Supreme Court dismisses appeal against lower court's evidence assessment due to lack of party presence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision because they failed to appear or be represented during the hearing. The appellants argued that the lower court improperly discounted witness testimonies from neighbors who knew them, claiming the court violated evidence rules. The court rejected this, ruling that witness credibility and the weight given to testimonies fall within the exclusive domain of the trial court's sovereign discretion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1) and 242(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only when parties are present, and the trial court's assessment of witness credibility and evidence weight is a matter of sovereign discretion not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 718 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 718/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Λ. του Ι., 2) Μ. Λ. του Ι., κατοίκων ..., και 3) Α. συζ. Σ. Σ., το γένος Ι. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. χήρας Α., Δ., το γένος Χ. Κ., κατοίκου ..., 2) Α. χήρας Γ. Π., το γένος Χ. Κ., η οποία απεβίωσε και στη θέση της υπεισήλθαν οι νόμιμοι κληρονόμοι της: α) Θ. θυγ. Γ. Π., συζ. Κ. Γ. και β) Χ. Γ. Π., συζ. Σ. Μ., αμφοτέρων κατοίκων ..., 3) Α. συζ. Χ. Σ., το γένος Χ. Κ., κατοίκου ..., και 4) Β. Φ., κατοίκου ... . Η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουσαή, η 2α, 2β και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και ο 4ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Λάμπρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/5/1995 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5651/1996, 9032/2000 μη οριστική, 4630/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3671/2007 μη οριστική και 4369/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/12/2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 8/4/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ.1 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, εισάγεται προς κρίση η από 30/12/2014 αίτηση για αναίρεση της 4369/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (22/4/2015) δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατ" άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση (βλ. τις προσκομιζόμενες 8383Γ, 8382Γ, 8381176.2.2015, 8341Γ/23.1.2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και την 7735Γ/29.1.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...). Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης σαν να ήταν παρόντες και οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες.-
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί από το νόμο, είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κινητών και ακινήτων κληρονομιαίων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομιά, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτά, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικά από το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εάν αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί η εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό και προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης του, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Επίδικο είναι ένας πρώην αγρός και ήδη ένα οικόπεδο άρτιο και μη οικοδομήσιμο άνευ τακτοποιήσεως, συνολικής εκτάσεως 993,50 τμ και μετά τη ρυμοτόμηση του 853,50 τμ, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Κρωπίας, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου αυτού, στο Ο.Τ. ...
και εμφαίνεται στο επισυναπτόμενο στην υπ' αριθμ. .../29-9-1994 πράξη διορθώσεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Κρωπίας Όλγας Μπούκη, από Σεπτεμβρίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Κ., με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Ξ-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Π-Α, καθώς και στο επισυναπτόμενο, στη με αριθμ.
καταθ. 250/2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Γ. Γ., τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό σχεδίου 2, με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Μ-Ν-Ο-Π-Α. Ένα μέρος του ακινήτου κατά μήκος τμήματος του δυτικού ορίου του, εμβαδού 85,32 τμ, κατέχεται από την όμορη ιδιοκτησία Μ. Μ., στο οποίο μάλιστα έχει κατασκευαστεί διώροφη οικία.
Επίσης, ένα μέρος του ακινήτου εμβαδού 6,03 τμ, που βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο αυτού, κατέχεται από την ιδιοκτησία Α. Π.. Το υπόλοιπο κατέχουν οι εκκαλούντες-εναγόμενοι και συγκεκριμένα το βόρειο τμήμα αυτού ο Β. Φ., ως μέρος μεγαλύτερης ιδιοκτησίας του εκτάσεως 428 τμ, η οποία εμφαίνεται, στο ως άνω σχέδιο 2 του πραγματογνώμονα Γ.
Γ., με στοιχ. 2 8-2 9-3 0-31-2 8 και το νότιο οι εκκαλούσες-εναγόμενες Φ., Α. και Α. Κ., ως μέρος μεγαλύτερης ιδιοκτησίας τους εκτάσεως 658 τμ, η οποία εμφαίνεται, στο ίδιο σχέδιο, με στοιχ. 22-Κ-Λ-18-19-26-Σ-21-22. Επί του ακινήτου τούτου, οι ενάγοντες -εφεσίβλητοι επικαλούνται ιδία κυριότητα, την οποία (όπως ισχυρίζονται) απέκτησαν με συμβολαιογραφική αποδοχή κληρονομιάς και μεταγραφή, καθώς και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.
Σύμφωνα με όσα αποδεικνύονται, στις 19-9-1962 απεβίωσε ο Δ. Ι. Λ., παππούς από πατέρα των εναγόντων, ο οποίος, με την υπ' αριθμ. …/15-4-1959 δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Κρωπίας Λυκούργου Παπαγιαννάκου, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 2131/1978 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε τους ενάγοντες κληρονόμους του, τον καθένα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, "στην υπόλοιπη περιουσία του κινητή και ακίνητη οπουδήποτε και αν βρεθεί".
Οι ενάγοντες αποδέχτηκαν την κληρονομιά αυτή με την υπ' αριθμ. …/7-8-1990 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Κρωπίας Όλγας Μπούκη, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου (Κρωπίας). Μεταξύ των διαφόρων ακινήτων που δηλώνουν ως κληρονομιά και αποδέχονται, αναφέρουν ... 15) οικόπεδο στο εγκεκριμένο σχέδιο ρυμοτομίας της πόλεως Κορωπίου του ομώνυμου Δήμου στο Ο.Τ.
… στη θέση ... εκτάσεως χιλίων (1000 τ.μ.) τετραγωνικών μέτρων περίπου που συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Δ. Ν., νότια με ιδιοκτησία Α. Χ. πριν και τώρα με εγκεκριμένη οδό, δυτικά με ιδιοκτησίες Α. Π. και Κ. Κ. και ανατολικά με ιδιοκτησία αγνώστου". Στη συνέχεια δε, με την υπ' αριθμ. .../29-9-1994 πράξη διορθώσεως αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας συμβολαιογράφου, που νόμιμα, επίσης, μεταγράφηκε, διόρθωσαν την περιγραφή και τη θέση του ως άνω ακινήτου, δηλώνοντας τα ακόλουθα: "Με την παρούσα πράξη διορθώνεται η περιγραφή του ως άνω ακινήτου το οποίο βρίσκεται στο Ο.Τ. ...
και όχι ... και επίσης διορθώνεται το Βόρειο, Δυτικό και Ανατολικό όριο του, το οποίο απεικονίζεται στο από Σεπτεμβρίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Κ., που φαίνεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Ξ-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Π-Α και το οποίο προσαρτάται στην παρούσα πράξη και σύμφωνα με το οποίο περιγράφεται ως εξής:
Οικόπεδο στο Οικοδομικό Τετράγωνο Ο.Τ. ... εκτάσεως κατά νεωτέρα καταμέτρηση 993,50 τ.μ. που συνορεύει ΒΟΡΕΙΑ κατά ένα μέρος με πλευρά ΙΚ μήκους 23,70 μ. με ιδιοκτησία Χ. Ν., κατά ένα μέρος με πλευρά ΚΠ μήκους 8,10 μ. με ιδιοκτησία Δ. Ν. και κατά ένα μέρος με πλευρά ΠΑ μήκους 8,60 μ. με ιδιοκτησία Α. Π., ΝΟΤΙΑ με πλευρά ΕΖ μήκους 7,80 μ.
και ΕΔ μήκους 15,50 μ. και ΓΔ μήκους 14,20 μ. με εγκεκριμένη οδό (διανοιγείσα) πλάτους 10 μ. ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ κατά ένα μέρος με πλευρά ΒΓ μήκους 15,90 μ. με ιδιοκτησίες Χ. Η. Π. και Α. Γ. Π. κατά ένα μέρος με πλευρά ΒΞ μήκους 9,60 μ. με ιδιοκτησία Α. Γ. Π. και κατά ένα μέρος με πλευρά ΑΞ μήκους 1,70 μ. με ιδιοκτησία Α. Π. και ΔΥΤΙΚΑ κατά ένα μέρος με πλευρά ΖΗ μήκους 7,30 μ.
με εγκεκριμένη οδό (διανοιγείσα) πλάτους 10 μ. κατά ένα μέρος με πλευρά ΗΑ μήκους 15,60 μ. με ιδιοκτησία Γ. και κατά ένα μέρος με πλευρά ΙΑ μήκους 2,50 μ. με ιδιοκτησία Ι. Μ.". Πράγματι, το περιγραφόμενο αυτό, στη διορθωτική πράξη αποδοχής κληρονομιάς των εναγόντων, ακίνητο, είναι το αναφερόμενο στην αρχή της σκέψης ως επίδικο.
Τα συμβόλαια αυτά (υπ' αριθμ. .../7-8-1990 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Κρωπίας Ολγας Μπούκη, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. .../29-9-1994 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένα), αποτελούν τους μοναδικούς νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων για το επίδικο ακίνητο (ΑΚ 1093, 1193, 1195).
Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, προϋπόθεση για την έγκυρη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου είναι ο μεταβιβάζων (διαθέτης) να είναι κύριος αυτού.
Εν προκειμένω, αποδεικνύεται ότι, με το από 30-4-1924 ανταλλακτικό ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του διαθέτη Δ. Ι. Λ. και του αδελφού του Χ. Ι. Λ., περιήλθε στον πρώτο με άτυπη διανομή, ένας αγρός στη θέση "..." του Δήμου Κρωπίας εκτάσεως ενός στρέμματος, που συνορεύει βόρεια με Δ. Γ. Π., ανατολικά με Δ. Γ. Υ. και νότια (μεσημβρινός) με Δ.
Σ. Α.. Το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό, όμως, δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο ιδιοκτησίας (αφού δεν πρόκειται για νομίμως μεταγεγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη, ΑΚ 1093), και επομένως, λόγω και της αρνήσεως των εναγομένων, οι ενάγοντες, μόνο δια τής αποδείξεως της κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από το δικαιοπάροχο τους, με έκτακτη χρησικτησία, μπορούν να καλύψουν το ελάττωμα αυτό του τίτλου τους, εκ του οποίου δεν προκύπτει ότι ο κληρονομούμενος από αυτούς ήταν κύριος της συγκεκριμένης κληρονομιάς.
Όμως δεν αποδεικνύεται άσκηση πράξεων νομής επί του επιδίκου από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων Δ. Ι. Λ., από τον φερόμενο από τους ενάγοντες χρόνο κτήσεως της νομής του (30-4-1924) μέχρι το θάνατο του (19-9-1962), οπότε η κληρονομιά αυτού περιήλθε στους ενάγοντες, ανεξάρτητα του ότι η συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής της κληρονομιάς του συντάχθηκε και μεταγράφηκε σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΚ 1199).
Και περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται άσκηση πράξεων νομής επί του επιδίκου, από το θάνατο του άνω δικαιοπαρόχου τους (1962) από τους ενάγοντες, μέσω του πατέρα τους Ι. Λ. και από το θάνατο του τελευταίου το έτος 1987, από τους ίδιους προσωπικά μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου του έτους 1994 (που αναφέρουν ότι το κατέλαβαν οι εναγόμενοι).
Πλέον συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την περιγραφή του ακινήτου στο προαναφερθέν από 30-4-1924 ανταλλακτικό ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των αδελφών Χ. και Δ. Ι. Λ., στο οποίο, κατά τους ενάγοντες, γίνεται για πρώτη φορά αναφορά της ιδιοκτησίας τους, τούτο δεν ταυτίζεται με το επίδικο, το οποίο αποδέχτηκαν οι ενάγοντες με την υπ' αριθμ. .../29-9-1994 πράξη διορθώσεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Κρωπίας Όλγας Μπούκη, που νόμιμα μεταγράφηκε, αφού κανείς από τους αναφερόμενους στο συμφωνητικό όμορους ιδιοκτήτες δεν αναφέρεται στη διορθωτική πράξη (ούτε πρόκειται για δικαιοπάροχους αυτών), και το μεν στο συμφωνητικό ακίνητο βρίσκεται στη θέση "...", ενώ το περιγραφόμενο στην πράξη αποδοχής στη θέση "...", οι οποίες είναι όμορες και όχι ταυτόσημες.
Επομένως δεν μπορεί ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, άλλο ακίνητο να έλαβε και άλλο να νεμόταν. Κατά πάσα δε πιθανότητα, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στο από 30-4-1924 ιδιωτικό συμφωνητικό όμορες ιδιοκτησίες, ήτοι, βόρεια Δ. Π. (άγνωστος στην περιοχή), ανατολικά Δ. Υ. (αντί Π. κατά το μείζον) και νότια Δ. Α. (απώτερος δικαιοπάροχος των τριών πρώτων εναγομένων), το κτήμα αυτό του Δ.
Λ. βρισκόταν βόρεια του επιδίκου. Περαιτέρω στην υπ' αριθμ. …/15-4-1959 δημόσια διαθήκη, δεν περιγράφεται καθόλου το ακίνητο από τον διαθέτη, ενώ και οι ενάγοντες, με την υπ' αριθμ. .../7-8-1990 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Κρωπίας Όλγας Μπούκη, φαίνεται ότι τελούν σε σύγχυση σχετικά με το ακίνητο που αποδέχονται, αφού δηλώνουν τούτο σε άλλο Ο.Τ.
και με διαφορετικούς κατά το πλείστον όμορους ιδιοκτήτες. Επομένως, δεν κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός τους ότι οι ίδιοι, συνεχώς από το έτος 1980, το καλλιεργούσαν αυτοπροσώπως ή με εργάτες, τουλάχιστον μέχρι το έτος 1987, γιατί τότε θα γνώριζαν ακριβώς τη θέση, τα όρια και τους γείτονες αυτού και θα δήλωναν αυτά απ' αρχής στην υπ' αριθμ. .../7-8-1990 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς τους και δεν θα χρειαζόταν η μετά τετραετία, σχεδόν ολοκληρωτική διόρθωση αυτής.
Η έλλειψη καλλιέργειας του επιδίκου τουλάχιστον για τα έτη 1980 και 1983, προκύπτει και από τη φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών λήψεως 25-10-1980 και 19-4-1983 που προσκομίζονται, στις οποίες, όπως βεβαιώνουν ο διορισθείς από το Δικαστήριο πραγματογνώμονας Γ. Γ. και ο τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων Θ. Χ., δεν εμφανίζονται ίχνη καλλιεργειών στο επίδικο.
Εξάλλου, αν οι ενάγοντες ασκούσαν πράξεις φυσικής εξουσίας επί του επιδίκου ακινήτου και ιδίως επέβλεπαν και επισκέπτονταν αυτό, τότε θα είχαν αντιληφθεί και αντιδράσει τουλάχιστον στη μερική κατάληψη τούτου από τους όμορους Α. Π. και κληρονόμους Κ. Γ., οι οποίοι είχαν περιφράξει τα καταληφθέντα τμήματα πριν το έτος 1994 (στη συνέχεια ο αγοραστής της ιδιοκτησίας Γ.
Μ. Μ. ανήγειρε στο καταληφθέν διώροφη οικοδομή). Πράξεις νομής των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους δεν αποδεικνύονται ούτε και από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων, οι οποίοι κρίνονται αναξιόπιστοι, αφού εμφανίζονται ως όμοροι ιδιοκτήτες, όμως κατέχουν τα κτήματα τους χωρίς αδιαμφισβήτητους τίτλους, αντιφάσκουν ως προς τα όρια του ακινήτου και τους συνορίτες, αναφέρουν ότι ο Ι.
Λ. είχε περιφράξει το ακίνητο, όμως τη μια λένε ότι το περιέφραξε με σύρμα χωρίς πασσάλους και την άλλη μόνο με πασσάλους (βλ. κατάθεση Χ. Ν.) και δεν προσδιορίζουν πότε έγινε η τοποθέτηση αυτή, ούτε μπορούν να εξηγήσουν γιατί η περίφραξη αυτή δεν βρέθηκε και αν και πότε αφαιρέθηκε και γιατί υπάρχει μόνο η διαχωριστική των ιδιοκτησιών των εναγομένων παλαιά περίφραξη.
Τα περί καλλιέργειας δε του επιδίκου στη δεκαετία του 1980, μέχρι το θάνατο του Ι. Λ. το 1987, που καταθέτουν, αποκρούονται από τις προαναφερθείσες αεροφωτογραφίες, στις οποίες φαίνεται ότι δεν καλλιεργείτο η περιοχή. Είναι γεγονός ότι, η ιδιοκτησία Δ. Λ. ή κληρονόμων Ι. Λ. αναγράφεται ως σύνορο σε μερικά συμβόλαια και σχεδιαγράμματα όμορων ιδιοκτησιών, καθώς και σε πράξεις αναγνώρισης ορίων (όπως των Μ.
Μ., Ν. και Σ. Υ.) και μάλιστα εκ των αναφορών τούτων, κυρίως, προσδιορίζεται (τόσο από τους ενάγοντες όσο και από τους δύο διορισθέντες από το Δικαστήριο πραγματογνώμονες) η θέση της ιδιοκτησίας των εναγόντων στο επίδικο. Όμως οι αναφορές αυτές γίνονται κυρίως σε έγγραφα που συντάχθηκαν από το έτος 1992, που πράγματι εμφανίστηκαν οι ενάγοντες ως διεκδικητές του συγκεκριμένου ακινήτου και μετά, και δεν πρόκειται για αδιαμφισβήτητους τίτλους, που στηρίζονται δηλ.
σε προηγούμενη σειρά τίτλων, αλλά γίνεται μεμονωμένη στον συγκεκριμένο τίτλο αναφορά, με σκοπό την κάλυψη της ασάφειας αυτού και τον προσδιορισμό του ακινήτου που αφορά, εν συμπαιγνία των εναγόντων. Η μόνη παλαιά αναφορά γίνεται στην υπ' αριθμ. .../9-2-1970 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Κρωπίας Λεωνίδα Δημητρόπουλου, με την οποία οι κληρονόμοι Γ.
Π., αποδέχονται μεταξύ των άλλων, αγρό συνορεύων δυτικώς με Ι. Λ., όμως όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το από 30-4-1924 ανταλλακτικό ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των αδελφών Χ. και Δημητρίου Ι. Λ., κατά το οποίο το ακίνητο Δ. Λ. συνορεύει ανατολικά με Δ. Υ. (και όχι με Π.), το ακίνητο αυτό (Δ. Λ.), βρίσκεται μεν δυτικά τους αλλά βόρεια και όχι όμορα αυτών.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, η αναφορά αυτή δεν αποτελεί, τίτλο ιδιοκτησίας ή πράξη νομής των εναγόντων ή των δικαιοπαρόχων τους. Μοναδική πράξη νομής των εναγόντων επί του .επίδικου ακινήτου, αποτελεί η οριοθέτηση αυτού με το από Σεπτεμβρίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Κ., καθώς και η παρακάτω περιγραφόμενη προσπάθεια κατάληψης αυτού.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο κατέχουν και νέμονται οι εναγόμενοι-εκκαλούντες, εν μέρει, όπως προσδιορίστηκε πιο πάνω, ο μεν Β. Φ. δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1983 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Κρωπίας Γεωργίου Αχείμαστου που νόμιμα μεταγράφηκε, οι δε λοιποί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 27-10-1979 νομέως αυτού Χ.
Κ., την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ. …/4-7-1994 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευθυμίας Μαστραποστόλη που νόμιμα μεταγράφηκε. Περί τα τέλη Ιουνίου 1994, οι ενάγοντες επιχείρησαν να συρματοπλέξουν την επίδικη "έκταση ως ιδία, πλην όμως αποκρούστηκαν από τους εναγόμενους, οι οποίοι σταμάτησαν την περίφραξη και κατέστρεψαν το συρματόπλεγμα, κατά το μέρος που έκαστος κατείχε και νεμόταν το ακίνητο.
Στη συνέχεια δε, άσκησαν οι μεν τρεις πρώτοι εναγόμενοι την από 14-7-1994 και ο τέταρτος εναγόμενος την από 22-9-1994 αιτήσεις τους λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, κατά των τώρα εναγόντων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας. Οι αιτήσεις τους αυτές έγιναν δεκτές με την υπ' αριθμ. 325/1994 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και.
οι εναγόμενοι αναγνωρίστηκαν προσωρινά νομείς του ακινήτου κατά το μέρος που το κατέχουν, απορριφθείσης και της εφέσεως των τώρα εναγόντων με την υπ' αριθμ. 2912/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ταύτιση των Ιδιοκτησιών των εναγομένων με το επίδικο ακίνητο, κατά το μέρος που κατέχουν, προκύπτει και από το συνοδεύον, την υπ' αριθμ. 3/2010 πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού του Δήμου Κρωπίας, τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο η ιδιοκτησία των εναγόντων τοποθετείται βόρεια της ιδιοκτησίας του Β.
Φ., όπως ακριβώς αναφέρεται και στο επικαλούμενο απ' αυτόν συμβόλαιο αγοράς του ακινήτου του, με αριθμ. .../1983, του συμβολαιογράφου Κρωπίας Γεωργίου Αχείμαστου, δηλαδή βόρεια του επιδίκου. Κατ' ακολουθίαν αυτών, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες είναι κύριοι του επίδικου ακινήτου κατά τρόπο παράγωγο, με μεταβίβαση της κυριότητας αυτού από αληθή κύριο, άλλως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, η ένδικη αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, αφού δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας των αναιρεσειόντων στο επίδικο ακίνητο ούτε με παράγωγο αλλά ούτε και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία).
Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, την αιτιολόγηση και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο είναι σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ.β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.
Ο πιο πάνω λόγος δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 περ.β' ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που πρόβαλαν με τις κατ" έφεση προτάσεις τους ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν στην περιοχή ...
τρία διαφορετικά ακίνητα, όπως προκύπτει από τους επικαλούμενους τίτλους τους, τα οποία βρίσκονται σε διαφορετικές θέσεις από το επίδικο και συνεπώς δεν μπορούν να ταυτιστούν με αυτό. Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει δεν συνιστά πράγμα κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά πραγματικό επιχείρημα των αναιρεσειόντων, που αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, όπως είναι μεταξύ άλλων και η πραγματογνωμοσύνη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, τρίτο, κατά το δεύτερο και τέταρτο μέρος, λόγους αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος: α) τις 263/2004 και 250/2008 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των αγρονόμων τοπογράφων μηχανικών Α.
Α. και Γ. Γ., αντίστοιχα, β) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων τους, γ) τα συμβόλαια των όμορων ιδιοκτητών που τους αναγνώριζαν σε ανύποπτο χρόνο ως συνορίτες τους και τις πράξεις αναγνώρισης ορίων του Μ. Μ., Χ. Ν. και Σ. Υ., που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους για την απόδειξη του αγωγικού τους ισχυρισμού περί κτήσης κυριότητας τους στο επίδικο ακίνητο.
Από την επισκόπηση όμως του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτή γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν πρωτοδίκως και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς και την ειδική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη οι πιο πάνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, δεν γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και των διαδίκων και τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που προαναφέρθηκαν.
Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σε αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σε ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα, η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση όσων αυτοί καταθέτουν εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέτει στην απόφαση του και του λόγους για τους οποίους δίδει μεγαλύτερη πίστη στην κατάθεση του ενός ή του άλλου μάρτυρα (ΑΠ 907/2006, ΝοΒ 2006.1746).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι κατά το σχηματισμό της πιο πάνω αποδεικτικής του κρίσης, το Εφετείο δεν προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων τους, θεωρώντας τους αναξιόπιστους, αν και οι τελευταίοι ήταν γείτονες τους και γνώριζαν τους ίδιους (αναιρεσείοντες) και τους γονείς τους προ πολλών ετών, τυγχάνουν δε ιδιοκτήτες ομόρων με το επίδικο ακινήτων, σε αντίθεση με τους μάρτυρες των αντιδίκων τους, Α.
Π. και Γ. Π., των οποίων οι καταθέσεις ήταν αόριστες και δεν ενισχύονταν από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των καταθέσεων τους εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30/12/2014 αίτηση των Δ. Λ. κλπ. για αναίρεση της 4369/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ