Legislator Case Law & Legislation
718/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds, rejecting distortion of contract terms and factual evaluation.

Case Number 718/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a partnership against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued the lower court distorted the lease contract regarding liability for property defects and improperly limited liability to health permits. The court rejected these claims, stating the appellate court correctly evaluated the contract's true content and that the appellants' arguments constituted an unreviewable assessment of facts.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 16, 559 no. 20, 561 para. 1, 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews whether the lower court's findings constitute res judicata and whether the appeal is admissible, rejecting arguments that challenge the court's unreviewable factual evaluation or the true content of the contract.

Keywords

AI generated
res judicata appeal admissibility contract interpretation factual evaluation liability limitation Code of Civil Procedure unreviewable assessment

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 16 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 321 of the Code of Civil Procedure
Art. 322 of the Code of Civil Procedure
Art. 242 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 718 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 718/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "........Ο.Ε.", που εδρεύει στην .... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Χ2, ατομικά και ως διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας, κατοίκου ......., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κεφαλέα, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι διορίζει και τον Γεώργιο Κωστόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: .........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπούρμπο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3433/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4787/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-7-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, διάβασε την από 10-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I.- Από το άρθρο 559 αριθμός 16 Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο εάν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη" συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται, τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν τα υπ' αυτού γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση όσο και η τοιαύτη (κρίση) περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 της Δικονομικής προϋποθέσεως τούτου, εφ' όσον αυτή στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, ως είναι η αγωγή και οι προτάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο προς διακρίβωση της βασιμότητας της προβαλλόμενης αναιρετικής αιτιάσεως.

Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 321 και 322 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι από απόφαση με την οποία απορρίπτεται αγωγή ως αόριστη, παράγεται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, δεδικασμένο, μόνο ως προς το δικονομικό ζήτημα της αοριστίας, όχι δε και ως προς το δικαίωμα το οποίο με την αγωγή έγινε επίδικο αφού το δικαίωμα αυτό μετά την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης δεν εξετάσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 16 Κ.Πολ.Δ. για το λόγο, ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την υπ' αριθμόν 3434/2004 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου με την οποία κατήγγειλε την υπομίσθωση και ζητούσε αποζημίωση, ισχυρισμό τον οποίο προέβαλον παραδεκτά, τόσο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο με λόγο εφέσεως.

Ειδικότερα οι ήδη αναιρεσείοντες και τότε εναγόμενοι ισχυρίζονται τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος με την από 7.9.2004 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος ελάττωμα του μισθίου ακινήτου και μη δυνατότητα χρήσεως αυτού για το σκοπό τον οποίο υπομισθώθηκε, το μεν κατήγγειλε την υπομίσθωση, το δε ζήτησε αποζημίωση.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο με την 3434/2004 απόφασή του απέρριψε την ως άνω αγωγή ως αόριστη. Η απόφαση αυτή τελεσιδίκησε. Ακολούθως ο ίδιος ενάγων με την ένδικη από 18.4.2005 άλλη αγωγή του "που αποτελεί αντίγραφο της προηγουμένως (με ασημάντους παραλλαγάς) ζήτησε τα αυτά ως άνω. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε για την ένδικη αγωγή τα εξής : "Η αγωγή περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τη θεμελίωση της αιτουμένης αποζημιώσεως, αφού εκτίθεται σαυτή η σύμβαση μισθώσεως με το συμφωνημένο μίσθωμα, η, κατά τη συνομολόγηση της μισθώσεως ακαταλληλότητα του μισθίου για τη συμφωνημένη χρήση ως ιατρείου ή πολυϊατρείου αυτού, λόγω του αναφερομένου πραγματικού ελαττώματος που γνώριζε η εκμισθώτρια, καθώς και η υπερημερία της εκμισθώτριας να άρει το ελάττωμα και να αποκαταστήσει τη χρήση του μισθίου (άρθρα 574, 575, 577 εδ.

β', 585 Α.Κ.). 'Ετσι είναι ορισμένη η αγωγή, σε αντίθεση με την προηγουμένως ασκηθείσα από τον ενάγοντα από 8.7.2004 αγωγή του, που υπό διαφορετικά εν μέρει περιστατικά απορρίφθηκε ως αόριστη με την 3434/2004 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό περί δεδικασμένου που προέβαλαν οι εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του.

Από την παραδεκτή γενομένη επισκόπηση των δικογράφων των ως άνω αγωγών προκύπτει το μεν ότι αυτές δεν είναι "πανομοιότυπες" ή έστω "με ασήμαντες παραλλαγές", το δε ότι η ένδικη αγωγή φέρει όντως άπαντα τα υπό του νόμου απαιτούμενα στοιχεία και είναι σαφής και ορισμένη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και μη δεχθέν ότι έχει παραχθεί δεδικασμένο από την 3434/2004 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το κριθέν δικονομικό ζήτημα της αοριστίας, αφού η ακολούθως ασκηθείσα αγωγή δεν είχε την ίδια δικονομική έλλειψη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 16 Κ.Πολ.Δ..

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός, προεχόντως ως απαράδεκτη εκ της αοριστίας του αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο με σαφήνεια, όπως έπρεπε, το ακριβές περιεχόμενο εκάστης αγωγής, για να εξαχθεί απ' αυτό ποιό ήταν το αντικείμενο της προηγηθείσας και της ενεστώσας δίκης, τα ζητήματα που κρίθηκαν στην προηγηθείσα αυτή δίκη με δύναμη δεδικασμένου αναφορικά με το αντικείμενο της ενστώσας δίκης, καθώς και οι κρίσιμες αναγκαίες παραδοχές που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 882/2006, 1457/19997 και 297/1999), σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος.

ΙΙ.- Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται η πλημμέλεια στη προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 11 Κ.Πολ.Δ. (και όχι 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. όπως αναφέρεται), για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το ..... έγγραφο του πολεοδομικού γραφείου Θήρας, το οποίο προσκόμισαν μετ' επικλήσεως οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη του νομίμως προβληθέντος ισχυρισμού τους, ότι είχε επιτευχθεί η μετατροπή της χρήσεως του μισθίου ακινήτου από τον προηγούμενο μισθωτή, σε πολυϊατρείο. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στη δικανική του κρίση περί μη δυνατότητας της χρήσεως του μισθίου κατά τα συμφωνηθέντα ως ιατρείου ή πολυϊατρείου, έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και δη τα .... και ..... που επικαλέσθηκαν και οι δύο πλευρές των διαδίκων και προσκόμισε ο ενάγων (αναιρεσίβλητος). Από τη διαβεβαίωση αυτή και από το γεγονός ότι στο υπόλοιπο αιτιολογικό της αποφάσεως δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο μπορεί να καταληφθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και το παραπάνω έγγραφο γίνεται απολύτως βέβαιο ότι το δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στην πιο πάνω κρίση του έλαβε υπόψη του και το στοιχείο αυτό.

Συνεπώς ο αντίθετος σχετικός δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ.- Στην περίπτωση που το μίσθιο έχει πραγματικά ελαττώματα, τα οποία διακωλύουν τη συμφωνημένη χρήση του, ο μισθωτής εκτός από τα δικαιώματα που του παρέχονται με τα άρθρα 575 και 576 Α.Κ. δικαιούται, αν δεν συντρέχει η περίπτωση του άρθρου 586 Α.Κ., να καταγγείλει τη μίσθωση κατά το άρθρο 585 Α.Κ. αφού όμως τάξει στον εκμισθωτή εύλογη προθεσμία για να αποκαταστήσει τη χρήση, άρα προς άρση του ελαττώματος, και παρέλθει αυτή άπρακτη. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : "το πραγματικό αυτό ελάττωμα δεν αρνείται ούτε η εκμισθώτρια, η οποία εξ άλλου δεν αμφισβητεί και τις επίδικες καταβολές χρημάτων. Ισχυρίζονται όμως οι εναγόμενοι, ότι με την προθεσμία που έταξε ο ενάγων για άρση του ελαττώματος επέλεξε την άρση και δεν δικαιούται αποζημίωση. Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων ελέ3γχεται αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί η επιλογή κατά τα άρθρα 576, 577, 578 Α.Κ. γίνεται ανάμεσα στη μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος ή την αγωγή αποζημιώσεως και όχι ανάμεσα στην προθεσμία για άρση του ελαττώματος και στην εν συνεχεία καταγγελία της μισθώσεως και την αγωγή αποζημιώσεως (άρθρο 585 Α.Κ.)". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο και το σχετικό λόγο εφέσεως των εναγομένων - εκκαλούντων. Κρίνοντας ως άνω το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Συνεπώς ο αντίθετος τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

IV.- Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται σε διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως, από το δικαστήριο σε αποδεικτικό κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ. έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό εξ αιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω για τον αναιρεσείοντα επιζήμια κρίση του να σχηματίσει αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα και την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε τάχα τον δεύτερο όρο της συμβάσεως μισθώσεως, με το να δεχθεί α) ότι η άρση του ελαττώματος του μισθίου ακινήτου με χρήση ξενοδοχείου προκειμένου να λειτουργήσει ως ιατρείο, κλινική ή πολυϊατρείο βάρυνε την εκμισθώτρια, η οποία και όφειλε να επιμεληθεί για την αλλαγή χρήσεως από την πολεοδομία και ειδικότερα να ενεργήσει για τον αποχαρακτηρισμό της χρήσεως ως ξενοδοχείου γενομένης άμα αναθεωρήσεως της οικοδομικής αδείας (για την αλλαγή αυτής) και β) ότι το ελάττωμα αυτό συνδέεται με το ακίνητο και το πρόσωπο του εκμισθωτή και είναι άσχετο με το ενδεχόμενο μη χορηγήσεως αδείας από την αρμόδια Δ/νση Υγιεινής της Νομαρχίας και τη συμφωνημένη χρήση στο πρόσωπο του υπομισθωτή ενάγοντος για το οποίο και μόνο δεν φέρει ευθύνη η εκμισθώτρια και ο εκμισθωτής Χ2.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε εδώ την κρίση του από την συνεκτίμηση όλων των αναφερομένων στοιχείων (καταθέσεις μαρτύρων και προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα μεταξύ των οποίων και τα από 27.2.2001 και 31.5.2001 ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως) από τα οποία συνήγαγε τα ως άνω, ήτοι ότι το ελάττωμα του μισθίου ακινήτου συνδέεται με το πρόσωπο του εκμισθωτή, ο οποίος είχε και την υποχρέωση μέσω της πολεοδομίας να επιμεληθεί για την αλλαγή της χρήσεως κατά τα συμφωνηθέντα, και είναι άσχετο με το ενδεχόμενο μη χορηγήσεως αδείας από την αρμόδια Δ/νση Υγιεινής της Νομαρχίας για τη συμφωνημένη χρήση στο πρόσωπο του υπομισθωτή ενάγοντος, για το οποίο και μόνο δεν φέρει ευθύνη η υπεκμισθώτρια βάσει σαφούς όρου του μισθωτηρίου.

Συνεπώς ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι το έγγραφο αυτό της σύμβασης μισθώσεως εκτιμήθηκε όπως πράγματι έχει κατά το αληθές περιεχόμενό του. Περαιτέρω απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο επικουρικά αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "δεν αιτιολογεί τη συρρίκνωση της ευθύνης σε μόνη την ως άνω άδεια της Δ/νσεως Υγιεινής της Νομαρχίας και όχι σε κάθε άδεια, που θα απαιτείτο για τη χρήση του μισθίου από οιαδήποτε αρχή περιλαμβανομένης και της πολεοδομικής τοιούτης", διότι στην πραγματικότητα ο λόγος αυτός, με πρόσχημα την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας πλήττει την ανέλεγκτη από τον 'Αρειο Πάγο εκτίμηση πραγμάτων(άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

V.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 25.07.2006 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία ".......Ο.Ε." κλπ, για αναίρεση της 4787/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ