιο χώρο και κακώσεις στα οστά της βάσης του κρανίου.
Εάν έφερε προστατευτικό κράνος σε περίπτωση πτώσης του εξ ιδίου ύψους δεν θα είχε υποστεί τις εξωτερικές, αλλά ούτε και τις εσωτερικές κακώσεις κεφαλής, οι οποίες διαπιστώθηκαν από το σύνολο των ιατροδικαστών, που παρέστησαν κατά την νεκροτομή, και προκάλεσαν αιτιωδώς το θάνατό του, ο οποίος και θα είχε μετά βεβαιότητας αποφευχθεί.
Επομένως, ο θάνατος του Κ. συνδέεται αποκλειστικά και μόνο με κάκωση/τραυματισμό κεφαλής, λόγω παντελούς έλλειψης εφαρμογής προστατευτικού κράνους κατά την πτώση. Ο αναφερόμενος στην αγωγή ισχυρισμός ότι η πτώση του συζύγου της ενάγουσας και πατρός των τέκνων τους, και, συνακόλουθα, ο θανάσιμος τραυματισμός του, οφείλεται στην ολισθηρότητα του δαπέδου του μηχανοστασίου, όπου εργαζόταν, λόγω της ύπαρξης σ' αυτόν υγρών καταλοίπων, προερχόμενων από την εξάρμοση των σωλήνων των ψυγείων της κύριας μηχανής του πλοίου, με την οποία απασχολείτο αυτός κατά τη στιγμή του ατυχήματος, προκειμένου στη συνέχεια να προβεί σε καθαρισμό των φίλτρων τους, κατ' εντολήν του έκτου εναγομένου Β Μηχανικού, ενώ θα έπρεπε το δάπεδο να διατηρείται πάντοτε καθαρό και ελεύθερο αντικειμένων δυναμένων να προκαλέσουν ολίσθηση ή πτώση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν είχε εφοδιασθεί από τους εργοδότες του, ως έδει, με αντιολισθητικά υποδήματα ασφαλείας, τα οποία, εάν φορούσε, θα είχαν οπωσδήποτε αποτρέψει την πτώση του, πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι ουδόλως αποδείχθηκε από τα προσκομισθέντα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αποδεικτικά μέσα, της ενάγουσας φέρουσας άλλωστε το δικονομικό βάρος απόδειξής του.
Ειδικότερα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, στον ανωτέρω αποβιώσαντα κατά την επιβίβασή του στο πλοίο είχαν χορηγηθεί δύο ζεύγη αντιολισθητικών υποδημάτων, όπως άλλωστε και σε όλα τα μέλη του πληρώματος των πλοίων, διαχείρισης της δεύτερης εναγομένης, ως μέρος του ατομικού εξοπλισμού ασφαλείας, που πάντοτε παραλαμβάνουν κατά την εκάστοτε ναυτολόγησή τους από τα Τμήμα Προμηθειών της ανωτέρω εταιρίας, και οφείλουν να παραδώσουν με την απόλυσή τους, καθώς δεν αποτελούν προσωπικά τους αντικείμενα, όπως προκύπτει από το υπογραφέν από τον ίδιο από 28.6.2012 έγγραφο, και είχε αυτός επιπροσθέτως αρμοδίως ενημερωθεί περί του τρόπου και της αναγκαιότητας της χρήσης τους, επίσης υπογράφοντας σχετικό έγγραφο, πολλώ δε μάλλον εάν ληφθεί υπόψη ότι επρόκειτο περί εμπειρότατου ναυτικού, που επί 20 χρόνια υπηρετούσε μόνο σε πλοία, που διαχειριζόταν η δεύτερη εναγόμενη, και, επομένως, γνώστη των προβλεπομένων μέσων προσωπικής προστασίας των εργαζομένων σε πλοίο και απόλυτα εξοικειωμένο με τη χρήση τους, τα οποία και πάντοτε φορούσε κατά την εκτέλεση της εργασίας του στο μηχανοστάσιο, έχοντας με την πάροδο του χρόνου απόλυτα εμπεδώσει την υποχρέωσή του αυτή, η οποία ειδικά προβλέπεται στο εκπονηθέν από τη δεύτερη εναγόμενη Σύστημα Ασφαλούς Διαχείρισης (Σ.Α.Δ.) του συγκεκριμένου πλοίου, και υιοθετήσει ως μέρος της εργασιακής του ρουτίνας, καθώς και των όρων και μέτρων ασφαλείας, που πρέπει να τηρούνται απαρέγκλιτα από τους ναυτικούς κατά την εργασία τους στο πλοίο, σύμφωνα με τις ήδη αναφερθείσες καταθέσεις των μελών του πληρώματος, που τον χαρακτηρίζουν τυπικό, καθώς τον έβλεπαν καθημερινά να εργάζεται φέροντας τον ατομικό εξοπλισμό ασφαλείας του.
Τα συγκεκριμένα υποδήματα πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα φορούσε και κατά τη στιγμή του ατυχήματος, ουδείς δε λόγος συνέτρεχε περί του αντιθέτου, δηλαδή να μη χρησιμοποιήσει τα υποδήματα, που του είχαν χορηγηθεί προς όφελός του, μη τηρώντας, παρά την εμπειρία του, στοιχειώδεις κανόνες ασφαλείας, αλλά αντίθετα να επιλέξει να εισέλθει στο χώρο του μηχανοστασίου για την εκτέλεση της εργασίας, που του είχε ανατεθεί, φορώντας άλλα δικά του υποδήματα, κατάλληλα μεν για εκτός πλοίου χρήση, που δεν θα του παρείχαν όμως την απαραίτητη αντιολισθητική προστασία.
Εξάλλου και σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι το δάπεδο του μηχανοστασίου στο σημείο που εργαζόταν ήταν κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ολισθηρό, δυνάμενο να προκαλέσει την πτώση του, και, συνεπώς, επικίνδυνο, ουδείς, άλλωστε εκ των μελών του πληρώματος, που εξετάσθηκαν, διάδικοι και μη, αναφέρουν στις καταθέσεις τους το αντίθετο, ει μη μόνον θαλασσινό νερό από την εξάρμωση των σωλήνων.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η πτώση του ανωτέρω οφείλεται σε επεισόδιο ζάλης και λιποθυμίας, που αυτός υπέστη προηγουμένως, και ενώ εργαζόταν στα ψυγεία της μηχανής του πλοίου στο χώρο του μηχανοστασίου του, ως προς τούτο δε λεκτέα τα κάτωθι: Η ενάγουσα στην αγωγή της, προκειμένου να θεμελιώσει ευθύνη των εναγομένων προς καταβολή στην ίδια και τα ανήλικα τέκνα της πλήρους αποζημίωσης για το θάνατο του συζύγου της και πατρός των τέκνων της λόγω εργατικού ατυχήματος, οφειλομένου στην παράβαση από τους αντιδίκους της διατάξεων, που προβλέπουν ειδικούς όρους ασφαλείας των εργαζομένων στο πλοίο, ισχυρίζεται ότι η πτώση του στο δάπεδο του μηχανοστασίου και ο συνακόλουθος θανάσιμος τραυματισμός του θα πρέπει να αποδοθεί σε επεισόδιο στιγμιαίας ζάλης, που υπέστη λόγω της εισπνοής, ενώ εργαζόταν, προϊόντων ατελούς καύσης, και δη αερίων, που εμπεριείχαν μονοξείδιο του άνθρακα, όπως προκύπτει από την ανεύρεση κατά τις διενεργηθείσες τοξικολογικές εξετάσεις ανθρακυλαιμοσφαιρίνης στο αίμα του σε ποσοστό 4,8%, όπερ επηρέασε την κατάσταση της υγείας του, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η ανευρεθείσα περιεκτικότητα της ανωτέρω ουσίας δεν ήταν μεν σε θανατηφόρα ή τοξική συγκέντρωση, ούτε δύναται να συσχετισθεί άμεσα με το θάνατό του, πλην όμως, ενόψει του ότι δεν απεβίωσε στο χώρο του μηχανοστασίου, αλλά μεταφέρθηκε από τα μέλη ταυ πληρώματος άμεσα σε καθαρό και καλά αεριζόμενο χώρο και του χορηγήθηκε οξυγόνο, απομακρύνθηκε σε κάποιο βαθμό το μονοξείδιο από τον οργανισμό του και μειώθηκε η συγκέντρωση της ανθρακυλαιμοσφαιρίνης, η οποία μετά βεβαιότητας ήταν μεγαλύτερη προηγουμένως (σε ποσοστό της τάξης του 10% με 15%), ικανή να του προκαλέσει στιγμιαία ζάλη, σε
συνδυασμό με τις δυσμενείς συνθήκες, υπό τις οποίες παρείχε την εργασία του, σε ακατάλληλο και ανθυγιεινό περιβάλλον (εξαιρετικά υψηλή θερμοκρασία, πλημμελής αερισμός/εξαερισμός του χώρου, στον οποίο δεν είχε προηγηθεί οξυγονομέτρηση και έλεγχος ανίχνευσης επιβλαβών αερίων) την παράλειψη εφοδιασμού του με τα κατά νόμο προβλεπόμενα και ενδεδειγμένα μέσα ατομικής προστασίας από ατυχήματα (προστατευτικό κράνος, αντιολισθητικά υποδήματα, αναπνευστική συσκευή) και την έλλειψη εποπτείας και ελέγχου του από τους τέταρτο πέμπτο και έκτο των εναγομένων, Πλοίαρχο, Α' και Β' Μηχανικό αντίστοιχα, προστηθέντων των λοιπών, ως προς τη συμμόρφωση του η μη με τη χρήση των ανωτέρω μέσων ατομικής προστασίας, κατά παράβαση της υποχρέωσης του εργοδότη πρόνοιας, επίδειξης επιμέλειας, σύνεσης και προσοχής σχετικά με τη διασφάλιση της ζωής της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας του εργαζομένου.
Ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας, η οποία φέρει και το δικονομικό βάρος απόδειξής του, θα πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, και μάλιστα ως αναπόδεικτος, διότι δεν προέκυψε σε βαθμό σχηματισμού δικανικής πεποίθησης ότι στο χώρο του μηχανοστασίου του πλοίου, όπου εργαζόταν ο αποβιώσας, τα επίπεδα μονοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα κατά τον προ της πτώσης του και του θανάσιμου τραυματισμού του χρόνο ήταν υψηλά, και δη τόσο υψηλά, που να αντιστοιχούν σε συγκέντρωση ανθρακυλαιμοσφαιρίνης στο αίμα του σε ποσοστό της τάξης του 10% - 15%, μεγαλύτερο του μετά το θάνατό του διαγνωσθέντος ποσοστού του 4,8%, και, επομένως, ικανό να του προκαλέσει στιγμιαίος ζάλη και απώλεια των αισθήσεων.
Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι άπαντες οι ιατροδικαστές, που παρέστησαν κατά τη διενέργεια νεκροψίας-νεκροτομίας στη σορό του Κ.. (Κ., και οι τεχνικοί σύμβουλοι των διαδίκων Κ.-Τ. και Κ.), όπως και η Χ. Σ., Ιατρός-Φαρμακοποιός, Ειδική Ιατροδικαστής και Καθηγήτρια Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας στο Πανεπιστήμιο ..., γνωμοδότηση της οποίας προσκομίζεται από τους εναγομένους, συμφωνούν ότι ποσοστό 4,8% ανθρακυλαιμοσφαιρίνης στο αίμα του ανθρώπου είναι χαμηλό, δεν προκαλεί συμπτώματα, και εν προκειμένω σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατόν να έχει οιαδήποτε συμβολή στην επέλευση και το μηχανισμό του θανάτου του Α.
Κ.. Οι Σ. και Κ. αποκλείουν την εμφάνιση συμπτωμάτων (ζάλης, απώλειας συνείδησης και ναυτίας) σε ποσοστό συγκέντρωσης ανθρακυλαιμοσφαιρίνης στο αίμα του ανθρώπου μικρότερο του 10%, η Σ., επικαλούμενη επισυναπτόμενο πίνακα και βιβλιογραφία, αναφέρει ότι σε ποσοστό 10-20% πιθανά συμπτώματα είναι η δύσπνοια σε μέτριο βαθμό και το σφίξιμο στην κεφαλή, ενώ σε ποσοστό 20-30% ο πονοκέφαλος, η κόπωση, η ζάλη και η ναυτία, οι δε Κ.
και Τ. προσδιορίζουν το όριο αυτό σε ποσοστό 15% στην ιατροδικαστική τους έκθεση και σε ποσοστό 10-15% σε έγγραφό τους, που τιτλοφορείται "σύντομη παρουσίαση των νεκροψιακών και νεκροτομικών ευρημάτων, όπως διαπιστώθηκαν κατά την ιατροδικαστική εξέταση της σορού του Α. Κ.". Μάλιστα στον περιεχόμενο στη γνωμοδότηση της Σ.
πίνακα συσχετίζεται η συγκέντρωση της ανθρακυλαιμοσφαιρίνης στο αίμα με τη συγκέντρωση στον αέρα μονοξειδίου του άνθρακα (σε σωματίδια ανά εκατομμύριο) και με το χρόνο εισπνοής και αναφέρεται ότι όταν η συγκέντρωση στον αέρα σε μονοξείδιο του άνθρακα είναι υψηλή 200 ppm2 απαιτείται χρόνος εισπνοής 2-3 ώρες ώστε η συγκέντρωση ανθρακυλαιμοσφαιρίνης στο αίμα να ανέλθει σε ποσοστό 20-30%, ικανό να προκαλέσει τα συμπτώματα, που προαναφέρθηκαν.
Μάλιστα οι τεχνικοί σύμβουλοι της ενάγουσας αναφέρουν ότι σύμφωνα με τη βιβλιογραφία όταν το άτομο, που έχει εισπνεύσει επιβλαβή αέρια απομακρυνθεί εγκαίρως από το ρυπασμένο περιβάλλον και μεταφερθεί σε ελεύθερο αέρα με ταυτόχρονη χορήγηση οξυγόνου μέσα σε μία ώρα μπορεί να απομακρυνθεί το 50% περίπου της αρχικής συγκέντρωσης ανθρακυλαιμοσφαιρίνης.
Η εκδοχή, που διατυπώνεται από την ενάγουσα, και υποστηρίζεται και από τους τεχνικούς συμβούλους της οικογένειας του αποβιώσαντος, ότι η συγκέντρωση ανθρακυλαιμοσφαιρίνης στο αίμα του προ της πτώσης του ήταν μεγαλύτερη, όπερ καταδεικνύει ότι τα επίπεδο μονοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα του χώρου εργασίας του ήταν υψηλότερα, με αποτέλεσμα να υποστεί επεισόδιο ζάλης, αλλά μειώθηκαν στη συνέχεια διότι αυτός μεταφέρθηκε αμέσως από το πλήρωμα σε καθαρό και καλά αεριζόμενο χώρο και του χορηγήθηκε οξυγόνο (ο διενεργήσας τη νεκροψία-νεκροτομή Ιατροδικαστής Κ.
στην από 4.1.2013 ένορκη κατάθεσή του το αναφέρει ως ενδεχόμενο), δεν επιρρωνύεται, αλλά αντίθετα καταρρίπτεται από τα γεγονότα, τα οποία έχουν ήδη εκτεθεί και έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα από το παρόν Δικαστήριο και τα οποία είτε προηγήθηκαν, είτε επακολούθησαν της πτώσης του Κ. στο δάπεδο του μηχανοστασίου.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η συγκέντρωση ανθρακυλαιμοσφαιρίνης στο αίμα του ανωτέρω ουδέποτε ανήλθε σε υψηλότερο ποσοστό του διαγνωσθέντος από τις διενεργηθείσες μετά το θάνατό του τοξικολογικές εξετάσεις, και δη σε μεγαλύτερο του 10%, ικανό να του προκαλέσει συμπτώματα ζάλης, το οποίο στη συνέχεια μειώθηκε λόγω της άμεσης απομάκρυνσής του από το χώρο ταυ μηχανοστασίου και της χορήγησης σ' αυτόν οξυγόνου, διότι, σύμφωνα με όσα οι τεχνικοί σύμβουλοι της ενάγουσας ισχυρίζονται, για να μειωθεί κατά το ήμισυ το ποσοστό αυτό θα απαιτείτο, πέραν της μεταφοράς του Κ.
στον ελεύθερο αέρα, ταυτόχρονη χορήγηση σ' αυτόν οξυγόνου επί μία ώρα, όπερ ουδέποτε συνέβη εν προκειμένω, ούτε άλλλωστε και θα μπορούσε να έχει συμβεί, καθώς, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο ανωτέρω κατέρρευσε στο χώρο του μηχανοστασίου του πλοίου περίπου στις 2.50 και ήταν ήδη νεκρός περί ώρα 3.10 με 3.15 (οι αυτόπτες μάρτυρες αναφέρουν ότι ήδη από τότε δεν είχε σφυγμό στο λαιμό, δεν ανέπνεε και οι κόρες των οφθαλμών του ήταν διεσταλμένες, δηλαδή παρουσίαζε πτωματικά φαινόμενα, και μάλιστα το καταθέτουν σε ανύποπτο χρόνο όταν ουδέν περί εισπνοής απ' αυτόν μονοξειδίου του άνθρακα ήταν γνωστό), και, συνεπώς, ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατον να εισπνεύσει το οξυγόνο, που του χορηγήθηκε μετά τις 3.00, από τον έκτο εναγόμενο και τον Υποπλοίαρχο Σ.
στο χώρο του θαλάμου ελέγχου μηχανοστασίου, όπου μεταφέρθηκε με φορείο από το χώρο, που εργαζόταν, διά της χρήσης ειδικής αναπνευστικής συσκευής και της εφαρμογής στο πρόσωπό του μάσκας, και μάλιστα για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των δέκα λεπτών, διότι προφανώς κρίθηκε μάταιο απ' αυτούς να συνεχισθεί η διαδικασία για περισσότερο χρόνο και η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε, αφού διαπιστώθηκε ότι δεν είχε αποτέλεσμα, καθώς ο Κ.
εξακολουθούσε να μην αναπνέει, όπερ άλλωστε ο Σ. είχε αντιληφθεί εξαρχής μόλις τον είδε, ώστε να είναι σε θέση να προσλάβει οξυγόνο, η εισπνοή του οποίου θα. μπορούσε να μειώσει την κατά την ενάγουσα μεγαλύτερη συγκέντρωση ανθρακυλαιμοσφαιρίνης στο αίμα του. Μάλιστα ουδείς ανέφερε ότι έκτοτε μετά τη μεταφορά του στις 3.15 περίπου στο νοσοκομείο του πλοίου και στη συνέχεια στο κατάστρωμα, ενόψει επικείμενης επιβίβασής του στην ταχύπλοη λέμβο, που θα τον μετέφερε στην ξηρά, η οποία απέπλευσε στις 3.30, αλλά και κατά τη διάρκεια του πλου με το ανωτέρω σκάφος, εξακολούθησαν να του χορηγούν οξυγόνο, ώστε να μειωθεί η συγκέντρωση της ανθρακυλαιμοσφαιρίνης στο αίμα του, συνεχώς μέχρι και τις 4.35, όταν η λέμβος κατέπλευσε στο λιμένα της F. (Φ.), όπου και από τον ιατρό, που είχε ειδοποιηθεί και ανέμενε, πιστοποιήθηκε ότι είχε αποβιώσει, δηλαδή προ της άφιξής του στο τοπικό νοσοκομείο, στο οποίο απλώς διαπιστώθηκε ο θάνατός του, και δεν έλαβε χώρα προσπάθεια καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης, διότι ο θώρακάς του δε φέρει κακώσεις (αιμορραγική διήθηση μαλακών μορίων ή κάταγμα στέρνου ή κακώσεων), ούτε μεταθανάτιες, όπως αναφέρεται στην προσκομισθείσα γνωμάτευση της Χ.
Σ.. Σημειωτέον ότι η τελευταία, εξετασθείσα ως μάρτυρας των εναγομένων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ανέφερε ότι για να μειωθεί η συγκέντρωση ανθρακυλαιμοσφαιρίνης στο αίμα του κατά το ήμισυ θα απαιτείτο να του χορηγείται οξυγόνο με πίεση 1 ατμόσφαιρας επί 1 ώρα, όπως δέχονται και οι τεχνικοί σύμβουλοι της ενάγουσας, όπερ δε συνέβη, αλλά και δεν μπορούσε να συμβεί εν προκειμένω, κατά τα προεκτεθέντα, ενώ στον καθαρό αέρα ο χρόνος αυτός ανέρχεται σε 4 ώρες (σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από τους εναγομένους απόσπασμα από το βιβλίο Ιατρική Παθολογία των Vincent J.
DiMaio και Dominick DiMaio η ημίσεια ζωή του μονοξειδίου του άνθρακα σε εισπνεύσιμο αέρα δωματίου στο επίπεδο της επιφάνειας της θάλασσας είναι περίπου 4-6 ώρες), όπερ επίσης δε συνέβη στην υπό κρίση περίπτωση, διότι από τις 3.00, όταν ο Κ. μεταφέρθηκε από το χώρο, όπου εργαζόταν και εισέπνευσε το μονοξείδιο του άνθρακα στην τοξική, κατά την ενάγουσα, συγκέντρωση, στο θάλαμο ελέγχου μηχανοστασίου, όπου δεν υπήρχε διαρροή μονοξειδίου του άνθρακα, μέχρι τις 4.35, όταν διαπιστώθηκε από ιατρό ο θάνατός του στο λιμένα της F. (Φ.), δεν είχε παρέλθει χρονικό διάστημα 4 ωρών, ακόμη και εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι καθόλο το διάστημα αυτό ήταν εν ζωή, ανέπνεε, και άρα εισέπνεε οξυγόνο, που θα μπορούσε να μειώσει τη συγκέντρωση της ανθρακυλαιμοσφαιρίνης στο αίμα του, και δη στο μισό, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι συνάγεται από το ότι κατά τη νεκροψία της σορού διαπιστώθηκε εξειδικευμένος ιατρικός βελονονυγμός στην αριστερή υποκλείδια χώρα του Κ., με ελάχιστη αιμορραγική διήθηση, η οποία αναφέρεται και στην έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του Ιατροδικαστή Κ., και έλαβε προφανώς χώρα μετά την άφιξη του ταχύπλοου στο λιμένα, από τον ιατρό, που ανέμενε το περιστατικό, σε μία ύστατη και απέλπιδα προσπάθεια ανάνηψης του ναυτικού, προ της ανακοίνωσης στους παρισταμένους του θανάτου του.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι εφόσον ο Κ. μέχρι να καταρρεύσει εργαζόταν στο μηχανοστάσιο για χρονικό διάστημα 15-20 λεπτών, για να εισπνεύσει σε τόσο σύντομο χρόνο ποσότητα μονοξειδίου του άνθρακα τέτοια, ώστε η συγκέντρωση ανθρακυλαιμοσφαιρίνης στο αίμα του να ανέλθει σε ποσοστό ικανό να του προκαλέσει ζάλη και απώλεια αισθήσεων, θα πρέπει η ποσότητα μονοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα του χώρου του μηχανοστασίου, ενός χώρου τόσο μεγάλων διαστάσεων και επαρκώς αεριζόμενου, να ήταν σε τόσο υψηλά επίπεδα, που θα είχε οπωσδήποτε προκαλέσει κάποια συμπτώματα αδιαθεσίας, έστω ηπιότερα, από την εισπνοή του στα πρόσωπα, που βρέθηκαν εκεί πριν από και μετά την κατάρρευσή του, και ιδίως στον εφαρμοστή C.
C., που εργαζόταν μαζί του στον ίδιο χώρο και κατά τον ίδιο χρόνο για την εκτέλεση των εργασιών, που τους είχαν ανατεθεί από το Β' Μηχανικό (όπως προκύπτει από την κατάθεση του ίδιου του· εφαρμοστή, ως προς το συγκεκριμένο σημείο της οποίας δεν έχει καταδικασθεί αυτός για ψευδορκία σε πρώτο βαθμό με την υπ'αριθμ..../2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., αλλά και από τις καταθέσεις των μελών του πληρώματος, διαδίκων και μη, που δόθηκαν προ της ανεύρεσης ανθρακυλαιμοσφαιρίνης στο αίμα του αποβιώσαντος από τις διενεργηθείσες τοξικολογικές εξετάσεις μετά τον επαναπατρισμό της σορού), αλλά και σε όσους προσέτρεξαν αμέσως μόλις ενημερώθηκαν για το συμβάν για να παράσχουν τις πρώτες βοήθειες, περί τα έξι άτομα, όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω, τινά εκ των οποίων παρέμειναν διαρκώς στο χώρο τουλάχιστον επί 10 λεπτά, όπως ο Β' Μηχανικός Μ., πλησίον του λιπόθυμου Κ.
μέχρι τη μεταφορά του με φορείο στο θάλαμο ελέγχου μηχανοστασίου, τα οποία όμως ουδέν τέτοιο σύμπτωμα εμφάνισαν. Τέλος, αντίθετη κρίση δε μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι κατά τη νεκροψία-νεκροτομή διαπιστώθηκαν από το διενεργήσαντα αυτήν Ιατροδικαστή, αλλά και τους Ιατροδικαστές, που παρέστησαν, πτωματικές υποστάσεις στη ραχιαία επιφάνεια του σώματος του Κ.
ανοικτής ερυθρής χροιάς (κερασόχρου), διότι, όπως όλοι οι ανωτέρω συμφωνούν, τούτο αποτελεί μεν ένδειξη εισπνοής εν ζωή επιβλαβών αερίων, αλλά μπορεί να αποδοθεί και στη διατήρηση της σορού εντός ψυκτικού θαλάμου σε βαθιά ψύξη ως υποβοήθηση της ταρίχευσης για ικανό χρονικό διάστημα προ της νεκροψίας-νεκροτομής, όπως συνέβη εν προκειμένω, για περίπου 20 ημέρες, στην οποία (ψύξη) οφείλεται και η άριστη κατάσταση της σορού, όπως κατατέθηκε από αμφότερους τους εξετασθέντες στο ακροατήριο του Δικαστηρίου μάρτυρες των διαδίκων.
Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η πτώση του Κ. οφείλεται σε ζάλη και απώλεια των αισθήσεών του, που προκλήθηκαν λόγω της εισπνοής απ' αυτόν μονοξειδίου του άνθρακα, που είχε εκλυθεί στο χώρο του μηχανοστασίου σε τοξικά επίπεδα, όπως καταδεικνύει η συγκέντρωση ανθρακυλαιμοσφαιρίνης στο αίμα του σε ποσοστό 4,8%, που διαπιστώθηκε κατά τις διενεργηθείσες τοξικολογικές εξετάσεις, το οποίο δεν είναι ικανό να προκαλέσει τέτοια συμπτώματα, πλην όμως ήταν υψηλότερο και μειώθηκε στη συνέχεια διότι ο Κ.
μεταφέρθηκε σε άλλο καθαρό περιβάλλον και του χορηγήθηκε οξυγόνο, πρέπει, εφόσον η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στο δικονομικό βάρος απόδειξής του, ν' απορριφθεί ως αναπόδεικτος, και, συνακόλουθα, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά τη νεκροψία-νεκροτομή στη σορό του Κ. διαπιστώθηκαν ιστολογικώς ευρήματα συμβατά με υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια (καρδία αυξημένων διαστάσεων και βάρους 523 γραμμαρίων, καρδιομεγαλία, για τη συγκεκριμένη σωματική διάπλαση το μέγιστο φυσιολογικό βάρος είναι 400 γραμμάρια για άτομο βάρους 100 Κ§, πάχος αριστερής κοιλίας 1,6 εκ.) ένα πρωτοπαθές μυοκαρδιακό νόσημα συγγενούς αιτιολογίας, με κληρονομικό χαρακτήρα, το οποίο προκαλεί μεγαλοκαρδία, και αποτελεί αιτία αιφνίδιου θανάτου, σε καρδιακό επεισόδιο με αρρυθμίες, δύσπνοια και ξαφνική απώλεια συνείδησης.
Σε προηγηθέν αιφνίδιο καρδιακό ισχαιμικό επεισόδιο, οφειλόμενο σε υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, αποδόθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήρια η ζάλη και απώλεια των αισθήσεων του Κ., που προκάλεσαν την πτώση του στο δάπεδο του μηχανοστασίου και το θανάσιμο τραυματισμό της κεφαλής του (κρανιοεγκεφαλική κάκωση με ανάπτυξη υποκληρίδιου αιματώματος).
Αποδείχθηκε επίσης ότι μετά την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης διενεργήθηκαν επαναληπτικές ιστολογικές εξετάσεις σε βιολογικό υλικό του αποβιώσαντος, στο οποίο περιλαμβάνονταν και έξι (6) τμήματα καρδίας-μυοκαρδίου, από το Ερευνητικό Κέντρο Καρδιαγγειακών Επιστημών Αγίου Γεωργίου ταυ Πανεπιστημίου του Λονδίνου, και από το Εργαστήριο Παθολογικής Ανατομικής του Πανεπιστημίου των Ιωαννίνων, με σκοπό την περαιτέρω διερεύνηση του προαναφερθέντος ευρήματος της υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας με τη μικροσκοπική εξέταση της καρδίας, εκ των οποίων δεν προέκυψαν ευρήματα υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας, αλλά αλλοιώσεις συμβατές με υπερτασική μυοκαρδιοπάθεια, δηλαδή υπερτροφία του μυοκαρδίου (καρδία βαρύτερη από την κανονική με αριστερή κοιλιακή υπερτροφία-αύξηση και πάχυνση των τοιχωμάτων της αριστερής κοιλίας της καρδίας), λόγω αρτηριακής υπέρτασης, από την οποία έπασχε ο Κ., όπερ και εγνώριζε διότι του είχε συνταγογραφηθεί φαρμακευτική αγωγή, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι μετά το θάνατό του, μεταξύ των προσωπικών αντικειμένων του, που ανευρέθησαν στην καμπίνα του και καταγράφηκαν, περιλαμβάνονται 70 δισκία ΤRIATEC (RAMIPRIL) 5 mg, και 30 δισκία COVERSYL (ΑCETYLSALICYLIC ACID) 20 mg, δηλαδή φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα, τα οποία προορίζονται κυρίως για τη θεραπεία της υψηλής αρτηριακής πίεσης, αλλά και ένα πιεσόμετρο, που προφανώς χρησιμοποιούσε για να παρακολουθεί ο ίδιος κατά μόνας στην καμπίνα του την πίεσή του, ενώ η κατοχή των φαρμάκων δεν αποδεικνύει άνευ ετέρου ότι ήταν συνεπής στη λήψη τους κατά τις εντολές του ιατρού του, ώστε η πίεσή του να είναι ρυθμισμένη πάντοτε και εντός των φυσιολογικών ορίων, αντίθετα η διαπιστωθείσα κατά τη νεκροψία-νεκροτομή μεγαλοκαρδία του καταδεικνύει ακριβώς το αντίθετο.
Επί αριστερής κοιλιακής υπερτροφίας, η οποία συνήθως προκαλείται ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, και υψηλής αρτηριακής πίεσης, ενδέχεται, καθώς η κατάσταση επιδεινώνεται, να εκδηλωθούν συμπτώματα, όπως καρδιακή αρρυθμία και ζάλη ή απώλεια των αισθήσεων (βλ. σχετ. προσκομιζόμενο από τους εναγομένους σε μετάφραση στην ελληνική απόσπασμα από ανάρτηση στην ιστοσελίδα του διαδικτύου "www.heart.org'').
Όπως δε αναφέρεται στην προσκομιζόμενη γνωμοδότηση της εξετασθείσας ως μάρτυρος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Χ. Σ. όταν η καρδιά έχει βάρος άνω των 500 gr, όπως εν προκειμένω, τότε μπορεί ανά πάσα στιγμή να επέλθει ο θάνατος, επειδή τα στεφανιαία αγγεία, ακόμη και εάν δεν έχουν αθηρωματικές αλλοιώσεις, δεν είναι δυνατόν να αιματώσουν σωστά το ενδοκάρδιο.
Επιπροσθέτως και ο Ε. Κ., που παρέστη κατά τη νεκροψία-νεκροτομή ως τεχνικός σύμβουλος της δεύτερης των εναγομένων στην επίσης προσκομιζόμενη απ' αυτούς από 13.11.2012 έκθεση, που συνέταξε, αναφέρει ότι, βιβλιογραφικώς, εάν το βάρος της καρδιάς είναι μεγαλύτερο από 500 γραμμάρια, αυτό το εύρημα από μόνο του αποτελεί αιτία αιφνίδιου θανάτου, ενώ η μεγαλοκαρδία του αποβιώσαντος επισημαίνεται και στην ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του Ιατροδικαστή Κ., αλλά και σε αυτή των τεχνικών συμβούλων της οικογένειας Κ.
και Τ., όπου επίσης αναφέρεται ότι για τη σωματική του διάπλαση το εκτιμώμενο βάρος είναι 400 gr, αποδιδόμενη όμως τότε σε υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια από την οποία, με βάση τα ιστολoγιακά ευρήματα της νεκροψίας-νεκροτομής, είχε αρχικά διαγνωσθεί ότι έπασχε ο αποβιώσας. Ενόψει των ανωτέρω, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου στην προκειμένη περίπτωση η πτώση του Κ., ενώ εργαζόταν, οφείλεται σε αιφνίδιο καρδιακό επεισόδιο (καρδιακές αρρυθμίες με ζάλη και απώλεια συνείδησης), που υπέστη εξαιτίας της υπερτροφίας της αριστερής κοιλίας της καρδίας του, προκληθείσας λόγω της υψηλής αρτηριακής πίεσης, από την οποία έπασχε, και την οποία προφανώς επί μακράν δεν αντιμετώπιζε ή δεν αντιμετώπιζε κατά τον ιατρικώς προσήκοντα και ενδεδειγμένο τρόπο, με αποτέλεσμα την πρόσκρουση της οπίσθιας επιφάνειας της κεφαλής του στο δάπεδο του μηχανοστασίου, και το θανάσιμο τραυματισμό του, σε συνδυασμό με το γεγονός τη μη χρήσης ή της μη ορθής χρήσης απ' αυτόν προστατευτικού κράνους ασφαλείας κατά την εκτέλεση της εργασίας του, το οποίο σε διαφορετική περίπτωση οπωσδήποτε θα είχε αποτρέψει την επέλευση του θανάτου του, που οφείλεται αποκλειστικά στην κρανιοεγκεφαλική κάκωση και το υποσκληρίδιο αιμάτωμα, που δημιουργήθηκε, κατά τα προεκτεθέντα.
Σημειωτέον ότι ο αποβιώσας δε χρησιμοποίησε κράνος, προφανώς εκτιμώντας ότι θα τον δυσχέραινε έτι περαιτέρω στην εκτέλεση της εργασίας ταυ λόγω των υψηλών θερμοκρασιών, που επικρατούσαν στο μηχανοστάσιο του πλοίου, ή δεν ασφάλισε σωστά στην κεφαλή του το κράνος, που φορούσε, προκειμένου να αποφύγει το ενοχλητικό αίσθημα, που προκαλεί το λουρί στο λαιμό υπό συνθήκες έντονης ζέστης.
Κατά δε την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου αμέλεια των τετάρτου, πέμπτου και έκτου των εναγόμενων, Πλοιάρχου, Α' και Β' Μηχανικού αντίστοιχα, του πλοίου, όπου έλαβε χώρα το ναυτεργατικό ατύχημα, ως προστηθέντων των λοιπών εναγομένων, ειδικότερα συνιστάμενη στην απ' αυτούς παράλειψη ελέγχου και εποπτείας του θανόντος όσον αφορά την εκ μέρους του υποχρεωτική χρήση του ανωτέρω μέσου ατομικής προστασίας καθόλη τη διάρκεια της εκτέλεσης της εργασίας του στο μηχανοστάσιο, δε στοιχειοθετείται.
Ειδικότερα ναι μεν, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, ο Πλοίαρχος του πλοίου είναι υπεύθυνος για την ασφάλεια όλων των επιβαινόντων στο πλοίο, ο Α' Μηχανικός ευθύνεται για την λήψη των ενδεικνυόμενων μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων στο μηχανοστάσιο και εποπτεύει τις εκεί εκτελούμενες εργασίες, και ο Β' Μηχανικός εποπτεύει το Γ' Μηχανικό και του παρέχει οδηγίες για την εκτέλεση των εργασιών, που του αναθέτει, πλην όμως η ευθύνη τους αυτή δε συνεπάγεται σε καμία περίπτωση υποχρέωση συνεχούς και αδιάλειπτης φυσικής παρουσίας τους στο χώρο του μηχανοστασίου, ενώ εκτελούνται εργασίες από το Γ' Μηχανικό, προς διαρκή επιτήρησή του για την αποφυγή ατυχημάτων, διατηρώντας ανά πάσα στιγμή άμεση οπτική επαφή μαζί του, όπως και σε κάθε άλλο χώρο του πλοίου, όπου εκτελούνται εργασίες από το πλήρωμα, κατά τρόπον ώστε η απουσία τους να ισοδυναμεί με αμελή συμπεριφορά τους λόγω έλλειψης εποπτείας τους, όπερ, άλλωστε, είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο, και αντίκειται στην κοινή πείρα και λογική, δηλαδή να είναι ταυτόχρονα παρόντες σε κάθε επιμέρους χώρο του πλοίου, όπου τυχόν λαμβάνουν χώρα εργασίες από τους υφισταμένους τους ναυτικούς, εποπτεύοντας και επιτηρώντας αυτούς ως προς την άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά και τη συμμόρφωσή τους στα κατά νόμο επιβαλλόμενα μέτρα ασφαλείας και τη χρήση των μέσων ατομικής προστασίας, που τους έχουν χορηγηθεί, δηλαδή ο Πλοίαρχος όλους τους επιβαίνοντες στο πλοίο, και οι λοιποί όλα τα μέλη του πληρώματος, που ανήκουν στο προσωπικό του μηχανοστασίου, καθώς είθισται σε ένα πλοίο, που εξ ορισμού λειτουργεί σε εικοσιτετράωρη βάση, ως σύνθετο σύνολο, για την εκπλήρωση της ναυτικής, αποστολής του, να εκτελούνται την ίδια στιγμή εργασίες σε διάφορα σημεία και επίπεδα του τεράστιου χώρου του μηχανοστασίου, αλλά, και σε άλλους χώρους του, πολλώ δε μάλλον, που τα ανωτέρω πρόσωπα είναι κατά νόμο επιφορτισμένα και με άλλα καθήκοντα, τα οποία επίσης οφείλουν να διεκπεραιώσουν, πέραν των προεκτεθέντων.
Ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση ο τέταρτος εναγόμενος Πλοίαρχος του πλοίου, βρισκόταν κατά τη στιγμή του ατυχήματος στη γέφυρα, κυβερνώντας το πλοίο, κατά τη διάρκεια της αγκυροβολιάς, ενώ ο πέμπτος εναγόμενος, χωρίς να υποχρεούται να είναι συνεχώς παρών κατά την εκτέλεση όλων των εργασιών στο μηχανοστάσιο, όπερ και εκ των πραγμάτων ανέφικτο, και είχε επιμεληθεί ώστε να λειτουργεί το σύστημα εξαερισμού, προκειμένου να τροφοδοτείται επαρκώς ο χώρος συνεχώς με μεγάλες ποσότητες φυσικού αέρα διά οχετών μεγάλης ισχύος, να χορηγηθούν σε όλα τα μέλη του πληρώματος τα κατά νόμο προβλεπόμενα μέσα ατομικής προστασίας, καθώς και να τους δοθούν συγκεκριμένες και αναλυτικές οδηγίες και να ενημερωθούν περί του τρόπου χρήσης τους και της αναγκαιότητάς της, απευθυνόμενος σε ενήλικες, νοήμονες και επαγγελματίες ναυτικούς, πολλώ δε μάλλον όσον αφορά τον Κ.
και εμπειρότατους, και είχε, επιπροσθέτως, μεριμνήσει για την ανάρτηση πινακίδων σε μόνιμη βάση σε όλους τους χώρους του μηχανοστασίου και σε εμφανή σημεία, αλλά και στις εισόδους του, προς υπόμνηση στους εργαζομένους της υποχρέωσής τους χρήσης των προστατευτικών μέσων, που τους είχαν παραχωρηθεί (όπως εμφαίνεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες πρόκειται για πινακίδες με παγίως χρησιμοποιούμενα και αναγνωρίσιμα σύμβολα, που απαγορεύουν την είσοδο στο μηχανοστάσιο χωρίς το απαραίτητο προστατευτικό εξοπλισμό, με ειδική αναφορά στη χρήση κράνους, υποδημάτων, γαντιών και ακουστικών, ώστε να γνωρίζουν οι ναυτικοί την εξάρτυση, που πρέπει να φέρουν προς αποφυγή ατυχημάτων καθόλη τη διάρκεια της εργασίας τους εκεί, όπερ επιρρωνύει την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου περί της παράδοσης κράνους στον αποβιώσαντα κατά τη ναυτολόγησή του, όπως και σε όλα τα μέλη του πληρώματος εν γένει και του μηχανοστασίου ειδικότερα), ενώ αμέσως μόλις πληροφορήθηκε το συμβάν έσπευσε να παράσχει στον αναίσθητο Κ.
κάθε δυνατή βοήθεια. Περαιτέρω, ο έκτος εναγόμενος, Β' Μηχανικός, ο οποίος και ανέθεσε στον έμπειρο Γ' Μηχανικό Κ., αλλά και στον εφαρμοστή C. K., την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας (τον καθαρισμό των φίλτρων των ψυγείων της κύριας μηχανής του πλοίου), έχοντας προηγουμένως μεριμνήσει, ώστε ο Κ. να είναι ξεκούραστος, αναπαυθείς την προηγούμενη ημέρα, και επιλέγοντας την ώρα αυτή για την εκτέλεση της εργασίας, διότι η εξωτερική θερμοκρασία ήταν υψηλή μεν, αλλά χαμηλότερη σε σχέση με τις άλλες ώρες της ημέρας στην περιοχή όπου βρισκόταν το πλοίο για τη συγκεκριμένη εποχή του χρόνου, με αποτέλεσμα οι οχετοί να τροφοδοτούν το χώρο με δροσερότερο αέρα, και σε κάθε περίπτωση συνήθης για το χώρο του μηχανοστασίου ενός ποντοπόρου δεξαμενόπλοιου στον ..., ενώ και η μηχανή του πλοίου δε λειτουργούσε, καθώς, σε διαφορετική περίπτωση η θερμοκρασία στο χώρο θα ήταν υψηλότερη, και οι συνθήκες στο μηχανοστάσιο, παρότι αντικειμενικά δυσμενείς, οι κατά το δυνατόν καλύτερες, έδωσε τις απαραίτητες οδηγίες περί των εργασιών, που θα πραγματοποιούντο, φροντίζοντας μάλιστα να μεταβεί στο σημείο εργασίας τους μετά από λίγο προς παροχή περαιτέρω ειδικών οδηγιών, επιτηρώντας και εποπτεύοντας τους, χωρίς η υποχρέωση εποπτείας των υφισταμένων του στο μηχανοστάσιο να συνεπάγεται και την υποχρέωση συνεχούς και διαρκούς παρουσίας του πλησίον τους καθόλη τη διάρκεια- εκτέλεσης των ανατεθεισών εργασιών, κατά τα προεκτεθέντα, και στη συνέχεια επέστρεψε στο θάλαμο ελέγχου μηχανοστασίου απασχοληθείς με άλλες εργασίες του μηχανοστασίου, ενόψει και ταυ ότι το πλοίο βρισκόταν σε διαδικασία αγκυροβολίας, άνωθεν του χώρου εργασίας των ανωτέρω, και σε πολύ μικρή απόσταση, όπερ καταδεικνύει και το γεγονός ότι, ενημερωθείς για την κατάρρευση του Κ., έσπευσε πάραυτα στο σημείο για να τον συνδράμει εντός ολίγων λεπτών με την παροχή πρώτων βοηθειών.
Πολλώ δε μάλλον που ο αποβιώσας, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ήταν ένας εμπειρότατος ναυτικός, αξιωματικός του μηχανοστασίου και όχι κατώτερο πλήρωμα αυτού, απασχοληθείς συνεχώς επί χρονικό διάστημα 20 ετών σε πλοία, διαχείρισης της δεύτερης των εναγομένων, άριστος γνώστης, τόσο των αντικειμενικά δύσκολων συνθηκών εργασίας σε μηχανοστάσιο ποντοπόρου δεξαμενόπλοιου, όσο και των μέτρων ασφαλείας, που πρέπει να τηρούνται, καθώς και των προβλεπομένων μέσων ατομικής προστασίας, τα οποία πρέπει να φέρει υποχρεωτικά όποιος εργάζεται στο μηχανοστάσιο, και του ορθού και προσήκοντος τρόπου χρήσης τους Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι αμέσως μόλις ο θανών έχασε τις αισθήσεις του, όλο το πλήρωμα, μεταξύ των οποίων και οι τέταρτος πέμπτος και έκτος των εναγομένων, κινητοποιήθηκε ταχύτητα και αμεσότατα για να τον συνδράμει, παρέχοντας του τις πρώτες βοήθειες με τα διαθέσιμα στο πλοίο μέσα, ενώ ο Πλοίαρχος, αντιληφθείς πάραυτα τη σοβαρότητα της κατάστασης, μερίμνησε χωρίς καθυστέρηση για την κατά το δυνατόν ταχύτερη μεταφορά του του στην ξηρά, καθώς το πλοίο ήταν αγκυροβολημένο σε απόσταση 9 ναυτικών μιλίων από το λιμένα της F. (Φ.) των ..., ώστε να τύχει της δέουσας ιατρικής περίθαλψης στο τοπικό νοσοκομείο, ως όφειλε με βάση τη διάταξη του άρθρου 10 του ΒΔ 806/1970.
Τέλος, λεκτέον ότι οι προπεριγραφείσες συνθήκες εργασίας του αποβιώσαντος κατά τη στιγμή του ατυχήματος, αν και αντίξοες, εντός της βαριάς και εν τινι μέτρω πνιγηρής ατμόσφαιρας του μηχανοστασίου του πλοίου, και ενώ αυτό βρισκόταν αγκυροβολημένο στην περιοχή του ... κατά το μήνα Ιούλιο, όπου και οι κλιματολογικές συνθήκες είναι δυσμενείς (υψηλές θερμοκρασίες και υγρασία) ήταν συμφυείς όμως, και προσιδιάζουσες προς τη φύση της εργασίας του (του μηχανικού του μηχανοστασίου ενός ποντοπόρου δεξαμενόπλοιου, που ναυλοχεί στη συγκεκριμένη περιοχή, τους θερινούς μήνες του έτους), αρρήκτως συνδεδεμένες με το είδος αυτής, η οποία κατ' ανάγκη δε μπορούσε να εκτελεσθεί υπό ευνοϊκότερες περιστάσεις, γνωστές επίσης σ' αυτόν λόγω της εμπειρίας του, συνήθεις και αναμενόμενες σε όσους σταδιοδρομούν σε τέτοια πλοία, και σε καμία περίπτωση δε συνιστούν ανώμαλες, έκτακτες, ή εξαιρετικές συνθήκες εργασίας, πολλώ δε μάλλον που στην προκειμένη περίπτωση πράγματι λήφθηκε μέριμνα από τους πέμπτο και έκτο των εναγόμενων Α' και Β' Μηχανικό του πλοίου ώστε η εργασία, που ανατέθηκε στον αποβιώσαντα, να εκτελεσθεί υπό τις στο μέτρο του δυνατού καλύτερες συνθήκες.
Επομένως, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί, ο θανάσιμος τραυματισμός του Α. Κ. κατά το προπεριγραφέν ναυτεργατικό ατύχημα, δεν προκλήθηκε λόγω παράβασης από τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο των εναγομένων, ως προστηθέντων των λοιπών, των αναφερομένων στο δικόγραφο της αγωγής διατάξεων νόμων, ή του Συστήματος Ασφαλούς Διαχείρισης του εν λόγω πλοίου, που προβλέπουν συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους, για την ασφάλεια των εργαζομένων του πλοίου αυτού, και την αποφυγή ατυχημάτων, ούτε, όμως, μπορεί να αποδοθεί στη μη τήρηση απ' αυτούς όρων, οι οποίοι, επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση προνοίας και την απαιτουμένη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου, με αποτέλεσμα να μη γεννάται υποχρέωση απάντων των εναγομένων προς καταβολή στην ενάγουσα, για τον εαυτό της και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της, τα οποία εκπροσωπεί, ως ασκούσα τη γονική τους μέριμνα, των αγωγικών κονδυλίων της αποζημίωσης προς αποκατάσταση της ζημίας τους λόγω στέρησης διατροφής, αλλά και της χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής τους οδύνης, αμφότερα τα οποία προϋποθέτουν την παραδοχή ότι οι εναγόμενοι υπήρξαν αμελείς υπό την έννοια του ν.551/1915, τα δε κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης ότι το ατύχημα οφείλεται, είτε στην ειδική αμέλεια του άρθρου 16· του ανωτέρω νόμου, είτε σε αμέλεια του κοινού δικαίου.
Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται εν προκειμένω μόνον την περιορισμένη κατ' αποκοπή αποζημίωση λόγω του θανάτου του συζύγου της και πατρός των τέκνων της του άρθρου 3 του ν.551/1915, την οποία υποχρεούται να καταβάλει ο εργοδότης σε κάθε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, υπολογιζόμενη ανεξαρτήτως υπαιτιότητάς του, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, και την οποία επικουρικότερα αιτήθηκε με την αγωγή της.
Σημειωτέον ότι το κεφάλαιο της εκκαλουμένης, που αφορά την επιδικασθείσα περιορισμένη αποζημίωση του άρθρου 3 του ν.551/1915, συνολικού ποσού 88.465,80 ευρώ, ουδόλως προσβάλλεται με την κρινόμενη". Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η αγωγή της, ως προς την κυρία βάση της, με την οποία η αναιρεσείουσα αξίωνε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, με βάση τις διατάξεις του κοινού δικαίου σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του κν 551/2015, καθώς και ως προς την επικουρική της βάση, για το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης, κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, από τον επισυμβάντα θάνατο του Α.
Κ., κατά το εκτιθέμενο σ' αυτή ναυτεργατικό ατύχημα, με την κρίση ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται την, από τους εναγομένους, αιτηθείσα με την ένδικη αγωγή της αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, με την αιτιολογία, ότι το ένδικο ατύχημα α) δεν οφείλεται στη μη τήρηση διατάξεων ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που μνημονεύουν συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων στο παραπάνω πλοίο, β) δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη μη τήρηση αυτών, γ) δεν οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν προσώπων και δ) δεν βαρύνει τους τρεις πρώτους εναγομένους, αλλά και τους από αυτούς προστηθέντες οποιοδήποτε πταίσμα αλλ' ούτε και ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ οποιασδήποτε αμελούς συμπεριφοράς των εν λόγω προσώπων και του επελθόντος αποτελέσματος, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών-που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις εκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων των άρθρων 297-299, 648 επ. 662, 914 επ. 922, 932 ΑΚ, 1 και 16 του κν 551/1915, τις προβλέπουσες γενικά μέτρα ασφαλείας για τους εργαζομένους των π.δ 1586/1985 και 395/1994, που προαναφέρθηκαν, καθώς και τις προβλέπουσες ειδικότερα μέτρα ασφαλείας για τους εργαζομένους επί πλοίου του άρθρου 10 ΒΔ 806/1970 και των προαναφερθέντων διατάξεων του π.δ 1349/1981, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Και τούτο διότι, τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται στην έλλειψη των προϋποθέσεων που τάσσονται από τις διατάξεις αυτές και καταφάσκουν την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγή. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα, ότι ο θάνατος του Γ' Μηχανικού Α.
Κ.: α) δεν οφείλεται σε εξωτερικό γεγονός, βίαιο, αιφνίδιο και απρόβλεπτο και ξένο προς τον οργανισμό του αλλά σε προϋπάρχουσα πάθηση του, που δεν είχε αντιμετωπίσει ή δεν είχε αντιμετωπίσει με τον ιατρικώς προσήκοντα και ενδεδειγμένο τρόπο, β) ότι ο αποθανών μετά την ναυτολόγησή του και την επιβίβασή του επί του πλοίου κατείχε και έφερε τα προβλεπόμενα από τις προαναφερθείσες διατάξεις και παραδοθέντα σ' αυτόν ατομικά μέσα προστασίας και ασφάλειας, τόσο στο κατάστρωμα όσο και στο μηχανοστάσιο του πλοίου, όντας ενημερωμένος ως προς την ορθή χρήση τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως Γ' Μηχανικού και ο ίδιος έμπειρος, συνεπής και συνετός, ως προς την εκτέλεση αυτών, γ) ότι ο αποθανών κατά την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας του, έφερε τον απαραίτητο ατομικό φορητό εξοπλισμό ασφαλείας και τα προβλεπόμενα μέσα προσωπικής προστασίας (κράνος, αντιολισθητικά υποδήματα, γάντια και φόρμα εργασίας), δ) ότι οι συνθήκες εργασίας του, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δεν ήταν ούτε διαμορφώθηκαν σε ιδιαίτερα επιβαρυντικές ή ακραίες, αλλά ήταν κανονικές "...σύμφυτες και προσιδιάζουσες προς τη φύση της εργασίας του (του μηχανικού του μηχανοστασίου ενός ποντοπόρου δεξαμενόπλοιου, που ναυλουχεί στη συγκεκριμένη περιοχή, τους θερινούς μήνες του έτους), αρρήκτως συνδεδεμένες με το είδος αυτής...", ε) ότι ο Πλοίαρχος, οι Α' και Β' Μηχανικοί (τέταρτος, πέμπτος και έκτος των εναγομένων) αμέσως μόλις έλαβαν γνώση της καταστάσεως στην οποία είχε περιέλθει ο Α.
Κ., του παρείχαν άμεσα τις πρώτες βοήθειες με προσπάθειες ανάνηψης και παροχή οξυγόνου συνεπικουρούμενοι από μέλη του πληρώματος, ο δε Πλοίαρχος ζήτησε αμέσως, από τις τοπικές αρχές του λιμένος της ... και τον πράκτορα της πλοιοκτήτριας στον ίδιο λιμένα, ιατρική συνδρομή για παροχή ιατρικής βοήθειας, με τη διακομιδή του Α.
Κ. στο πλησιέστερο νοσοκομείο από αέρος και επειδή γι' αυτό απαιτείτο χρόνος 3 ωρών τουλάχιστον, αποφάσισε και πραγματοποιήθηκε μεταφορά του ανωτέρω ναυτικού με λέμβο στο λιμένα της ..., όπου και ανέμενε ασθενοφόρο για τη μεταφορά του στο νοσοκομείο, ο δε παριστάμενος ιατρός διαπίστωσε ότι ο Α. Κ. είχε αποβιώσει, στ) ότι ο θάνατός του ανωτέρω δεν οφείλεται σε εισπνοή αερίων.
Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι επικαλούμενες πλημμέλειες σχετικά με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή 1) των διατάξεων των άρθρων 4, 72 παρ. 1,2, 77 παρ. 1,3, 81 παρ. 1,2, 123 και 128 του π.δ 806/1970, εκ των οποίων η πρώτη αναφέρεται στην εν γένει εξουσία και ευθύνη του πλοιάρχου και οι λοιπές στα καθήκοντα και την εν γένει ευθύνη των Α' και Β' μηχανικών του πλοίου και 2) των διατάξεων του Διεθνούς Κώδικα Διαχείρισης Ασφαλούς Λειτουργίας των πλοίων και πρόληψης της ρύπανσης του περιβάλλοντος (ISM Code), που τέθηκε σε ισχύ στην Ελλάδα με την με αρ. ...1995 ΥΑ του Υπουργού Ναυτιλίας (ΣΑΔ), αλυσιτελώς προβάλλονται, γιατί οι μεν πρώτες διατάξεις δεν προβλέπουν ειδικώς όρους ασφαλείας του προσωπικού του πλοίου κατά την εργασία του επ` αυτού, σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 551/1915, ήτοι δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφαλείας του προσωπικού του πλοίου κατά το χρόνο εργασίας του, ώστε η μη τήρησή τους να μπορεί να συνδεθεί αιτιωδώς με το κατά τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως επισυμβάν ατύχημα (ΟλΑΠ 965/1985, ΑΠ 289/2004), οι δε δεύτερες, θέτουν το κανονιστικό πλαίσιο και τις προδιαγραφές για την καθιέρωση τέτοιων ειδικών κανόνων και πρακτικών, προς συμμόρφωση με τις λειτουργικές και διαχειριστικές απαιτήσεις, που θέτουν, για την διασφάλιση της ασφάλειας στην θάλασσα και της πρόληψης ανθρώπινου τραυματισμού ή απώλειας ζωής, καθώς και την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος.
Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίφαση των άνω αναιρετικών πλημμελειών, πλήττονται απαραδέκτως, οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εξάλλου η με τον αυτό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ. β` του KΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας για την απόδειξη και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα οποία εάν το δικαστήριο της ουσίας ελάμβανε υπόψη του θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι επικρατούσες συνθήκες εργασίας εντός του μηχανοστασίου του πλοίου, όπου επικρατούσε υψηλή θερμοκρασία 37-38 βαθμών Κελσίου και βαριά και πνιγηρή ατμόσφαιρα, ενώ το πλοίο βρισκόταν στον ...
κατά το μήνα Ιούλιο, όταν οι κλιματολογικές συνθήκες είναι δυσμενείς και αντίξοες, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι αυτές δεν ήταν συμφυείς και προσιδιάζουσες προς τη φύση της εργασίας του αρρήκτως συνδεδεμένες με το είδος αυτής, αλλά συνιστούν ανώμαλες, έκτακτες ή εξαιρετικές συνθήκες εργασίας, κατά την εκτέλεση της εργασίας του από τον Α.
Κ., ενώ έκρινε αντιθέτως, κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής με βάση τα οποία οι προπεριγραφόμενες συνθήκες εργασίας ενδεχομένως να μην ήταν ανώμαλες, έκτακτες ή εξαιρετικές κατά το μακρινό παρελθόν πλην όμως εδώ και πολλά χρόνια οι συνθήκες παροχής εργασίας στα πλοία έχουν μεταβληθεί και σε κάθε περίπτωση εάν δεν κρίνονταν εξαιρετικές δεν θα απαλλάσσονταν της υπηρεσίας τους την προηγούμενη ημέρα οι συμμετέχοντες στο συνεργείο για να μπορούν ν' ανταπεξέλθουν στις αντιξοότητες της εργασίας.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ποιός είναι ο (οι) αντίστοιχος (οι) κανόνας (κανόνες) ουσιαστικού δικαίου, από τους αναγραφομένους στο αναιρετήριο για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου (των οποίων) δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα (κανόνες) αυτό (αυτούς), αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του KΠολΔ).
Από την διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, κατά την οποία, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τα δια της εφέσεως και των προσθέτων λόγων καθοριζόμενα όρια, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 2 και 523 παρ. 1 ιδίου Κώδικος, συνάγεται ότι, εάν η εκκαλουμένη απόφαση περιέχει περισσότερες οριστικές διατάξεις επί αυτοτελών αιτήσεων δικαστικής προστασίας (κεφάλαια της αποφάσεως), μεταβιβάζονται στον δεύτερο βαθμό μόνον όσα εξ αυτών προσεβλήθησαν με το δικόγραφο της εφέσεως ή με τους προσθέτους λόγους ή με αντέφεση και ότι το αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης οριοθετείται περαιτέρω από τους λόγους της εφέσεως και της αντεφέσεως, οι οποίοι προσδιορίζουν την έκταση του ελέγχου της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι ορισμένο κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως δεν πλήττεται με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως ελέγχεται αναιρετικώς μόνον μέσω του λόγου του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1271/2018).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Μονομελές Εφετείο, αφού απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσία, την έφεσή της με την οποία παραπονείτο κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η κυρία βάση της αγωγής της, ακολούθως απέρριψε το αίτημά της που υπέβαλε με την έφεσή της και τις ενώπιον αυτού υποβληθείσες προτάσεις της, με το οποίο ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι-εκκαλούντες-αναιρεσίβλητοι να της καταβάλουν τα επιδικασθησόμενα ποσά νομιμότοκα από της ασκήσεως της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως, δεχόμενο ότι το κεφάλαιο της εκκαλουμένης που αφορά την επιδικασθείσα περιορισμένη αποζημίωση του άρθρου 3 του ν. 551/1915, συνολικού ποσού 88.465,80 ευρώ (επικουρική βάση της αγωγής), ουδόλως προσβάλλεται με την κρινόμενη έφεσή της, ως προς το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού του επιδικασθέντος σ' αυτή ποσού και το πρώτον ενώπιόν του προβαλλόμενο αίτημα περί επιδικάσεως τόκων δεν αφορά στο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό αλλά στα λοιπά αγωγικά κονδύλια, αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, ως προς τα οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία και ως προς τα οποία εκκαλείται η πρωτόδικη απόφαση, παρ' ότι οι αιτιάσεις αυτής στο εφετήριο, ως προς την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, έπλητταν την εκκαλουμένη απόφαση ως προς το σύνολο των παραδοχών της και ως προς την επικουρική βάση της αγωγής της και συνεπώς και ως προς το κεφάλαιο των τόκων επιδικίας από την συζήτηση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως που υποβλήθηκε νόμιμα.
Όμως, όπως σαφώς προκύπτει από το εφετήριο, όλοι οι λόγοι της εφέσεως, για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αφορούν την απόρριψη της αγωγής της από την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μόνο όσον αφορά την κύρια βάση αυτής για αποζημίωση με βάση τις διατάξεις του κοινού δικαίου και την επικουρική, ως προς αυτή, περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης και δεν θεμελιώνουν λόγο εφέσεως περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής της, που στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 551/1915 κατά το μέρος που αφορά τον τρόπο υπολογισμού και του ύψους του επιδικασθέντος ποσού.
Συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο, το οποίο έκρινε, με τις προεκτεθείσες, σχετικές ως προς την έρευνα του λόγου αυτού της αιτήσεως αναιρέσεως,παραδοχές, ότι η αναιρεσείουσα δεν προσέβαλλε με λόγους εφέσεως το κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως που αφορά την επιδικασθείσα περιορισμένη αποζημίωση του άρθρου 3 του ν. 551/1915 και συνεπώς το ως άνω υποβληθέν αίτημα περί καταβολής τόκων δεν αφορούσε το κεφάλαιο αυτό της εκκαλουμένης αποφάσεως, δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο και επομένως ο τρίτος και τελευταίος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και όχι και εκ του αρ. 1 του ιδίου άρθρου, ως αβασίμως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, με τον οποίον πλήττεται η εν λόγω κρίση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-3-2021 και με αριθ. κατ. ...2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 210/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ