Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence regarding property co-ownership and inheritance claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by four individuals against the Patras Court of Appeal's decision. The appellants argued the lower court failed to consider a 1954 document proving their co-ownership rights over specific properties. The court found the appellate court correctly evaluated the evidence, noting the appellants could not establish the necessary conditions for co-ownership or inheritance rights based on the timeline of possession and title transfers. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 11 para. 3 C.Pol.D.; Art. 559 no. 13 C.Pol.D.; The failure of a court of first instance to mention specific evidence in its judgment does not constitute a ground for appeal, provided the court has substantively considered the evidence and the appeal fails to demonstrate a violation of the burden of proof rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 718 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 718/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ..., 3. Χ3 και 4. Χ4, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Σιγάλα, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ... και 3. Ψ3, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Μαρίνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/1994 μη οριστική, 16/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 553/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-3-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 5-11-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 643/2001).
Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή εκάστου στα προς απόδειξη θέματα, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το ακόλουθο έγγραφο, το οποίο προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με επίκληση προς απόδειξη της συγκυριότητάς τους επί των επίδικων ακινήτων και δη την από 20-9-1954 αίτηση και δήλωση του αρχικού δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων ΧΧ, την οποία αυτός υπέβαλε το 1954 προς την επιτροπή του άρθρου 13 του Ν.Δ. 2933/1954 για τη λήψη δανειακής κρατικής αρωγής για ανέγερση οικίας και στην οποία αυτός ευθέως ομολογεί σε χρόνο ανύποπτο ότι το υπό στοιχείο γ' επίδικο είναι κληρονομικό.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, σχετικά με την ένδικη αγωγή διανομής ακινήτων και τη συγκυριότητα ή μη των εναγόντων επί των επιδίκων, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από τους ενάγοντες οι τρεις πρώτοι είναι τέκνα και η τέταρτη σύζυγος του ΓΓ, ο οποίος αποβίωσε στην ...
στις 11-1-1983. Την κληρονομιά του αποδέχθηκαν οι ενάγοντες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του με την .../29-6-1993 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ζωής Βισβάρδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ζακύνθου. Κατά την άνω δήλωση αποδοχής κληρονομίας τα κληρονομιαία ακίνητα ήταν τα ακόλουθα:
α) το 1/ 2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εκτάσεως 200 τ.μ. με την εντός αυτού προσεισμική ερειπωμένη οικία επιφανείας 60 τ.μ. περίπου, ευρισκόμενη στη θέση "...", εντός του χωριού ..., που συνορεύει ολόγυρα με κοινοτικό δρόμο και ιδιοκτησία ..., β) το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός σταφιδάμπελου επιφάνειας 3.000 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στη θέση "..." της κοινότητας ...
και συνορεύει ολόγυρα με δρόμο ... και με ιδιοκτησίες ..., ΑΑ και ... και γ) το 1/2 εξ αδιαιρέτου αγροκτήματος επιφάνειας 3.000 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στη θέση "..." της ίδιας κοινότητας, με την εντός αυτού ισόγεια προσεισμική οικία επιφάνειας 30 τ.μ. περίπου και ισόγεια οικία αρωγής επιφάνειας 70 τ.μ. περίπου, συνορευόμενο ολόγυρα με κοινοτικό δρόμο και με ιδιοκτησίες ..., ...
και ... . Ο ΓΓ ήταν ανιψιός του ΑΑ, πατέρα της αρχικής εναγόμενης ΒΒ, την οποία οι ενάγοντες αναφέρουν στην αγωγή ως συγκυρία κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου των ως άνω επίδικων ακινήτων. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, ότι οι ΓΓ και ΧΧ κατείχαν το υπό στοιχείο α και τμήμα υπό στοιχείο γ των παραπάνω ακινήτων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, τα οποία περιήλθαν σ' αυτούς μετά το θάνατο του ΑΑ το έτος 1921.
Κατά το έτος 1935 ο ΓΓ αναχώρησε από το ... και εγκαταστάθηκε στην πόλη της ... και από το έτος 1963 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην ... . Κατά το έτος 1948 με το από 10-9-1948 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησε ατύπως στον πατέρα της εναγόμενης και θείο του ΧΧ το μερίδιό του επί των παραπάνω ακινήτων αντί τιμήματος 750.000 δραχμών. Οι ενάγοντες με την έφεσή τους και για πρώτη φορά με την από 9-11-2003 προσθήκη των προτάσεών τους της μετ' απόδειξη συζήτησης της αγωγής αμφισβήτησαν τη γνησιότητα της υπογραφής του δικαιοπαρόχου τους επί του συμφωνητικού αυτού, αν και η εναγόμενη είχε επικαλεστεί και προσκομίσει αυτό από την πρώτη συζήτηση της αγωγής και οι ενάγοντες δεν προέβησαν αμέσως σε δήλωση αμφισβήτησης της γνησιότητάς του, λόγος άλλωστε για τον οποίο δεν τάχθηκε σχετικό θέμα αποδείξεως από την προδικαστική απόφαση.
Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι στο υπόλοιπο τμήμα του υπό στοιχείο γ' ακινήτου έχει κτιστεί από τον ΧΧ με την αρωγή που πήρε ως σεισμόπληκτος του έτους 1953 ισόγεια κατοικία, το αγόρασε δε αυτός με άτυπη αγορά από την Ιερά Μονή Αντιφωνήτριας και το υπό στοιχείο β' ακίνητο αγόρασε κατά ένα τμήμα από τον Ανδρέα Μέντενη και κατά ένα τμήμα από τον Ιερό Ναό Αγίου Ανδρέα.
Για τα ανωτέρω κατέθεσε με σαφήνεια ο μάρτυρας ανταπόδειξης Βασίλειος Πλέσσας, που ήταν αγροφύλακας στην επίδικη περιοχή από το έτος 1955 έως το έτος 1975 και έλαβε μέρος στη μέτρηση του τελευταίου ακινήτου, όταν πωλήθηκε από το εκκλησιαστικό συμβούλιο στον ΧΧ. Η μάρτυρας απόδειξης, κατά το έτος 1948 ήταν 11 ετών και όσα κατάθεσε τα γνώριζε από τη μητέρα της, η οποία ήταν αδελφή με τον ΧΧ, ήτοι τον δικαιοπάροχο της αρχικής εναγομένης, με τον οποίο δεν είχαν καλές σχέσεις, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας ανταπόδειξης, αλλά και η ίδια, αφού κατέθεσε ότι ο ΧΧ αγόρασε από τη μητέρα της ένα κτήμα αντί ευτελούς τιμήματος.
Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι ο ΓΓ μετά την άτυπη πώληση των ακινήτων αποξενώθηκε πλήρως από αυτά, αφού είχε εγκατασταθεί στην πόλη της ... από το 1935 και εργαζόταν ως υποδηματοποιός και από το 1963 στην ... . Μέχρι δε και το θάνατό του στις 11-1-1983 ποτέ δεν ήγειρε αξιώσεις για τα επίδικα ακίνητα, ούτε άσκησε καμία πράξη νομής επ' αυτών, σε αντίθεση με τον ΧΧ, ο οποίος ασκούσε όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση τους πράξεις νομής, όπως ανέγερση κτισμάτων, καλλιέργεια δένδρων και αμπέλου, με την πεποίθηση ότι είναι κύριος, χωρίς να τον ενοχλήσει ποτέ ο ΓΓ.
Εξάλλου, συνεχίζει το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ότι είχαν συναφθεί οι επικαλούμενες με την αγωγή άτυπες συμβάσεις χρησιδανείου και ότι έτσι κατείχε ο ΧΧ και μετά το θάνατό του ο γιός του ΔΔ τα επίδικα ακίνητα για λογαριασμό του ΓΓ και στη συνέχεια, μετά το 1983, για λογαριασμό των εναγόντων. Κατέληξε δε το Εφετείο, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ΓΓ κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν συγκύριος των επίδικων ακινήτων, έχοντας αποκτήσει αυτά με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και συνακόλουθα οι ενάγοντες δεν απέκτησαν συγκυριότητα επ' αυτών, αφού δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) παρά μη κυρίου, κρίνοντας τελικώς ως αβάσιμη την ένδικη περί διανομής των επίδικων ακινήτων αγωγή.
Έτσι, από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την υπάρχουσα σ' αυτή ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την ως άνω από 20-9-1954 αίτηση και δήλωση του αρχικού δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων ΧΧ, την οποία αυτός υπέβαλε το 1954 προς την επιτροπή του άρθρου 13 του Ν.Δ. 2933/1954 για τη λήψη δανειακής κρατικής αρωγής για ανέγερση οικίας σε ένα από τα επίδικα και στην οποία, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, αυτός ομολογεί ότι το επίδικο τούτο είναι κληρονομιαίο, δεχόμενο ρητά μάλιστα ότι αυτός οικοδόμησε ισόγεια οικία, με την αρωγή που πήρε ως σεισμόπληκτος του έτους 1953.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 457 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ, εκείνος κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται ως αναγνωρισμένο, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του με την επιφύλαξη της προσβολής του ως πλαστού.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα ακόλουθα: α) Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθ. 455 ΚΠολΔ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, του ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του.
Ο αντίδικός του έχει το βάρος της δηλώσεως περί αρνήσεως της γνησιότητας του εγγράφου, ο δε διάδικος που το επικαλείται και το προσκομίζει της αποδείξεως της γνησιότητας αυτής, όταν αμφισβητηθεί. β) Εφόσον το έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, η αμφισβήτηση της γνησιότητας αναφέρεται στην υπογραφή (μία ή περισσότερες), η γνησιότητα της οποίας δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου που καλύπτεται από την υπογραφή, κάτι που ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού.
γ) Η απόδειξη από εκείνον που προσήγαγε το ιδιωτικό έγγραφο της αμφισβητηθείσας από τον αντίδικό του υπογραφής επιβάλλεται όχι μόνο αν γίνεται χρήση του εγγράφου τούτου για άμεση απόδειξη, αλλά και όταν από αυτό συνάγονται δικαστικά τεκμήρια. Τέλος, από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 237 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής ιδιωτικού εγγράφου πρέπει να γίνει κατά την ίδια συνεδρίαση, κατά την οποία το έγγραφο προσάγεται, με προσθήκη στις προτάσεις, επιβάλλεται δε να είναι ρητή, σαφής και ειδική χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις (ΑΠ 1338/2008, ΑΠ 106/2007).
Αν αυτό δεν γίνει, θεωρείται ότι αναγνωρίστηκε σιωπηρώς η γνησιότητα του ιδιωτικού εγγράφου και τυχόν αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτού σε μεταγενέστερη συζήτηση είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο είναι και η συναγωγή τεκμηρίου από έγγραφο, του οποίου αμφισβητήθηκε η γνησιότητα της υπογραφής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1038/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως γνήσιο το από 10-9-1948 ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως, που προσκόμισε η αρχική εναγόμενη σε μια απλή ανεπικύρωτη φωτοτυπία, χωρίς να διατάξει απόδειξη περί τούτου, αφού αυτοί αμφισβήτησαν τη γνησιότητά του.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όμως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό προσκομίστηκε με επίκληση από την αρχική εναγόμενη πρωτοδίκως, προσκομίστηκε δε πάλι με επίκληση στο Εφετείο. Όμως, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες για πρώτη φορά με την από 9-11-2003 προσθήκη των προτάσεών τους της μετ' απόδειξη συζήτησης της αγωγής αμφισβήτησαν τη γνησιότητα της υπογραφής του δικαιοπαρόχου τους επί του συμφωνητικού αυτού.
Η αρχική εναγόμενη όμως είχε επικαλεστεί και προσκομίσει αυτό από την πρώτη συζήτηση της αγωγής με τις από 29-11-1994 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και οι ενάγοντες δεν προέβησαν αμέσως σε δήλωση αμφισβήτησης της γνησιότητάς του, οπότε το έγγραφο αυτό θεωρείται αναγνωρισμένο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω.
Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι ο δικαιοπάροχος της αρχικής εναγόμενης ΧΧ αγόρασε ατύπως από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων ΓΓ, με το από 10-9-1948 ιδιωτικό συμφωνητικό το μερίδιό του εξ 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των επίδικων ακινήτων και έκτοτε ασκούσε επ' αυτών όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση τους πράξεις νομής, όπως ανέγερση κτισμάτων, καλλιέργεια δένδρων και αμπέλου, με την πεποίθηση ότι είναι κύριος, χωρίς να τον ενοχλήσει ποτέ ο ΓΓ, ο οποίος από το έτος 1935 είχε εγκατασταθεί στην πόλη της ...
και εργαζόταν ως υποδηματοποιός και από το 1963 στην ..., μέχρι δε τον θάνατο του στις 11-1-1983 ποτέ δεν ήγειρε αξιώσεις για τα επίδικα ακίνητα, ούτε άσκησε καμία πράξη νομής επ' αυτών. Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε συνεκτιμώντας κυρίως τις καταθέσεις μαρτύρων, ότι δεν αποδείχτηκε ότι ο διαιοπάροχος των εναγόντων ήταν συγκύριος των επίδικων ακινήτων, έχοντας αποκτήσει αυτά με έκτακτη χρησικτησία και ότι συνακόλουθα δεν απέκτησαν συγκυριότητα ούτε και οι ενάγοντες, αφού δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) παρά μη κυρίου.
Κατόπιν τούτου απέρριψε την αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια. Ενόψει τούτων, αφού η αμφισβήτηση της γνησιότητας του από 10-9-1948 ιδιωτικού συμφωνητικού δεν έγινε κατά τη συζήτηση, κατά την οποία το πρώτον προσκομίστηκε αυτό με επίκληση, με ρητή, σαφή και ειδική δήλωση αμφισβήτησης, ήταν απαράδεκτη η αμφισβήτηση αυτού για πρώτη φορά με την προσθήκη των προτάσεων των εναγόντων της μετ' απόδειξη συζήτησης της αγωγής και συνεπώς το Εφετείο, που εκτίμησε αυτό ως γνήσιο, όπως και το Πρωτοδικείο, κρίναν ότι για το λόγο αυτό δεν τάχθηκε σχετικό θέμα αποδείξεως από την προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθ. 10 και 11 περ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά τα σχετικά μέρη του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα είναι και τα αχαρτοσήμαντα έγγραφα, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχτηκε σε αχαρτοσήμαντα έγγραφα, ενώ δεν ήταν αυτά επιτρεπτά. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και δη το ως άνω από 10-9-1948 ιδιωτικό συμφωνητικό, καίτοι αυτό ήταν αχαρτοσήμαντο.
Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ύστερα και από την προβολή σχετικού λόγου έφεσης, έκρινε ότι το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό είχε νομίμως προσκομιστεί ότι δηλαδή έφερε και το νόμιμο χαρτόσημο και έτσι δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 11 περ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το σχετικό μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος αυτός λόγος, ως αιτίαση ότι το πιο πάνω έγγραφο είχε προσκομιστεί αχαρτοσήμαντο, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ότι το έγγραφο αυτό είχε νόμιμα χαρτοσημανθεί.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά (ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 30/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το σχετικό τρίτο μέρος του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο "προσέδωσε αποδεικτική αξία και δύναμη σε μια ανεπικύρωτη φωτοτυπία ενός ιδιωτικού εγγράφου (του από 10-9-1948 ιδιωτικού συμφωνητικού), για το οποίο ουδέποτε τάχθηκε θέμα αποδείξεως και χωρίς ποτέ να έχει αναγνωριστεί ως νόμιμο".
Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη, εφόσον το Εφετείο δεν προσέδωσε στο προαναφερόμενο συμφωνητικό αποδεικτική δύναμη διαφορετική από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ( Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 194/2005).
Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 2/2009, ΑΠ 442/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του προαναφερθέντος από 10-9-1948 ιδιωτικού συμφωνητικού της άτυπης πώλησης των επίδικων ακινήτων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ΓΓ κατά το χρόνο του θανάτου του δεν είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία τη συγκυριότητα των επίδικων ακινήτων, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου και των λοιπών άλλων αποδεικτικών μέσων, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094, 1045 Α.Κ. και 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι ο κατά της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί ένσταση μεν, αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον, όμως, τα περιστατικά που προτείνονται, αληθινά υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον προτείνοντα την κυριότητα και είναι μεταγενέστερα αυτών της αγωγής ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ' αυτή είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή (ΑΠ 1589/2008, ΑΠ 256/1989).
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 980, 981, 982, 984, 994 ΑΚ, οι οποίες διέπουν τη συννομή και οι οποίες κατά τα άρθρα 1113 και 1884 ΑΚ εφαρμόζονται και στην κοινωνία μεταξύ των συγκυρίων ή συγκληρονόμων επί του ιδίου πράγματος, σαφώς προκύπτει ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος αν κατέχει ολόκληρο το κοινόν, θεωρείται ότι το κατέχει στο όνομα και των λοιπών συγκυρίων, και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών, αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, πριν ή καταστήσει γνωστό στους συγκυρίους ότι νέμεται μεγαλύτερο της μερίδας του μέρος ή το όλον αποκλειστικώς στο όνομά του ως κύριος (Ολ.ΑΠ 485/1982, ΑΠ 1597/2007).
Τα προεκτιθέμενα όμως προϋποθέτουν πως η κοινωνία υπήρχε ήδη όταν αυτός που προβάλλει ότι έγινε κύριος του κοινού με χρησικτησία άρχισε να το νέμεται ως αποκλειστικός κύριος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, διότι, αφού μέχρι το έτος 1948 τα επίδικα ακίνητα είναι επίκοινα και ανήκουν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον δικαιοπάροχό τους ΓΓ και κατά το ίδιο ποσοστό στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων ΧΧ και η αρχική εναγόμενη προέβαλε τον ισχυρισμό ότι από το 1948 ο πατέρας της άρχισε να χρησιδεσπόζει τα επίδικα αποκλειστικά στο δικό του όνομα, η εναγομένη προέβαλε ένσταση, αφού τα θεμελιωτικά αυτής γεγονότα είναι μεταγενέστερα της προϋπάρχουσας συγκυριότητας επί των επίκοινων επίδικων ακινήτων, την πραγματική βάση της οποίας όφειλε να αποδείξει, παρόλα ταύτα το Εφετείο έκρινε ότι αυτοί δεν ανταποκρίθηκαν στο ταχθέν σε βάρος τους θέμα αποδείξεως της αγωγής τους.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι στις 11-1-1983 αποβίωσε στην ... ο ΓΓ, ο οποίος κληρονομήθηκε από αυτούς κατά τα αναφερόμενα ποσοστά. Ότι στην κληρονομία του αποβιώσαντος, την οποία αυτοί αποδέχτηκαν με την αναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη, που νόμιμα μεταγράφηκε, περιλαμβάνονταν, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, τρία ακίνητα, που λεπτομερώς περιγράφονται, τη συγκυριότητα δε αυτή είχε αποκτήσει εκείνος με έκτακτη χρησικτησία.
Ότι το υπόλοιπο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των επίδικων ακινήτων ανήκει στην αρχική εναγομένη, η οποία δεν συναινεί στην εξώδικη διανομή των ακινήτων. Ζητούσαν δε να αναγνωριστούν συγκύριοι στα επίδικα ακίνητα κατά τα αναφερόμενα ποσοστά και να διαταχθεί η δικαστική διανομή αυτών. Ακολούθως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που δέχτηκε ότι η αρχική εναγόμενη προς απόκρουση της αγωγής, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι στηρίζεται ως προς τη θεμελιωτική ιστορική και νομική της αιτία στον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων με κληρονομική διαδοχή το έτος 1983, πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι είναι αποκλειστική κυρία των επίδικων ακινήτων με κληρονομική διαδοχή από τον πατέρα της ΧΧ, ο οποίος το έτος 1948 με ιδιωτικό συμφωνητικό αγόρασε άτυπα αυτά από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων και από τότε μέχρι το θάνατό του (22-1-1981) τα νεμόταν με διάνοια κυρίου και έτσι κατέστη κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία.
Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, αφού τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται προκειμένου να θεμελιώσει δικαίωμα κυριότητας με παράγωγο τρόπο, ήτοι με κληρονομική διαδοχή είναι προγενέστερα (1981) από αυτά της αγωγής, τα οποία ανατρέχουν στο έτος 1983, τα δε περιστατικά που επικαλείται προς απόκτηση κυριότητας των επιδίκων από τον δικαιοπάροχό της με έκτακτη χρησικτησία διά της από το έτος 1948 μέχρι το θάνατό του (22-1-1981) κατοχής αυτών με διάνοια κυρίου, συνιστούν επίσης αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, αφού συμπίπτουν χρονικά με τα πραγματικά περιστατικά που επικαλούνται οι ενάγοντες ως παραγωγικά της κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους, ήτοι την από το 1946 κατοχή αυτών με διάνοια κυρίου, αλλά δεν συμπληρώνονται δύο έκτακτες χρησικτησίες μέχρι το έτος 1981, ώστε να καταλύεται με έκτακτη χρησικτησία η κτηθείσα κυριότητα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων με μεταγενέστερα αυτής κτηθείσα κυριότητα από τον δικαιοπάροχο της εναγομένης.
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ότι οι ενάγοντες δεν ανταποκρίθηκαν στο ταχθέν εις βάρος τους θέμα αποδείξεως της ιστορικής βάσης της αγωγής τους, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-3-2008 αίτηση των αναιρεσειόντων Χ1, κ.λ.π. για αναίρεση της 553/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ