Legislator Case Law & Legislation
718/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court correctly applied law and evidence rules.

Case Number 718/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court of the Aegean's final decision. The appellant argued procedural errors regarding evidence and property rights, but the court found the lower court's reasoning logically sound and free of contradictions. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on correct legal reasoning and evidence, and no grounds for retrial exist under the law.

Keywords

AI generated
appeal admissibility code of civil procedure legal reasoning review evidence admissibility legal costs allocation property rights dispute inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 718 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 718/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ά.-Α. συζ. Π. Κ. κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αναστάσιο Κουμουτσάρη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 2) κληρονόμων Ά. χας Γ. Σ., το γένος Α. Σ. Σ. Σ. Σ. (αρχικής 2ης ενάγουσας), ήτοι: α) Γ. συζ. Β. Μ., το γένος Γ. και Ά. Σ., κατοίκου ..., β)Θ. συζ. Α. Μ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ..., και γ) Ε. Γ. Σ., κατοίκου ..., 3) κληρονόμων Σ. συζ. Ε. Κ., το γένος Α. και Μ. Β. (αρχικής 3ης ενάγουσας), ήτοι: α) Ε. Κ. Κ., κατοίκου ..., β) Ι. Ε. Κ., κατοίκου ..., γ) Α. Ε. Κ., κατοίκου ..., και δ) Κ. Ε. Κ., κατοίκου ..., 4) κληρονόμου Ε. Β. του Α. και Μ. (αρχικού 4ου ενάγοντος), ήτοι Χ. χήρας Ε. Β., το γένος Σ. Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν άπαντες, από την πληρεξούσια δικηγόρο Μελπομένη Δασκαλάκη

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136ΤΠ/1998 ΚΑΙ 56/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου,121/2007 Εφετείου Αιγαίου που διέταξε νέες αποδείξεις και 106/2014 οριστική του ως άνω δικαστηρίου .

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 25-11-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 16-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ’ άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο ... "Αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", (αρ. 8), ακόμη: "Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη, αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν" (αρ. 11), περαιτέρω δε: "Αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο" (αρ. 14) και, επίσης: "Αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ. 19).

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτιάται, ότι το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου με την προσβαλλομένη 106/2014 απόφασή του υπέπεσε στο υπ’ αρ. 14 σφάλμα, υπό την έννοια ότι αντιμετώπισε ως παραδεκτή, (παρά την εμφιλοχωρήσασα αοριστία) την αγωγική βάση της χρησικτησίας, η, οποία (κατά την αναιρεσείουσα) απαραδέκτως είχε τραπεί (με τις προτάσεις) από τακτική σε έκτακτη τοιαύτη.

Προσέτι, με τους λόγους αναιρέσεως δεύτερο, τρίτο και έκτο προσάπτεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι υπέπεσε στην υπ’ αρ. 8 πλημμέλεια και, ακόμη, στον τρίτο λόγο αναιρέσεως, γίνεται μνεία ότι το εν λόγω δικαστήριο υπέπεσε (και) στην πλημμέλεια υπ’ αρ. 14. Ειδικότερα: Στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψιν μη προταθέντα πράγματα εν σχέσει προς την έκτακτη χρησικτησία, δεχθέν την μεταβολή της αγωγικής βάσεως από τακτική σε έκτακτη χρησικτησία.

Η αναιρεσείουσα μέμφεται δηλαδή, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχθέν ανεπιτρέπτως ως επιτρεπτή την μεταβολή της βάσεως της αγωγής, κατά τα ως άνω, υπό το δεδομένο της προρρηθείσης αοριστίας, παρασύρθηκε στο αντιστοίχως καταλογιζόμενο σφάλμα, όπως προειπώθηκε. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως καταλογίζεται, ότι υπό την προπαρατεθείσα αοριστία, καθόσον αφορά στην αγωγική βάση της τακτικής χρησικτησίας, καθίστατο επιβεβλημένη η κήρυξη του αντιστοίχου απαραδέκτου και αφού το Εφετείο απαραδέκτως δέχθηκε ως επιτρεπτό το ανεπίτρεπτο, κατά τα άνω αναπτυσσόμενα, διολίσθηκε στην πλημμέλεια της παραδοχής μη προταθέντων πραγμάτων.

Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ψέγει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την πληττομένη απόφασή του, (κι αφού το Πρωτοδικείο είχε δεχθεί τόσο τον παράγωγο βάσει κληρονομικής διαδοχής τρόπο της κτήσεως της κυριότητος του επιδίκου ακινήτου υπό των εναγόντων, ήτοι την κυρία βάση της αγωγής, όσο και τις επικουρικές αγωγικές βάσεις της κτήσεως πρωτοτύπως της κυριότητος, δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία), προχώρησε στην απόρριψη της κυρίας αγωγικής βάσεως, καθώς και την στηριζομένη στην τακτική χρησικτησία επικουρική βάση, την οποία έπρεπε να απέρριπτε ως απαραδέκτως ασκηθείσα.

‘ Ετσι όμως που έκρινε, δέχθηκε πράγματα αντίθετα προς εκείνα, που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς αντέφεση και χωρίς μεταβιβαστική εξουσία. Ωσαύτως, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ψέγεται το Εφετείο, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια της λήψεως υπόψιν χωρίς νόμιμη επίκληση των εγγράφων από τους αναιρεσιβλήτους.

Περαιτέρω, με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψιν με την προσβαλλομένη απόφασή του την έκθεση από 24-3-2009 πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Ι. Μ., στην οποία μνημονεύεται, ότι ελήφθη υπόψιν και συνεκτιμήθηκε (και) η …/14-5-1998 ένορκη βεβαίωση του Γ. Α., για την οποία το εν λόγω Εφετείο αποφάνθηκε ότι ήταν απαράδεκτη.

Επίσης, με τον ένατο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα κακίζει το Εφετείο, ότι από την σχετική διατύπωση στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι ελήφθησαν υπόψιν οι αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1992. Ακόμη, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά στο ζήτημα της παραδοχής εν σχέσει προς την δι’ έκτακτης χρησικτησίας κτήση της κυριότητος του διαφιλονικουμένου ακινήτου, ζήτημα μη προβληθέν με την αγωγή, στην οποία γίνεται επίκληση μόνον ο παράγωγος τρόπος και επικουρικώς η τακτική χρησικτησία.

Το Εφετείο όμως δέχθηκε το μη αγωγικώς προβληθέν, κατά τα ως άνω, μετ’ απόρριψιν της ενστάσεώς της περί ιδίας αυτής κυριότητος, με την δικανική του εν τούτοις κρίση να είναι ανεπαρκής αιτιολογήσεως ως προς την χρησιδεσποτεία (με διαχρονικότητα λεπτομερειών) εκ μέρους των εναγόντων επί του επιδίκου ακινήτου.

‘ Ετι περαιτέρω, με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως καταλογίζεται, ότι δεν εκτίθενται καθόλου αιτιολογίες ως προς το θέμα των συγκεκριμένων πράξεων νομής έκτακτης χρησικτησίας, επί τη βάσει της οποίας επεδίκασε την κυριότητα του επιδίκου στους ενάγοντες και επιπλέον, το Εφετείο προκειμένου να απορρίψει τους δεύτερο και τρίτο λόγους της εφέσεώς της περί του απαραδέκτου, κατά τα ως άνω, λόγω αοριστίας της αγωγής, αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά, που εξυφαίνουν την αντιφατικότητα των σχετικών αιτιολογιών.

Τέλος, με τον δέκατο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται, ότι δεν ελήφθη υπόψιν (ως λόγος εφέσεως ο και πρωτοδίκως προβληθείς ισχυρισμός) περί καταχρηστικής, κατ’ άρθρ. 281 ΑΚ, ασκήσεως του δικαιώματος.

ΙΙΙ. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και των εκτιθεμένων σε αυτήν δικογράφων της αγωγής (των αρχικών εναγόντων, στων οποίων την θέση έχουν υπεισέλθει οι αναιρεσίβλητοι) και των πρωτοδίκων προτάσεών τους της πρώτης συζητήσεως καταδεικνύεται, ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, υπό το δεδομένο της επαρκούς μνείας στην αγωγή και της επιτρεπτής σχετικής αναφοράς στις προτάσεις των πραγματικών περιστατικών τα οποία συναρτώνται και στοιχειοθετούν την βάση της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι της χρησιδεσποτείας του επιδίκου ακινήτου από το έτος 1948, ότε είχε αποβιώσει ο δικαιοπάροχος των (αρχικών) εναγόντων Μ.

Σ. και οι ενάγοντες συννεμόμενοι πλέον το επίδικο ακίνητο, προέβαιναν στην διαχρονική εκμίσθωσή του (συνεχώς και αδιαλείπτως, έως την κατάληψή του από την εναγομένη το έτος 1995). Γιαυτό, στην (περιορισθείσα σε αναγνωριστική) αγωγή ουδεμία είχε εμφιλοχωρήσει αοριστία (και) στις πρωτόδικες προτάσεις της πρώτης συζητήσεως είχε γίνει συμπληρωματική (δίκην επαναλήψεως) αναφορά στα της εκμισθώσεως του επιδίκου ακινήτου ως βοσκοτόπου και εν σχέσει προς την κατάληψή του από την αναιρεσείουσα.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν αντιμετώπισε (παραβλεφθείσα υπ’ αυτού) περίπτωση απαραδέκτου (λόγω της προαναφερθείσης αοριστίας) της αγωγής, παρά τα όσα αντιστοίχως αντίθετα αιτιάται, αδοκίμως όμως, η αναιρεσείουσα και ο λόγος αυτός (1ος) αναιρέσεως πλήττεται από αβασιμότητα, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως έχει ως στήριγμα την λανθασμένη προϋπόθεση της παραδοχής υπό του Εφετείου ως επιτρεπτού του ανεπιτρέπτου και της συναφούς λήψεως υπόψιν πραγμάτων μη προταθέντων. Η λανθασμένη προϋπόθεση είναι η φερομένη ως δεδομένη ανεπίτρεπτη μεταβολή της αγωγικής βάσεως (από τακτική σε έκτακτη) και η επί τη βάσει αυτής διολίσθηση σε λήψη υπόψιν πραγμάτων, τα οποία δεν προτάθηκαν.

Εν τούτοις, οι εν θέματι αιτιάσεις δεν ανταποκρίνονται στην ακρίβεια των "ντοκουμέντων", τα οποία διαλαμβάνονται στα (υπό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου) δεκτά γενόμενα και επισκοπηθέντα. ‘ Ητοι, όπως προειπώθηκε, η αγωγή δεν ενείχε αοριστία, μεταβολή (ανεπίτρεπτη) της βάσεως της αγωγής από τακτική σε έκτακτη χρησικτησία δεν έλαβε χώραν και το Εφετείο δεν εκτράπηκε σε παραδοχές του αντιστοίχου ανεπιτρέπτου, ο δε δικανικός του συλλογισμός και το πόρισμά του δεν εκφεύγουν των επιβεβλημένων δικονομικών πλαισίων, κατά τα προαναφερόμενα.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. ‘ Ετι περαιτέρω, αβασιμότητα χαρακτηρίζει και τους τρίτο και έκτο λόγους αναιρέσεως, η ανάπτυξη των οποίων, ως άνω, περιστρέφεται περί το ανακριβές, ήτοι την φερομένη αιτίαση της ανεπίτρεπτης μεταβολής της αγωγικής βάσεως και της λήψεως υπόψιν πραγμάτων μη προταθέντων, παρά την επί τούτου αοριστία της αγωγής, καθόσον αφορά στην βάση της τακτικής χρησικτησίας, που έπρεπε να αντιμετωπισθεί ως απαράδεκτη, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

Ιδιαιτέρως δε εξάρσιμη αβασιμότης έχει ενσκήψει στο περιεχόμενο αναπτύξεως του έκτου λόγου, η παράθεση του οποίου έχει ανωτέρω εκτεθεί. Προσέτι, αβασίμως καταλογίζεται με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ότι τα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγγραφα δεν είχαν νόμιμη επίκληση, αφού απ’ την επισκόπηση των ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου προτάσεων των αναιρεσιβλήτων καταφάσκεται το νόμιμο της επικλήσεως και καταρρίπτεται το βάσιμο του λόγου αναιρέσεως.

Αβάσιμος δε είναι και ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, δεδομένου ότι, παρεκτός του ότι δεν εμφαίνεται ότι ελήφθη υπόψιν η προμνησθείσα ένορκη βεβαίωση, εν πάση περιπτώσει η πραγματογνωμοσύνη δεν δεσμεύει (και δεν δέσμευσε) το δικαστήριο, λαμβανομένη υπόψιν και εκτιμωμένη ελευθέρως. Επίσης, καθόσον αφορά στις ανωτέρω αεροφωτογραφίες αβασίμως επιρρίπτεται η προρρηθείσα μομφή, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψιν, κατά την επισκόπηση της διατυπώσεώς του, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, των οποίων έγινε επίκληση και προσκομιδή υπό των διαδίκων.

Γιαυτό και είναι αβάσιμος ο ένατος λόγος αναιρέσεως. Ωσαύτως, και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθόσον η πεμπτουσία του ερείσματός του είναι η πεπλανημένη προϋπόθεση, ότι στην αγωγή γίνεται μνεία της κτήσεως της κυριότητος επί του διαφιλονικουμένου ακινήτου διά του παραγώγου τρόπου της κληρονομικής διαδοχής, άλλως δε με τακτική χρησικτησία.

Αιτιάσεις όμως οι οποίες είναι αίολες ουσιαστικής ορθότητος. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως επισκοπούνται οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, διέδραμε με σωστή "γραμμή πλεύσεως" επί τη βάσει των με την αγωγή τεθέντων ζητημάτων. Ο ειρμός του πορίσματός του διήλθε μέσω της διελκυστίνδος των προβληθέντων (με νόμιμη επίκληση) θεμάτων και των επί τη βάσει αυτών και της αποδεικτικότητος ενός εκάστου των αποδεικτικών μέσων προκυψάντων, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα.

IV. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη Μύκονο Κυκλάδων, απεικονίζεται με τα στοιχεία ... στο από 25.7.1991 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Β. και σύμφωνα με αυτό βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ..., έχει έκταση 5.583 τ.μ., με αφαίρεση δε απαλλοτριούμενης (προς διαπλάτυνση της προς νότο επαρχιακής οδού) λωρίδας 163 τ.μ., 5.420 τ.μ., και όρια βόρεια επί πλευράς μήκους 72,60 μ.

ιδιοκτησία Μ. Ε. Σ., νότια επί προσώπου μήκους 81,30 μ. επαρχιακή οδό ... - ..., ανατολικά επί πλευράς μήκους 52,70 μ. πρώην ιδιοκτησία Ε. Α. και δυτικά επί πλευράς μήκους 92 μ. ρέμα - λαγκάδι και πέραν αυτού εν μέρει ιδιοκτησία εναγόντων και εν μέρει ιδιοκτησία Σ.. Με βάση τους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους τίτλους των εναγόντων, περιήλθε στη συγκυριότητά τους ως εξής:

Με το με αριθ. ...13.8.1910 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Μ. Δ. Πασαλιάδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (τόμ. ...), περιήλθε κατά κυριότητα στον Ε. Μ. Σ., λόγω πώλησης από τον πατέρα του Μ. Α. Σ., πλέον άλλων επτά ακινήτων, ο με αριθμό ... στο συμβόλαιο αγρός, στην θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου ..., εμπεριέχων "λάκαν ύδατος μετά συνεχομένου ελαχίστης εκτάσεως κηπαρίου, του αγρού έχοντος έκτασιν μιας ζευγαριάς και συνορεύοντος με κτήματα Μ.

Π. και με δημόσιον δρόμον", ο οποίος είχε περιέλθει στον πωλητή κατά το εν λόγω συμβόλαιο από κληρονομία εξ αδιαθέτου του προ πενήντα περίπου ετών αποβιώσαντος στη Μύκονο πατέρα του Α. Σ.. Τα άλλα επτά ακίνητα που περιήλθαν με το ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο στον Μ. Α. Σ. βρίσκονταν επίσης στην περιφέρεια του Δήμου ...

και περιγράφονταν ως εξής: 1) αγρός ονομαζόμενος "...", 2) αγρός ονομαζόμενος "του ..." στη θέση "...", 3) αγρός ονομαζόμενος "..." στη θέση "...", 4) αγρός ονομαζόμενος του "..." στη θέση "...", 5) αγρός στη θέση "...", μιας ζευγαριάς, συνορεύων με κτήματα Μ. Π., Μ. Σ. και με δημόσιον δρόμον, 7) ένα κηπάριον με φρέαρ μεθ’ ετέρου συνεχομένου μικρού τοιούτου στη θέση "...", με συκιές και άλλα δένδρα, ολικής έκτασης μισού ημερομισθίου και 8) αγρός στη θέση "...", με τα αναγραφόμενα επιπλέον σύνορα και έκταση για το καθένα από αυτά.

Με την με αριθ. .../3.2.1942 δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Σύρου Γ. Αθανασούλια, που δημοσιεύθηκε με τα με αριθ. 73/13.5.1942 πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Σύρου, ο Μ. Α. Σ. εγκατέστησε κληρονόμους του, αφενός τον Σ. Ν. Λ., κάτοικο ..., στον οποίο άφησε την ανωγαιοκατώγαιον οικία του στη συνοικία "... και τέσσερα ακίνητα στη Μύκονο που περιγράφονται ως χωράφια με αριθμούς … (ονομαζόμενο ...

και αντιστοιχεί στο ακίνητο με αριθμό … του πωλητηρίου συμβολαίου ...1910), 2 (ονομαζόμενο του ... και αντιστοιχεί στο ακίνητο με αριθμό … του πωλητηρίου συμβολαίου ...1910), 3 (περιγραφόμενο ως κηπάριον στη θέση ..., έκτασης ενός στρέμματος) και 4 (περιγραφόμενο ως κηπάριον εμπεριέχον φρέαρ μεθ’ ενός άλλου συνεχομένου μικρού κηπαρίου, κείμενα αμφότερα στην ίδια θέση ..., έκτασης μισού ημερομισθίου, που αντιστοιχεί στο ακίνητο με αριθμό … του πωλητηρίου συμβολαίου ...1910) και, αφετέρου, τον ανιψιό του Μ.

Α. Σ. ή Σ., στον οποίο άφησε την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του που ήθελε βρεθεί κατά το θάνατό του στη νήσο Μύκονο, ενώ, οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο, εκτός από τα ανωτέρω κτήματα, ήθελε βρεθεί κατά το θάνατό του όρισε να περιέλθει στον Σ. Μ. Λ.. Στην υπόλοιπη περιουσία του ανωτέρω διαθέτη, που υπήρχε κατά το θάνατό του στη Μύκονο, περιλαμβανόταν και ο αγρός με αριθμό ...

στο ...13.8.1910 πωλητήριο συμβόλαιο, ήτοι ο "εμπεριέχων λάκαν ύδατος" που άφησε κατά τον τρόπο αυτό στον Μ. Α. Σ. ή Σ.. Ο τελευταίος απεβίωσε στις 20.3.1948 στη Νίκαια Πειραιά χωρίς ν’ αφήσει διαθήκη, αφήνοντας εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους πλησιέστερους συγγενείς του μητέρα, αδελφές και ανιψιό και συγκεκριμένα, τον πρώτο ενάγοντα Α.

Γ. Μ., τέκνο της προαποβιώσασας αδελφής του ...) συζ. Γ. Μ., την μητέρα του Θ. χήρα Α. Σ. ή Σ., το γένος Σ. Ε., την ετεροθαλή αδελφή του Μ. σύζ. Α. Β., το γένος Α. και Σ. Σ. Σ. και την αμφιθαλή αδελφή του ‘ Α. σύζ. Γ. Σ., το γένος Α. και Θ. Σ.. Οι ανωτέρω με την με αριθ. .../17.5.1970 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου ...

Δημητρίου Ι. Μενεϊδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (τόμ. ...), αποδέχθηκαν, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, την κληρονομία τούτου και συγκεκριμένα τα ακίνητα στη Μύκονο που είχαν περιέλθει στον δικαιοπάροχό του - διαθέτη Ε. Μ. Σ. με το με αριθ. ...13.8.1910 πωλητήριο συμβόλαιο και δεν άφησε με τη διαθήκη του στον Σ.

Λ. (στον οποίο άφησε ρητά τα όπως παραπάνω προσδιορισμένα ακίνητα στη Μύκονο), καθώς και ένα ακόμη ακίνητο στη Μύκονο που δεν περιλαμβανόταν στο ...1910 πωλητήριο συμβόλαιο, μεταξύ των οποίων (κληρονομιαίων) και ο αγρός με αριθμό ... του ...1919 πωλητηρίου συμβολαίου. Αυτός φέρει τον αριθμό ... στην εν λόγω δήλωση αποδοχής κληρονομίας και περιγράφεται ως ένα αγρόκτημα στη θέση "..." της περιφέρειας ... ..., έκτασης μιας (1) ζευγαριάς ή τεσσάρων περίπου στρεμμάτων με όρια βόρεια ιδιοκτησία Μ.

Ε.Σ., ανατολικά ιδιοκτησία Ε. Α., νότια δημόσιο δρόμο και δυτικά ιδιοκτησία Δ. Δ.. Ακολούθως, με τις με αριθμούς .../29.3.1996 δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Αττικής Φραγκίσκης Γεωργ. Κασιμάτη, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμ. ... αντίστοιχα), αποδέχθηκαν, α) αφενός ο πρώτος ενάγων και η αρχικώς δεύτερη ενάγουσα Ά.

χήρα Γ. Σ., κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, την κληρονομία εξ αδιαθέτου της αποβιώσασας στις 27.7.1973 γιαγιάς και μητέρας αντίστοιχα αυτών Θ. χήρας Α. Σ. ή Σ. Σ., το γένος Σ. Ι. Ε., στην οποία (κληρονομία) περιλαμβανόταν μεταξύ άλλων το 1/4 εξ αδιαιρέτου του αγρού που στην με αριθ. .../17.5.1970 δήλωση αποδοχής κληρονομίας αναφερόταν ως το με αριθ. 3 αγροτεμάχιο στη θέση "...", ο οποίος στην εν λόγω δήλωση αποδοχής κληρονομίας αναφέρεται ότι βρίσκεται στη θέση "... ...", με τα ίδια όρια, αλλά και με την έκταση και τα όρια που εμφαίνεται στο προαναφερθέν από 25.7.1991 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι.

Β. και β) αφετέρου οι αρχικώς ενάγοντες τρίτη και τέταρτος Σ. σύζ. Ε. Κ., το γένος Α. και Μ. Β. και Ε. Β. του Α. και Μ., κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, την κληρονομία εξ αδιαθέτου της αποβιώσασας στις 16.5.1976 μητέρας τους Μ. χήρας Α. Β., το γένος Α. και Σ. Σ. ή Σ. ή Σ., στην οποία (κληρονομία) περιλαμβανόταν μεταξύ άλλων το 1/4 εξ αδιαιρέτου του αυτού όπως αμέσως παραπάνω αγρού στη θέση "... ...", που είχε αποδεχθεί η κληρονομουμένη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του ετεροθαλούς αδελφού της Μ.

Σ. ή Σ. ή Σ. ή Σ. του Α. και της Θ.. Έτσι, σύμφωνα με τους προαναφερόμενους διαδοχικούς τίτλους που οι ενάγοντες επικαλούνται και προσκομίζουν, περιήλθε σ’ αυτούς το επίδικο, κατά ποσοστό 3/8 στον πρώτο (1/4 = 2/8 + 1/8), 3/8 στην δεύτερη αρχική ενάγουσα (2/8 + 1/8) και κατά 1/8 στον καθένα από τους τρίτη και τέταρτο αρχικούς ενάγοντες (καθώς οι διαδοχικές αποδοχές κληρονομίας έγιναν ως εάν η δικαιοπάροχος των τρίτης και τέταρτου αρχικών εναγόντων Μ.

χήρα Α. Β. ήταν αμφιθαλής αδελφή του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Μ. Α.. Σ. και εδικαιούτο το 1/4 εξ αδιαιρέτου των κληρονομιαίων και όχι ως ετεροθαλής αδελφή του, δικαιούμενη το 1/8 εξ αδιαιρέτου, κατ’ άρθρο 1815 ΑΚ), το οποίο ταυτίζεται κατά τη θέση, την έκταση, τα όρια και τους όμορους ιδιοκτήτες (για τους οποίους θα γίνει λόγος παρακάτω) με τον αγρό με αριθμό ...

στη θέση "..." του πωλητηρίου συμβολαίου ...1910, τον εμπεριέχοντα "λάκαν ύδατος", έκτασης μιας ζευγαριάς, η οποία αντιστοιχεί κατά προσέγγιση σε τέσσερα στρέμματα, πλέον του συνεχόμενου ελάχιστης έκτασης κηπαρίου, λαμβανομένου υπόψη ότι ο υπολογισμός της επιφάνειας των ακινήτων με τους εμπειρικούς τρόπους μέτρησης εκείνης της εποχής (1910) δεν μπορούσε να είναι ακριβής.

Από το άλλο μέρος, η εναγομένη και οι προσεπικληθέντες και προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάντες πωλητές, που ισχυρίζονται ότι το επίδικο δεν ταυτίζεται με το περιγραφόμενο στους ως άνω τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων, αλλά με το περιγραφόμενο στους δικούς τους, επικαλούνται και προσκομίζουν τους παρακάτω τίτλους ιδιοκτησίας, από τους οποίους προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με το αριθ. .../5.12.1991 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. συζ. Ε. Σ., το γένος Χ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (τόμ. ...), οι προσεπικληθέντες και προσθέτως υπέρ της εναγομένης παρεμβάντες της πώλησαν έναν αγρό, ως συγκύριοι κατά τα ... ιδανικά μερίδια αυτού (όπως τα επιμέρους ιδανικά μερίδια του καθένα τους προσδιορίζονται στο πωλητήριο συμβόλαιο), που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εμφανίζεται, σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ...

στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π. Κ. (συζύγου της εναγομένης) με ημερομηνία Νοέμβριος 1982, το οποίο προσαρτήθηκε στην με αριθ. .../1.10.1984 πράξη (δήλωση αποδοχής κληρονομίας) της ίδιας συμβολαιογράφου και ήδη εμφανίζεται με τα ίδια ως άνω αλφαβητικά στοιχεία στο συνημμένο στο συμβόλαιο αυτό τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου πολιτικού μηχανικού Π.

Κ. με ημερομηνία Ιούλιος 1991, έχει έκταση σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης και το συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα 5.700 τ.μ. και συνορεύει ολόγυρα με επαρχιακή οδό ... -..., ρέμμα και αγρό ιδιοκτησίας αγνώστου. Σύμφωνα με το ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο, τα επιμέρους ιδανικά μερίδια συγκυριότητας επί του πωλούμενου αγρού τα απέκτησαν οι πωλητές με βάση τις αναφερόμενες πράξεις αποδοχής κληρονομίας της ίδιας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκαν νόμιμα, ήτοι τις με αριθμούς, α) .../1984, όπως διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με την .../1985 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, β) .../1985, όπως διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με την .../1986 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, γ) .../1986 και δ) .../1986.

Σύμφωνα με τις πράξεις αυτές αποδοχής κληρονομίας, αρχικά η Μ. Μ. σύζ. Γ. Ζ. Σ. Σ. Σ., το γένος Μ. και Κ. Σ., που απεβίωσε στις 19.2.1930 στην Αθήνα, άφησε την με αριθ. .../1.12.1928 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Γ. Οικονομόπουλου, που δημοσιεύθηκε με τα με αριθ. 1012/1930 πρακτικά του Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία μεταξύ άλλων όρισε όπως η περιουσία της (πλην του ακινήτου επί της οδού ...

στην Αθήνα) διαμερισθεί εξίσου σε όλους της τους κληρονόμους, οι οποίοι ήσαν ο σύζυγός της Ζ. Σ. Σ. Σ. του Δ. και τα επτά τέκνα της που απέκτησε με τον σύζυγό της Ζ., ήτοι ο Μ., Μ., Α., Μ. Δ., Μ. σύζ. Λ. Γ., Α. χήρα Α. Λ. Λ. και Ι., και οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομία αυτή κατά το 1/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, μεταξύ δε των κληρονομιαίων ήταν και ο αγρός που πωλήθηκε στη συνέχεια στην εναγομένη και περιγράφεται ως αγρός στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., που φαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία ...

στο από Νοεμβρίου 1982 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου και τοπογράφου μηχανικού Π. Κ., έκτασης κατά τίτλον κτήσης μιας ζευγαριάς και ήδη κατά το ως άνω συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα 5.700 τ.μ., συνορευόμενο κατά τίτλον κτήσης με ιδιοκτησία Α. Σ. και δημόσια οδό και ήδη συνορευόμενο ολόγυρα με επαρχιακή οδό ... - ..., ρέμμα και αγρόν ιδιοκτησίας αγνώστου.

Περαιτέρω, κατά τις ως άνω πράξεις αποδοχής κληρονομίας, τα αναφερόμενα τρία ακίνητα που άφησε με τη δημόσια διαθήκη της η Μ. Μ. σύζ. Γ. Ζ. Σ. Σ. Σ., το γένος Μ. και Κ. Σ. στους πιο πάνω κληρονόμους της, μεταξύ των οποίων εκείνο που πώλησαν οι προσεπικληθέντες - προσθέτως παρεμβάντες στην εναγομένη, περιήλθαν ως προίκα από τον Μ.

Α. Σ. στον Ζ. Δ. Σ. Σ. Σ. υπέρ της ως άνω συζύγου του δυνάμει του με αριθ. .../26.1.1880 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη ... Ι. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμ. ...), όταν δε απεβίωσε στη συνέχεια στην Αθήνα το 1932 ο κληρονόμος σύζυγός της Ζ. χωρίς ν’ αφήσει διαθήκη, κατέλιπε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τα ως άνω επτά (7) τέκνα του, κατά το 1/7 εξ αδιαιρέτου το καθένα.

Ωστόσο, σύμφωνα με την ως άνω δημόσια διαθήκη της δικαιοπαρόχου των προσεπικληθέντων - προσθέτως παρεμβάντων πωλητών, η τελευταία εγκατέστησε κληρονόμους της τα επτά τέκνα της, άφησε τμήματα του ακινήτου της επί της οδού ‘ ... στην Αθήνα στα πέντε από αυτά και όρισε να έχουν ισόβιο δικαίωμα οίκησης επί των επ’ αυτού οικοδομημάτων τα άλλα δύο τέκνα της Μ.

και Μ. και ο σύζυγός της Ζ., ενώ δεν όρισε να περιέλθει στους κληρονόμους της κανένα άλλο συγκεκριμένο περιουσιακό της στοιχείο, αλλά στο τέλος της διαθήκης της όρισε "ότι άλλη περιουσία μου ευρεθή να την μοιρασθούν εξ ίσου οι κληρονόμοι μου όλοι". Τέλος, στο με αριθ. .../1880 προικοσύμφωνο περιέχεται μεταξύ των ακινήτων, που δόθηκαν ως προίκα στον μελλοντικό (τότε) σύζυγο της Μ.

Μ.. Σ. Ζ. Δ. Σ., ένας αγρός στη θέση "...", έκτασης μιας επιτόπιας ζευγαριάς και με όρια ιδιοκτησίες Α. Σ. και δημόσιες οδούς ("συνορευόμενον με ιδιοκτησίας Α. Σ. και δημοσίων οδών"). Περαιτέρω, ενόψει των διαφορών που προκύπτουν από την αντιπαραβολή των ως άνω τίτλων ως προς τη θέση, τη μορφολογία, τα όρια και την έκταση του ακινήτου που αφορούν, από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) Το επίδικο βρίσκεται πολύ κοντά στην εκκλησία του Αγίου ....

Στα κτηματογραφικά αποσπάσματα του ΟΚΧΕ που αφορούν στις ιδιοκτησίες της ευρύτερης περιοχής όπου βρίσκεται το επίδικο, η θέση των ακινήτων στους τίτλους τους αναφέρεται ως επί το πλείστον ως "..." (που υποδηλώνει χωράφια -αμπέλια με άγονο κυρίως χώμα, όπως είναι πράγματι η μορφολογία του εδάφους της ευρύτερης περιοχής) ή (και) "Άγιος ..." και οι δύο θέσεις σχεδόν ταυτίζονται γεωγραφικά.

Τα μόνα ακίνητα στα ως άνω τοπογραφικά διαγράμματα των οποίων οι τίτλοι φέρουν ως θέση τους τη "..." είναι το επίδικο και εκείνο που βρίσκεται ακριβώς απέναντί του από την άλλη πλευρά της επαρχιακής οδού ... - ..., που δηλώθηκαν από πλευράς εναγομένης - προσεπικληθέντων πωλητών. Η θέση "..." είναι απολύτως διακριτή από τη θέση "..." και τοποθετείται γεωγραφικά νότια και νοτιανατολικά αυτής (νότια της επαρχιακής οδού ... - ...).

Το ότι δεν ταυτίζονται οι θέσεις "..." - "...", όπως δεν ταυτίζονται και οι θέσεις "..." - " ...", συνάγεται και από τους τίτλους των διαδίκων, καθώς στον απώτερο τίτλο εναγομένης -πρεσεπικληθέντων πωλητών, ήτοι το με αριθ. .../1880 προικοσύμφωνο, οι δοθέντες ως προίκα αγροί βρίσκονταν άλλος στη θέση "..." και άλλος στη θέση "...", στον απώτερο δε τίτλο των εναγόντων, ήτοι το με αριθ. ...1910 πωλητήριο συμβόλαιο, τέσσερις από τους πωληθέντες αγρούς βρίσκονταν στη θέση "..." και τρεις στη θέση "...", ενώ το ότι τα τοπωνύμια "..." και "..." αφορούν στην ίδια θέση φαίνεται και από το νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (τόμ. ...) με αριθ. .../1952 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...

Ανδρέα Βασ. Αλεξόπουλου, στο οποίο αναφέρεται ότι ο πωλούμενος αγρός βρίσκεται στη θέση "..." ή "...". Ακόμη, πρέπει ν’ αναφερθεί ότι και στα τηλέφωνα του μηχανικού - συζύγου της εναγομένης Π. Κ. που είναι καταχωρημένα στον τηλεφωνικό κατάλογο του ΟΤΕ και αφορούν στο επίδικο (όπου η εναγομένη έχει ανεγείρει συγκρότημα τριών οικοδομημάτων κατά τα παρακάτω αναφερόμενα) αναφέρεται ως τοποθεσία "..." και όχι "...".

Εξάλλου, το γεγονός ότι στην με αριθ. .../17.5.1970 δήλωση αποδοχής κληρονομίας των εναγόντων αναφέρεται ότι το επίδικο βρίσκεται στη θέση "...", δικαιολογείται από τη μορφολογία του εδάφους του, καθώς κατά τον απώτερο τίτλο αυτών (το με αριθ. ...1910 πωλητήριο συμβόλαιο) το υπόψη ακίνητο εμπεριείχε "λάκαν ύδατος" και δεν ήταν ασύνηθες φαινόμενο η ονομασία ή η θέση ενός ακινήτου να προσδιορίζεται από ένα χαρακτηριστικό γνώρισμά του.

Προέκυψε δε ότι στο βορειοδυτικό τμήμα του επιδίκου, πλησίον του ρέμματος που διατρέχει το δυτικό όριο αυτού, υφίσταται φρέαρ αλλά και φυσική βλάστηση από καλάμια και άλλα φυτά. Επιπλέον, το έδαφος του επιδίκου έχει ήπια κλίση της τάξης του 8% -10%, το ανάγλυφό του είναι ομαλό με υψομετρικές διαφορές της τάξης των 10 μέτρων από νότια ανατολικά (υψηλά) προς βόρεια δυτικά (χαμηλά) και τα χαμηλότερα υψόμετρα βρίσκονται γύρω από το σημείο του φρέατος (βλ.

την από 24.3.2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Ι. Μ. σ. 38 επ.). Τα ευρήματα αυτά είναι ενδεικτικά της συγκράτησης ύδατος στο σημείο εκείνο του εδάφους, που συνάδει με την ύπαρξη ρέμματος, όπως και των προϋποθέσεων για να λιμνάζουν τα ύδατα και να υφίσταται "λάκα ύδατος" και συνεχόμενο κηπάριο, όπως αναφέρεται στον απώτερο τίτλο των εναγόντων για το επίδικο. 2) Πέραν των ανωτέρω, από τα οποία σαφώς προκύπτει ότι η θέση και η μορφολογία του εδάφους του επιδίκου συνάδουν προς τους τίτλους των εναγόντων, όσον αφορά στα όρια και τους όμορους ιδιοκτήτες του επιδίκου πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:

Από τον απώτερο τίτλο εναγομένης -προσεπικληθέντων πωλητών προκύπτει ότι ο προικώος αγρός το 1880 συνόρευε με ιδιοκτησίες Α. Σ. και δημόσιους δρόμους, ενώ στις αποδοχές κληρονομίας που γίνονται από το έτος 1984 και έπειτα (καθώς στην δημόσια διαθήκη έτους 1928 της Μ. Μ. συζ. Ζ. Σ. ή Σ. ή Σ. που επικαλούνται γίνεται αναφορά μόνο σε ό,τι άλλη [πλην του ακινήτου της στην Αθήνα] περιουσία βρεθεί κατά το θάνατό της, χωρίς να προσδιορίζεται αυτή τοπικά, στη Μύκονο ή αλλού) αναφέρονται ως όρια τούτου η επαρχιακή οδός ... - ..., ρέμμα και αγρός ιδιοκτησίας αγνώστου.

Ενόψει δε του ότι από κανένα επικαλούμενο και προσκομιζόμενο αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι κάποιος από τους σημερινούς όμορους ιδιοκτήτες του επιδίκου υπήρξε κατιών ή δικαιοδόχος του Α. Σ., σε συνδυασμό με την έλλειψη αναφοράς οποιουδήποτε γνωστού όμορου ιδιοκτήτη στους μεταγενέστερους τίτλους εναγομένης - προσεπικληθέντων πωλητών, δεν αποδεικνύουν αυτοί, ως έχουν το βάρος απόδειξης, τον ισχυρισμό τους (ένσταση ιδίας κυριότητας εναγομένης) περί ταύτισης του επιδίκου με το ακίνητο των τίτλων τους, καθώς βέβαια δεν αρκεί μόνο η αναφορά δημόσιων οδών και ρέμματος (το οποίο ρέμμα δεν υφίσταται στον απώτατο τίτλο τους) για τον προσδιορισμό και την συνακόλουθη ταύτισή του.

Ενώ, από το άλλο μέρος, από πωλητήρια συμβόλαια διάφορων χρονολογιών τρίτων για ακίνητα στη θέση ..., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, αλλά και τα αναφερόμενα επίσης συμβόλαια στην από 24.3.2009 πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα Ι. Μ., προκύπτει ότι οι αναγραφόμενοι στους τίτλους ιδιοκτησίας τους (εναγόντων) όμοροι ιδιοκτήτες είχαν πράγματι όμορες ιδιοκτησίες στην ίδια θέση, τούτο δε το στοιχείο συνιστά περαιτέρω απόδειξη ότι το ακίνητο των τίτλων των εναγόντων είναι το επίδικο.

Ειδικότερα, όπως έχει προαναφερθεί, ο αγρός του απωτάτου τίτλου τους (...1910 πωλητήριο συμβόλαιο) συνόρευε με κτήματα Μ. Π. και με δημόσιο δρόμο, στη συνέχεια ο αγρός της με αριθ. .../1970 αποδοχής κληρονομίας συνόρευε βόρεια με ιδιοκτησία Μ. Ε. Σ., ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Α., νότια με δημόσιο δρόμο και δυτικά με ιδιοκτησία Δ.

Δ., και ακολούθως ο αγρός των με αριθ. .../1996 αποδοχών κληρονομίας είχε τα ίδια με τα αναφερόμενα στην .../1970 αποδοχή κληρονομίας όρια, αλλά και τα αναγραφόμενα στο από 25.7.1991 τοπογραφικό διάγραμμα Ι. Β., ήτοι βόρεια ιδιοκτησία Μ. Ε. Σ., νότια επαρχιακή οδό ... - ..., ανατολικά πρώην ιδιοκτησία Ε. Α. και δυτικά ρέμα - λαγκάδι και πέραν αυτού εν μέρει ιδιοκτησία εναγόντων και εν μέρει ιδιοκτησία Σ..

Ενδεικτικά δε, σύμφωνα με το με αριθ. ...1931 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Ανδρέα Βασ. Αλεξόπουλου, νόμιμα μεταγραμμένο στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμ. ...), η Μ. σύζ. Α. Ζ. πώλησε στον Κ. Ν. Ρ. έναν αγρό "σκληροχώραφο" στη θέση ... της περιφέρειας ..., που είχε αγοράσει από την Μ. Μ. Π. δυνάμει του με αριθ. ...1925 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ...

Ανδρέα Φαμέλη, μεταγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμ. ...), ο οποίος συνόρευε ολόγυρα με κτήματα Ε. Σ. (απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων που στο πωλητήριο συμβόλαιο ...1910 ανέφερε ως όμορες ιδιοκτησίες κτήματα Μ. Π.), Α. Α. και δημόσια οδό. Περαιτέρω, με το με αριθ. .../1952 πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου Ανδρέα Βασ.

Αλεξόπουλου, νόμιμα μεταγραμμένο στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμ. ...), οι κληρονόμοι της ανωτέρω Μ. χήρας Α. Ζ. πώλησαν στην Μ. σύζ. Ε. Ε. Σ. (που αναφέρεται ως όμορη προς βορρά ιδιοκτήτρια στις αποδοχές κληρονομίας των εναγόντων) πέντε συνεχόμενους αγρούς - σκληροχώραφα στην ίδια θέση ... ή ... με όρια ολόγυρα ιδιοκτησίες Ε.

Γ.. Α., Κ. Ν. Ρ. και δημόσια οδό. Εξάλλου, ο Αντώνιος Μ. Π., που με το με αριθ. ...1936 πωλητήριο συμβόλαιο (νόμιμα μεταγραμμένο στα οικεία βιβλία μεταγραφών, τόμ. ...) αγόρασε από την αδελφή του Β., σύζ. Ε. Σ. Β., έναν αγρό -σκληροχώραφο στη θέση "...", έκτασης 1,5 ζευγαριάς, στην οποία είχε περιέλθει από κληρονομία της μητέρας της Μ.

χήρας Μ. Π., τον πώλησε με το με αριθ. .../1936 πωλητήριο συμβόλαιο (νόμιμα μεταγραμένο, τόμ. ...) στον Ε. Γ. Α. ή Α.. Επομένως, από τους ως άνω τίτλους αιτιολογείται η ύπαρξη του τελευταίου, αλλά και της Μ. συζ. Ε. Σ. ως όμορων ιδιοκτητών του επιδίκου, τα στοιχεία δε αυτά συνάδουν προς τους τίτλους των εναγόντων, ενώ από την πλευρά των αντιδίκων τους δεν συνεισφέρεται κανένα στοιχείο που να συνδέει διαχρονικά το ακίνητο των τίτλων τους με όμορους ιδιοκτήτες.

Σημειώνεται περαιτέρω ότι η μη αναφορά ρέμματος ως δυτικού ορίου του επιδίκου στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων, αλλά η αναφορά ως όμορου ιδιοκτήτη του Δ. Δ., που ήταν βοσκός στην περιοχή αυτή, δεν ασκεί επιρροή για την ταύτισή του με το ακίνητο των τίτλων αυτών, ενόψει των λοιπών ως άνω στοιχείων περί θέσης, μορφολογίας και ομόρων ιδιοκτητών, αλλά και της συνεκτίμησης των μαρτυρικών καταθέσεων που λαμβάνονται υπόψη.

Άλλωστε, ενώ στις πράξεις αποδοχής κληρονομιών που επικαλούνται και προσκομίζουν εναγομένη -προσεπικληθέντες πωλητές αναφέρεται μεν ως δυτικό όριο του ακινήτου ρέμμα, αλλά κανείς γνωστός όμορος ιδιοκτήτης που θα μπορούσε να συντελέσει στον προσδιορισμό της ακριβούς θέσης του, στον απώτατο τίτλο τους (το .../1880 προικοσύμφωνο) δεν αναφέρεται καθόλου τέτοιο όριο.

Ακόμη πρέπει να παρατηρηθεί ότι στον κτηματολογικό πίνακα που κατάρτισε το Υπουργείο Δημοσίων Έργων στο πλαίσιο απαλλοτρίωσης για τη διαπλάτυνση της επαρχιακής οδού ... - ... το 1969, το επίδικο φέρει τον ... και ως ιδιοκτήτης του έχει καταχωρηθεί, με βάση τις συλλεγείσες τότε πληροφορίες, ο Ε. Σ., ήτοι ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων.

Ας προστεθεί ότι τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αναιρούνται από την άποψη (βλ. σχετ. σελ. 7 επόμ. της από Νοεμβρίου 2012 τεχνικής έκθεσης του τοπογράφου - μηχανικού Ι. Σ. που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη) περί του ότι με τον απώτατο τίτλο εναγομένης - προσεπικληθέντων πωλητών δόθηκε ως προίκα στον Ζ.

Σ. και ένας αγρός (υπό στοιχ. γ’ στο προικοσύμφωνο) που τον περιγράφουν ως "έναν αγρόν κείμενον εις θέσιν "..." του Δήμου ..., εκτάσεως μιας ζευγαριάς και μίαν άμπελον συνεχομένην με τον αγρόν, εκτάσεως ενός τετάρτου της ζευγαριάς και έν κηπάριον όπερ είναι εντός του ανωτέρω αγρού, με δύο πηγάδια, συνορευομένων όλων με ιδιοκτησίας Α.

Σ., Μ. Σ. και δημοσίαν οδόν", ο οποίος αγρός βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το επίδικο (νοτίως αυτού και τα χωρίζει ο δημόσιος δρόμος), είναι αδιαμφισβήτητη ιδιοκτησία των προσεπικληθέντων και τον κατέχει σήμερα η εναγομένη και εκτιμάται ότι στο απώτερο παρελθόν και πριν διανοιγεί ο δημόσιος δρόμος αποτελούσαν μια ιδιοκτησία.

Τούτο δε καθόσον, ανεξαρτήτως του ότι, όπως σαφώς έχει προκύψει από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, η θέση στην οποία βρίσκεται το επίδικο δεν είναι η "...", από την περιγραφή των δύο προικώων αγρών στο .../1880 προικοσύμφωνο δεν μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι επρόκειτο για μία κάποτε ενιαία ιδιοκτησία, αφού ο μεν αγρός που κατά την εναγομένη και τους προσεπικληθέντες πωλητές ταυτίζεται με το επίδικο συνόρευε με ιδιοκτησίες Α.

Σ. και δημόσιες οδούς (όχι μία δημόσια οδό όπως ισχυρίζονται), ο δε υπό στοιχ. γ’ αγρός συνόρευε με ιδιοκτησίες Α. Σ., Μ. Σ. και δημόσια οδό, ούτε μπορεί να επηρεάσει την κρίση επί της προκείμενης υπόθεσης αν έχουν ή όχι εγερθεί αμφισβητήσεις ως προς την κυριότητα του έτερου αγρού που κατέχει η εναγομένη. 3) Τέλος, όσον αφορά στην έκταση του επιδίκου, η οποία κατά τη νεότερη και πλέον ακριβή (λόγω των πλέον προηγμένων μεθόδων μέτρησης) καταμέτρησή του, που έγινε στο πλαίσιο της δεύτερης πραγματογνωμοσύνης από τον πραγματογνώμονα τοπογράφο - μηχανικό Ι.

Μ., είναι 5.389 τ.μ., πρέπει να παρατηρηθεί ότι έχει πολύ μικρότερη απόκλιση από εκείνη του από 25.7.1991 τοπογραφικού διαγράμματος του Ι. Β. (5.583 τ.μ. και με την αφαίρεση της απαλλοτριούμενης λωρίδας 5.420 τ.μ.) για λογαριασμό των εναγόντων, σε σχέση με την έκταση του από Ιουλίου 1991 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Π.

Κ. για λογαριασμό της εναγομένης (5.700 τ.μ.). Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους νέμονταν συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια συγκυρίων το επίδικο και, στο πλαίσιο των πράξεων συννομής που ασκούσαν, το εκμίσθωναν ανέκαθεν για την βόσκηση ζώων, οπωσδήποτε δε από το 1970 κι έπειτα στον Μ.

Α. και από το 1982 και μετά στο γιό του Α. Α., ο δε Μ. Α. ενημέρωνε κατά διαστήματα με επιστολές του τους εκμισθωτές σχετικά με την καταβολή του μισθώματος. Έτσι, ήδη από το 1990 οι ενάγοντες είχαν καταστεί συγκύριοι του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας λόγω της συμπλήρωσης υπερεικοσαετούς συννομής επ’ αυτού, με την προσμέτρηση του χρόνου συννομής εκάστου ενάγοντος σ’ εκείνον των δικαιοπαρόχων του, κατά τη σειρά των κληρονομικών διαδοχών που προαναφέρθηκαν και με το ποσοστό συγκυριότητας κατά το οποίο καθένας αποδέχθηκε την επαχθείσα κληρονομία, ανεξαρτήτως του ότι στον πρώτο και τη δεύτερη αντιστοιχούσε μεγαλύτερο κληρονομιαίο ποσοστό απ’ ότι στην τρίτη και τον τέταρτο, ενόψει του ότι η μητέρα των τελευταίων ήταν ετεροθαλής αδελφή του απώτερου δικαιοπαρόχου τους Μ.

Α. Σ. και, ως εκ τούτου, η επαχθείσα σ’ αυτήν κληρονομία ανερχόταν στο μισό της κληρονομίας που θα ελάμβανε ως αμφιθαλής αδελφή του. Τούτο δε διότι, μη υπάρχουσας αποδοχής κληρονομίας και μεταγραφής αυτής ως προς την κληρονομία που επήχθη στον Μ. Α. Σ. με τη δημόσια διαθήκη του θείου του - ιδιοκτήτη του επιδίκου - Ε.

Σ. ούτε από τον ίδιο, ούτε από τους κληρονόμους του, δεν έχει κτηθεί η συγκυριότητα του επιδίκου από τους ενάγοντες με τον παράγωγο τρόπο της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής και τα αναλογούντα σ’ αυτήν (εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή) ποσοστά συγκυριότητας. Έχουν όμως αποκτήσει τη συγκυριότητά του με τον προαναφερθέντα πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, κατά το ποσοστό εξ αδιαιρέτου που ο καθένας, με διάνοια συγκυρίου, ασκούσε τις πράξεις συννομής επ’ αυτού, έχοντας την πεποίθηση ότι είναι συγκύριος κατά το ποσοστό που αποδέχθηκε την κληρονομία.

Το έτος 1991 οι ενάγοντες, ενδιαφερόμενοι να πωλήσουν το επίδικο, έδωσαν εντολή στον τοπογράφο μηχανικό Ι. Β. να εκπονήσει τοπογραφικό διάγραμμα τούτου, την πρόθεσή τους δε αυτή κατέστησαν γνωστή στον τελευταίο μισθωτή Α. Α.. Στο επόμενο (του έτους 1991) χρονικό διάστημα εμφανίστηκε η εναγομένη με τον σύζυγό της Π.

Κ. στο επίδικο, πληροφόρησαν τον Α. Α., που το επιτηρούσε, ότι το αγόρασαν από τους κληρονόμους, έτσι ώστε εκείνος σχημάτισε την εντύπωση ότι το αγόρασαν από τους ενάγοντες, ενοχλήθηκε που δεν τον ενημέρωσαν οι τελευταίοι και δεν επικοινώνησε μαζί τους, ακολούθως δε η εναγομένη προχώρησε σε εργασίες περίφραξης, εκσκαφές, διαμόρφωση του χώρου, -έκδοση οικοδομικής άδειας και σε εργασίες ανέγερσης τριών οικοδομημάτων, αποβάλλοντας έτσι τους ενάγοντες από αυτό, οι οποίοι το διαπίστωσαν σε επίσκεψη τους στο επίδικο για να προετοιμάσουν την πώλησή του τον Μάιο του 1995.

V. Η επισκόπηση των ανωτέρω παραδοχών κατοχυρώνει την δικανική πεποίθηση ασφαλή και την κρίση βεβαία, ότι (και) ο έβδομος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, υπό την έννοια, ότι, (από τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα) καθίσταται εναργής η αντίστοιχη αβασιμότης, δοθέντος, ότι ο ιστός του πορίσματος αναλύεται με τον προσήκοντα ειρμό, κατά την ιστορικότητα της αλληλουχίας των εν θέματι δεκτών γενομένων περιστατικών, χωρίς παλινδρομήσεις και αντιφατικότητες, αλλ’ αντιθέτως με νοηματική πληρότητα.

Τέλος, και ο δέκατος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως είναι (αποκρουστέος ως) αβάσιμος, υπό την έννοια, ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε στο καταλογιζόμενο (και φερόμενο) αυτό σφάλμα. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ευδοκίμως ενήργησε από πλευράς δικονομικής αντιμετωπίσεως του εν λόγω ισχυρισμού με την (ορθώς) διαλαμβανομένη, κατά τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα, παραδοχή του, ότι η νυν αναιρεσείουσα απαραδέκτως με λόγω εφέσεως προέβαλε αυτόν (ισχυρισμό καταχρηστικότητος), δοθέντος ότι δεν τον είχε προβάλει πρωτοδίκως με τις προτάσεις (αλλά με την επ’ αυτών προσθήκη, όπως το αντίστοιχον επισκοπείται, ως άνω) και ούτε επικαλέσθηκε δικαιολογημένη αιτία της τοιαύτης μη προβολής.

VI. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου αναιρέσεως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα και, μετά ταύτα, πρέπει, κατ’ άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου και, συμφώνως προς τα άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατά παραδοχήν του αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, να επιβληθεί η δικαστική τους δαπάνη στην ηττωμένη αναιρεσείουσα, συμφώνως προς το κατωτέρω διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-11-2014 αίτηση της ‘ Α. - Α. Κ., περί αναιρέσεως της 106/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700 €). Και

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ