Legislator Case Law & Legislation
717/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on debt offsetting due to insufficient reasoning regarding payment application.

Case Number 717/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of First Instance. The court found the lower court's reasoning sufficient to address the appellant's claim that a debt had been offset, noting that the payment was applied to a different obligation. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 416, 422, 361 of the Civil Code; An appeal against a final judgment is inadmissible if the lower court's reasoning sufficiently addresses the grounds of the appeal without requiring further examination of specific calculation details.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insufficient reasoning debt offsetting legal costs final judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 416 of the Civil Code
Article 422 of the Civil Code
Article 361 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 12/2018
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 717 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 717/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…. Ο.Ε.", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 18-12-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην … Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κωνσταντινίδη, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 24-1-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1040/2017 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2106/2020 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2158/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 15/6/2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2158/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την από 10/7/2020 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ'αριθμ. 2106/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 1.10.2012 αγωγή της κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, κρατώντας και δικάζοντας κατ' ουσίαν, έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσία βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 17/6/2022 στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟλΑΠ 12/2018) και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις 23/1/2020, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 13/1//2022, δεν είχε συμπληρωθεί η ως άνω προθεσμία (διετία). Είναι επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή, η οποία καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 426/2020, ΑΠ 666/2020 , ΑΠ 650 /2020).

Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής και εκείνης του άρθρου 422 ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης, για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυρισθεί κατ' ένσταση ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ` αυτό αναφέρεται η δίκη (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 666/2020).

Ο δανειστής, αμυνόμενος, δικαιούται, κατ' αντένσταση, να ισχυριστεί ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά στο επίδικο, αλλά σε άλλο χρέος του προς αυτόν. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο οφειλέτης αρνείται την ύπαρξη του άλλου χρέους, ο δανειστής είναι υποχρεωμένος ν' αποδείξει τα παραγωγικά του χρέους αυτού γεγονότα, ο δε οφειλέτης ν' αποκρούσει την αντένσταση προβάλλοντας, κατ' επανένσταση, και αποδεικνύοντας, ότι η καταβολή έγινε για την εξόφληση του επίδικου χρέους με βάση το μονομερή καθορισμό του εξοφλητέου (από τα περισσότερα) χρέους είτε βάσει της διατάξεως του άρθρου 422 εδ.

β' ΑΚ (ΑΠ 428/2023, ΑΠ133/2022, ΑΠ 666/2020). Ειδικότερα, όπως σε κάθε ένσταση, πρέπει ν' αναφέρονται από το δανειστή, που προβάλλει την ανωτέρω αντένσταση για ύπαρξη άλλου χρέους, τα γεγονότα που, κατά νόμο, την θεμελιώνουν και μάλιστα, κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί από τo δικαστήριο και να έχει ο οφειλέτης τη δυνατότητα ν' αμυνθεί, δηλαδή πλήρη τα παραγωγικά γεγονότα του άλλου χρέους ή των τυχόν επικαλουμένων περισσοτέρων χρεών και το ύψος αυτών, αλλιώς η αντένσταση αυτή είναι απορριπτέα (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 666/2020).

Αν τελικά ο δανειστής δεν μπορέσει ν' αποδείξει ότι η καταβολή αφορούσε άλλο χρέος του οφειλέτη προς αυτόν, τότε το καταβληθέν ποσό καταλογίζεται στο μοναδικό πλέον χρέος που οφείλει ο τελευταίος (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 666/2020). Εξάλλου σε περίπτωση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, στα πλαίσια ορισμένης σύμβασης (όπως διανομής) μπορεί να προκύψουν κατ' εφαρμογή των όρων της σύμβασης, διάφορα χρέη και όχι μόνο χρέη από τις προς τον διανομέα πωλήσεις των προϊόντων.

Στη περίπτωση αυτή για το ορισμένο της πιο πάνω αντένστασης του πωλητή (δανειστή), ότι δηλαδή η προβαλλόμενη από τον αγοραστή (οφειλέτη) καταβολή αφορά όχι το επίδικο αλλά διαφορετικό χρέος από την μεταξύ τους συνεργασία, αρκεί η επίκληση της εν λόγω συνεργασίας και του αντίστοιχου συγκεκριμένου (κατά ποσό και αιτία) άλλου χρέους, αφού και στην περίπτωση αυτή έχουν τη δυνατότητα το μεν δικαστήριο να εκτιμήσει τον ισχυρισμό περί ύπαρξης διαφορετικού χρέους, ο δε εναγόμενος οφειλέτης έχει τη δυνατότητα να αμυνθεί κατ' αυτού.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της ενστάσεως, η συνδεόμενη δηλαδή με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της ενστάσεως κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος και έκρινε μη νόμιμη την ένσταση ή αρκέσθηκε σε λιγότερα και την έκρινε νόμιμη (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1254/2023, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 133/2022), ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 1381/ 2022).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση των περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής/ένστασης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 666/2020).

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 238 ΚΠολΔ (όπως αυτή ισχύει μετά την αναδιατύπωσή της με το άρθρο 24 ν.3994/2011) κατά την οποία με την προσθήκη των ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατατιθεμένων προτάσεων "σχολιάζονται οι αποδείξεις (και) προτείνονται ισχυρισμοί.....μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση", προκύπτει ότι η προβολή από κάποιον από τους διαδίκους, με την προσθήκη των πρωτοβαθμίων προτάσεων, αυτοτελών ισχυρισμών είναι παραδεκτή μόνο όταν αυτοί τείνουν στην αντίκρουση των διαλαμβανομένων στις προτάσεις του αντιδίκου του ισχυρισμών (ΑΠ 321/2018, ΑΠ 133/2008, ΑΠ 1419/2014).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η από το δικαστήριο της ουσίας λήψη υπόψη ισχυρισμού (πράγματος) που δεν προτάθηκε παραδεκτώς θεμελιώνει παράλληλα αμφότερους τους από τις παραπάνω διατάξεις (559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ) προβλεπόμενους αναιρετικούς λόγους (ΑΠ 128/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, προβάλλεται η από τον αριθμό 14 τοy άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δέχθηκε ως ορισμένη και παραδεκτώς προταθείσα, την αντένσταση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) ότι η καταβολή ποσού 347.170 ευρώ, την οποία η αναιρεσείουσα (εναγομένη) προέβαλε κατ'ένσταση εξοφλήσεως (άρθρ.416 ΑΚ) της αγωγικής απαίτησης της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), δεν αφορούσε το επίδικο χρέος αλλά διαφορετικό (προγενέστερο) χρέος, καίτοι η ως άνω αντένταση δεν είχε προβληθεί προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ώστε να καταχωρηθεί στα πρακτικά ούτε περιείχε τα (προγενέστερα) άλλα χρέη της αναιρεσείουσας και τα παραγωγικά τους πραγματικά περιστατικά.

Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ.561 παρ. 2 ΚΠολΔ), των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα), με την από 1/10/2012 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς (και κατόπιν παραπομπής) Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκε α) ότι, δραστηριοποιούμενη στην παραγωγή, εισαγωγή και εμπορία …, διατηρούσε κατά τα έτη 2009-2011 με την αναιρεσείουσα (εναγομένη), εμπορική συνεργασία στο πλαίσιο συναφθείσας μεταξύ τους συμβάσεως απλής διανομής, με την οποία η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να διαθέτει σε ορισμένες περιοχές … τα προϊόντα της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), κατόπιν αγοράς τους από αυτήν και ρυθμιζομένων των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σύμφωνα με τους όρους της παραπάνω σύμβασης β) ότι το έτος 2010 δυνάμει επί μέρους συμβάσεων πώλησης, πώλησε και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα (εναγομένη) προϊόντα (παγωτά) για τα οποία εκδόθηκαν τα αναφερόμενα την αγωγή τιμολόγια πώλησης συνολικής αξίας 135.567 ευρώ τα οποία όμως η αναιρεσείουσα (εναγομένη) δεν εξόφλησε.

Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη (αναιρεσείουσα) να της καταβάλει νομιμοτόκως το παραπάνω ποσό, ως ανεξόφλητο τίμημα από τις παραπάνω πωλήσεις. Η εναγομένη (αναιρεσείουσα) συνομολόγησε την παραλαβή των παραπάνω εμπορευμάτων και το συμφωνηθέν τίμημα, ωστόσο προς απόκρουση της αγωγής, προέβαλε προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με τις ενώπιον αυτού προτάσεις της, ένσταση ολικής εξόφλησης του αιτουμένου με τη αγωγή ποσού (άρθρ.416 ΑΚ), ισχυριζόμενη ότι το έτος 2010 κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) το συνολικό ποσό των 689.411,66 ευρώ και συγκεκριμένα α) 390.381,20 ευρώ (347.710,71 μετρητά + 30.6751,61 ευρώ εξοφληθείσες επιταγές) και β) 290.000 ευρώ (51.173,39+247.856,60 πιστωτικά τιμολόγια της ενάγουσας), ενώ οι συνολικές χρεώσεις της για το ίδιο έτος 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 638.629,53 ευρώ (462.629,53 ευρώ, αγορές προϊόντων + 176.000 ευρώ προκαταβολές της ενάγουσας).

Η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) αποδέχθηκε την ως άνω καταβολή, προς απόκρουση όμως της παραπάνω ένστασης της αναιρεσείουσας (εναγομένης), προέβαλε, δια της προσθήκης των πρωτοδίκως κατατεθεισών προτάσεών της, κατ'αντένταση (την οποία επανέφερε στο Εφετείο) ότι με την καταβολή αυτή εξοφλήθηκαν άλλα χρέη της αναιρεσείουσας, που είχαν προκύψει στο πλαίσιο της μεταξύ τους σύμβασης διανομής, όπως αυτά αναφέρονται και προσδιορίζονται ειδικότερα (κατ'είδος, χρόνο και ποσό) στο επικαλούμενο και επισυναπτόμενο στην προσθήκη-αντίκρουση έντυπο κλεισίματος λογαριασμού ("κλεισόχαρτο") για το έτος 2010, το οποίο (έντυπο), κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, τους οποίους δεν αμφισβήτησε η αναιρεσείουσα, συντάσσεται στο τέλος κάθε χρόνου και αποτυπώνει την εκκαθάριση του λογαριασμού των μερών για όλο τον χρόνο αυτό, με παράθεση στις οικείες στήλες των επιμέρους χρεώσεων και πιστώσεων και το εξαγόμενο από αυτές τελικό χρεωστικό υπόλοιπο.

Ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα), προβάλλοντας την παραπάνω αντένσταση, ισχυρίσθηκε ότι "στο τέλος του έτους 2010, οι μεν χρεώσεις της αναιρεσείουσας (εναγομένης) συμπεριλαμβανομένων εκείνων των επίδικων τιμολογίων) ανέρχονταν σε 820.646 ευρώ (411.456,14€ συνολική αξία αγορά παγωτού + 221.521,60€ μεταφερόμενες παροχές από το προηγούμενο έτος + 11.628,66 απόθεμα προηγούμενου έτους + 176.000 προκαταβολές σε μετρητά) και μετά την αφαίρεση των καταβολών της ιδίας (347.170€) σε 472.09 (820.646-347.710) ευρώ, οι δε πιστώσεις αυτής ανέρχονταν σε 247.856,67€ (=προμήθειες και παροχές σε πελάτες με παραστατικά) και υπήρχε έτσι χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της (εναγομένης) υπόλοιπο ποσού 225.079,37 (472.936-27.856,67) ευρώ".

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την υπ'άριθ.2106/2020 απόφασή του, με την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ως άνω αντένσταση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) και έτσι, δεχόμενο την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα (εναγομένη) ένσταση εξοφλήσεως ως ουσιαστικά βάσιμη, απέρριψε την αγωγή. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2158/2022 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την παραπάνω αντένσταση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) και ακολούθως, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως, έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη (αναιρεσείουσα) να καταβάλει στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) το ποσό των 135.577,45 ευρώ.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Η εφεσίβλητη (αναιρεσείουσα-εναγομένη) προέβαλε ένσταση εξόφλησης Η εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη-ενάγουσα) από τη μεριά της πρωτοδίκως αμφισβήτησε τον τρόπο υπολογισμού του υπολοίπου εκ μέρους της εφεσίβλητης, ενώ περαιτέρω επισύναψε και επκαλέσθηκε στην προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών της το έγγραφο του κλεισίματος του λογαριασμού για το έτος 2010, με βάση το οποίο οι μεν χρεώσεις της εφεσίβλητης (αναιρεσείουσας) για το ίδιο έτος ανέρχονταν σε 820.646 ευρώ και μετά την αφαίρεση των καταβολών της ιδίας ύψους 347.710 ευρώ, ανέρχονταν σε 472.936 ευρώ , οι δε πιστώσεις αυτής σε 247.856,67 ευρώ και ότι έτσι υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της ποσού 225.089,33 ευρώ.

Επομένως, η εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη-ενάγουσα), κατ'ορθή εκτίμηση, πρωτοδίκως αρνήθηκε εν μέρει την ένσταση εξόφλησης και κατά τα λοιπά πρότεινε αντένσταση -ομοίως πράττει με την έφεση και με τις δευτεροβάθμιες προτάσεις της - υποστηρίζοντας εμμέσως ότι η εφεσίβλητη (αναιρεσείουσα-εναγομένη) είχε και άλλες οφειλές και ότι στις τελευταίες καταλογίστηκαν οι πιστώσεις της εφεσίβλητης χωρίς έτσι οι πιστώσεις να εξοφλήσουν το ποσό των επίδικων τιμολογίων.

Πάντως καθεαυτή την ύπαρξη και άλλων οφειλών της εφεσίβλητης (εναγομένη-αναιρεσείουσα) προς την εκκαλούσα (ενάγουσα -αναιρεσίβλητη) πέραν των επίδικων τιμολογίων αποδέχεται και η ίδια η εφεσίβλητη αφού στη συγκεντρωτική εκκαθάριση για το έτος 2010, την οποία εκείνη έχει συντάξει και παραθέτει στις προτάσεις (πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες, εμφανίζει ότι οι συνολικές χρεώσεις για το έτος 2010 ανέρχονταν σε 87.819, 238 ευρώ".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ως ορισμένη και παραδεκτώς προταθείσα την ως άνω αντένσταση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) περί ύπαρξης άλλου προγενέστερου χρέους προς αυτήν της αναιρεσείουσας (εναγομένης), δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, καθόσον η έχουσα το προπαρατεθέν περιεχόμενο ως άνω αντένσταση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) είναι πλήρως ορισμένη, περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα για την πληρότητά της στοιχεία, έτσι ώστε να μπορεί το δικαστήριο να την εκτιμήσει και η αναιρεσείουσα (εναγομένη) να αμυνθεί κατ'αυτής, δεδομένου ότι η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) προέβαλε σαφώς την ύπαρξη προγενέστερου χρέους που είχε απέναντί της η αναιρεσείουσα (εναγομένη), προσδιορίζοντας ειδικά και συγκεκριμένα (κατά ποσό και αιτία) τις οφειλές της εναγομένης για το έτος 2010, (οι οποίες δεν προέχονταν μόνο πωλήσεις προϊόντων αλλά και από άλλες αιτίες όπως προκαταβαλλόμενες παροχές, απόθεμα προηγούμενο έτους, κ.α), ήτοι 411.456,14 από αγορές παγωτού+ 221.521,60 υπόλοιπο προηγούμενου χρόνου, + 11.568,26 απόθεμα 2008 +176.000 προκαταβολή, για το έτος 2010 και συνολικά 820.646 ευρώ, ανέφερε ότι στις οφειλές αυτές καταλογίστηκαν οι καταβολές της εναγομένης (347.170 ευρώ), καθώς και ότι από την τελική εκκαθάριση του μεταξύ τους δοσοληπτικού λογαριασμού, με τον υπολογισμό των επιμέρους χρεωπιστώσεων για το έτος 2010, παρέμενε χρεωστικό σε βάρος της εναγομένης υπόλοιπο 225.079,37 ευρώ.

Η εν λόγω αντένσταση παραδεκτώς, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, προβλήθηκε από την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) πρωτοδίκως, με την προσθήκη των προτάσεών της, προς αντίκρουση της από την αναιρεσείουσα προταθείσας ενστάσεως εξοφλήσεως της αγωγικής απαιτήσεως και ορθώς επαναφέρθηκε, ως απορριφθείσα πρωτοδίκως, με το δικόγραφο της εφέσεως (ΑΠ 571/2011, ΑΠ 1372/2010).

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο συναφής δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος, με τον οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με αντίστοιχες αιτιάσεις, ήτοι ότι η αναιρεσίβλητη δεν εξειδίκευσε τα προγενέστερα χρέη που εξόφλησαν οι γενόμενες καταβολές, είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη) είναι μέλος του πολυεθνικού ομίλου … και δραστηριοποιείται στην παραγωγή, εισαγωγή και εμπορία καταναλωτικών προϊόντων στους τομείς των ….

Μεταξύ των προϊόντων που η εκκαλούσα διαθέτει στην εγχώρια αγορά είναι και τα προϊόντα παγωτού με το σήμα "…". Η διάθεση αυτή πραγματοποιείται μέσω δικτύου συνεργατών της εκκαλούσας. Με το από 24.10.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό (καλούμενο στο εξής ως "σύμβαση") η εκκαλούσα ανέθεσε στην εφεσίβλητη (καλούμενη στη σύμβαση ως "αντιπρόσωπος") τη διάθεση των παραπάνω προϊόντων σε ορισμένες περιοχές της … Με τη σύμβαση αυτή ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εφεσίβλητη θα αγοράζει και θα παραλαμβάνει τα προϊόντα με δικά της αυτοκίνητα ψυγεία από το πλησιέστερο διανεμητικό κέντρο της περιοχής όπου αυτή δραστηριοποιείται [όρος 3.2], ότι η εκκαλούσα, μετά την παράδοση των προϊόντων στην εφεσίβλητη, θα εκδίδει και θα παραδίδει σε αυτήν αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης, τα οποία η εφεσίβλητη οφείλει να αποπληρώνει σύμφωνα με την πιστοδοτική πολιτική που αναφέρεται στο παράρτημα II της σύμβασης και ότι σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης εξόφλησης των τιμολογίων η εφεσίβλητη θα οφείλει τόκο υπερημερίας από τότε που το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο [όρος 3.4.].

Στο παράρτημα II ορίζεται ότι το μέγιστο πιστωτικό όριο της εφεσίβλητης ανέρχεται σε 130.000 ευρώ, ότι, σε περίπτωση που καλυφθεί το όριο αυτό, δεν θα παραδίδεται φορτίο στην εφεσίβλητη παρά μόνο με άμεση εξόφλησή του ή κατόπιν έγκρισης από το διευθύνοντα σύμβουλο ή τον οικονομικό διευθυντή της εκκαλούσας και ότι η αποπληρωμή των φορτίων θα γίνεται με την καθημερινή κατάθεση μετρητών που έχει εισπράξει η εφεσίβλητη από την αγορά τους.

Με την ίδια σύμβαση ορίσθηκε επίσης ότι η αρχική τιμή πώλησης των προϊόντων από την εκκαλούσα στην εφεσίβλητη περιλαμβάνει την αμοιβή της εφεσίβλητης (που συνίσταται σε έκπτωση επί της αρχικής τιμής), τις παροχές στο εμπόριο (που επίσης αποτελούν έκπτωση επί της αρχικής τιμής) και τις οποιεσδήποτε άλλες εκπτώσεις και θα ισούται με την τιμή του επίσημου τιμοκαταλόγου της εκκαλούσας για τα προϊόντα αυτά [όρος 4.2.].

Σύμφωνα με το παράρτημα Ι.Α. [όρος Β] της σύμβασης, προβλέφθηκε σταθερή αμοιβή της εφεσίβλητης, για τις συνολικές αγορές προϊόντων, συνιστάμενη σε ποσοστιαία έκπτωση (αναφερόμενη στο παράρτημα Ι.Β.) επί της τιμής τιμοκαταλόγου της εκκαλούσας για τα προϊόντα και μη σχετιζόμενη με τις πωλήσεις που θα πραγματοποιήσει η εφεσίβλητη στην περιοχή της, ενώ προβλέφθηκε και επιπλέον κυμαινόμενη αμοιβή και ότι η αμοιβή (σταθερή και κυμαινόμενη) θα καταβάλλεται από την εκκαλούσα στην εφεσίβλητη με έκπτωση επί των τιμολογίων αγοράς προϊόντων ή με πιστωτικά τιμολόγια έκπτωσης ή με συνδυασμό των δύο αυτών τρόπων.

Η διάρκεια της σύμβασης ορίσθηκε από 1.1.2009 μέχρι 31.12.2013, πλην όμως λύθηκε με την από 21.4.2011 εξώδικη καταγγελία της εκκαλούσας, που επιδόθηκε στην εφεσίβλητη στις 28.4.2021. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων λειτουργούσε λογαριασμός παρακολούθησης των συναλλαγών τους, τον οποίο τηρούσε η εκκαλούσα και έφερε τη μορφή απλού δοσοληπτικού λογαριασμού, ο οποίος χρεωνόταν με τα ποσά των πωλήσεων της εκκαλούσας προς την εφεσίβλητη και τις προκαταβολές της πρώτης προς την δεύτερη και πιστωνόταν με τις εισπράξεις που απέδιδε η εφεσίβλητη και με τις αμοιβές αυτής, ενώ στο τέλος κάθε έτους γινόταν η εκκαθάριση των συναλλαγών των διαδίκων και εκδιδόταν από την εκκαλούσα ένα έγγραφο με τον τίτλο "κλείσιμο λογαριασμού έτους", στο οποίο αποτυπώνονταν τα οικονομικά μεγέθη της συνεργασίας τους, καθώς και το υπόλοιπο, οπωσδήποτε χρεωστικό για την εφεσίβλητη, αφού η αμοιβή της αποτελούσε μέρος της αξίας των πωλήσεων της εκκαλούσας προς εκείνη.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα, κατά το χρονικό διάστημα από 14.5.2010 μέχρι 16.7.2010, προέβη σε πωλήσεις και παραδόσεις προϊόντων … … προς την εφεσίβλητη και εξέδωσε (η εκκαλούσα) τα αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης - 37 στον αριθμό - και ισάριθμα δελτία αποστολής (για την παράδοση των ίδιων εμπορευμάτων η οποία και προηγείτο της έκδοσης των τιμολογίων) και ειδικότερα τα εξής.... (αναφέρονται κατά αριθμό και ημερομηνία έκδοσης 37 τιμολόγια).

Το άθροισμα των παραπάνω ποσών ανέρχεται σε 137.171,69 ευρώ (αντί του μικρότερου των 135.577,45 ευρώ που εσφαλμένως υπολογίζει η εκκαλούσα και ζητεί με την αγωγή). Ο λογαριασμός που τηρήθηκε από την εκκαλούσα ήταν απλός δοσοληπτικός λογαριασμός και όχι αλληλόχρεος. Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι στο τέλος του έτους 2010, οι μεν χρεώσεις της εφεσίβλητης (συμπεριλαμβανομένων εκείνων των επίδικων τιμολογίων) ανέρχονταν σε [411.456,14€ συνολική αξία αγορά παγωτού+221.521,60€ μεταφερόμενες παροχές από το προηγούμενο έτος και επιταγές μη εξοφληθείσες + 11.628,66 απόθεμα προηγούμενου έτους + 176.000 προκαταβολές σε μετρητά=] 820.646 ευρώ και μετά την αφαίρεση των καταβολών της ιδίας (347.170€ ) σε {820.646-347.710=} 472.09, οι δε πιστώσεις της εφεσίβλητης (προμήθειες και παροχές σε πελάτες με παραστατικά ανέρχονταν σε 247.856,67€ (συμπεριλαμβανομένου φ.π.α 11%,) ήτοι υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της εφεσίβλητης ποσού [472.936-27.856,67=] 225.079,37 ευρώ.

Το ποσό αυτό υπερκάλυπτε το ποσό των επίδικων τιμολογίων και επομένως η ένσταση εξόφλησης της εφεσίβλητης είναι ουσιαστικά αβάσιμη κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της αντένστασης που προέβαλε η εκκαλούσα, ενώ σε κάθε περίπτωση η εφεσίβλητη δεν ισχυρίσθηκε κατ' επαντένσταση ότι οι καταβολές της καταλογίστηκαν στις οφειλές της από τα επίδικα τιμολόγια, είτε κατόπιν σχετικής συμφωνίας της με την εκκαλούσα είτε κατόπιν άσκησης από αυτή (εφεσίβλητη) του σχετικού δικαιώματος επιλογής είτε κατά την προβλεπόμενη στο άρθρο 422 εδ.β ΑΚ σειρά".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση εξοφλήσεως της αναιρεσείουσας κατά παραδοχή της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη αντένστασης ότι η καταβολή αφορούσε άλλο χρέος, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρινάσα πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ'αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 416, 422, 361 ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν αποσβέστηκε το χρέος της αναιρεσείουσας με τη γενομένη από αυτήν καταβολή, καθόσον υπήρχε άλλο χρέος αυτής προς την αναιρεσίβλητη, στο οποίο και καταλογίστηκε η καταβολή, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται εάν η αξία των ανεξόφλητων τιμολογίων είναι η αρχική τιμή ή η προκύπτουσα μετά την αφαίρεση της αμοιβής του διανομέα, όπως αβασίμως επικαλείται η αναιρεσείουσα.

Ούτε εξάλλου, είναι αντιφατικές οι αιτιολογίες ότι "η εξόφληση των φορτίων θα γίνεται με κατάθεση μετρητών" και ότι "με μετρητά εξοφλήθηκαν οφειλές από άλλες αιτίες", ούτε ότι "για τα ανεξόφλητα τιμολόγια το ποσό είναι 137.171,69 ευρώ" και ότι "το οφειλόμενο στο τέλος του έτους 2010 είναι 225.079,31 ευρώ". Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών είναι αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ) , όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15/6/2022 αίτηση της υπό εκκαθάριση …" για αναίρεση της υπ'αριθ. 2158/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ