Supreme Court allows appeal against labor court judgment due to statute of limitations error in appeal proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Multi-Member District Court. The District Court had dismissed the plaintiff's claim, ruling that the statute of limitations had expired during the appeal phase. The Court found this error because the new limitation period only applied after the appeal was formally scheduled, meaning the limitation had not yet expired at that critical moment. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's decision and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 261(1) and 261(3) of the Civil Code; The statute of limitations in labor disputes is interrupted by the filing of an appeal and only runs during the period the appeal is pending, meaning it does not expire if the appeal is scheduled after the new limitation period begins.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 717 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 717/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Παναγιώτη Αθανασόπουλο και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Δ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουφογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευγενία Σούμπαση, με δήλωση το άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1018/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2795/2017 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/12/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12-12-2017 (με ειδικό αριθμό κατάθεσης 80/2019) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος - ενάγοντος κατά της αναιρεσίβλητης - εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, πλήττεται η 2795/2017 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσης από 6-11-2009 εφέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής κατά της 1018/2009 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 25-7-2005 αγωγής. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και επιδικάσθηκε στον αναιρεσείοντα - ενάγοντα το ποσό των 8.100,51 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ' αυτήν διακρίσεις, απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η παραγραφή είναι ο θεσμός των δικαίου, εξαιτίας του οποίου μία αξίωση παραλύει επειδή ο δικαιούχος της παρέλειψε να την ασκήσει εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο νόμο. Με τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, η αξίωση δεν αποσβήνεται, αλλά εξακολουθεί να εκδηλώνει σημεία ζωής, υπάρχουσας ως φυσική ή ατελής ενοχή.
Εξάλλου, η παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνον κατόπιν πρότασή της από τον οφειλέτη, ο οποίος λόγω της συμπλήρωσής της μπορεί να αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή (άρθρο 272 Α.Κ.). Περαιτέρω, ο θεσμός της "εν επιδικία" παραγραφής συνιστά ειδικότερη εκδήλωση του θεσμού της παραγραφής. Η διακοπή της παραγραφής επερχόταν μέχρι σήμερα με την "έγερση" της αγωγής.
Όριζε λοιπόν το άρθρο 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20-3-2013, επί λέξει τα εξής: "Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνεπαγόταν, ότι αν η παραγραφή διακόπτετο με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, ομοειδής και ισόχρονη με αυτήν που είχε διακοπεί, άρχιζε σε κάθε περίπτωση, άρχιζε σε κάθε περίπτωση - και ανεξαρτήτως από το είδος αυτής ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους - ευθύς μετά την έγερση της αγωγής και διακοπτόταν μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Έτι επί αξιώσεως, που είχε καταστεί επίδικη, η παραγραφή στην οποία υπέκειτο, μπορούσε να συμπληρωθεί κατά τη διάρκεια της επιδικίας. Ως διαδικαστική δε πράξη, που συνεπαγόταν κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ τη διακοπή της παραγραφής εθεωρείτο κάθε πράξη των διαδίκων ή των νόμιμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιείχε τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και ήταν αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης.
Σύμφωνα με τον σκοπό της ίδιας διάταξης, για να αρχίσει, εκ νέου, η παραγραφή, που διακόπηκε, από την τελευταία διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, θα έπρεπε να είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υποθέσεως με πράξεις των διαδίκων. Τούτο δε διότι ο θεσμός της παραγραφής της αξίωσης (άρθρο 247 επ. ΑΚ) αποτελεί τη νομοθετικά προβλεπόμενη κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την αξίωση της αξιώσεώς του και, επομένως, δεν ήταν νοητή η παραγραφή της αξίωσης όταν αυτός είχε ενεργήσει ότι ήταν αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μη χρειάζεται να επιχειρήσει κάτι ιδιαίτερο.
Γι' αυτό ο νόμος αναγνώριζε σοβαρούς λόγους, συνεπεία των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν είχε δυσμενείς συνέπειες για τον δανειστή. Τέτοιοι λόγοι αναστολής της παραγραφής ήταν και είναι, κατ' άρθρο 255 ΑΚ, το δικαιοστάσιο, η ανώτερη βία και ο δόλος του υπόχρεου. Η παραπάνω διάταξη, όπως προαναφέρθηκε, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013.
Σύμφωνα με τη νέα διάταξη και τις παραγράφους 1 και 3, που ενδιαφέρουν την ένδικη υπόθεση. "1. Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση".
Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 δεν διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση, παρά μόνον στην αντικατάσταση του όρου "έγερση" από τον σύγχρονο όρο "άσκηση" της αγωγής. Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στο χρονικό σημείο της έγκυρης επίδοσης της αγωγής, οπότε θεωρείται ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής.
Η σοβαρότερη διαφοροποίηση από την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ εντοπίζεται στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, το οποίο προβλέπει ταυτοχρόνως διακοπή και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής, μέχρι το χρονικό σημείο εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης ή περάτωσης της δίκης με άλλον τρόπο. Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" ευνοεί την επερχόμενη με οποιονδήποτε τρόπο τελεσιδικία, όπως π.χ.
οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρέλευσης των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ένδικων μέσων, παραίτησης από το δικαίωμα άσκησής τους, αποδοχή της απόφασης, αποδοχή της αγωγής κ.λ.π. Εκτός από την τελεσιδικία της απόφασης, προβλέπεται περαιτέρω ότι η παραγραφή αρχίζει και πάλι, όταν η δίκη περατωθεί με άλλον τρόπο, ήτοι λόγω κατάργησης της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό (άρθρο 293 ΚΠολΔ), καθώς και η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα της αγωγής (άρθρο 294 - 297 ΚΠολΔ), εφαρμοζόμενου επί παραιτήσεως από το δικόγραφο του άρθρου 263 ΑΚ.
Από το συνδυασμό του νέου άρθρου 261 και του άρθρου 270 ΑΚ, που παραμένει αμετάβλητο, σαφώς συνάγεται ότι η νέα παραγραφή αρχίζει την επομένη της τελεσιδικίας της απόφασης ή της περάτωσης της δίκης με άλλον τρόπο. Η τρίτη παράγραφος του (νέου) άρθρου 261 ΑΚ ορίζει ότι "Η νέα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση".
Εξάλλου κατ' εφαρμογή του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει κατ' αρχήν τον νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, ώστε να μη θεμελιώνεται λόγος έφεσης εξαιτίας ευνοϊκής υπέρ του εκκαλούντος νομοθετικής μεταβολής. Εξαίρεση εισάγεται, όταν ο νόμος περιέχει ρητή διάταξη ότι αυτός εφαρμόζεται στις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου δίκες, αν συγχρόνως δεν παραβιάζονται συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι δεν έχει παραγραφεί εν επιδικία η ένδικη αξίωση κατά τη δημοσίευση του Ν. 4139/2013, ήτοι την 20-3-2013.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο Ν. 4139/2013, προβλέποντας ότι το άρθρο 261 ΑΚ εφαρμόζεται σε όλες τις δίκες για τις οποίες δεν εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση, επιτρέπει την άσκηση έφεσης από το διάδικο, του οποίου η αξίωση κρίθηκε πρωτοδίκως παραγεγραμμένη, να επικαλεσθεί ως λόγο έφεσης την "εσφαλμένη" υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς αποδοχή της ενστάσεως παραγραφής, εφόσον βεβαίως πληρούνται οι προϋποθέσεις του νέου άρθρου 261 ΑΚ (ΑΠ 148/2017, ΑΠ 277/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και υπό την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει παραγραφή εν επιδικία και ότι δεν έχει τελεσιδικήσει κατ' άλλον τρόπο η υπόθεση (ΑΠ 361/2019, ΑΠ 1567/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, Ελληνικό ή ξένο, Εσωτερικού ή Διεθνούς Δικαίου.
Ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε σε σχέση με την υποβληθείσα από την εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη, το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη με τον από 22-8-2016 πρόσθετο λόγο έφεσης, ένσταση περί παραγραφής εν επιδικία της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος, περί επιδίκασης σ' αυτόν των αποδοχών του στα επιδόματα εορτών και αδείας καθώς και στις αποδοχές κανονικής άδειας των ετών 2000 έως και 2004, από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχε συνάψει με την αναιρεσείουσα, τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό πρόσθετο λόγο έφεσής της με αριθμό κατάθεσης 51203/181/2016 δικογράφου η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η επίδικη αξίωση είχε υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον από την άσκηση της έφεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την εκκαλουμένη Δικαστηρίου που έλαβε χώρα στις 10-11-2009 παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον της πενταετίας μέχρι την 14-6-2016, οπότε ασκήθηκε η επόμενη διαδικαστική πράξη των διαδίκων, ήτοι προσδιορίστηκε η συζήτηση της έφεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την κατάθεση σχετικής κλήσης.
Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος παραδεκτά προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, καθόσον γεννήθηκε μετά την τελευταία συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 527 παρ. 2 ΚΠολΔ), τυγχάνει νόμω (παρ. 2 του άρθρου 261 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013) και ουσία βάσιμος, καθόσον σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, με την κατάθεση της έφεσης στις 10-11-2009 η πενταετής κατ' άρθρο 250 αρ. 17 ΑΚ παραγραφή της αξίωσης εκκίνησε εκ νέου στις 31-12-2009 και έληξε στις 30-6-2015, ήτοι είχε συμπληρωθεί την 14-6-2016, οπότε με βάση τα ιστορούμενα στο ανωτέρω δικόγραφο του πρόσθετου λόγου έφεσης κατατέθηκε η κλήση για τον προσδιορισμό της συζήτησής της.
Συνεπώς, οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος έχουν υποκύψει στην παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ, η οποία συμπληρώθηκε εν επιδικία". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή, δίκασε αυτήν εκ νέου και την απέρριψε λόγω συμπληρώσεως, κατά την διάρκεια της επιδικίας, της πενταετούς παραγραφής της καταχθείσας σε δίκη αξιώσεως του ενάγοντος - αναιρεσείοντος για επιδίκαση διαφορών αποδοχών από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχε συνάψει με την εναγομένη, δεχθέν ως ουσιαστικά βάσιμο τον προβληθέντα το πρώτον με πρόσθετο λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου, λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 παρ. 2 ΚΠολΔ, προαναφερθέντα οψιγενή από το άρθρο 261 ΑΚ ισχυρισμό, ως ουσιαστικά βάσιμο, όπως όμως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20-3-2013.
Ειδικότερα το Δικαστήριο έκρινε ότι εφαρμοστέο στην ένδικη περίπτωση είναι το άρθρο 261 ΑΚ, όπως τούτο ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του, εφόσον, κατά τις παραδοχές του, από την άσκηση της έφεσης που έλαβε χώρα στις 10-11-2009 μέχρι τις 14-6-2016, οπότε ασκήθηκε η επόμενη διαδικαστική πράξη των διαδίκων, ήτοι προσδιορίστηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η συζήτησή της έφεσης ενώπιόν του, παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον της πενταετίας, με συνέπεια την παραγραφή εν επιδικία της ένδικης αξιώσεως του ενάγοντος.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την ως άνω αντικατάστασή της, καθόσον δεν τις εφάρμοσε μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα, η ένδικη υπόθεση ήταν εκκρεμής στις 20-3-2013, που τέθηκε σε ισχύ η νέα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, μετά την αντικατάστασή τους, καθόσον επί της κατασχεθείσας σε δίκη με την αγωγή του αναιρεσείοντος ένδικης αξίωσης δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, αφού κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών ασκήθηκε κατά τα ως άνω η από 6-11-2009 έφεση, η συζήτηση της οποίας εκκρεμούσε στις 20-3-2013, καθόσον η διαδικαστική πράξη ορισμού δικασίμου προς συζήτησή της έλαβε χώρα στις 14-6-2016, ούτε είχε περατωθεί με άλλον τρόπο η δίκη.
Περαιτέρω, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του άρθρου 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, ήτοι την 20-3-2013 δεν είχε συμπληρωθεί η παραγραφή εν επιδικία της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, αφού από την κατάθεση στις 10-11-2009 της έφεσης μέχρι την 20-3-2015 (έναρξη ισχύος του Ν. 4139/2013) δεν είχε παρέλθει πενταετία (δεν είχε παραγραφεί εν επιδικία) και, συνεπώς, η εν λόγω υπόθεση καταλαμβάνεται ως εκκρεμής την ως άνω ημερομηνία (20-3-2013) από την τροποποιηθείσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ και η διακοπείσα παραγραφή τελούσε σε αναστολή και δεν συμπληρώθηκε εν επιδικία, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο.
Ενόψει τούτων ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης) πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμο, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση της απόφασης (ΑΠ 181/2018, ΑΠ 146/2018).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που κατέθεσε προτάσεις, ως ηττημένη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 12-12-2017 αίτηση για αναίρεση της 2795/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Αναιρεί την 2795/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ΕΥΡΩ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ