Supreme Court quashes labor dispute appeal for procedural errors and remands case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor dispute judgment, finding the lower court's reasoning flawed. The appellate court had accepted the appeal on formal grounds but rejected it substantively, despite the lower court having dismissed the claim on merits. The court ruled that the appellate court's reasoning was unclear, contradictory, and failed to properly address the defense regarding Sunday and night work compensation, violating procedural requirements. Consequently, the decision was annulled, the case remanded for retrial before a different judge, and the losing party ordered to pay the appellants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8)(a), 559(19), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's decision is annulled if its reasoning is unclear, contradictory, or fails to address relevant defenses, necessitating a remand for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 717 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 717/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Πελαγία Ακάσογλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ελένη Κατσούλη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Δ. του Ά., 2) Χ. Γ. του Θ., και 3)Ι. Γ. του Π., κατοίκων ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Β. Γ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Κατσιφού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1075/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4131/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-3-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 3.3.2020 και με αριθμό κατάθεσης 232/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663-676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23.7.2015) υπ' αριθμ. 4131/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία α) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 24.10.2017 και με αριθμ.
κατάθεσης 6380/2017 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων 1) Γ. Δ. κλπ (σύν. 3) και β) έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 24.11.2017 και με αριθμό κατάθ. 7376/ 2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Β. Γ. κατά της υπ' αριθμ. 1075/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και εκδίκασης της από 2.4.2014 και με αριθμό κατάθεσης 42173/1151/2014 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 5.3.2020, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ) αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 ΚΠολΔ) και προϋποθέτει εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 76/2016).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση ή αντέσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 153/2019, ΑΠ 79/2018). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επιμέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως (ΑΠ 71/2019, ΑΠ 226/2016), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους (άρθρο 520 ΚΠολΔ). Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 782/2019, 845/2011, 279/2010).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα, που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 261/2012).
Η παράβαση δε του εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια αυτής ή η μη λήψη υπ' όψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες, που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της λήψης ή μη υπόψη πράγματος που (αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 1344/2015), εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμούς που, κατά τα ανωτέρω, όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 194/2021, ΑΠ 845/2011).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 117/2017, ΑΠ 114/2017).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 117/2017, ΑΠ 114/2017). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 117/2017, ΑΠ 114/2017, ΑΠ 455/2014).
Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποια, δηλαδή, στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 117/2017, ΑΠ 114/2017, ΑΠ 121/2014, 1504/2011, 479/2009).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, 1/1999, ΑΠ 73/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, με την 4131/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δέχθηκε ανύπαρκτο λόγο εφέσεως, που αφορά ισχυρισμό περί εξοφλήσεως μη προταθέντα πρωτοδίκως και νόμιμα επαναφερθέντα, όσον αφορά για την παρασχεθείσα από τους αναιρεσείοντες καθ' ημέρες Κυριακής και αργιών και νυκτερινή εργασία τους.
Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες αναφέρουν ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτοί έλαβαν την αντίστοιχη αμοιβή και προσαύξηση, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες εξοφλητικές αποδείξεις και κατά συνέπεια έκρινε ότι τα αγωγικά αιτήματα περί επιδικάσεως αμοιβής και προσαύξησης για τα χρονικά διαστήματα από 4.5.2013 έως 3.1.2014 για τον πρώτο ενάγοντα - αναιρεσείοντα και από 2.5.2013 έως 18.1.2014 για τους λοιπούς (ενάγοντες - αναιρεσείοντες), πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, παρόλο που πρωτοδίκως είχε γίνει πλήρως δεκτό το αίτημά τους.
Επίσης, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι στο πρόγραμμα εργασίας δεν περιλαμβάνεται απασχόληση ημέρας Κυριακής και απασχόληση πέραν της 22:00 (νυκτερινή εργασία) και ούτω κατά τρόπο αντιφατικό δέχθηκε εξόφληση των σχετικών αγωγικών αξιώσεων.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκείμενης δίκης, ήτοι της 1075/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της από 24.11.2017 έφεσης, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα παρακάτω κρίσιμα: "Η εναγομένη (και ήδη αναιρεσίβλητη) διατηρούσε κατά το επίδικο διάστημα ατομική επιχείρηση μεζεδοπωλείο - καφενείο με το όνομα ...
στην … (...) επί της οδού .... Για τις ανάγκες της επιχείρησής της προσέλαβε τους ενάγοντες (και ήδη αναιρεσείοντες) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης στις 4.5.2013 ως μάγειρα τον πρώτο και στις 2.5.2013 ως μπουφετζή τον δεύτερο και ως μπάρμαν τον τρίτο, έναντι της προβλεπομένης από τις οικείες σ.σ.ε.
αμοιβής, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες γραπτές συμβάσεις εργασίας τους, που φέρουν την υπογραφή τους και αναρτήθηκαν αρμοδίως στον ΟΑΕΔ, όπως, επίσης, και οι αντίστοιχες τροποποιητικές τους βάσει του πίνακα ανάπαυσης. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες προσελήφθησαν κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες και όχι στις 29.6.2012, 10.2.2012 και 3.10.2012, όπως αβασίμως οι ίδιοι διατείνονται, αποδεικνύεται, πέραν των ανωτέρω και από το τηρούμενο από την εναγομένη Ειδικό Βιβλίο Καταχώρισης Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού για το έτος 2012, στο οποίο αναγράφονται οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή της και δεν περιλαμβάνονται οι ενάγοντες καθώς και από τον σχετικό έλεγχο του ΙΚΑ στις 21.12.2012, κατά τον οποίο ουδεμία παράβαση διαπιστώθηκε.
Η εκκαλουμένη, άρα, η οποία έκρινε τα αντίθετα και στη συνέχεια, δέχθηκε κατ' ουσίαν τα αγωγικά αιτήματα για το πριν την ως άνω πρόσληψη των εναγόντων χρονικό διάστημα συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων Πάσχα 2013, κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο της έφεσης της εναγομένης, που πρέπει να γίνει δεκτός.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι επίδικες συμβάσεις εργασίας των εναγόντων εξελίχθηκαν ομαλά μέχρι την 30.10.2013, έκτοτε όμως οι τελευταίοι άρχισαν να μην υπακούν στις εντολές της εναγομένης, διαμόρφωναν μόνοι τους τo πρόγραμμα εργασίας τους και ενεργούσαν σαν αφεντικά, υποτιμώντας την ίδια και αντιμιλώντας της, ακόμη και ενώπιον πελατών του καταστήματος, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός της μεγαλύτερης εμπειρίας και γνώσης τους - σε σχέση με αυτήν - στο χώρο της εστίασης.
Μάλιστα, στις 25.12.2013 ανήμερα Χριστουγέννων, οι ενάγοντες αποφάσισαν να λάβουν μόνοι τους από το ταμείο της επιχείρησης διπλάσια αμοιβή, λόγω της εορταστικής περιόδου, χωρίς προηγουμένως να ενημερώσουν την εναγομένη και χωρίς να λάβουν την άδειά της, με αποτέλεσμα, εξαιτίας των ανωτέρω, να διαταραχθεί η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης.
Έτσι, προς αποκατάσταση του κλίματος ηρεμίας στην επιχείρησή της, η εναγομένη προέβη αρχικά σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του πρώτου ενάγοντος στις 3.1.2014. Μετά την απόλυση του πρώτου ενάγοντος, οι δεύτερος και τρίτος τούτων ξέφυγαν από τα όρια, που επιβάλλει η συμβατική θέση τους ως εργαζομένων και άρχισαν να μοιράζουν φυλλάδια διαμαρτυρίας στους πελάτες του καταστήματος και στα τραπεζάκια του καταστήματος και να κολλούν αφίσες διαμαρτυρίας στους τοίχους του καταστήματος παρά τις αντιρρήσεις της εναγομένης, την οποία, επίσης, καλούσαν να φύγει από την επιχείρησή της διότι όπως οι ίδιοι έλεγαν, την λειτουργούσαν (σ.σ.
την επιχείρηση) καλύτερα μόνοι τους. Μια τέτοια συμπεριφορά δεν μπορούσε φυσικά να γίνει αποδεκτή από την εναγομένη, η οποία προχώρησε στις 18.1.2014 σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους. Δεν είναι βάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός, ότι η απόλυση των εναγόντων έγινε από λόγους εκδίκησης και εχθρότητας λόγω της υποτιθέμενης - μη αποδειχθείσης εξάλλου - συνδικαλιστικής δράσης τους, για την οποία δεν αρκεί το γεγονός ότι πράγματι, ήταν μέλη του Σωματείου Σερβιτόρων Μαγείρων και λοιπών εργαζομένων στον κλάδο του επισιτισμού.
Άλλωστε, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες διαμαρτύρονταν συνεχώς για την μη καταβολή των ως άνω οφειλομένων, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι ίδιοι και ότι η εναγομένη τους απέλυσε σε εκδίκηση για αυτού του είδους τις διαμαρτυρίες και για να αποφύγει την τήρηση των συμβατικών της υποχρεώσεων, αφού μάλιστα αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες ουδέποτε πριν την απόλυσή τoyς προσέφυγαν στηn Επιθεώρηση Εργασίας για να παραπονεθούν.
Σημειώνεται ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνταν αποζημίωση απόλυσης, αφού, από τις ως άνω ημερομηνίες προσλήψεώς τους καi μέχρι την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, δεν είχαν συμπληρώσει ένα έτος απασχόλησης στην επιχείρηση της εναγομένης (άρθρο 3 ν. 2112/1920). Επομένως, οι καταγγελίες των ενδίκων συμβάσεων εργασίας δεν έγιναν καταχρηστικά και δεν πάσχουν ακυρότητα από τους λόγους αυτούς.
Η εκκαλουμένη άρα, η οποία έκρινε τα ίδια, έστω και με ελλιπή αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα, ορθά εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους λόγους της έφεσης των εναγόντων είναι αβάσιμα και απορριπτέα καθώς και η υπό κρίση έφεσή τους στο σύνολό της.....
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε εκτέλεση τω ως άνω συμβάσεων οι ενάγοντες προσέφεραν στην επιχείρηση της εναγομένης την εργασία τους ως μάγειρας ο πρώτος κάθε Δευτέρα - Τετάρτη και Σάββατο από ώρα 18.00 έως 22.00, ως μπουφετζής ο δεύτερος κάθε Δευτέρα, Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο και από 5.7.2013 κάθε Δευτέρα, Παρασκευή και Σάββατο από ώρα 18.00 έως 22.00 και ως μπάρμαν ο τρίτος κάθε Τετάρτη και Παρασκευή από ώρα 21.00 έως 01.00, έναντι του προβλεπομένου από τις οικίες σ.σ.ε ωρομισθίου, ποσού 3,52 ευρώ.
Αποδείχθηκε, επίσης ότι για τη παρασχεθείσα καθ' ημέρες Κυριακής και αργιών και νυκτερινή εργασία τους, οι ενάγοντες έλαβαν την αντίστοιχη αμοιβή και προσαύξηση, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες εξοφλητικές αποδείξεις, στις οποίες αναγράφονται αναλυτικά οι ημέρες και οι ώρες απασχόλησής τους και φέρουν τις - μη αμφισβητηθείσες - υπογραφές τους.
Συνεπώς, τα αγωγικά αιτήματα περί επιδικάσεως αμοιβής και προσαύξησης για νυχτερινή και καθ' ημέρες Κυριακής εργασία, για τα χρονικά διαστήματα από 4.5.2013 έως 3.1.2014 για τον πρώτο ενάγοντα και από 2.5.2013 έως 18.1.2014 για τους λοιπούς, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Η εκκαλουμένη άρα η οποία έκρινε τα αντίθετα και επιδίκασε στους ενάγοντες αμοιβή και προσαύξηση για τις αιτίες αυτές, που αφορούν τα ως άνω διαστήματα, κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τους δεύτερο και έβδομο λόγους της έφεσης της εναγομένης, που πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Εντεύθεν, παρέλκει η έρευνα του τετάρτου και του πέμπτου λόγου, με τους οποίους η τελευταία παραπονείται για εσφαλμένο τρόπο υπολογισμού των εν λόγω κονδυλίων. Τέλος, αποδείχθηκε ότι με βάση τον ως άνω χρόνο απασχόλησης των εναγόντων στην επιχείρηση της εναγομένης, χορηγήθηκε σ' αυτούς η νόμιμη άδεια μετ' αποδοχών (3 ημέρες τον Αύγουστο 2013 στον πρώτο, 4 ημέρες τον Αύγουστο 2013 στον δεύτερο και 1 ημέρα τον Ιούλιο 2013 και 2 τον Αύγουστο 2013 στον τρίτο), όπως εξάλλου συνομολογείται (βλ.
σελ. 13 αγωγής), κατεβλήθησαν δε και τα αντίστοιχα επιδόματα αδείας (βλ. εξοφλητικές αποδείξεις) και Χριστουγέννων 2013, ποσού 299,39 ευρώ στον πρώτο, 269,43 ευρώ στον δεύτερο και 143,89 ευρώ στον τρίτο, και, συνεπώς, ουδέν ποσόν οφείλεται σ' αυτούς για τις αιτίες αυτές, απορριπτομένων εντεύθεν ως κατ' ουσίαν αβασίμων των σχετικών αγωγικών αιτημάτων.
Η εκκαλουμένη άρα η οποία ως προς τα ανωτέρω έκρινε αντίθετα και επιδίκασε στους ενάγοντες - αναιρεσείοντες τα εκζητούμενα για τους λόγους αυτούς ποσά, κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον τρίτο λόγο της έφεσης της εναγομένης - αναιρεσίβλητης που πρέπει να γίνει δεκτός". Κατόπιν αυτών, το Εφετείο α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων και β) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης και μετά από εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε κάνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων, απέρριψε αυτή κατ' ουσία.
Στο δικόγραφο της από 24.11.2017 εφέσεως δεν υπάρχει λόγος για πλημμέλεια της 1075/2016 πρωτόδικης απόφασης, που αφορά ισχυρισμό περί εξοφλήσεως όσον αφορά την παρασχεθείσα από τους αναιρεσείοντες εργασία καθ' ημέρες Κυριακή και αργίες και νυκτερινή εργασία. Έτσι, το Εφετείο, το οποίο με βάση τις προεκτεθείσες ανέλεγκτες παραδοχές του ότι "όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες εξοφλητικές αποδείξεις οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες έλαβαν την αντίστοιχη αμοιβή και προσαύξηση για την παρασχεθείσα καθ' ημέρες Κυριακής και αργιών και νυκτερινή εργασία", δέχθηκε ανύπαρκτο λόγο εφέσεως, καθ' όσον έλαβε υπ' όψη του ένσταση εξοφλήσεως παρόλο που η αναιρεσίβλητη δεν προέβαλε σχετικό ισχυρισμό περί αποσβέσεως των άνω αγωγικών απαιτήσεων κατ' άρθρο 416 ΑΚ, πρωτόδικα, τον οποίο και να επανέφερε νόμιμα με σχετικό λόγο εφέσεως και επιπλέον με την παραδοχή, ότι "δεν περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα εργασίας απασχόληση ημέρας Κυριακής και δεν προκύπτει απασχόληση πέραν της 22:00 (νυκτερινή απασχόληση) και απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμες τις σχετικές αγωγικές αξιώσεις", διέλαβε στην απόφασή του, ασαφείς, ανεπαρκείς και με αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις, αιτιολογίες σχετικά με τους λόγους για τους οποίους κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την πιο παραδοχή, κατά τρόπο που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και υπέπεσε ούτω στην αποδιδόμενη με τον τρίτο και τον τέταρτο κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, πλημμέλεια.
Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω από τους αριθμούς 8 εδ. α και 19, κατά το πρώτο σκέλος, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι και η αναιρετική εμβέλεια αυτών των λόγων αναίρεσης καθιστά αλυσιτελή την ουσιαστική έρευνα του 1ου αναιρετικού λόγου (παραβίαση άρθρου 559 αριθμός 11β ΚΠολΔ), του 2ου αναιρετικού λόγου (παραβίαση άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ), του 4ου αναιρετικού λόγου κατά το δεύτερο σκέλος (παραβίαση άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ) και του 5ου αναιρετικού λόγου (παραβίαση άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 106, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), που κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4131/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29 Απριλίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ