Supreme Court dismisses appeal against defamation judgment due to lack of effective impact on the contested reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment in a defamation case. The appellant argued the lower court erred in interpreting EU directives regarding the truthfulness of the defendant's letter, but the court found this reasoning irrelevant. Since the appellate court had already rejected the claim based on the defendant's legitimate interest in sending the letter, the appellant's arguments failed to effectively impact the decision's operative part.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it does not effectively impact the operative part of the judgment, as the court may reject it on other grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 718 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 718/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΣΙΑ Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κοσμά και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Κρεμμύδα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3179/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1516/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/12/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 24/10/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29/12/2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1516/2014 απόφασης του Εφετεόυ Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 1516/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Το δικαστήριο αυτό, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 17-10-2011 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθ. 3179/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 18-6-2004 αγωγή της κατά του αναιρεσίβλητου με την οποία, επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά εναντίον της, καθώς και παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της, εξαιτίας των οποίων προσβλήθηκε η εμπορική της φήμη, η επαγγελματική της πίστη και το εμπορικό της μέλλον, ζήτησε, μετά παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι ο αναιρεσίβλητος υποχρεούται να της καταβάλλει για χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 600.000€ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ( αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου, είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού έχει λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα και σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος ως προς την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται η παράνομη προσβολή να είναι και υπαίτια.
Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, όποιος γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων.
Ως "υποστήριξη" νοείται ο ισχυρισμός των ειδήσεων ενώπιον τρίτων με επιχειρηματολογία υπέρ της αλήθειας τούτων, ενώ ως "διάδοση" νοείται η απλή ανακοίνωση των ισχυρισμών. Η υποστήριξη ή η διάδοση των ειδήσεων μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, δηλαδή γραπτώς ή προφορικώς, προς ένα ή περισσότερα πρόσωπα.
Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, εκθέτουν σε κίνδυνο ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στη διάταξη αγαθά, δηλαδή την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου. Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες και να αναφέρονται σε ορισμένα γεγονότα, επιπλέον δε να αποδεικνύονται και αναληθείς, με την έννοια να μην αληθεύει εξ ολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται αυτό παραποιημένο.
Αν το σχετικό γεγονός αληθεύει, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της ως άνω διάταξης. β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας. Δηλαδή, αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις πρέπει να γνωρίζει ή υπαιτίως (από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών. Το στοιχείο αυτό ανταποκρίνεται στην έννοια του πταίσματος και με τις δύο γνωστές μορφές (330 ΑΚ), δηλαδή του δόλου (γνώση της αναλήθειας) και της αμέλειας (άγνοια της αναλήθειας, επειδή δεν καταβλήθηκε η απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια).
Πρόθεση του διαδίδοντος να προξενήσει βλάβη στον θιγόμενο δεν απαιτείται. Η ζημία του βλαπτομένου πρέπει να προήλθε αιτιωδώς από τη διάδοση ή την υποστήριξη των αναληθών ειδήσεων, γ) Κίνδυνος για την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του προσώπου. Οι διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις πρέπει επιπλέον να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικώς σε κίνδυνο ένα από τα περιοριστικώς διαλαμβανόμενα στο πιο πάνω άρθρο αγαθά του φυσικού ή νομικού προσώπου.
Δεν αρκεί η διαπίστωση ότι αφηρημένως είναι ικανές να εκθέσουν σε κίνδυνο τα εν λόγω αγαθά. Ως πίστη του προσώπου νοείται η καλή γνώμη και υπόληψη την οποία έχουν τρίτοι σχετικά με την οικονομική και επαγγελματική κατάσταση του φυσικού ή νομικού προσώπου. Ως μέλλον αυτού νοείται η οικονομική και επαγγελματική βελτίωση.
Η πίστη, το μέλλον ή το επάγγελμα ενός προσώπου θεωρείται ότι βρίσκονται σε κίνδυνο, όταν δημιουργούνται δυσμενείς παραστάσεις σε τρίτους και ειδικότερα σ’ εκείνους με τους οποίους σχετίζεται κοινωνικά, οικονομικά ή επαγγελματικά και δ) Ζημία. Τελευταία, λοιπόν, προϋπόθεση για την ύπαρξη αξιώσεως από το άρθρο 920 ΑΚ, είναι η απόδειξη ζημίας, η οποία προκαλείται αιτιωδώς από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα πιο πάνω αγαθά.
Με βάση το άρθρο 920 ΑΚ ο θιγόμενος (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) μπορεί να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία κατ’ άρθρο 932 ΑΚ. Ειδικότερα τα νομικά πρόσωπα μπορούν να ζητήσουν αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, αν με την εις βάρος τους αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον.
Για να γεννηθεί η αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται, δηλαδή, σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο, σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως αυτές προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 ΠΚ. Από τις τελευταίες διατάξεις, με τις οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται τα κατά της τιμής διαπραττόμενα αδικήματα, με τη βασική τριπλή διάκριση της εξύβρισης, δυσφήμησης και συκοφαντικής δυσφήμησης, συνάγεται, ότι μ’ αυτές προστατεύονται μόνο τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία είναι φορείς του εννόμου αγαθού της τιμής, που θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας αυτού, καθώς και της υπόληψης που θεμελιώνεται επί της κοινωνικής αξίας αυτού, σε αντίθεση με τα νομικά πρόσωπα, που δεν είναι φορείς αυτών των εννόμων αγαθών και συνεπώς δεν μπορούν να προσβληθούν κατά την τιμή και την υπόληψή τους.
Ειδικά, όμως, προκειμένου περί εταιρειών, που έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα, ο Ποινικός Κώδικας με το άρθρο 364 έκρινε άξιες προστασίας μόνο τις ανώνυμες εταιρείες, αλλά και η προστασία αυτή είναι περιορισμένη, αφού παρέχεται μόνο όταν προσβάλλεται η οικονομική και επιχειρηματική οντότητα της και η εμπιστοσύνη του κοινού προς αυτή.
Για τις λοιπές εταιρείες δεν γίνεται λόγος. Επομένως απομένει η προστασία που παρέχουν οι ως άνω διατάξεις των άρθρων, του αστικού δικαίου (57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ) και με βάση αυτές οι άνω εταιρείες μπορούν να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικώς το εμπορικό τους μέλλον.
Η αξίωση αυτή αποκλείεται όταν η πράξη έγινε για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, οπότε δεν είναι παράνομη, δηλαδή, στην περίπτωση συνδρομής κάποιας από τις προβλεπόμενες στο άρθρ. 367 παρ.1 ΠΚ προϋποθέσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του δράστη τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα.
Τούτο διότι, οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται, αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ, ώστε, όταν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας αυτών, αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων και εκδηλώσεων, κατ’ αρχήν, αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.
Υπό περιστάσεις δε, υπάρχει δικαιολογημένο ενδιαφέρον και σε σχέση με εκδηλώσεις, που τείνουν σε αποτροπή πιθανού κινδύνου για τη ζωή και την περιουσία ανθρώπων από πρόσωπο που έχει εξειδικευμένες γνώσεις επί του θέματος. Κατ` εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367, και παραμένει η ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.
Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ` αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου.
Από τα ως άνω προκύπτει, ότι στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 και 2 ΠΚ η συνδρομή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος (όπως η διαφύλαξη- προστασία δικαιώματος) στο πρόσωπο του δράστη, η οποία αποτελεί λόγο άρσης του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων του, παρέχει βάση αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) αυτού, με την οποία αποκρούεται η αξίωση του παθόντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία προσβολής της τιμής και της υπόληψης του φυσικού προσώπου ή της εμπορικής πίστης, της επαγγελματικής υπόληψης και του εμπορικού μέλλοντος του νομικού προσώπου (ΑΠ 882/2013), ενώ η συνδρομή εκδηλώσεων και περιστάσεων από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ παρέχει βάση αντένστασης προβαλλόμενη από τον παθόντα κατά της παραπάνω ένστασης του δράστη (ΑΠ 632/2015, ΑΠ 2032/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ετερόρρυθμη εταιρεία έχει συσταθεί το έτος 1984 και δραστηριοποιείται στον τομέα των εισαγωγών, αντιπροσωπεύσεων και διανομών προϊόντων υψηλής τεχνολογίας κυρίως αμερικανικής προέλευσης, κατάλληλων για υδραυλικές και μονωτικές εφαρμογές, καθώς και για εφαρμογές διανομής αερίων και άλλες συναφείς.
Στα πλαίσια των ως άνω δραστηριοτήτων της, η εκκαλούσα από το έτος 1997 εισάγει και διαθέτει στην ελληνική αγορά τους εύκαμπτους [αυλακωτούς] ανοξείδωτους χαλυβδοσωλήνες [...] παραγωγής της αμερικανικής εταιρείας οι οποίοι προορίζονται για χρήση σε εσωτερικές εγκαταστάσεις φυσικού αερίου, ήτοι από τον εξωτερικό μετρητή έως τις συσκευές κατανάλωσης και είναι κατάλληλοι για εφαρμογές σε δίκτυα με πίεση λειτουργίας έως 0,35 bar.To ανωτέρω προϊόν υπάγεται στις ρυθμίσεις του προαναφερόμενου Κανονισμού και της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ της 21-12-1988 "για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τα προϊόντα του τομέα δομικών κατασκευών", όπως προκύπτει από το υπ’ αριθ. .../21-6-2005 έγγραφο του ..., σύμφωνα με το οποίο τα προϊόντα και οι εσωτερικές εγκαταστάσεις αερίου υπάγονται στην ανωτέρω οδηγία.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι το προϊόν ..., που εισάγει η εκκαλούσα στην Ελλάδα, υπάγεται στις ρυθμίσεις της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ, η οποία έχει ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο με το Π.Δ. 334/1994 ορθώς εφάρμοσε το νόμο, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τους πρώτο, δεύτερο και έκτο λόγους έφεσης περί μη εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ, αλλά της οδηγίας 97/23/ ΕΕ, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι κατά τον χρόνο σύνταξης του ως άνω Κανονισμού οι εύκαμπτοι [αυλακωτοί] ανοξείδωτοι χαλυβδοσωλήνες ήταν ένα νέο, σε παγκόσμιο επίπεδο, προϊόν για τις εσωτερικές εγκαταστάσεις αερίων καυσίμων, το οποίο α] δεν έφερε τη σήμανση CE,σύμφωνα με το Π.Δ 334/1994, επειδή δεν υπήρχε ευρωπαϊκό εναρμονισμένο πρότυπο, β] δεν είχε πιστοποιηθεί με βάση ευρωπαϊκή τεχνική έγκριση και γ] δεδομένου ότι δεν υπήρχε ευρωπαϊκό εναρμονισμένο πρότυπο ούτε ελληνικό εθνικό πρότυπο, δεν είχε πιστοποιηθεί με βάση εθνικό πρότυπο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμβατό με τον Κανονισμό, από αρμόδιο προς τούτο φορέα.
Επομένως, το ανωτέρω προϊόν θα μπορούσε να κυκλοφορήσει νόμιμα στην ελληνική αγορά, αν είχε πιστοποιηθεί με βάσει πρότυπο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο ήταν συμβατό με τον Κανονισμό, τέτοιο δε πρότυπο κατά τον χρόνο σύνταξης του Κανονισμού ήταν το γερμανικό ... = ...]. Ο εφεσίβλητος είναι μηχανολόγος μηχανικός με εξειδίκευση στις εσωτερικές εγκαταστάσεις φυσικού αερίου και επιστημονικός συνεργάτης του Τμήματος Μηχανολόγων Μηχανικών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης [ΑΠΘ], είναι δε εκπρόσωπος α] του ΑΠΘ στον Ελληνικό Οργανισμό Τυποποίησης [...] και ειδικότερα στην Τεχνική Επιτροπή ...", 1996, β] του ...
στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης ... και ειδικότερα στην Τεχνική Επιτροπή για εγκαταστάσεις αερίου ...", η οποία συντάσσει τα ευρωπαϊκά πρότυπα για τις εγκαταστάσεις αερίου και γ] του ... στις Επιτροπές Προγραμματισμού της ... για ζητήματα αερίων καυσίμων "..." (και "...", καθώς και συγγραφέας τεσσάρων βιβλίων με αντικείμενο τις εγκαταστάσεις και χρήσεις αερίου.
Για τους λόγους αυτούς τον Μάϊο του έτους 2000 ορίστηκε από την αρμόδια υπηρεσία [...) κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού ...] εισηγητής της Επιτροπής σύνταξης του ... εσωτερικών εγκαταστάσεων φυσικού αερίου με πίεση λειτουργίας έως και 1 bar,το οποίο [σχέδιο] μετά από ορισμένες τροποποιήσεις τέθηκε σε ισχύ με την προαναφερόμενη υπ’ αριθ.
Δ3/Α/11346/30-6-2003 Κ.Υ.Α. των Υπουργών ... και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. Η εκκαλούσα εταιρεία ήδη από του έτους1997 είχε υποβάλλει στη ΔΕΠΑ τα αναφερόμενα στο από 27-1-1997 έγγραφο της στοιχεία, τα οποία αφορούσαν τους εύκαμπτους ανοξείδωτους χαλυβδοσωλήνες [... [...], ζητώντας από την τελευταία να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για αποδοχή της χρήσης αυτών στην κατασκευή εσωτερικών δικτύων φυσικού αερίου στα κτίρια, ενώ το έτος 2000 ξεκίνησε επαφές με τον εφεσίβλητο, υποβάλλοντας και σχετικό τεχνικό φάκελο, προκειμένου οι εν λόγω σωλήνες να συμπεριληφθούν στον υπό σύνταξη Κανονισμό.
Κατόπιν αυτού, ο εφεσίβλητος με την από 7-3-2000 επιστολή του γνωστοποίησε στην εκκαλούσα ότι οι συγκεκριμένοι σωλήνες έχουν πιστοποιηθεί με βάση το αμερικανικό πρότυπο ..., σύμφωνα με το οποίο αυτοί υποβάλλονται σε δοκιμή για μια ώρα σε θερμοκρασία 1000ο F (534ο C], ενώ το ελληνικό Σχέδιο Κανονισμού "Εσωτερικές εγκαταστάσεις φυσικού αερίου με πίεση λειτουργίας έως και 50 mb" προβλέπει ως θερμοκρασία σχεδιασμού των εγκαταστάσεων τους 650ο C [αντοχή για 30 λεπτά], επειδή η θερμοκρασία ανάφλεξης του φυσικού αερίου είναι περίπου 650ο C, καθώς και ότι για να επιτραπεί η εισαγωγή των ως άνω σωλήνων στο ελληνικό Σχέδιο Κανονισμού, θα πρέπει αυτοί να δοκιμαστούν για στεγανότητα στους 650ο C για 30 λεπτά της ώρας και ότι αντίστοιχη δοκιμή προβλέπεται από τον γερμανικό κανόνα ......7.1999, ο οποίος στηρίζεται στο γερμανικό πρότυπο-...
που είναι σε ισχύ και έχει υιοθετηθεί από το ελληνικό Σχέδιο Κανονισμού για εύκαμπτους σωλήνες σύνδεσης των συσκευών αερίου. Συνέστησε δε στην εκκαλούσα να απευθυνθεί σε αναγνωρισμένο κέντρο δοκιμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως π.χ το κέντρο δοκιμών τη ..., και να ζητήσει την πιστοποίηση των σωλήνων της με βάση τον ως άνω γερμανικό κανόνα, ώστε να αποδεικνύεται η συμβατότητα αυτών με τις ελληνικές απαιτήσεις.
Η εφεσίβλητη ( προφανώς εννοεί εκκαλούσα) πράγματι απευθύνθηκε στο κέντρο δοκιμών της ..., δεν ζήτησε όμως την πιστοποίηση του προϊόντος της με βάση τον γερμανικό κανόνα ......7.1999, αλλά μόνο τη δοκιμή αντοχής αυτού σε θερμοκρασία 650ο C, η οποία πραγματοποιήθηκε και είχε θετικό αποτέλεσμα. Ακολούθως, τον Ιανουάριο του έτους 2004 η εκκαλούσα καταχώρισε διαφήμιση, στα τεχνικά περιοδικά ... [σελ.7, τεύχος 152] και ο Υδραυλικός & ο εγκαταστάτης-συντηρητής καυστήρων [σελ.26 , τεύχος 1376], στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι ο εύκαμπτος ανοξείδωτος χαλυβδοσωλήνας ...
διαθέτει πιστοποίηση συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του Κανονισμού εσωτερικών εγκαταστάσεων φυσικού αερίου [ΦΕΚ Β’ 963 /15-7-2003], η οποία [πιστοποίηση] έχει εκδοθεί από την TUV, καθώς και ότι είναι νόμιμα πιστοποιημένος για εφαρμογές σε δίκτυα καυσίμων αερίων έως 350 mbar από ..., .... Οι καταχωρήσεις αυτές περιήλθαν σε γνώση του εφεσιβλήτου, ο οποίος, επειδή γνώριζε το περιεχόμενο του τεχνικού φακέλου, που η εκκαλούσα είχε προηγουμένως υποβάλει στην Επιτροπή σύνταξης του ...
Κανονισμού εσωτερικών εγκαταστάσεων φυσικού αερίου με πίεση λειτουργίας έως και 1 bar, δεδομένου ότι είχε οριστεί εισηγητής της Επιτροπής, όπως πιο πάνω αναφέρεται, έκρινε ότι οι ανωτέρω καταχωρίσεις είναι ανακριβείς και για το λόγο αυτό συνέταξε την από 17-2-2004 επιστολή με αποδέκτες τους 1] Υπουργό …, 2] Γ.Γ Υπουργείου …, 3] Νομική Υπηρεσία Υπουργείου …, 4] …, 5] Υπουργό …, 6] Υπουργό …, 7] Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, 8] … Α.Ε., 9] ... ..., 10] ...., 11] … Αττικής, 12] …, 13] ..., 14] Αρχηγείο ..., Δ/νση Προληπτικής Πυροπροστασίας, 15] ...
Ελλάδος, 16] …, ... Έργου, 17] …] Α.Ε και 18] ..., η οποία [επιστολή] είχε το ακόλουθο περιεχόμενο : "Αξιότιμοι κυρίες και κύριοι, με έκπληξη είδα σε τεχνικά περιοδικά [... , σελ 7, τεύχος … του ... και ...] διαφήμιση της ... Ε.Ε. ότι οι εύκαμπτοι ανοξείδωτοι χαλυβδοσωλήνες αερίου γνωστοί ως ... [...], τους οποίους διαθέτει, έχουν πιστοποίηση συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του Τεχνικού Κανονισμού "Εσωτερικές Εγκαταστάσεις φυσικού αερίου με πίεση λειτουργίας έως και 1 bar", η οποία πιστοποίηση εκδόθηκε από την ...
και την ... [βλέπετε τα συνημμένα φωτοαντίγραφα 1 και 2]. Από τα δύο έγγραφα, Πιστοποιητικό από την ... και Βεβαίωση Ελέγχου από την ..., διαπιστώνεται ότι οι δύο οργανισμοί επιθεώρησης- πιστοποίησης δεν πραγματοποίησαν καμία από τις αναγκαίες για την πιστοποίηση δοκιμές, οι οποίες επιβάλλονται από την Οδηγία 89/ 106/ΕΟΚ και το πρότυπο ... ..., αλλά προέβησαν στις πιστοποιήσεις τους με βάση τον υποβληθέντα Τεχνικό Φάκελο.
Καθ’ όσον γνωρίζω στον Τεχνικό Φάκελο περιέχεται έγγραφο της ... ... [βλέπετε το συνημμένο φωτοαντίγραφο 3], στο οποίο αναφέρεται ότι εκτελέσθηκαν από την ... ορισμένες δοκιμές και ήταν θετικές , αλλά για να απονεμηθεί Πιστοποιητικό της ... [...] απαιτούνται και άλλες πρόσθετες δοκιμές. Από τον Τεχνικό Κανονισμό "Εσωτερικές Εγκαταστάσεις φυσικού αερίου με πίεση λειτουργίας έως και 1 bar" για την ικανοποίηση της Οδηγίας 89/106/ΕΟΚ ζητούνται και άλλες δοκιμές, όπως τονίζει και η ..., η οποία, εκτός των άλλων, είναι αρμόδια και για τον αντίστοιχο γερμανικό Κανονισμό.
Τα αμερικανικά πιστοποιητικά που διαθέτει η Εταιρία ... Ε.Ε. δεν ικανοποιούν τις απαιτήσεις που καθορίζονται από την Οδηγία 89/106/ΕΟΚ και το πρότυπο ... ..., ενώ σε καμία περίπτωση δεν είναι αποδεκτά στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν η εταιρία ... EE διέθετε στον Τεχνικό Φάκελο βεβαιώσεις για πλήρεις δοκιμές, τότε δεν θα χρειαζόταν να απευθυνθεί και στην ...
και την .... Το Πιστοποιητικό θα της είχε αποδοθεί από τον οργανισμό, ο οποίος εξετέλεσε τις πλήρεις δοκιμές. Οι δύο οργανισμοί επιθεώρησης- πιστοποίησης, προφανώς, κακώς εξέδωσαν αντίστοιχα το Πιστοποιητικό [...] και τη Βεβαίωση Ελέγχου [...]. Δεν είναι δυνατόν πιστοποιημένος ευρωπαϊκός οργανισμός επιθεώρησης-πιστοποίησης [η ...] να αρνείται λόγω μη πληρότητος των δοκιμών την έκδοση του πιστοποιητικού [...], το οποίο είναι απαραίτητο για την πιστοποίηση των απαιτήσεων της Οδηγίας 89/106/ΕΟΚ και κατ’ επέκταση του ελληνικού Τεχνικού Κανονισμού, και οι ελληνικοί οργανισμοί να πιστοποιούν την καταλληλότητα.
Έτσι δημιουργείται το μείζον πρόβλημα αφ’ ενός να θεωρεί [δικαιολογημένα] η Εταιρία ... EE ότι το υλικό της πράγματι ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Τεχνικού Κανονισμού "Εσωτερικές Εγκαταστάσεις φυσικού αερίου με πίεση λειτουργίας έως 1 bar" και αφ’ ετέρου να παραπλανώνται οι Έλληνες πολίτες ως προς την πιστοποίηση της καταλληλότητας των σωλήνων ...
για χρήση στις εσωτερικές εγκαταστάσεις φυσικού αερίου. Οι σωλήνες ... πιθανώς να είναι κατάλληλοι για χρήση στις εσωτερικές εγκαταστάσεις φυσικού αερίου, η καταλληλότητά τους, όμως, δεν έχει αποδειχθεί ακόμη. Δημιουργείται άρα ένα πρόβλημα ασφαλείας, το οποίο θα θέσει πιθανώς σε κίνδυνο ζωές και περιουσίες.
Παρακαλώ να προβείτε στις αναγκαίες ενέργειες ώστε να ανακληθούν οι δύο Πιστοποιήσεις και αυτό να ανακοινωθεί στην Εταιρία ... EE [η οποία εν τέλει είναι και αυτή θύμα της υπόθεσης] όπως και ότι η συνέχιση των διαφημίσεων αποτελεί παραπλανητική διαφήμιση, η οποία πιθανώς θα δημιουργήσει κινδύνους σε ζωές και περιουσίες.
Περαιτέρω επισημαίνω ότι προκύπτει ένα πρόβλημα, το οποίο αφορά το πώς οι δύο οργανισμοί επιθεώρησης- πιστοποίησης εξέδωσαν αντίστοιχα το Πιστοποιητικό [...] και τη Βεβαίωση Ελέγχου [...], ενώ η έκδοση τους με βάση τον Τεχνικό Φάκελο δεν στοιχειοθετείται. Δημιουργήθηκε έτσι κακή εντύπωση για ευκολία πιστοποίησης προϊόντων, χωρίς αυτά να πληρούν όλες τις αντίστοιχες απαιτήσεις.
Είμαι στη διάθεσή σας για κάθε περαιτέρω πληροφορία". Όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, το περιεχόμενο της ανωτέρω επιστολής ήταν αληθές, καθόσον, κατά τον χρόνο σύνταξης αυτής, το προϊόν της εκκαλούσας ήταν πιστοποιημένο με βάση το αμερικανικό πρότυπο ..., όχι όμως και σύμφωνα με τον Κανονισμό εσωτερικών εγκαταστάσεων φυσικού αερίου με πίεση λειτουργίας έως και 1 bar, ενώ κατά τον ίδιο χρόνο οι φορείς ...
και ... δεν είχαν διαπιστευθεί από το ... Α.Ε. [...] ως φορείς πιστοποίησης εύκαμπτων κυματοειδών σωλήνων από ανοξείδωτο χάλυβα για αέρια καύσιμα και, ως εκ τούτου, δεν είχαν δικαίωμα να εκδίδουν πιστοποιητικά συμμόρφωσης προϊόντων με τις απαιτήσεις του ως άνω Τεχνικού Κανονισμού [βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. ...19-9-2005 έγγραφο του ....
και υπ’ αριθ. πρωτ. .../27-1-2005 έγγραφο του Υπουργείου ...]. Εξάλλου, ο εφεσίβλητος προέβη στη σύνταξη της ανωτέρω επιστολής από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς αποτροπή πιθανού κινδύνου για ζωές και περιουσίες από τη χρήση των συγκεκριμένων σωλήνων σε εσωτερικές εγκαταστάσεις φυσικού αερίου, το οποίο [ενδιαφέρον] πήγαζε από την προαναφερόμενη εξειδίκευσή του στο θέμα των εν λόγω εγκαταστάσεων και την υπευθυνότητα με την οποία αυτός αντιμετώπιζε το συγκεκριμένο ζήτημα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι στη συνέχεια το προϊόν της εκκαλούσας πιστοποιήθηκε από τη ... ... = ...], ο δε εφεσίβλητος, με την από 16-12-2005 επιστολή του προς αυτήν [εκκαλούσα] της εξέφραζε την ικανοποίηση του και της κατέστησε γνωστό ότι στην επικείμενη αναθεώρηση του ευρωπαϊκού προτύπου ... για εσωτερικές εγκαταστάσεις αερίων καυσίμων σε κτίρια, η εισήγησή του για την εισαγωγή των εύκαμπτων ανοξείδωτων χαλυβδοσωλήνων στους αντίστοιχους ελληνικούς τεχνικούς κανονισμούς είναι θετική".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει την αγωγή της κατά του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει το ποσό των 600.000€ για χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την διάδοση των αναφερομένων στην επιστολή του ειδήσεων σχετικά με το προϊόν της, υποστηρίζοντας ότι ήταν αναληθείς και εκθέτουν σε κίνδυνο την εμπορική της φήμη, την επαγγελματική της πίστη και το εμπορικό της μέλλον και προσβάλλουν την προσωπικότητά της.
Ειδικότερα, από το σύνολο των παραδοχών της απόφασης προκύπτει ότι δέχτηκε ότι το περιεχόμενο της επιστολής του αναιρεσίβλητου, σχετικά με όσα διέδωσε για την πιστοποίηση του προϊόντος που εμπορευόταν η αναιρεσείουσα, ήταν αληθές, δεδομένου ότι, κατά το χρόνο σύνταξης αυτής, το προϊόν ήταν πιστοποιημένο με βάση το αμερικάνικο πρότυπο ..., όχι όμως και σύμφωνα με τον Κανονισμό εσωτερικών εγκαταστάσεων φυσικού αερίου με πίεση λειτουργίας έως 1 bar και οι φορείς ...
και ... δεν είχαν διαπιστευθεί από το ... ΑΕ, ως φορείς πιστοποίησης εύκαμπτων κυματοειδών σωλήνων από ανοξείδωτο χάλυβα για αέρια καύσιμα και δεν είχαν δικαίωμα να εκδίδουν πιστοποιητικά συμμόρφωσης προϊόντων με τις απαιτήσεις του ως άνω Κανονισμού. Περαιτέρω δε με επάλληλη αιτιολογία, για την περίπτωση δηλαδή, που τα ως άνω δεν ήταν αληθή, το Εφετείο δέχτηκε, ότι αυτός (αναιρεσίβλητος) προέβη στη σύνταξη της άνω επιστολής, (εννοώντας με το προαναφερόμενο περιεχόμενο) από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και, ειδικότερα, για την αποτροπή κινδύνου για ζωές και περιουσίες από τη χρήση των συγκεκριμένων σωλήνων σε εσωτερικές εγκαταστάσεις φυσικού αερίου, ενόψει της εξειδίκευσής του στο ζήτημα και της υπευθυνότητας με την οποία το αντιμετώπιζε, λόγω, προφανώς, των αναφερομένων ιδιοτήτων του και της ενασχόλησής του με αυτό.
Με τις κρίσεις του αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ.1γ ΠΚ για την άρση του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων του αναιρεσίβλητου, καθόσον τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος στο πρόσωπό του, ανταποκρινόταν στο πραγματικό των κανόνων αυτών, οι οποίοι, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, εφαρμόζονται, για την ενότητα της έννομης τάξης αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ανεξαρτήτως αν ο φορέας του προσβαλλόμενου δικαιώματος είναι και υποκείμενο των ποινικών διατάξεων, που προαναφέρθηκαν.
Δεν στέρησε δε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα και δεν απαιτείτο η παράθεση άλλων, καθόσον δέχτηκε ότι το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του αναιρεσείοντος σκοπούσε στην προστασία της ζωής και της περιουσίας προσώπων από τη χρήση των σωλήνων που εμπορευόταν η αναιρεσείουσα και πήγαζε από τις ειδικές γνώσεις και την ενασχόληση, που είχε στο ζήτημα των άνω εγκαταστάσεων φυσικού αερίου.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το σχετικό του σκέλος, με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης.
Στην περίπτωση δε που πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης θα πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ότι προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα ή κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις από τον εφεσίβλητο) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 354/2011, ΑΠ 367/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το σχετικό του σκέλος προβάλλει, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την ένσταση του αναιρεσίβλητου, ότι αυτός προέβη στη σύνταξη της άνω επιστολής με το προαναφερόμενο περιεχόμενο από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και απέρριψε την αγωγή του, δεν έλαβε όμως υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό της (αντένσταση), που προέβαλε με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της σε αντίκρουση της άνω ένστασης, ότι η ενέργεια του αναιρεσίβλητου να συντάξει και να απευθύνει την ένδικη επιστολή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο σε όλους τους αναφερόμενους αποδέκτες και όχι μόνο στο αρμόδιο Υπουργείο ..., υπερέβαινε κάθε επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο προς ικανοποίηση του όποιου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος.
Επιπλέον, από τον τρόπο της εκδήλωσης και υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η συγκεκριμένη πράξη της διάδοσης αναληθών ειδήσεων, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, ο οποίος (ισχυρισμός) ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι σε περίπτωση παραδοχής του θα οδηγούσε στην απόρριψη της άνω ένστασης και στην παραδοχή της αγωγής της.
Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, εάν ο πιο πάνω ισχυρισμός της, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προτάθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο και περαιτέρω ούτε γίνεται επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, που να δικαιολογεί την προβολή του ισχυρισμού αυτού για πρώτη φορά στο Εφετείο.
Από την παραδεκτή δε επισκόπηση, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα με την έφεσή της δεν παραπονέθηκε για την απόρριψη "σιγή" από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τέτοιου ισχυρισμού, όπως θα έπρεπε, εάν τον είχε προβάλλει με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιόν του, τις οποίες, σημειωτέον, ούτε και προσκόμισε στον Άρειο Πάγο, ούτε προέβαλε με την έφεσή της, υπό τη συνδρομή των προϋποθέσων των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, τέτοιο ισχυρισμό, αλλά αρκέστηκε με τον πέμπτο λόγο αυτής στην άρνηση ύπαρξης στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος για τα όσα ανέφερε στην επιστολή του για το προϊόν της και συνεπώς ο άνω λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, απορριπτέος είναι ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το σκέλος του με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, σε σχέση με τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό (αντένσταση) της αναιρεσείουσας από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού ο από τον αριθ. 1 λόγος προϋποθέτει κρίση περί της νομικής βασιμότητάς του, ο δε από τον αριθ. 19 προϋποθέτει εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναίρεσης, διότι οι κατ’ αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς ( ΑΠ 437/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά τα σχετικά του σκέλη προβάλλει αιτιάσεις από τους αριθ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο με το να δεχτεί, ότι το περιεχόμενο της επιστολής του αναιρεσίβλητου ήταν αληθές και να απορρίψει εντεύθεν την αγωγή του, εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις της Οδηγίας 89/106/ΕΟΚ, που μεταφέρθηκε στην Ελλάδα με το υπ’ αριθ. 334/1994 ΠΔ και του Κανονισμού εσωτερικών εγκαταστάσεων φυσικού αερίου με πίεση λειτουργίας έως και 1 bar, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 8 του ν. 2364/1995 και κυρώθηκε με την ΚΥΑ Δ3/Α/11346/2003, που εφάρμοσε και της Οδηγίας 97/23/ΕΕ, που μεταφέρθηκε στην Ελλάδα με την ΚΥΑ 16287/330/1999, που δεν εφάρμοσε και δεν την έλαβε υπόψη, παρόλον ότι προτάθηκε από αυτή και περαιτέρω στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι δέχτηκε τα παραπάνω χωρίς αιτιολογία.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι το Εφετείο απέρριψε την ασκούμενη με την αγωγή αξίωση και με την άνω επάλληλη αιτιολογία, ότι δηλαδή και αν τα όσα διέδωσε ο αναιρεσίβλητος με το περιεχόμενο της επιστολής του για το προϊόν της δεν ήταν αληθή, αυτός (αναιρεσίβλητος) προέβη στη σύνταξη της άνω επιστολής με το προαναφερόμενο περιεχόμενο από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και η οποία αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι δεν επλήγη αποτελεσματικά, αφού ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά τα σχετικά του σκέλη, με τον οποίο βάλλεται, απορρίφθηκε κατά τα παραπάνω.
Περαιτέρω, απορριπτέοι για τον ίδιο λόγο είναι και ο δεύτερος από τον αριθ. 20 και ο τρίτος από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η ίδια παραπάνω αιτιολογία της απόφασης. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 47/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-12-2014 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "... Ε.Ε." για αναίρεση της υπ’ αριθ.1516/2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ