Legislator Case Law & Legislation
718/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding union bylaws and member contributions.

Case Number 718/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Lawyers Mutual Aid Fund against the First Instance Court's judgment in a labor dispute. The appellant argued that the appellate court erred by failing to consider specific objections regarding the union's statutes and civil code provisions. The court ruled these arguments inadmissible because the lower court had already directly rejected the appellant's claims, and the appeal lacked sufficient detail on the appellate court's reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(5) and 560(6) of the Code of Civil Procedure; The appeal argument alleging the lower court failed to consider a submitted objection is inadmissible if the lower court directly rejected the claim, and the appeal must clearly state the appellate court's assumptions.

Keywords

AI generated
appeal admissibility lower court direct rejection union statutes member contributions civil code provisions procedural error labor dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556(1), 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3) of the Code of Civil Procedure
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 560(5) of the Code of Civil Procedure
Articles 31 and 27 of the Statutes of the Appellant Association
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 342 of the Civil Code
Articles 179 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 3/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 718 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 718/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Πελαγία Ακάσογλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Κοκοτίνη), Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Aρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 25η Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκης και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Σπυρίδωνα Πετρίδη και Ιωάννη Μακρή, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Β. του Ι., 2) Χ. Μ. του Ι., 3) Μ. Τ.-Β. του Τ., 4) Θ. Κ. του Γ. και 5) Ε. Φ. του Α., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Τσούπη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 1650/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1680/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-3-2018 αίτησή του και τους από 8-4-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 9.3.2018 και με αριθμό καταθ. 5666/1069/12.3.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 1680/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της με αριθμό καταθ.1988/19.4.2016 εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" κατά των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων 1) Αναστασίας Βογδάνου κλπ (σύν. 5) και κατά της υπ' αριθμ. 1650/2016 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 24.2.2015 και με αριθμό κατάθεσης 2985/26.2.2015 αγωγή των εναγόντων. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. ...''. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.

Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ορίζεται αρμοδίως, δηλαδή η αρχική και όχι η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ.

που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Ολ. Α.Π. 143/1984, Α.Π. 1192/2018, Α.Π. 949/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση οι από 8.4.2019 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 15.5.2019 (51/2019 πράξη κατάθεσης προσθέτων λόγων του αρμοδίου γραμματέα του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό) και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους στις 30.7.2020, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 1196Δ'/30.7.2020 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Θ.

Θ. Μ.), δηλαδή ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η αρχική δικάσιμος της υπόθεσης ορίσθηκε αρμοδίως για τη δικάσιμο της 4.2.2020 (βλ. την από 30.4.2019 πράξη της Προέδρου του Β1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο της αναίρεσης). Πρέπει, επομένως, αφού συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρο 246 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση είχαν ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος οι: 1) Α. Α. κλπ (σύν. 138), οι οποίοι παρέστησαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και οι οποίοι σε κάθε περίπτωση κλητεύθηκαν από το επισπεύδον αναιρεσείον [άρθρα 82 εδ. (γ), 81 παρ. 3 ΚΠολΔ] όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 1187Δ' και 1188Δ'/30.7.2019 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Θ.

Θ. Μ., αντιγράφου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής. Με την αγωγή τους, οι ενάγοντες, που είναι άπαντες Δικηγόροι Θεσσαλονίκης και μέλη του εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ, εκθέτουν ότι ήδη προ της συγχωνεύσεως του εναγομένου (συσταθέντος πριν από την 17-10-1990, ως ν.π.δ.δ.) με το ΚΑΔΙΘ, λόγω οικονομικών προβλημάτων και κάνοντας χρήση του δικαιώματος που τους έδινε το ισχύον τότε καταστατικό του εναγομένου (άρθρο 5 περ.

α' σε συνδυασμό με το άρθρο 31 του καταστατικού) κατέθεσαν αίτηση περί διαγραφή τους από τα μητρώα του τελευταίου και επιστροφής των μέχρι τότε καταβληθεισών εισφορών τους. Ότι για τους αναφερόμενους στην αγωγή ενάγοντες, οι οποίοι κατέθεσαν τις ανωτέρω αιτήσεις μέσα στο έτος 2011, καθώς και στο διάστημα από 1.1.2012 έως 30.9.2012 το εναγόμενο εξέδωσε αποφάσεις με τις οποίες δέχτηκε τις διαγραφές τους με ημερομηνία 31.12.2012, αναγνώρισε ρητά την οφειλή του λόγω διαγραφής τους και αποφάσισε την εξόφληση των απαιτήσεών τους σε τρεις (3) ισόποσες δόσεις καταβάλλοντας μάλιστα περίπου το 1/3 του συνολικού ποσού σε καθένα από.

αυτούς, ενώ για τους υπόλοιπους ενάγοντες που κατέθεσαν αιτήσεις διαγραφής και επιστροφής των εισφορών τους από την 1.10.2012 και μέχρι της συγχωνεύσεως των δύο ταμείων εξέδωσε την υπ' αριθμ. 5/11.3.2014 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, με την οποία έκανε δεκτή τη διαγραφή τους με ημερομηνία την 31.12.2013, όμως εντελώς παράνομα και καταχρηστικά αποφάσισε ότι δεν δικαιούνται την επιστροφή των εισφορών τους παρά μόνο όταν διαγραφούν από το επάγγελμα του δικηγόρου.

Με βάση το ιστορικό αυτό και επειδή το εναγόμενο επικαλούμενο την παραπάνω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου που παραβιάζει την αρχή ης ισότητας των μελών του σωματείου δεν έχει καταβάλει μέχρι σήμερα στους ενάγοντες τις καταβληθείσες εισφορές παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους, ζητούν να υποχρεωθεί με απόφαση προσωρινώς εκτελεστή να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.

Επ' αυτής εκδόθηκε η 1650/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε το εναγόμενο Ταμείο να καταβάλει τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά. Με τα άρθρα 21 του Ν. 281/14 "περί σωματείων" και 33-39 του Β.Δ. της 15/20.5.20 "περί επαγγελματικών σωματείων" ρυθμίζεται η ίδρυση αλληλοβοηθητικών ταμείων, τα οποία αποτελούν διακεκριμένο αυτοτελή κλάδο ή κεφάλαιο, χωρίς νομική προσωπικότητα, σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι και μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου.

Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 12 β' Εισ.Ν. Α.Κ., καταργήθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, επανήλθαν όμως σε ισχύ με τις διατάξεις του Ν.Δ. 42/74 "περί αποκαταστάσεως των συνδικαλιστικών ελευθεριών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", ίσχυσαν υπό το καθεστώς του Ν. 330/76 "περί επαγγελματικών σωματείων κ.λπ.", κατά το άρθρο 2 αυτού, και ισχύουν ήδη υπό το καθεστώς του Ν. 1264/82 "για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος κ.λπ.".

Έτσι, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 4 του τελευταίου αυτού νόμου (ν.1264/82), κατά την οποία σκοπός της συνδικαλιστικής οργανώσεως είναι και η ικανοποίηση των ασφαλιστικών κοινωνικών συμφερόντων των μελών της και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να δημιουργούν ειδικά κεφάλαια για την εξυπηρέτηση ορισμένων εκτάκτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους, τα αλληλοβοηθητικά ταμεία αποτελούν ιδιωτικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφαλίσεως, χωρίς να ασκούν εξουσία, και λειτουργούν ως σωματεία.

Επομένως έχει επ' αυτών εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 87 εδ. α του ΑΚ., η οποία, συμπορευόμενη με την όμοια κατά βάση διάταξη του άρθρου 37 παρ. 1 του Β.Δ της 15/20.5-1920, (που ορίζει ότι "μέλος επαγγελματικού σωματείου, διατηρούντος Ταμείον Αλληλοβοηθητικόν αποχωρούν, έχει ακέραια τα δικαιώματα επί του Ταμείου, εφόσον έχει εισφέρει εις αυτό και συμμορφώνεται προς τας διατάξεις του Καταστατικού αυτού, το οποίον καθορίζει τα της τοιαύτης περιπτώσεως"), ορίζει ότι τα μέλη έχουν δικαίωμα να αποχωρήσουν από το σωματείο.

Η διάταξη αυτή είναι αναγκαστικού δικαίου και, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος για την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και την προστασία της ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας, οι όροι αποχωρήσεως των μελών του σωματείου, που καθορίζει το καταστατικό του (κατά το άρθρο 80 αριθμ. 2 Α.Κ.), δεν μπορούν να αποκλείουν ή να δυσχεραίνουν την αποχώρηση αυτή.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν.997/1979 όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 3 του Ν. 1902/1990, "στην ασφάλιση του ταμείου (ΙΚΑ-ΤΕΑΜ) υπάγονται υποχρεωτικώς τα πρόσωπα, τα οποία ασφαλίζονται δυνάμει των κειμένων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων στο ΙΚΑ ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτού και δεν υπάγονται για την αυτή απασχόληση στην ασφάλιση άλλου φορέα, κλάδου ή λογαριασμού που λειτουργούν με την μορφή ΝΠΔΔ.

Κατ' εξαίρεση τα επικουρικά ταμεία, κλάδοι, λογαριασμοί ασφάλισης μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας ή νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (17.10.1990), εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σ' αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ".

Η διάταξη δε του άρθρου 7 του ΝΔ 4402/1961, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 1405/1983, ορίζει στην παρ.1 ότι οι διατάξεις του διατάγματος αυτού, όπως και εκείνη του άρθρου 2, που καθιστά υπό προϋποθέσεις υπόχρεο τον τελευταίο ασφαλιστικό οργανισμό για την καταβολή της συντάξεως εφαρμόζονται ανάλογα και για την ασφάλιση στους οργανισμούς επικουρικής ασφαλίσεως στις περιπτώσεις διαδοχικής υπαγωγής σε περισσότερους από ένα από τούς αυτούς, στη δε παρ.2 ότι για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου οργανισμοί επικουρικής ασφαλίσεως θεωρούνται όλα τα ΝΠΔΔ, που χορηγούν περιοδικές παροχές, βοηθήματα ή μερίσματα, ως και κάθε άλλος οργανισμός που χορηγεί τέτοιες παροχές, ανεξάρτητα από την ονομασία και τη νομική του μορφή, εφόσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από τις εισφορές των εργαζομένων.

Από το συνδυασμό των τελευταίων αυτών διατάξεων προκύπτει ότι τα συσταθέντα μέχρι την 17.10.1990 αλληλοβοηθητικά ταμεία εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις. Η σύσταση δε αυτών ήταν ελεύθερη, βάσει του άρθρου 12 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα των Ελλήνων να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τα έναντι των οποίων δικαιώματα και υποχρεώσεις των μελών τους καθορίζονται δικαιοπρακτικώς με το καταστατικό τους, και δεν περιορίζεται από το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος, που αναφέρεται μόνο στην υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, την οποία και εξαιρεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία (Ολ.

Σ.Τ.Ε. 5024/1987). Εκ τούτου παρέπεται ότι εξακολουθεί να είναι ισχυρή και έγκυρη διάταξη του καταστατικού ενός τέτοιου ταμείου αλληλοβοήθειας, η οποία, συμπορευόμενη και προς την εξακολουθούσα να ισχύει ειδική διάταξη του άρθρου 37 παρ. 1 του ΒΔ της 15/20.5.1920, με την οποία χορηγείται στα μέλη του το προβλεπόμενο από το καταστατικό του βοήθημα, μετά την αποχώρησή τους από την ενεργό υπηρεσία και τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων που τάσσονται προς τούτο, και στην περίπτωση που μεταγενέστερα τα μέλη του προσληφθούν από άλλο εργοδότη και επιλέξουν νέο φορέα επικουρικής ασφάλισης.

Και στην περίπτωση όμως αυτή, η διατήρηση ή αναστολή του χορηγηθέντος επιδόματος διέπεται από τις καταστατικές διατάξεις του αλληλοβοηθητικού ταμείου, οι οποίες δεν συνιστούν κανόνες δικαίου, αφού το καταστατικό του σωματείου σύμφωνα με τα άρθρα 78, 79, 80 και 361 ΑΚ, αποτελεί δικαιοπραξία (ΑΠ 1373/2017, ΑΠ 548/2012, ΑΠ 1466/1999, ΑΠ 706/1991).

Να σημειωθεί, ότι η ως άνω ειδική διάταξη του άρθρου 37 του Β.Δ. της 15/20.5.2020, που κατισχύει των αντιθέτων γενικών διατάξεων των άρθρων 90 και 106 του ΑΚ, επιτρέπει στα μέλη του την υπό προϋποθέσεις αποχώρησή τους από το ταμείο και την επιστροφή σε αυτά των εισφορών τους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας") ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία") ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 του ΚΠολΔ και στην προκειμένη περίπτωση 560 αριθμοί 1 και 6 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996) ούτε και με τις πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Το εκκαλούν - εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείον), που είναι σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, προήλθε από την μετατροπή του παλαιού Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" (ΤΠΔΘ) σε Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 20 Ν.3029/2002 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 35 παρ. 6 Ν. 3220/2004, το άρθρο 22 παρ. 7 Ν.3232/2004, το άρθρο 63 παρ. 3 Ν. 3518/2006 και το άρθρο 138 παρ. 8 του Ν. 3655/2008 και τις διατάξεις της με αριθμό Φ 30223/20993/938/2008 ΚΥΑ Οικονομίας και Οικονομικών και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ 209/Β/2008).

Το καταστατικό του ανωτέρω σωματείου εγκρίθηκε με τη με αριθμό 33318/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δημοσιεύθηκε στο τηρούμενο δημόσιο βιβλίο σωματείων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την 22.10.2008. Σκοπός του σωματείου ήταν η παροχή χρηματικών βοηθημάτων στα μέλη του, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού (άρθρο 2).

Μέλη του εναγομένου ορίσθηκαν, σύμφωνα με το καταστατικό του αυτοδίκαια όλα τα μέλη που ήταν εγγεγραμμένα στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και στον κλάδο ΠΡΟΝΟΙΑΣ του ΤΠΔΘ κατά τη μετατροπή του τελευταίου σε ΝΠΙΔ, αλλά και όσοι θα εισέρχονταν στο δικηγορικό επάγγελμα και θα εγγράφονταν στα οικεία μητρώα του ΔΣΘ, κατόπιν αιτήσεώς τους (άρθρο 3 του παλαιού καταστατικού).

Η απώλεια της ιδιότητας μέλους επερχόταν στις εξής περιπτώσεις: α) επί αποχωρήσεως του μέλους από το Ταμείο, μετά από έγγραφη γνωστοποίηση στο ΔΣ του Ταμείου τρεις τουλάχιστον μήνες πριν τη λήξη του έτους με ισχύ για το τέλος του έτους αυτού β) αυτοδίκαια σε περίπτωση θεμελίωσης δικαιώματος εφάπαξ βοηθήματος και καταβολής αυτού, γ) αυτοδίκαια αν παύσει να έχει την ιδιότητα του μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και δ) επί αποβολής μέλους, αν υπάρχει σπουδαίος λόγος και το αποφασίσει η Γενική Συνέλευση.

Σύμφωνα με το άρθρο 27 του καταστατικού τα μέλη δικαιούνταν εφάπαξ βοηθήματος (το οποίο υπολογιζόταν σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο του άρθρου 29) α) λόγω γήρατος - παραίτησης. Σε περίπτωση που παραιτηθούν από τη δικηγορία και δικαιωθούν συντάξεως από τον αρμόδιο συνταξιοδοτικό φορέα ή εφόσον διαγραφούν από τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης (Δ.Σ.Θ.) και έχουν τουλάχιστον 15 (δεκαπέντε) έτη ασφάλισης στο Ταμείο και β) λόγω αναπηρίας "σε περίπτωση παραίτησης από την δικηγορία λόγω πλήρους και οριστικής ανικανότητας προς εργασία (...) και εφόσον έχουν συμπληρώσει (3) τρία έως δεκατέσσερα (14) έτη ασφάλισης στο Ταμείο και γ) λόγω θανάτου.

Σε περίπτωση θανάτου μέλους του Ταμείου πριν την παραίτησή του από την δικηγορία, εφόσον το μέλος είχε συμπληρώσει τρία (3) έως δεκατέσσερα (14) έτη ασφάλισης στο Ταμείο, δικαιούνταν οι εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του το εφάπαξ βοήθημα (...)". Επίσης, κατά το άρθρο 28 του Καταστατικού οριζόταν ότι χρόνος ασφάλισης στο Ταμείο θεωρείται ο χρόνος που διανύθηκε στο Ταμείο και για τον οποίο έχουν καταβληθεί εισφορές και ο χρόνος ασφάλισης που έχει διανυθεί στον Κλάδο "Προνοίας" του πρώην Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων Θεσσαλονίκης και για τον οποίο χρόνο έχουν καταβληθεί οι εισφορές.

Περαιτέρω, στο άρθρο 31 του καταστατικού οριζόταν ότι "σε περίπτωση που αποχωρήσει (διαγραφεί) μέλος για οποιονδήποτε λόγο από το Ταμείο και δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 27 § ΙΑ' του παρόντος για λήψη εφάπαξ βοηθήματος και εφόσον το μέλος έχει χρόνο ασφάλισης στο Ταμείο τουλάχιστον 3 (τριών) ετών (συμπληρωμένων), επιστρέφονται εντόκως (χωρίς ανατοκισμό) οι ετήσιες ασφαλιστικές εισφορές του άρθρου 6 του παρόντος που καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της ασφάλισής του σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 9 του Ν.2335/1995 και την Υ.Α.

Φ80000/οικ.26625/1319/17.11.2006, όπως αυτές εκάστοτε ισχύουν. Οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 9 του v. 2335/1995 τροποποίησαν την παρ. 2 του άρθρου 38 και την παρ. 2 του άρθρου 56 του Ν. 2084/1992 Περί αναμόρφωσης της Κοινωνικής Ασφάλισης κλπ από 1.1.1993 - Νόμος Ρέππα. Πριν την εν λόγω τροποποίηση, η παρ. 2 του αρ. 38 είχε την εξής μορφή: 2.

Στους μη δικαιούμενους εφάπαξ βοηθήματος επιστρέφονται οι εισφορές ασφαλισμένου που έχουν καταβληθεί σε φορείς πρόνοιας, εντόκως με επιτόκιο το εκάστοτε χορηγούμενο για τις καταθέσεις των χρηματικών διαθεσίμων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης στην Τράπεζα της Ελλάδος. Και μετά την τροποποίηση έλαβε την εξής μορφή: "2.

Στους μη δικαιούμενους εφάπαξ βοηθήματος κατά την αποχώρηση από την εργασία ή το επάγγελμα για το οποίο ασφαλίσθηκαν σε φορέα πρόνοιας για χρόνο ασφάλισης τουλάχιστον τριών (3) ετών ή σε περίπτωση θανάτου αυτών στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1, εφόσον ο θανών είχε συμπληρώσει τον παραπάνω χρόνο ασφάλισης, μετά από αίτησή τους, η οποία υποβάλλεται οποτεδήποτε, επιστρέφονται οι ατομικές τους εισφορές, εντόκως, από το χρόνο είσπραξής τους με ετήσιο επιτόκιο 8% για κάθε χρόνο.

Αύξηση ή μείωση του επιτοκίου γίνεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η δε Υ.Α. Φ. 80000/17.11.2006 τροποποιεί μόνον το ετήσιο επιτόκιο, από 8% σε αυτό που αποδίδει η ΤτΕ στους Φ.Κ.Α. Επομένως, από το άρθρο αυτό σε συνδυασμό και με το όρθρο 27 παρ. 1 του καταστατικού, ερμηνευμένο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκύπτει ότι η επιστροφή των εισφορών στα διαγραφέντα από το Ταμείο μέλη, δεν εξαρτάται από την προηγούμενη παραίτησή τους και από το επάγγελμα της δικηγορίας.

Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν προβάλει τον ισχυρισμό ότι: το άρθρο 38 παράγραφος 2 του Ν. 2084/1992 εξαρτά την επιστροφή των εισφορών μέλους με την προηγούμενη αποχώρησή του από το επάγγελμα ή την εργασία του και θεμελιώνει τον ισχυρισμό αυτό στο άρθρο 31 του Καταστατικού του που, κατά τους ισχυρισμούς του, κάνει την ίδια εξάρτηση.

Πλην, όμως, ο 2ος λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι από απλή επισκόπηση του άρθρου αλλά και από τον ίδιο τίτλο του άρθρου "Προϋποθέσεις χορηγήσεως εφάπαξ βοηθήματος - Ύψος παροχής" προκύπτει ότι το εν λόγω άρθρο δεν έχει καμία σχέση με προϋποθέσεις επιστροφής ασφαλιστικών εισφορών αποχωρούντος μέλους αλλά αντίθετα ρυθμίζει κάτι εντελώς διαφορετικό, ήτοι το τι συμβαίνει με τους ήδη αποχωρήσαντες από το επάγγελμα και υπό συνταξιοδότηση επαγγελματίες, όταν αυτοί δεν δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος, προβλέποντας στην περίπτωση αυτή δυνατότητά τους να τους επιστραφούν τουλάχιστον οι ασφαλιστικές εισφορές εν είδει ''αποκατάστασής" τους τρόπον τινά για την απώλεια του εφάπαξ τους.

Είναι προφανές, συνεπώς, ότι η συγκεκριμένη διάταξη δεν αφορά σε εν ενεργεία επαγγελματίες αλλά μόνον σε ήδη αποχωρήσαντες από το επάγγελμα και υπό συνταξιοδότηση ασφαλισμένους, έχοντας τελείως διαφορετικό εννοιολογικό περιεχόμενο αλλά και πεδίο αναφοράς. Μετά ταύτα από πουθενά δε συνάγεται όχι μόνο ότι προϋπόθεση απόδοσης των εισφορών των αποχωρούντων εν ενεργεία μελών είναι η αποχώρηση από το επάγγελμα αλλά ούτε και ότι το εν λόγω άρθρο συνδέεται κατά οποιονδήποτε τρόπο με αποχώρηση εν ενεργεία μελών από αλληλοβοηθητικό Σωματείο και προϋποθέσεις επιστροφής εισφορών αυτού.

Περαιτέρω, το εναγόμενο απορρόφησε το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΚΑΔΙΘ", το οποίο είχε ιδρυθεί ως σωματείο με την από 15.5.1998 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μελών του, το δε καταστατικό του εγκρίθηκε με την με αριθμό 15945/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δημοσιεύθηκε την 24.7.1998, στη συνέχεια δε έγιναν διάφορες τροποποιήσεις συμπληρώσεις και κωδικοποιήσεις του καταστατικού του.

Με την από 12.2.2013 απόφαση δε της γενικής συνέλευσης των μελών του ΚΑΔΙΘ αποφασίσθηκε η ενοποίηση του (συγχώνευση) με το ΤΑΔΙΘ με απορρόφηση του ΚΑΔΙΘ από το ΤΑΔΙΘ, ενώ επίσης την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία αποφασίσθηκε από τη γενική συνέλευση των μελών του ΤΑΔΙΘ η ενοποίηση αυτού με το ΚΑΔΙΘ και η τροποποίηση του καταστατικού του ενοποιημένου πλέον Ταμείου, υπό την επωνυμία Ταμείο Αλληλεγγύης Δικηγόρων Θεσσαλονίκης και τον διακριτικό τίτλο ΤΑΔΙΘ.

Στο άρθρο 41 § 3 του νέου καταστατικού, προβλέφθηκε ρητά ως μεταβατική διάταξη ότι "Αιτήσεις προς το ΤΑΔΙΘ ή το ΚΑΔΙΘ. για χορήγηση παροχών (στην έννοια δε των παροχών συμπεριλαμβάνεται και η επιστροφή των καταβληθεισών εισφορών από τα μέλη), οι οποίες δεν κρίθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, κρίνονται ως προς τις προϋποθέσεις και τον υπολογισμό των παροχών κατά τις διατάξεις των αντίστοιχων Φορέων που ίσχυαν κατά το χρόνο υποβολής των σχετικών αιτήσεων".

Με τον πρώτο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα έκανε δεκτή ως νόμιμη την αγωγή των εφεσίβλητων-εναγόντων, στηριζόμενη στις διατάξεις των όρθρων 21 Ν. 281/1914 περί σωματείων, 33-39 του Β.Δ της 15/20.5.1920 περί επαγγελματικών σωματείων, άρθρο 12β Εισ.Ν ΑΚ και άρθρο 4 Ν. 1264/1982, 37 παρ. 1 του Β.Δ της 15/20.5.1920 ενώ το ορθό, σύμφωνα με το εκκαλούν, είναι ότι η ίδρυσή του έγινε βάσει των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 20 του Ν.3029/2002 όπως ισχύει.

Πλην, όμως, ο υπό κρίση λόγος έφεσης είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αόριστος και αντιφατικός, καθ' όσον το εκκαλούν επικαλείται την έλλειψη σωματειακής φύσης του (... "Το Ταμείο μας δεν συνεστήθη ως σωματείο κατά τις διατάξεις του Ν. 281/1994 ούτε ως επαγγελματικό σωματείο κατά τις διατάξεις του Β.Δ. Της 15/20.05.1920, οι διατάξεις μάλιστα των δύο αυτών vομοθετημάτωv ουδόλως διέπουν το Ταμείο μας), χωρίς όμως να ισχυρίζεται ευθέως ότι δεν πρόκειται περί Σωματείου.

Αυτό όμως έρχεται σε αντίθεση, αφενός, μεν, με την ίδια την παραδοχή του εκκαλούντος ότι έγινε πάντως καταχώρηση της Υπουργικής Απόφασης συστάσεώς του εκκαλούντος στο δημόσιο βιβλίο Σωματείων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου αυτό να αποκτήσει νομική προσωπικότητα ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο, αφετέρου δε και κατά μείζονα λόγο με την παραδοχή από το εκκαλούν ότι πάντως εφαρμόζονται έστω και "μόνο συμπληρωματικά οι διατάξεις περί Σωματείωv του ΑΚ σε θέματα για τα οποία το καταστατικό του Σωματείου δεν περιέχει σχετική ρύθμιση".

Έτι, περαιτέρω, η εν λόγω αιτίαση του εκκαλούντος είναι και επί της ουσίας εσφαλμένη διότι δεν υπάρχει ίδρυση ταμείου αλλά μετατροπή του ήδη υπάρχοντος από ΝΠΔΔ σε ΝΠΙΔ. Το ίδιο το άρθρο 6 παρ. 20 Ν.3029/1992 που επικαλείται το εκκαλούν αναφέρει χαρακτηριστικά: "Οι αυτοτελείς κλάδοι ή Τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για το οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο οπό τους εργαζόμενους δύναται να μετατρέπονται σε ΝΠlΔ με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας μετά από αίτηση που υποβάλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε ταμείου" Η υπουργική απόφαση που επικαλείται το εκκαλούν, το μόνο που έκανε ήταν να εφαρμόσει την ανωτέρω διάταξη, όσον αφορά την μετατροπή του ταμείου από ΝΠΔΔ σε ΝΠΙΔ, χωρίς σε τίποτα να επηρεάζει τη σωματειακή του υπόσταση.

Σημειωτέον δε εξάλλου, ότι με το ν. 281/1914 δημιουργήθηκε ειδικό νομοθετικό καθεστώς για τα αλληλοβοηθητικά σωματεία, το οποίο παραμένει σε ισχύ μέχρι και σήμερα. Έτσι, τα ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης, που ιδρύονται βάσει του Ν. 3029/1992, είναι επίσης μια μορφή αλληλοβοηθητικού σωματείου (νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου), που έχει σκοπό να παρέχει στα μέλη ή στις οικογένειές τους πρόσθετες ασφαλιστικές παροχές πέραν όσον ήδη παρέχονται από την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση.

Ο δε χαρακτηρισμός του ταμείου ως αλληλοβοηθητικού παραπέμπει άμεσα στις διατάξεις του σωματείου, όπως άλλωστε έχει κριθεί και πάγια νομολογιακά... Προκύπτει, συνεπώς ότι αφενός μεν το εκκαλούν λειτουργεί ως Σωματείο και εμπίπτει για το λόγο αυτό στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί Σωματείων, αφετέρου, δε, ότι έχει εδώ εφαρμογή η αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 87 ΑΚ σύμφωνα με την οποία "Τα μέλη έχουν δικαίωμα να αποχωρήσουν από το Σωματείο", η δε αποχώρηση αυτή δεν μπορεί, ενόψει των άρθρων 12 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, να δυσχεραίνεται μέσω καταστατικής πρόβλεψης του Σωματείου.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο έφεσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι υφίσταται γενική αρχή του ασφαλιστικού δικαίου περί μη αναζητήσεως των καταβληθεισών ασφαλιστικών εισφορών και αρχή σύμφωνα με την οποία οι εξαιρέσεις είναι στενά ερμηνευτέες. Πλην, όμως, αυτός ο λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, καθόσον η ανωτέρω αρχή βρίσκει εφαρμογή μόνο επί υποχρεωτικής ασφάλισης και όχι επί αλληλοβοηθητικών ταμείων, όπως εν προκειμένω, με δικαίωμα ελεύθερης αποχώρησης των μελών καθώς στην περίπτωση των αλληλοβοηθητικών ταμείων εκλείπει η νομιμοποιητική βάση της υποχρεωτικής συμμετοχής ασφαλισμένων στο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας και συνεπώς δεν μπορεί να προβάλλεται ως λόγος η διακινδύνευση του δημοσίου ασφαλιστικού συστήματος.

Στην υπό κρίση περίπτωση, συνεπώς, υφίσταται ελευθερία διάθεσης ως προς την επιλογή στήριξης ή όχι του εκάστοτε αλληλοβοηθητικού ταμείου. Αντιθέτως, ratio της εν λόγω αρχής είναι η διασφάλιση του υποχρεωτικού συστήματος ασφάλισης του Δημοσίου και είναι ακριβώς το δημόσιο συμφέρον - ως έννοια ποιοτικό και ποσοτικά υπέρτερη του συμφέροντος του εκάστοτε αλληλοβοηθητικού Ταμείου συγκεκριμένων εργαζομένων - που προστατεύεται μέσω της εν λόγω αρχής και όχι το συμφέρον συγκεκριμένων εργαζομένων οι οποίοι μπορούν να αποφασίζουν ή όχι να συστήσουν μεταξύ τους αλληλοβοηθητικό Ταμείο.

Η ιδιωτική βούληση των εργαζομένων αυτών και η ελευθερία προσχώρησης ή αποχώρησης διαφοροποιεί ποιοτικά το είδος και τη σκοπιμότητα της επιστρεπτέας σε αυτούς παροχής, όταν και εφόσον αποφασίσουν να αποχωρήσουν από το Ταμείο. Δεν πρόκειται συνεπώς για μη ανεκτή εξαίρεση από τον κανόνα, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το εκκαλούν, αλλά για ποιοτικά διαφορετική περίπτωση και για διαφορετικό νομιμοποιητικό λόγο (δημόσιο συμφέρον - ιδιωτικό συμφέρον μελών αλληλοβοηθητικού Ταμείου, ..).

Με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του καθώς και με τον συναφή ένατο λόγο του εφετηρίου δικογράφου το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το άρθρο 31 του καταστατικού στοιχειοθετήθηκε με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να μην έχουν τη δυνατότητα πλέον τα μέλη του ταμείου με την αποχώρησή τους και με δεδομένο ότι το ταμείο δεν ήταν πλέον υποχρεωτικό αλλά προαιρετικό, να λάβουν το χρήματα που τους αναλογούν.

Επειδή, όπως αναφέρει, με το παλαιό καταστατικό ήταν σίγουρο ότι τα μέλη που θα αποχωρούσαν θα είχαν τη δυνατότητα να ζητήσουν την επιστροφή των χρημάτων τους και το ταμείο δεν είχε τη δυνατότητα να καταβάλλει το χρήματα, για το λόγο αυτό τροποποίησε το καταστατικό. Ενώ, λοιπόν, καταρχήν δεν φαίνεται να συνδέεται η επιστροφή των εισφορών με την αποχώρηση μέλους από το επάγγελμα (καθώς αυτή είναι προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 27 παρ. 1 του Καταστατικού), στο άρθρο 31 γίνεται σύνδεση με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 9 του Ν. 2335/1995, το οποίο ρυθμίζει βέβαια εντελώς διαφορετικό θέμα, κατά τα ήδη προεκτεθέντα και συγκεκριμένα τις επιστροφές εισφορών σε ήδη συνταξιοδοτηθέντες και μη δικαιούμενους σε εφάπαξ παροχή.

Εφόσον, συνεπώς, το εννοιολογικό πεδίο είναι διαφορετικό, η σύνδεση είναι νοητή μόνο στο βαθμό που καθορίζει τεχνικά τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει η επιστροφή των εισφορών (απαιτείται αίτηση οποτεδήποτε, τον τρόπο επιστροφής και το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο) και όχι σε ότι αφορά προϋποθέσεις, καθώς οι περιπτώσεις είναι διαφορετικές (συνταξιούχοι χωρίς δικαίωμα εφάπαξ - αποχωρούντες εν ενεργεία επαγγελματίες).

Αυτήν την σύνδεση διέλαβε ως μόνη νοητή η εκκαλούμενη και ορθώς για τον λόγο αυτό χρειάστηκε να καταφύγει στην αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις του καταστατικού του εκκαλούντος. Μετά ταύτα απορριπτέοι κρίνονται ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν οι τέταρτος και ένατος εκ των λόγων του εφετηρίου δικογράφου.

Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι, είναι όλοι δικηγόροι Θεσσαλονίκης, προ της συγχωνεύσεώς του εναγομένου σωματείου με το ΚΑΔΙΘ, κατέθεσαν στο εναγόμενο αιτήσεις περί διαγραφής από τα μητρώα του ΤΑΔΙΘ και επιστροφής των εισφορών που είχαν καταβάλει μέχρι τότε, σύμφωνα με τα άρθρα 5 περ.

α' και 31 του παλαιού - προ της συγχωνεύσεως - καταστατικού. Ειδικότερα, οι παρακάτω αναφερόμενοι ενάγοντες-εφεσίβλητοι κατέθεσαν αιτήσεις διαγραφής και επιστροφής εισφορών μέχρι 30.9.2012 και στη συνέχεια το Ταμείο-εκκαλούν εξέδωσε την υπ' αριθμ. 3/6.3.2103 απόφαση, με την οποία δέχτηκε τη διαγραφή τους (με ημερομηνία διαγραφής την 31.12.2012).

Με την απόφαση δε αυτή το εναγόμενο-εκκαλούν εγκρίνοντας το αίτημα των εναγόντων για επιστροφή των καταβληθεισών εισφορών τους, πλέον των αναλογούντων τόκων, απομειουμένου του συνολικού δικαιώματος κατά 22,5%, λόγω PSI, αναγνώρισε ρητά την υποχρέωσή του προς επιστροφή στους ενάγοντες λόγω της διαγραφής τους, των καταβληθεισών εισφορών τους.

Επίσης, με τις ανωτέρω αποφάσεις το εναγόμενο αποφάσισε την εξόφληση των απαιτήσεων των εναγόντων σε τρεις ισόποσες δόσεις, της πρώτης καταβλητέας αμέσως μετά το τέλος Μαρτίου 2013, των δε υπολοίπων καταβληθεισών σε χρόνους που θα καθόριζε με νεότερη απόφασή του. Κατόπιν και συνεπεία των προαναφερομένων, το εναγόμενο κατέβαλε σε καθένα από τους κατωτέρω ενάγοντες τον Μάρτιο του έτους 2013, ποσό που ανερχόταν περίπου στο 1/4 του συνολικού ποσού, που θα έπρεπε να είχε επιστρέφει σ' αυτούς, καταθέτοντάς το στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς...

Περαιτέρω, από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι, ενώ το εκκαλούν-εναγόμενο μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου του 2011 εφάρμοζε την ίδια ανωτέρω με αριθμό 31 διάταξη του καταστατικού, η οποία παραπέμπει στους ίδιους παραπάνω νόμους και υπουργικές αποφάσεις και κατέβαλε το σύνολο των εισφορών στα μέλη του που είχαν υποβάλει αίτηση διαγραφής για οποιονδήποτε λόγο, ακόμη και αν δεν είχαν αποχωρήσει από το επάγγελμα, όπως κατέθεσε χαρακτηριστικά και ο μάρτυρας ανταποδείξεως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και επιπλέον αναγνώρισε ρητά την υποχρέωσή του για εξόφληση των καταβληθεισών σε όλους τους ενάγοντες εισφορών λόγω της διαγραφής τους, προβαίνοντας μάλιστα και σε εξόφληση της πρώτης δόσης στους προαναφερόμενους ενάγοντες και υποσχόμενο την καταβολή των υπολοίπων δόσεων σε χρόνο που θα καθορίσει με νεότερη απόφασή του (βλ.

το κείμενο της υπ' αριθμ. … /6.3.2013 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου) όπως προαναφέρθηκε, στη συνέχεια στις 11.3.2014 προέβη στην έκδοση της με αριθμό …/11.3.2014 απόφασης του ΔΣ, με την οποία αρνήθηκε λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε να αποδώσει όπως όφειλε, τις εισφορές στα μέλη του λόγω διαγραφής, ορίζοντας, ότι οι επιστρεπτέες εισφορές θα καταβάλλονται στο εξής με την παραίτηση του μέλους οπό την δικηγορία κατά διαφορετική ερμηνεία του άρθρου 31 του καταστατικού.

Σημειωτέον δε, εν προκειμένω ότι με τη μεταγενέστερη 5/11.3.2014 δεν ανακάλεσε την προηγηθείσα απόφαση, η οποία και συνεπώς παραμένει ισχύουσα (3/6.3.2013). Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος-εναγομένου, τον οποίο επαναφέρει με τον έβδομο λόγο της εφέσεώς του καθώς και με τους άμεσα συνδεδεμένους με αυτόν έκτο και όγδοο εκ των λόγων του εφετηρίου δικογράφου, ότι το δικαίωμα των εναγόντων για επιστροφή των εισφορών τους αν και είναι θεμελιωμένο δεν είναι απαιτητό, λόγω μη επέλευσης του χρόνου αποχώρησής τους από το επάγγελμα του δικηγόρου, οπότε και μόνο καθίσταται ληξιπρόθεσμη και η σχετική οφειλή του Ταμείου προς τους ενάγοντες και ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε πρόωρα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος.

Και τούτο διότι, πέραν των αναφερομένων ανωτέρω για την ερμηνεία του άρθρου 31 του καταστατικού σύμφωνα και με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αποδείχθηκε ότι το ΤΑΔΙΘ ουδέποτε αρνήθηκε ούτε αμφισβήτησε την υποχρέωσή του προς καταβολή των εισφορών λόγω διαγραφής για οποιονδήποτε λόγο στα μέλη του που δεν είχαν αποχωρήσει από το επάγγελμα, αναγνωρίζοντας μάλιστα τις ανωτέρω οφειλές του ως ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και υποσχόμενο την καταβολή της 2ης δόσης όχι πριν από το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου 2014 για τα μέλη του που είχαν υποβάλλει αίτηση διαγραφής μέχρι 31.12.2012, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενοι ενάγοντες.

Αυτό προκύπτει τόσο από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από το εναγόμενο με αρ. πρωτ. 33/11.1.2013 επιστολή του Προέδρου του ΔΣ του ΤΑΔΙΘ προς τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, όπου το εκκαλούν-εναγόμενο ομολογεί το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό των επιστρεπτέων εισφορών των εφεσίβλητων-εναγόντων που υπέβαλαν αιτήσεις διαγραφής χωρίς παραίτηση από τη δικηγορία, ζητώντας επιπλέον την άδεια να χρησιμοποιήσει μέρος του ποσού του 1.400.000 ευρώ που ανήκε στα διαθέσιμα του Δικηγορικού Συλλόγου και τηρείτο δεσμευμένο σε τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα του Ταμείου, προκειμένου να καλύψει τις άμεσες και ληξιπρόθεσμες, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην επιστολή, υποχρεώσεις του.

Στο κείμενο της ανωτέρω επιστολής επίσης αναφέρεται ότι από 1.1.2013 έχουν διαγραφεί οριστικά λόγω οικειοθελούς παραίτησης από το Ταμείο (χωρίς παραίτηση από τη δικηγορία) 659 συνάδελφοι-μέλη του και τα συνολικά ποσά που πρέπει να τους καταβληθούν ανέρχονται σε 1.353.952 ευρώ και θα πρέπει να καταβληθούν σε τρεις (3) δόσεις η πρώτη εκ των οποίων, που είναι το 50% του συνολικού ποσού, άμεσα.

Ομοίως και στην από 10.1.2014 ανακοίνωση του εκκαλούντος-εναγομένου προς το μέλη του, αυτό αναφέρει ότι οι υποχρεώσεις του Ταμείου για επιστροφές εισφορών σε μέλη του που διαγράφονται από το Ταμείο είναι αδύνατον να καλυφθούν λόγω του σημαντικού ύψους τους, γι' αυτό και η Διοίκηση του Ταμείου έκρινε ότι είναι αναγκαία η ρευστοποίηση μέρους των παγίων διαθεσίμων του, που είναι η σημαντική ακίνητη περιουσία του, ότι παρά τις προσπάθειες που έγιναν από το έτος 2012 και μέχρι σήμερα να εκποιηθούν τα ακίνητα δεν υπήρξε αγοραστικό ενδιαφέρον και ότι η Διοίκηση του Ταμείου θα συνεχίσει τις προσπάθειες εξετάζοντας όλες τις προσφορές των ενδιαφερομένων.

Στη συνέχεια δε αναφέρεται ότι καταβάλλεται κάθε προσπάθεια να συγκεντρωθεί το ποσό που απαιτείται για την πληρωμή τουλάχιστον της 2ης δόσης των εισφορών που πρέπει να επιστραφούν στους διαγραφέντες μέχρι την 31.12.2012, αλλά αυτό δεν προβλέπεται να επιτευχθεί πριν από το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου 2014.

Μετά ταύτα απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο δωδέκατος λόγος του εφετηρίου δικογράφου περί εσφαλμένης εκτίμησης του περιεχομένου των ως άνω δύο εγγράφων. Κατόπιν δε το εκκαλούν-εναγόμενο έκανε έκκληση στα μέλη του, που υπέβαλαν αίτηση διαγραφής τους, να επανεξετάσουν τη στάση τους και καλούσε, αυτούς μεν που υπέβαλαν αιτήσεις μέχρι την 31.12.2012 να επαvεγγραφούν στο Ταμείο μετέχοντας και στις παροχές του νέου κλάδου υγείας και κοινωνικών παροχών χωρίς να χάσουν το δικαίωμά τους για επιστροφή των ποσών των εισφορών που τους οφείλονται, τα οποία θα καταχωρηθούν (πιστωθούν) στην ατομική τους μερίδα.

Αυτούς δε που έχουν υποβάλλει αιτήσεις διαγραφής από 1.10.2012 και μετά να τις ανακαλέσουν μέχρι την 28.2.2014, ώστε και αυτοί να γίνουν δικαιούχοι των παροχών του κλάδου υγείας και των λοιπών κοινωνικών παροχών του Ταμείου, αναγνωρίζοντας κατ' αυτό τον τρόπο το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό των οφειλών του ως προς όλους τους ενάγοντες.

Εξάλλου, το ίδιο περιεχόμενο με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 31 του παλαιού καταστατικού, έχει και η διάταξη του όρθρου 33 του νέου καταστατικού του αντιδίκου, το οποίο ισχύει οπό την 1.10.2013 στην οποία αναφέρεται ότι: "1. Σε περίπτωση που αποχωρήσει (διαγραφεί) μέλος για οποιονδήποτε λόγο οπό το ταμείο και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 παρ. 1 Α' του παρόντος για λήψη εφάπαξ βοηθήματος και εφόσον το μέλος έχει αναγνωρισμένο χρόνο ασφάλισης στο ταμείο τουλάχιστον πέντε (5) ετών (συμπληρωμένων) απονέμεται παροχή η οποία συνίσταται σε ποσοστό επί του κεφαλαίου που έχει σωρευτεί στον ατομικό λογαριασμό του ανάλογα με τον αναγνωρισμένο χρόνο ασφάλισης ως ακολούθως:

Από 5-8 έτη συμπληρωμένα ποσοστό 25,00%, από 9-13 συμπληρωμένα έτη ποσοστό 30,00%, από συμπληρωμένα έτη 14-18, ποσοστό 35,00%, από συμπληρωμένα έτη 19-23 ποσοστό 40,00%, οπό συμπληρωμένα έτη 24-28 ποσοστό 50,00%, από 29-33 συμπληρωμένα έτη ποσοστό 65,00%, από 34 έτη και πάνω συμπληρωμένα ποσοστό 80,00%. Το υπολειπόμενο ποσό στους ατομικούς λογαριασμούς μεταφέρεται με απόφαση του Δ.Σ σε ειδικό λογαριασμό με τίτλο Αποθεματικό Φερεγγυότητας σκοπός του οποίου είναι η χρηματοδότηση των ελλειμματικών κλάδων του ταμείου. 2.

Η παροχή του παρόντος άρθρου καταβάλλεται στον ασφαλισμένο ύστερα οπό σχετική αίτηση και απόφαση του Δ.Σ.". Επομένως, από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαφορετική αντιμετώπιση από το εκκαλούν-εναγόμενο των εναγόντων, όπως προβλέπεται στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 5/11.3.2014 απόφαση του ΔΣ του ΤΑΔΙΘ, αναφορικά με την επιστροφή των καταβληθεισών εισφορών τους λόγω διαγραφής τους, τόσο έναντι των συναδέλφων τους που υπέβαλαν αιτήσεις διαγραφής μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου του 2011, όσο και έναντι των νέων διαγραφέντων συναδέλφων τους, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του νέου καταστατικού του εναγομένου, το οποίο ισχύει οπό την 1.10.2013, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το όρθρο 89 ΑΚ κατά το οποίο όλα τα μέλη του σωματείου έχουν ίσα δικαιώματα.

Με τον τρίτο λόγο έφεσης (όπως ειπώθηκε) το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι υφίσταται γενική αρχή του ασφαλιστικού δικαίου περί μη αναζητήσεως των καταβληθεισών ασφαλιστικών εισφορών και αρχή σύμφωνα με την οποία οι εξαιρέσεις είναι στενά ερμηνευτέες. Και αυτός ο λόγος έφεσης κρίνεται νόμω αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος (όπως ειπώθηκε) δεδομένου ότι η ανωτέρω αρχή βρίσκει εφαρμογή μόνο επί υποχρεωτικής ασφάλισης και όχι επί αλληλοβοηθητικών ταμείων όπως εν προκειμένω με δικαίωμα ελεύθερης αποχώρησης των μελών καθώς στην περίπτωση των αλληλοβοηθητικών ταμείων εκλείπει η νομιμοποιητική βάση της υποχρεωτικής συμμετοχής ασφαλισμένων στο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας και συνεπώς δεν μπορεί να προβάλλεται ως λόγος η διακινδύνευση του δημοσίου ασφαλιστικού συστήματος.

Στην υπό κρίση περίπτωση δηλαδή υφίσταται ελευθερία διάθεσης ως προς την επιλογή στήριξης ή όχι του εκάστοτε αλληλοβοηθητικού ταμείου. Αντιθέτως, ratio της εν λόγω αρχής είναι η διασφάλιση του υποχρεωτικού συστήματος ασφάλισης του Δημοσίου και είναι ακριβώς το δημόσιο συμφέρον - ως έννοια ποιοτικά και ποσοτικά υπέρτερη του συμφέροντος του εκάστοτε αλληλοβοηθητικού Ταμείου συγκεκριμένων εργαζομένων - που προστατεύεται μέσω της εν λόγω αρχής και όχι το συμφέρον συγκεκριμένων εργαζομένων οι οποίοι μπορούν να αποφασίζουν ή όχι να συστήσουν μεταξύ τους αλληλοβοηθητικό Ταμείο.

Η ιδιωτική βούληση των εργαζομένων αυτών και η ελευθερία προσχώρησης ή αποχώρησης διαφοροποιεί ποιοτικά το είδος και τη σκοπιμότητα της επιστρεπτέας σε αυτούς παροχής, όταν και εφόσον αποφασίσουν να αποχωρήσουν από το Ταμείο. Δεν πρόκειται συνεπώς για μη ανεκτή εξαίρεση από τον κανόνα, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το εκκαλούν, αλλά για ποιοτικά διαφορετική περίπτωση και για διαφορετικό νομιμοποιητικό λόγο (δημόσιο συμφέρον - ιδιωτικό συμφέρον μελών αλληλοβοηθητικού Ταμείου,..).

Με τους δέκατο και ενδέκατο από τους λόγους της εφέσεώς του το εκκαλούν-εναγόμενο ισχυρίζεται πως ουδεμία παραβίαση του άρθρου 89 ΑΚ υπήρξε εκ μέρους του ούτε άλλωστε και οποιασδήποτε μορφής άνιση μεταχείριση μελών του ΤΑΔΙΘ μετά την τροποποίηση του καταστατικού του, όπως εσφαλμένως και κατά κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού δέχθηκε η εκκαλουμένη.

Πλην, όμως, απορριπτέοι κρίνονται ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν αμφότεροι οι σχετικοί λόγοι έφεσης και οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί, καθόσον όπως συνομολογεί το εκκαλούν-εναγόμενο ήδη κατέφυγε σε δανεισμό από τον Δ.Σ.Θ., προκειμένου να αποπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις από επιστροφή εισφορών, ενώ ουδόλως προέκυψε ότι εκποίησε Ομόλογο Ελληνικού Δημοσίου που κατέχει ούτε κανένα από τα ακίνητό του, όπως άλλωστε και το ίδιο συνομολογεί ώστε να ικανοποιήσει τις αξιώσεις των διαγραφέντων μελών του να εισπράξουν τμήμα μόνο των καταβληθεισών εισφορών τους, ήτοι μειωμένων κατά ποσοστό 22,5%.

Αντιθέτως, όπως αποδείχθηκε το εκκαλούν-εναγόμενο με τις ως άνω περιγραφόμενες ενέργειές του δημιούργησε πλέον μέλη τεσσάρων ταχυτήτων, ήτοι αυτούς που διεγράφησαν όλα τα έτη πριν την 31.12.2012 και εισέπραξαν πλήρως τις επιστρεπτέες εισφορές τους, αυτούς, που διεγράφησαν την 31.12./2012 (μέρος των εφεσιβλήτων - εναγόντων) και εισέπραξαν τμήμα μόνο των επιστρεπτέων εισφορών τους, αυτούς που διεγράφησαν την 31.12.2013 (μέρος των εφεσιβλήτων - εναγόντων) και δεν εισέπραξαν τίποτα από τις εισφορές τους και αυτούς που διεγράφησαν με το νέο καταστατικό και εισέπραξαν εισφορές του νέου αρθρου 33, αυτό δε προφανώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συνιστά άνιση μεταχείριση των μελών του Ταμείου και ευθεία παραβίαση του άρθρου 89 ΑΚ.

Με τον δέκατο τρίτο λόγο της εφέσεώς του το εκκαλούν ισχυρίζεται - όλως αορίστως άλλωστε - ότι επιδικάστηκαν τόκοι επί τόκων, πλην όμως κάθε ποσό των ένδικων επιστρεπτέων εισφορών των εναγόντων - εφεσιβλήτων αποδεικνύεται οπό τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις του εκκαλούντος, που και πρωτοδίκως προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως.

Εάν σ' αυτές περιλαμβάνονταν τόκοι, στο εναγόμενο και εκκαλούν εναπόκειτο να το προβάλλει κατ' ένσταση, κατά την οποία και όφειλε να προσδιορίσει με ακρίβεια και ποιο είναι το ποσό των τόκων που αναλογεί στον καθένα οπό εμάς, ως μόνο βαρυνόμενο με το βάρος της απόδειξης. Ωστόσο το εκκαλούν ούτε πρωτοδίκως αλλά ούτε και με την ένδικη έφεσή του προσδιορίζει το ποσό των τόκων, που όπως ισχυρίζεται περιλαμβάνεται στα ποσά που το ίδιο σημείωσε στις βεβαιώσεις που χορήγησε στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, μετά τούτα απορριπτέος ως αόριστος κρίνεται ο σχετικός ισχυρισμός και αντίστοιχος λόγος έφεσης...

απορριπτομένου του δεκάτου τετάρτου λόγου έφεσης περί εσφαλμένης κήρυξης της εκκαλουμένης απόφασης προσωρινά εκτελεστής, λόγω οικονομικής αδυναμίας του εκκαλούντος - εναγομένου, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως αβασίμου κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε το εκκαλούν-εναγόμενο διαθέτει ικανή περιουσία, ήτοι, αφενός, από τους προσκομιζόμενους μετ' επικλήσεως ισολογισμούς του εκκαλούντος των ετών 2013 και 2014, ευχερώς προκύπτει ότι το έτος 2013 διέθετε χρεόγραφα ύψους 3.733.699,60 ευρώ, και το 2014 διέθετε χρεόγραφα ύψους 3.292.929,60 ευρώ, τα οποίο είναι ευχερώς ρευστοποιήσιμα, καθώς και ικανή ακίνητη περιουσία, αφετέρου δε ομοίως από τους ίδιους ισολογισμούς του εκκαλούντος ευχερώς προκύπτει ότι το 2013 είχε οφειλόμενες εισφορές (από τα εναπομείναντα μέλη του) 2.878.117,16 ευρώ, ενώ το 2014 είχε οφειλόμενες εισφορές 4.077.148,56 ευρώ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 1650/2016 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία την από 24-2-2015 αγωγή των αναιρεσιβλήτων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 5 περ. α και 31 του παλαιού - προ της συγχωνεύσεως - καταστατικού του αναιρεσείοντος Ταμείου, οι αναιρεσίβλητοι-δικηγόροι, μέλη του αναιρεσείοντος Ταμείου, έχουν δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 87ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 12 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος να αποχωρήσουν και έχουν δικαίωμα να αξιώσουν την επιστροφή των εισφορών, που είχαν καταβάλει στο αναιρεσείον, με βάση δε τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 1650/2016 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία την από 24-2-2015 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 86, 87 εδ.

α, 89, 174 και 180 ΑΚ, και των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 12 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία διάταξη του καταστατικού ενός τέτοιου Ταμείου αλληλοβοήθειας, είναι ισχυρή και συμπορεύεται προς την εξακολουθούσα να ισχύει ειδική διάταξη του άρθρου 37 παρ. 1 του ΒΔ της 15/20.5.1920, με την οποία χορηγείται στα μέλη του το προβλεπόμενο από το καταστατικό του βοήθημα, μετά την αποχώρησή τους από την ενεργό υπηρεσία και τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων που τάσσονται προς τούτο.

Έτσι, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 560 αριθμός 1.α (και όχι 559 αριθμός 1.α ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) πρώτος λόγος της αιτήσεως, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ιδρύει η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όχι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1277/2017, ΑΠ 858/2011). Με τον εκ του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. (α) ΚΠολΔ (και όχι 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται από το αναιρεσείον η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, δεχόμενο με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι η με αριθμό 5/11.3.2014 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος Ταμείου, είναι άκυρη και παράνομη, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 101 εδ. (γ) ΑΚ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε ότι απαραδέκτως, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτείνεται ο ισχυρισμός περί εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας κατά το άρθρο 101 εδ. (γ) ΑΚ (άρθρα 577 παρ.3 561 παρ.2 ΚΠολΔ).

Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, καθώς και τον πρώτο πρόσθετο λόγο κατά το ένα σκέλος του ,από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, και κατά το άλλο σκέλος του από το άρθρο 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον αποδίδει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του α) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 31 και 27 του Καταστατικού του αναιρεσείοντος Σωματείου και τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, δεχόμενο, ότι η επιστροφή των εισφορών στα διαγραφέντα από το αναιρεσείον μέλη, δεν εξαρτάται από την προηγούμενη παραίτησή τους από το επάγγελμα της δικηγορίας.

Οι ως άνω λόγοι όσον αφορούν την παραβίαση των διατάξεων του Καταστατικού ελέγχονται ως απαράδεκτοι, αφού το Καταστατικό του αναιρεσείοντος (Ταμείου-σωματείου), αποτελεί σύμβαση και δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου και β) όσον αφορά την προσβαλλόμενη πλημμέλεια της παραβίασης των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμοι διότι το εφετείο, αφού διαπίστωσε εμμέσως κενό ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομμένων στα άρθρα 31 και 27 του Καταστατικού του αναιρεσείοντος προσέφυγε στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ και κατέληξε ότι: "από το άρθρο 31 σε συνδυασμό με το άρθρο 27 παρ. 1 του καταστατικού, προκύπτει ότι η επιστροφή των εισφορών στα διαγραφέντα από το Ταμείο μέλη, δεν εξαρτάται από την προηγούμενη παραίτησή τους από το επάγγελμα της δικηγορίας και επομένως, μετά την αποχώρησή τους παρέχεται η δυνατότητα να λάβουν τα χρήματα των εισφορών που τους αναλογούν".

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).

Δεν στοιχειοθετείται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας ευθέως απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό για οποιανδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ήτοι ότι δεν έλαβε υπ' όψη την ένσταση από το άρθρο 342 ΑΚ, που είχε νομίμως προτείνει, πρωτοδίκως και κατ' έφεση, αλλά ευθέως τον απέρριψε.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι το αναιρεσείον επικαλείται ότι το εφετείο ευθέως απέρριψε την ένσταση. Τέλος, ο τρίτος πρόσθετος λόγος από το άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 342 ΑΚ είναι απαράδεκτος ως αόριστος διότι δεν εκτίθενται καθόλου οι σχετικές παραδοχές του εφετείου.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όπως διευρύνθηκε με τους πρόσθετους λόγους, και να συμψηφισθούν στο σύνολο τα δικαστικά έξοδα κατ' άρθρο 179 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.3.2018 αίτηση του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" και τους από 8.4.2019 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1680/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα στο σύνολό τους.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ