Legislator Case Law & Legislation
718/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdiction error but allows reversal due to insufficient reasoning in property dispute.

Case Number 718/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's claim that the Court of Appeal erred in jurisdiction, noting such errors do not constitute grounds for appeal. However, the court found the lower court's decision lacked sufficient reasoning regarding the property boundaries and ownership history. Consequently, the appeal was allowed on this specific ground, and the case was remitted for retrial by a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(5) KPolD; Art. 559(19) KPolD: An appeal based on jurisdictional error is inadmissible unless it concerns a substantive error, but an appeal based on insufficient reasoning regarding material facts is admissible and warrants remittal.

Keywords

AI generated
jurisdictional error insufficient reasoning property ownership remittal for retrial appellate review civil procedure ownership boundaries

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(5) KPolD
Art. 47 KPolD
Art. 19 KPolD
Art. 559(19) KPolD
Art. 580(3) KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 179 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 1045 AC
Art. 249 AC

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 718 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 718/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. χήρας Π. Κ., το γένος Γ. Δ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπατσίκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Καλλιόπη Περιστεράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/4/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 264/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/3/2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 22/10/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της της από 21/3/2011 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 264/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 5 του ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα έκρινε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, αναφερόμενο σε παραδοχές της καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ. ΑΠ 30/1995 και 3/1991, ΑΠ 1742/2011 και 1591/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθμ. 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο Αιγαίου που την εξέδωσε εσφαλμένα δέχθηκε ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν καθ' ύλην αρμόδιο για εκδίκαση της ένδικης διεκδικητικής κατά ένα μέρος και αρνητικής κατά το λοιπό μέρος της αγωγής, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι αρμόδιο καθ' ύλην ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου στο οποίο και έπρεπε, δεχόμενο την ένσταση της να την παραπέμψει προς εκδίκαση.

Η προσβαλλόμενη όμως αυτή αιτίαση, μη αναφερόμενη σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αναφορικώς με τη δική του αρμοδιότητα, είναι, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, απαράδεκτη και απορριπτέα και συνακόλουθα είναι απορριπτέος ο ως άνω σχετικός λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 1000 και 1001 εδ.

α ΑΚ προκύπτει ότι ο κύριος του πράγματος μπορεί εφόσον δεν προσκρούει στο νόμο σε δικαιώματα τρίτων να το διαθέτει κατ' αρέσκεια και να αποκρούει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σ' αυτό, η δε κυριότητα πάνω σε ακίνητο εκτείνεται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, στο χώρο πάνω και κάτω από το έδαφος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 Α.Κ., αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ' αυτού που κατέχει το πράγμα (άρθρο 1094 ΑΚ).

Διατάραξη της κυριότητας αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος.

Η διεκδικητική και η αρνητική αγωγή δεν μπορούν να σωρευθούν στο ίδιο δικόγραφο, γιατί αντιφάσκουν μεταξύ τους (άρθρο 218 ΚΠολΔ), εφόσον η πρώτη προϋποθέτει καθολική προσβολή της κυριότητας, ενώ η δεύτερη μερική. Αν γίνει τέτοια σώρευση διεκδικητικής και αρνητικής αγωγής, διατάσσεται ο χωρισμός τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 218 παρ. 2 ΚΠολΔ, λόγω της αντιφατικότητάς τους.

Μπορεί, όμως, να μη υπάρχει αντίθεση και να δύναται η σώρευση των εν λόγω αγωγών, εάν η καθεμία από αυτές αφορά συγκεκριμένο και διαφορετικό τμήμα του ίδιου ακινήτου, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη υπόθεση και προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.

α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ. Περαιτέρω η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αν δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992). Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά : "Το ακίνητο που διεκδικείται είναι μια εδαφική λωρίδα, επί της οποίας η εκκαλούσα εναγομένη έχει ανεγείρει κτίσμα εμβαδού 10,60 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." εντός του οικισμού "..." …και συνορεύει βόρεια, ανατολικά και νότια με αυλή του ακινήτου του εφεσίβλητου ενάγοντος και δυτικά με το ανίκητο της εκκαλούσας εναγομένης, όπως αυτό αποτυπώνεται στο από Δεκεμβρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.

Κ. Το επίδικο και οι εφαπτόμενες τούτου ιδιοκτησίες των διαδίκων, αποτελούν τμήματα μεγαλύτερου άλλοτε ακινήτου, το οποίο με το υπ' αριθμ. .../1928 συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Καντιανή, που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθε στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου και μητέρας των διαδίκων Ε. συζ. Γ. Δ..

Στον ανωτέρω τίτλο το άλλοτε ενιαίο ακίνητο περιγράφεται ως "μίαν οικίαν κειμένην εντός του χωρίου ... τέως Δήμου … εις θέσιν …..συγκειμένην εκ τεσσάρων δωματίων μετά του μαγειρείου και της αυλής εν ή υπάρχει έτερον δωμάτιον, δύο μάνδραι, μικρόν περιβόλιον και δεξαμενή ως περικλείεται δι' εξώθυρας...". Με βάση το υπ' αριθμ. .../1970 συμβόλαιο πωλήσεως του συμβολαιογράφου Θήρας Εμμ.

Μητροπία, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, η προαναφερόμενη μητέρα των διαδίκων μεταβίβασε στην εκκαλούσα εναγομένη το δυτικό μέρος του μεγαλύτερου ακινήτου, δηλαδή "... εν δωμάτιον ερειπωμένον μετά μικρού προαυλίου έμπροσθεν και όπισθεν τούτου πλάτους δύο μέτρων και μήκους μέχρι της εξώθυρας...". Περαιτέρω, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1972 συμβολαίου πωλήσεως του αμέσως ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε, επίσης, νόμιμα, η μητέρα των διαδίκων μεταβίβασε στον εφεσίβλητο ενάγοντα το εναπομείναν ανατολικό τμήμα του ακινήτου, ήτοι την παλαιά ισόγεια οικία με την αυλή, εμβαδού 153,70 τ.μ.

καθώς και τα δύο (2) υπόσκαψα (μάνδραι), εμβαδού 20,70 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται στο από Δεκεμβρίου τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Κ. Λόγω του ότι στον τίτλο του εφεσίβλητου ενάγοντος το ακίνητο που μεταβιβάστηκε εκ παραδρομής περιγράφηκε με τα όρια και την έκταση που είχε το αρχικό ενιαίο ακίνητο, η δικαιοπάροχος των διαδίκων και η εκκαλούσα εναγομένη προέβησαν στην υπ' αριθμ. .../1975 διευκρινιστική δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Θήρας Εμμ.

Μητροπία, με την οποία επιβεβαίωσαν την κατά τα ανωτέρω διαίρεση του μεγαλύτερου ακινήτου, πράγμα που δεν αμφισβητούν οι διάδικοι. Από τις προαναφερόμενες περιγραφές των ακινήτων των διαδίκων, προκύπτει σαφώς ότι το αποτελούμενο τότε από ένα δωμάτιο και τα έμπροσθεν και όπισθεν αυτού προαύλια ακίνητο της εκκαλούσας εναγομένης εκτεινόταν μέχρι της εξώθυρας του ακινήτου του εφεσίβλητου ενάγοντος, η οποία αποτελούσε το όριο μεταξύ των δύο ακινήτων.

Επομένως, το επίδικο τμήμα στο οποίο η εκκαλούσα εναγομένη ανήγειρε κτίσμα και το οποίο υπερβαίνει το όριο της εξώθυρας των δύο ιδιοκτησιών και βρίσκεται ολόκληρο εντός της αυλής του ακινήτου του εφεσίβλητου ενάγοντος, δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο της ιδιοκτησίας της πρώτης, και δεν αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας της, αλλά τμήμα του ακινήτου του δεύτερου (εφεσίβλητου ενάγοντος).

Η εκκαλούσα εναγομένη διαμόρφωσε το κτίσμα που απέκτησε σε κατοικία και ανήγειρε στο επίδικο ένα μικρό δωμάτιο. Από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι το δωμάτιο αυτό κατασκευάστηκε πριν από το έτος 1978, όπως αυτή αβάσιμα ισχυρίζεται, αφού από την από 21.8.1978 υπεύθυνη δήλωση του ηλεκτρολόγου Ν.

Σ. για την ηλεκτροδότηση του ακινήτου της, που προσκομίζει και επικαλείται, δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα για το χρόνο ανέγερσης του επιδίκου κτίσματος, καθόσον η δήλωση αυτή δεν είναι βεβαίας χρονολογίας, ενώ αναφέρεται σε ακίνητο που βρίσκεται στη συνοικία "...", που απέχει περί τα 700 μέτρα από τη θέση "..." του υπόψη κτίσματος.

Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι η εκκαλούσα εναγομένη το έτος 2002 στη νοτιοδυτική γωνία της αυλής του ακινήτου του εφεσίβλητου ενάγοντος άνοιξε οπή στο υπάρχον σκέπαστρο από μπετόν και καμινάδα εξαερισμού της οικίας της. Ο χώρος αυτός έχει εμβαδόν 3,10 τ.μ., συνορεύει βόρεια με το τμήμα του ακινήτου του εφεσίβλητου ενάγοντος, που καταλήφθηκε από την εκκαλούσα εναγομένη, δυτικά με το ακίνητο της τελευταίας, νότια με υπόσκαφο του πρώτου και ανατολικά με την αυλή του ακινήτου του ίδιου, όπως αυτό αποτυπώνεται στο ανωτέρω διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.

Κ. Και ο χώρος αυτός ανήκει σαφώς στην ιδιοκτησία του εφεσίβλητου - ενάγοντος, αφού αποτελεί τμήμα της αυλής του και χρησιμεύει για την επικοινωνία του ακινήτου του με τους υπόσκαφους χώρους, βρίσκεται δε πέραν του ορίου της ιδιοκτησίας της εκκαλούσας εναγομένης (εξώθυρα) και παράλληλα με το καταληφθέν τμήμα ...

Υπό τα ως άνω αποδειχθέντα, η από την εναγόμενη κατάληψη του επιδίκου τμήματος των 10,6 τ.μ. και η κατασκευή καμινάδας στην αυλή του ενάγοντος έγιναν χωρίς δικαίωμα και παρά τη θέληση του ενάγοντος, η κατακράτηση δε της νομής του επιδίκου και η διατήρηση της καμινάδας μέχρι σήμερα συνιστούν προσβολή της κυριότητάς του".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, και ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει όμοια δεχόμενο την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, το Εφετείο κατέληξε στην απόρριψη της από 2-6-2006 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 64/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1000, 1001, 1045, 249 ΑΚ και διέλαβε ανεπαρκείς και αναιρετικές αιτιολογίες επί ζητημάτων ασκούντων την ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα δεν αναφέρεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια πότε έγινε η κατάληψη του επιδίκου τμήματος, εμβαδού 10,6 τετρ. μέτρων και πότε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα προέβη στην κατασκευή του μικρού δωματίου, μη αρκούσης της παραδοχής του Εφετείου ότι δεν παραβιάσθηκε πριν από το έτος 1978, καθόσον μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (Μάϊο 2004) είναι δυνατόν με τη μεταγενέστερη του έτους 1978 και έως του έτους 2004 κατάληψη του και την άσκηση πράξεων νομής με διάνοια κυρίου από την εναγομένη-αναιρεσείουσα επί μία εικοσαετία συνεχώς, το μεν να έγινε κυρία του επιδίκου αυτού τμήματος με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ) το δε η ένδικη αξίωση του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου να υπέκυψε στην εικοσαετή παραγραφή (άρθρο 249 ΑΚ).

Συνεπεία δε των ανεπαρκών αυτών αιτιολογιών δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση των εφαρμοσθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Ακόμα δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με επάρκεια και σαφήνεια πότε έλαβε χώρα η κατάληψη της δεύτερης των επιδίκων εκτάσεων, εμβαδού 3,10 τετρ.

μέτρων από την εναγομένη επισημαίνοντας μόνο ότι κατά το έτος 2002 η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα άνοιξε οπή στο υπάρχον σκέπαστρο από μπετόν και κατασκεύασε καμινάδα εξοπλισμού της οικίας, χωρίς να προσδιορίζει τις διαστάσεις της και πως προσβάλλεται από την εν λόγω κατασκευή η κυριότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου επί της εν λόγω εκτάσεως, στην περίπτωση που αυτή δεν έχει περιέλθει στην κυριότητα της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας με έκτακτη χρησικτησία και εάν επιβάλλεται η αφαίρεση ή η σμίκρυνση της εν λόγω καμινάδας χωρίς να βλάπτεται το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου επί του αντιστοίχου επιδίκου τμήματος.

Κατ' ακολουθίαν των προεκτιθεμένων πρέπει να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης (στέρηση της απόφασης νόμιμης βάσης λόγω, ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης) ως κατ' ουσίαν βάσιμος. Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τον ως άνω λόγο αναίρεσης, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων της ένδικης αναίρεσης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αυτή, του οποίου η σύνθεση θα αποτελείται από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως ηττώμενος σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας αδελφής του (άρθρα 176, 179 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 264/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ