Legislator Case Law & Legislation
717/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor union case, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 717/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four labor union members against a single-member court of appeals decision. The appellants argued for the admissibility of specific documents and testimonies, while the appellee contended that the lower court had properly evaluated all evidence. The court ruled that the single-member court had explicitly confirmed it considered sworn testimonies and documentary evidence, thereby validating its factual findings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94 § 1, 96 §§ 1-3, 104 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court dismisses an appeal where the lower court has explicitly stated it considered all submitted evidence and testimonies, establishing that such explicit confirmation precludes appellate review of factual assessments.

Keywords

AI generated
appeal dismissal factual assessment evidence evaluation labor union dispute sworn testimony single-member court legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 94 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 §§ 1, 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 717 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 717 /2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Β. του Κ., 2)Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 3)Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., 4) Γ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., και 5) Μ. Γ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σπυριδαντωνάκη, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μουρνιανάκη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/5/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 927/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3272/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/2/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθ. 94 § 1 (όπως η παρ. αυτή αντικ. µε το άρθρο 1, άρθρο πρώτο παρ. 2 του ν. 4335/2015), 96 §§ 1, 2 και 3 (όπως το άρθρο αυτό αντικ. µε το άρθ. 7 § 2 ν. 3994/2011 και προστέθηκε στην παρ. 3 αυτού δεύτερο εδάφιο με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017), και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται µε πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε µε συμβολαιογραφική πράξη είτε µε προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε µε ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δηµόσια, δηµοτική ή άλλη αρχή, µπορεί δε να αφορά ορισµένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόµη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουµένως (δ) εάν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται µε δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την οποία αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονοµικά απών.

Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασµό µε εκείνη του άρθρου 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εµφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει, αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόµιµα ή επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση.

Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εµφανισθεί ή εµφανισθεί αλλά δεν μετέχει, νοµίµως, στη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο δικηγόρος που υπογράφει την κλήση για συζήτηση ήταν εφοδιασμένος µε πληρεξουσιότητα και σε καταφατική περίπτωση η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Και αν µεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εµφανίστηκε ο αντίδικός του, πρέπει να προσκοµίζεται µε επίκληση αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολειπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκοµίζεται µε επίκληση η κλήση που επιδόθηκε.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής οµοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί, νοµίµως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κληθεί νοµίµως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Τέλος, αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην προκείµενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 2-2-2018 αίτηση αναίρεσης με κλήση των αναιρεσειόντων. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως προκύπτει ότι η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες.

Κατ` αυτήν οι αναιρεσείοντες φέρονται ως εκπροσωπούμενοι από τον παρασταθέντα δικηγόρο Ιωάννη Σπυριδαντωνάκη. Προς απόδειξη της πληρεξουσιότητός του ο δικηγόρος αυτός προσκομίζει και επικαλείται πληρεξούσια όλων των αναιρεσειόντων, από τα οποία προκύπτει ότι αυτοί παρέχουν ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα για την κατάθεση, συζήτηση και λοιπές δικαστικές ενέργειες που αφορούν την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πλην της πέμπτης αναιρεσείουσας Μ.

Γ. του Π., ως προς την οποία ουδέν νομιμοποιητικό έγγραφο προσκομίζεται. Επομένως δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα του παραστάντος δικηγόρου ως προς την ως άνω αναιρεσείουσα, η οποία πρέπει να θεωρηθεί ως δικονομικώς απούσα. Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας και δη από την …20 Β'/21-5-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας Πειραιώς ναι μεν προκύπτει νόµιµη επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης από τους εκπροσωπηθέντες από πληρεξούσιο δικηγόρο αναιρεσείοντες και επίδοση της αιτήσεως και κλήσεως προς το αναιρεσίβλητο, όμως δεν αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι η απολειπομένη άνω αναιρεσείουσα, η οποία θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτή εμφανίζεται ότι επισπεύδει, ότι κλητεύθηκε νόµιµα και εµπρόθεσµα, για να παραστεί στην παρούσα δικάσιµο από τους ομοδίκους της ή το αντίδικό του-αναιρεσίβλητο, αφού οι παριστάμενοι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε άλλωστε προσκοµίζουν, τέτοια έκθεση επίδοσης ή αντίγραφο της κρινόµενης κλήσης και προς την απολειπομένη άνω αναιρεσείουσα για συζήτηση στη δικάσιµο αυτή.

Πρέπει, εποµένως, να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτήν και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση (Ολ.ΑΠ 7/2008). 2. Η από 2-2-2018 (με ειδικό αριθμό κατάθεσης 120/2018) αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου, και κατά της 3272/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί των ασκηθεισών αντιθέτων εφέσεών τους, καθώς και των προσθέτων λόγων των εναγόντων, κατά της 927/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 16-5-2012 αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552,553,556,558,564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

3. Στο άρθρο 2 του Ν. 3846/2010 "Εγγυήσεις για την εργασιακή ασφάλεια και άλλες διατάξεις" ορίζονται και τα εξής: "1. Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση).

Η συμφωνία αυτή, εφόσον μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτισή της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση 2. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου νοείται ως: α) "εργαζόμενος μερικής απασχόλησης", κάθε εργαζόμενος με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, του οποίου οι ώρες εργασίας, υπολογιζόμενες σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη ή μηνιαία βάση είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση, β) "συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση", κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες.

Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στη συλλογική ρύθμιση, στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση. Οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους με κανονική απασχόληση, εκτός εάν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι οι οποίοι τη δικαιολογούν, όπως η διαφοροποίηση στο ωράριο εργασίας. 3.

Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφής απασχόλησης εκ περιτροπής. Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας.

Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου. Αν περιοριστούν οι δραστηριότητές του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νομίμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις των ΠΔ 260/2006 και του Ν. 1767/1988.

Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας.... 8. Καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω μη αποδοχής από τον μισθωτό εργοδοτικής πρότασης για μερική απασχόληση είναι άκυρη". Η τελευταία αυτή διάταξη έχει ως σκοπό να προστατεύσει τον ήδη απασχολούμενο με πλήρες ωράριο, όταν η καταγγελία είναι συνέπεια της άρνησης του μισθωτού να δεχθεί την πρόταση του εργοδότη για μερική απασχόληση (βλ.

αιτιολογική έκθεση του ν. 1892/1990). Έχει δηλαδή η διάταξη σκοπό να προστατεύσει τον εργαζόμενο από τις προσπάθειες του εργοδότη να τροποποιήσει το χρόνο εργασίας και τη μορφή της συμβάσεως από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, χωρίς να συντρέχει αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί μια τέτοια τροποποίηση, δεν έχει όμως ως σκοπό να αποτρέψει την προσφυγή σε μερική απασχόληση, όταν με τον τρόπο αυτό πρόκειται να αποτραπούν απολύσεις και να περισωθούν ήδη υφιστάμενες θέσεις εργασίας.

Η καταγγελία δηλαδή είναι άκυρη στην περίπτωση, που λόγο της αποτελεί αυτή καθαυτή η άρνηση του εργαζομένου να συναινέσει σε μετατροπή της σχέσης του από πλήρους σε μερικής απασχόλησης και δεν απαγορεύει η εν λόγω διάταξη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, όταν αιτία της πρότασης του εργοδότη για μεταβολή του χρόνου εργασίας αποτελούν λόγοι που προϋπάρχουν της άρνησης του εργαζομένου, όπως π.χ.

οικονομικοτεχνικοί λόγοι ή η εφαρμογή ενός γενικότερου επιχειρηματικού σχεδίου με την υλοποίηση του οποίου αποτρέπονται οι απολύσεις. Περαιτέρω δεν είναι νόμιμη η επιβολή συστήματος εκ περιτροπής απασχολήσεως(ακολουθουμένη από μείωση αποδοχών) κατά το διάστημα της προειδοποιήσεως (καταγγελία με προειδοποίηση).

Αν επιβληθεί τέτοιο σύστημα, ο μισθωτός του οποίου έχει καταγγελθεί με προειδοποίηση η σύμβαση εργασίας πρέπει παρά την μείωση του χρόνου εργασίας, να εξακολουθήσει και υπό το νέο σύστημα να λαμβάνει πλήρεις τις αποδοχές του (ΔΕΝ 2014, 1052 και 1110). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολ.

ΑΠ 7/2006 και 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ολ.

ΑΠ 1/1999, ΑΠ .../2015, 361/2014). Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ .../2015, 361/2014).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984, ΑΠ 200/2014, 211/2014). 4. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 16/5/2012 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τις ημερομηνίες που αναφέρουν ως προς έκαστο, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο ως υπάλληλοι γραφείου αντί των αναφερομένων μηνιαίων μικτών αποδοχών.

Περαιτέρω, ισχυρίσθηκαν ότι το εναγομένο επέβαλε μονομερώς σύστημα εκ περιτροπής εργασίας από 1/11/2011 έως 31/12/2011, ενώ είχε καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας τους, κατόπιν προειδοποιήσεως, οπότε οι συμβάσεις τους έληξαν μετά την πάροδο του χρονικού διαστήματος της προμηνύσεως που μεσολάβησε μεταξύ της καταγγελίας και της οριστικής λήξεως της συμβάσεως εργασίας τους.

Περαιτέρω, ισχυρίσθηκαν ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας τους είναι άκυρη λόγω του ότι το εναγόμενο προέβη σε αυτήν εξαιτίας της προηγούμενης μη αποδοχής εκ μέρους τους της προτάσεως του για μερική απασχόληση και εγένετο σωρευτικώς με τη μονομερώς επιβληθείσα εκ μέρους του εκ περιτροπής εργασία, ότι τυγχάνει καταχρηστική, διότι οι οικονομικοί λόγοι που επικαλέσθηκε ήσαν αναληθείς και προσχηματικοί, αδράνησε δε να κατοχυρώσει τις θέσεις εργασίας τους, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 30 και 136 παρ. 3 Ν. 2725/1999 διαδικασία, ενώ η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους δεν αποτελούσε έσχατο μέτρο.

Επίσης ισχυρίσθηκαν ότι είναι άκυρη η μονομερής απόφαση του εναγομένου για επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας τους κατά το χρονικό διάστημα από 1/11/2011 έως 31/12/2011, διότι δεν έγινε ενημέρωσή τους, ούτε διαβούλευση, ενώ δεν συνέτρεχε ο περιορισμός της δραστηριότητας του εναγομένου. Ζήτησαν δε :

α) να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρη, β)να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες των τεσσάρων πρώτων εξ αυτών, επ' απειλή χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ για κάθε ημέρα παραβάσεως της υποχρεώσεώς του, γ) να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη η μονομερής απόφασή του περί επιβολής σε αυτούς του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, και δ)να υποχρεωθεί να τους καταβάλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, για διαφορές αποδοχών μεταξύ της μερικής και της πλήρους απασχόλησης από 1/11/2011 έως 31/12/2011, για διαφορές αποδοχών του Ιανουαρίου 2012 και επιπλέον, στους τέσσερις πρώτους για μισθούς υπερημερίας, νομιμοτόκως, κυρίως, βάσει των συμβάσεων εργασίας τους και, επικουρικώς, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 927/2015 απόφασή του έκρινε ως αόριστη την αγωγή ως προς το αίτημα περί υποχρεώσεως του εναγομένου να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους επ' απειλή χρηματικής ποινής σε περίπτωση παραβάσεως της υποχρεώσεώς της, ως μη νόμιμη ως προς τους λόγους ακυρότητας της καταγγελίας, 1) ότι το εναγόμενο άσκησε αυτήν σωρευτικά με τη μονομερή επιβολή εκ περιτροπής εργασίας παρά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ότι η καταγγελία προηγήθηκε της επιβολής της εκ περιτροπής εργασίας και 2) ότι η καταγγελία δεν αναρτήθηκε ο πρόγραμμα "ΔΙΑΥΓΕΙΑ", δέχθηκε δε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατά λοιπά και αναγνώρισε ότι είναι άκυρες 1) η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας των εναγόντων και 2) η απόφαση του εναγομένου περί επιβολής στους ενάγοντες εκ περιτροπής εργασίας, υποχρέωσε δε το εναγόμενο να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα 15.564,08, στη δεύτερη 12.489,52, στην τρίτη 13.649,42, στον τέταρτο 18.183,14 και στην πέμπτη 2.492,10 ευρώ, νομιμότοκα.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τα διάδικα μέρη και πρόσθετοι λόγοι έφεσης από τους ενάγοντες και επ'αυτών και μετά από συνεκδίκαση εκδόθηκε η προσβαλλομένη 3272/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης των εναγόντων, έγιναν εν μέρει ουσιαστικά δεκτές οι εφέσεις και το Εφετείο, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε αυτήν κατά το αίτημά της περί ακυρότητος της καταγγελίας των συμβάσεων των εναγόντων ως αντικειμένων στο άρθρο 281 ΑΚ και καταβολής στους ενάγοντες μισθών υπερημερίας, και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή κατά το έτερο αίτημά της περί ακυρότητος, της με μονομερή απόφαση του εναγομένου επιβολής εκ περιτροπής εργασίας στους ενάγοντες για το χρονικό διάστημα από 1-11-2011 έως 31-12-2011 και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες πλήρεις αποδοχές του χρονικού αυτού διαστήματος.

Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγομένη με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και δη η πρώτη στις 2/9/1996, η δεύτερη στις 3/11/1997, η τρίτη στις 30/11/1992, ο τέταρτος στις 2/4/1992 και η πέμπτη την 1/1/1998 προκειμένου να προσφέρουν σε αυτήν τις υπηρεσίες τους, ως υπάλληλοι γραφείου, επί πέντε ημέρες ανά εβδομάδα (από Δευτέρα έως Παρασκευή) και οκτώ ώρες ημερησίως, από ώρα 08:00' έως 16:00, αντί μηνιαίων μικτών αποδοχών, οι οποίες κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2011 καθώς και το έτος 2012 ανέρχονταν σε 1.505,44, 1.315,38, 1.315,38, 1.675,06 και 1.444,53 ευρώ αντιστοίχως.

Κατόπιν σχετικής αποφάσεως του Δ.Σ. της εναγομένης, στις 6/10/2011, ο Γενικός Γραμματέας της εναγομένης Μ. Δ. απέστειλε στους ενάγοντες, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, πρόσκληση σε διαβούλευση, η οποία θα ελάμβανε χώρα στις 7/10/2011, παρουσία και του Προέδρου της εναγομένης, σύμφωνα με τα οριζόμενα από το Ν. 3846/2010 κατά τα αναφερόμενα στο ως άνω ηλεκτρονικό μήνυμα.

Οι ενάγοντες προσήλθαν στις 7/10/2011 στα γραφεία της εναγομένης την ορισθείσα ώρα, συνοδευόμενοι από εκπροσώπους της συνδικαλιστικής τους οργάνωσης ..., οι οποίοι, αφού ενημερώθηκαν από την εναγομένη ότι δεν επρόκειτο για διαβούλευση, κατά την έννοια του άρθρου 38 Ν. 1892/1990, όπως έχει τροποποιηθεί και ότι ως εκ τούτου δεν υπήρχε ανάγκη συνδικαλιστικής εκπροσώπησης, απεχώρησαν.

Κατά τη συνάντηση αυτή, οι ενάγοντες ενημερώθηκαν για τη δυσμενή οικονομική κατάσταση της εναγομένης και την εξαιτίας αυτής απόφαση του Δ.Σ. να προβεί σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, κατόπιν προειδοποίησης. Εξάλλου, στην ίδια συνάντηση συζητήθηκε εκ μέρους της εναγομένης το ενδεχόμενο συμφωνημένης εκ περιτροπής εργασίας, με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών, βάση συζήτησης όμως την οποία απέρριψαν οι ενάγοντες.

Ακολούθως, ο γενικός Γραμματέας της εναγομένης απέστειλε στους ενάγοντες, στις 17/10/2011, πάλι μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, νέο ηλεκτρονικό μήνυμα, με το οποίο τους καλούσε σε δεύτερη συνάντηση για το θέμα της εκ περιτροπής εργασίας, η οποία θα ελάμβανε χώρα την επόμενη ημέρα, 18/10/2011 και ώρα 12:00' στα γραφεία της εναγομένης, παρουσία και του Προέδρου αυτής.

Με δεδομένο, όμως, ότι η πρώτη συνάντηση δεν ήταν τυπική διαβούλευση, κατά την έννοια του άρθρου 38 Ν. 1892/1990, όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε, με εκπροσώπηση των εναγόντων από συνδικαλιστική τους οργάνωση, όπως προεκτέθηκε, οι ενάγοντες ενημέρωσαν τον Γενικό Γραμματέα της εναγομένης ότι δεν θα προσήρχοντο στη νέα συνάντηση, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων του Ν. 3846/2010.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη επέδωσε στις 25/10/2011, μέσω δικαστικού επιμελητή, στους ενάγοντες τις από 21/10/2011 έγγραφες προειδοποιήσεις καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκάστου και, ειδικότερα, προειδοποιούσε α) την πρώτη ότι η σύμβαση εργασίας της θα λήξει την 21/3/2012, β) τη δεύτερη ότι η σύμβαση εργασίας της θα λήξει στις 21/2/2012, γ) την τρίτη ότι η σύμβαση εργασίας της θα λήξει στις 21/3/2012, δ) τον τέταρτο ότι η σύμβαση εργασίας του θα λήξει στις 21/3/2012 και ε) την πέμπτη ότι η σύμβαση εργασίας της θα λήξει στις 21/2/2012.

Η εναγομένη είναι αθλητική ομοσπονδία, ανώτατη οργάνωση αθλητικών σωματείων που καλλιεργούν το άθλημα του καράτε, το οποίο εντάσσεται στα αθλήματα ιδιωτικής πρωτοβουλίας με στοχευμένη κρατική συνδρομή, η λειτουργία της διέπεται από το Ν. 2725/1999 και τα έσοδα της στηρίζονται κυρίως στην χρηματική ενίσχυση της Πολιτείας μέσω επιχορηγήσεων που χορηγούνται από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, ενώ τα λοιπά έσοδα της περιορίζονται στις συνδρομές από τα σωματεία μέλη της και στα παράβολα των εξετάσεων για την απονομή των βαθμών "νταν", τα οποία κατά το έτος 2011 ανήλθαν σε 20.000 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη προέβη στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων για λόγους οικονομικοτεχνικούς και, ειδικότερα, επειδή λόγω των δημοσιονομικών προβλημάτων και της ελλείψεως πόρων για τον αθλητισμό στα πλαίσια ενός προγράμματος μειώσεως των κρατικών επιχορηγήσεων των αθλημάτων ιδιωτικής πρωτοβουλίας με στοχευμένη κρατική επιχορήγηση, όπως είναι το καράτε, από 250.000 - 300.000 ευρώ που ανερχόταν η ετήσια κρατική επιχορήγηση της εναγομένης έως το έτος 2010 μειώθηκε αυτή σε 150.000 ευρώ το έτος 2011 με προοπτική περαιτέρω σημαντικότατης μείωσης για το έτος 2012, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να καλύψει τις λειτουργικές ανάγκες της σε μισθολογικό κόστος ύψους 100.000 ευρώ περίπου, εκτός της μισθοδοσίας των εθνικών προπονητών καθώς και τις υποχρεώσεις της από την κύρια δραστηριότητα της, όπως η διοργάνωση αγώνων, η πληρωμή εξόδων των εθνικών ομάδων, η αγορά υλικών, η πληρωμή οδοιπορικών.

Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, οι ως άνω τακτικές καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων εγένοντο προκειμένου να εξασφαλισθεί η διατήρηση της οικονομικής βιωσιμότητας της εναγομένης και είναι έγκυρες, δεν περιήλθε δε η εναγομένη σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών τους, εσφαλμένα δε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι τυγχάνουν άκυρες, ως αντικείμενες στο άρθρο 281 ΑΚ και ότι η εναγομένη οφείλει μισθούς υπερημερίας κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο της από 25/6/2015 εφέσεως, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου πρόσθετου λόγου ως αβάσιμου καθώς και του πρόσθετου λόγου ότι αντιθέτως ασκήθηκαν σωρευτικά τα ως άνω διαπλαστικά δικαιώματα της εναγομένης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, μετά την καταγγελία κατόπιν προειδοποίησης των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, με απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης επιβλήθηκε σε αυτούς σύστημα εκ περιτροπής εργασίας από 1/11/2011 έως 31/12/2011, με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών τους, επανήλθαν δε αυτοί σε πλήρη απασχόληση από 1/1/2012.

Εφόσον, όμως, επιβλήθηκε στους ενάγοντες τέτοιο σύστημα, ενώ είχε καταγγελθεί η εργασιακή τους σύμβαση, η οποία λύθηκε μετά την πάροδο του χρόνου της προμήνυσης ως προς έκαστο, δηλαδή κατά τη διάρκεια του χρόνου της προειδοποίησης, η εναγομένη οφείλει, παρά τη μείωση του χρόνου εργασίας, πλήρεις τις αποδοχές στους ενάγοντες".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο με το να δεχθεί, ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων εχώρησε λόγω οικονομικοτεχνικών λόγων, διότι δεν μπορούσε να καλύψει το εναγόμενο-αναιρεσείον, τις λειτουργικές ανάγκες του σε μισθολογικό κόστος ύψους 100.000 ευρώ περίπου, εκτός της μισθοδοσίας των εθνικών προπονητών καθώς και τις υποχρεώσεις του από την κύρια δραστηριότητά του, όπως είναι η διοργάνωση αγώνων, η πληρωμή εξόδων των εθνικών ομάδων, η αγορά υλικών, η πληρωμή οδοιπορικών, καθώς και ότι αυτές εχώρησαν προκειμένου να εξασφαλισθεί η διατήρηση της οικονομικής βιωσιμότητάς του, και ότι ήσαν έγκυρες, καθόσον δεν αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς των εναγόντων, ότι αυτές εχώρησαν εκ λόγων εκδικήσεως επειδή δεν συναίνεσαν στην συμφωνία για την εκ περιτροπής εργασία τους στο εναγόμενο, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και την από το άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, περιέλαβε δε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της εγκυρότητας των καταγγελιών για τον ως άνω λόγο(οικονομικοτεχνικό), δεν απαιτείτο δε επί πλέον να αναφέρει στην απόφασή του, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, κατά τρόπο πανηγυρικό ότι οι καταγγελίες ήσαν αναπόφευκτες, αφού σαφώς αυτό συνάγεται από την παραδοχή της "ότι οι ως άνω τακτικές καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων εγένοντο προκειμένου να εξασφαλιστεί η διατήρηση της οικονομικής βιωσιμότητας της εναγομένης".

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες τα αντίθετα και προσάπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώνται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλομένη για ανεπάρκεια στις αιτιολογίες της σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της συνδρομής ή μη οικονομικοτεχνικών λόγων ως προς τις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης επί του κρισίμου αυτού ζητήματος το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη προέβη στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων για λόγους οικονομικοτεχνικούς και, ειδικότερα, επειδή λόγω των δημοσιονομικών προβλημάτων και της ελλείψεως πόρων για τον αθλητισμό στα πλαίσια ενός προγράμματος μειώσεως των κρατικών επιχορηγήσεων των αθλημάτων ιδιωτικής πρωτοβουλίας με στοχευμένη κρατική επιχορήγηση όπως είναι το καράτε, από 250.000 - 300.000 ευρώ που ανερχόταν η ετήσια κρατική επιχορήγηση της εναγομένης έως το έτος 2010 μειώθηκε αυτή σε 150.000 ευρώ το έτος 2011 με προοπτική περαιτέρω σημαντικότατης μείωσης για το έτος 2012 με αποτέλεσμα να μην μπορεί να καλύψει τις λειτουργικές ανάγκες της σε μισθολογικό κόστος ύψους 100.000 ευρώ περίπου, εκτός της μισθοδοσίας των εθνικών προπονητών καθώς και τις υποχρεώσεις της από την κύρια δραστηριότητα της, όπως η διοργάνωση αγώνων, η πληρωμή εξόδων των εθνικών ομάδων, η αγορά υλικών, η πληρωμή οδοιπορικών".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο αιτιολόγησε πλήρως και χωρίς αντιφάσεις το κρίσιμο άνω ζήτημα της συνδρομής των οικονομικοτεχνικών λόγων που ανάγκασαν το αναιρεσίβλητο στις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων, αφού όπως δέχθηκε η ετήσια κρατική επιχορήγηση του εναγομένου για το καράτε, από 250.000 - 300.000 ευρώ που ανερχόταν έως το έτος 2010 μειώθηκε σε 150.000 ευρώ το έτος 2011 με προοπτική περαιτέρω σημαντικότατης μείωσης για το έτος 2012 με αποτέλεσμα να μην μπορεί να καλύψει τις λειτουργικές ανάγκες του, σε μισθολογικό κόστος,(ήτοι μισθούς υπαλλήλων του), το ύψος των οποίων ανέρχεται σε 100.000 ευρώ περίπου, εκτός των επιπλέον υποχρεώσεών του για μισθοδοσία των εθνικών προπονητών καθώς και τις υποχρεώσεις του από την κύρια δραστηριότητά του, όπως είναι η διοργάνωση αγώνων, η πληρωμή εξόδων των εθνικών ομάδων, η αγορά υλικών, η πληρωμή οδοιπορικών.

Επομένως, ο πρώτος αυτός λόγος και κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι υπό την επίφαση του αναιρετικού αυτού λόγου, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων.

5. Στο άρθρο 2 του νόμου 3846/2010 ορίζονται τα εξής "1. Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκεια της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση).

Η συμφωνία αυτή, εφόσον μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση. 2. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου νοείται ως: α) "εργαζόμενος μερικής απασχόλησης", κάθε εργαζόμενος με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, του οποίου οι ώρες εργασίας, υπολογιζόμενες σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη ή μηνιαία βάση είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση, β) "συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση", ........... 3.

Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκεια της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής. Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας.

Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου. "Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρηση του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 260/2006 και του ν. 1767/1988." Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας. 4.Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων, για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου ορίζονται κατά την εξής σειρά προτεραιότητας:

α) οι εκπρόσωποι από την πλέον ...... β) οι εκπρόσωποι των υφιστάμενων..... γ) το συμβούλιο εργαζομένων, δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις ....... 5.Οι έγγραφες ατομικές συμβάσεις ........ 6. Σε κάθε περίπτωση, η απασχόληση κατά....... 7. Αν η μερική απασχόληση ......... 8. Καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω μη αποδοχής από τον μισθωτό εργοδοτικής πρότασης για μερική απασχόληση είναι άκυρη. 9. .......

6. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αίτησης ισχυρίζονται, ότι η προσβαλλομένη παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό τους που περιέχεται σε σχετικό λόγο της έφεσής τους και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή η απόλυσή τους υπήρξε άκυρη ως αντικειμένη στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3846/2010, στο βαθμό που αποκλείει την σωρευτική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας με το δικαίωμα μονομερούς επιβολής εκ περιτροπής απασχόλησης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος ως ερειδόμενος επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι χωρούν σωρευτικά τα δικαιώματα καταγγελίας υπό προειδοποίηση με αυτό της επιβολής εκ περιτροπής απασχόλησης. Ειδικότερα από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αυτή δέχθηκε, ότι η έγγραφη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων υπό προειδοποίηση, που κοινοποιήθηκε προς αυτούς με δικαστικό επιμελητή στις 25-10-2011, προηγήθηκε και εκ των υστέρων και δη κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της καταγγελίας και της λύσης των συμβάσεων, επιβλήθηκε για το χρονικό διάστημα από 1-11-2011 έως 31-12-2011 η μονομερής εκ μέρους του εναγομένου-αναιρεσίβλητου εκ περιτροπής εργασία, την τελευταία όμως έκρινε ως άκυρη, και επεδίκασε παρά την μείωση του χρόνου εργασίας των εναγόντων, τις πλήρεις αποδοχές στους ενάγοντες για το χρονικό αυτό διάστημα.

Εξάλλου, από το άρθρο 2 παρ. 8 του προαναφερθέντος άνω ν. 3846/2010, που ορίζει ότι "η καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω μη αποδοχής από τον μισθωτό εργοδοτικής πρότασης για μερική απασχόληση είναι άκυρη", σε συνδυασμό και με τις λοιπές παραγράφους του άρθρου αυτού, που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 5 μείζονα σκέψη δεν προκύπτει ότι, σε περίπτωση που έχει προηγηθεί η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του μισθωτού, όπως στην προκειμένη περίπτωση που το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας των αναιρεσειόντων προηγήθηκε από την επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας τους, (ότι)τότε αυτή είναι άκυρη, καθόσον κατά τις άνω επιταγές του νόμου είναι άκυρη μόνο σε περίπτωση, που αυτή χωρήσει εκ των υστέρων, δηλαδή μετά την προηγηθείσα εργοδοτική πρόταση για μερική απασχόληση και εξαιτίας της αρνήσεως των μισθωτών να την αποδεχθούν.

Κατ'ακολουθίαν των άνω ο δεύτερος λόγος κατά τα δύο μέρη του, κατ'εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 7. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι η προσβαλλομένη, δεχόμενη ότι οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους έλαβαν χώρα για οικονομικοτεχνικούς λόγους, και όχι λόγω της άρνησής τους να αποδεχθούν την πρόταση του εναγομένου για εκ περιτροπής εργασία τους, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 3846/2010, σύμφωνα με την οποία " Καταγγελία της σύμβασης εργασίας λόγω μη αποδοχής από τον μισθωτό εργοδοτικής πρότασης για μερική απασχόληση είναι άκυρη".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση των άνω αναιρετικών λόγων, πλήττεται η περί των πραγμάτων εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Άλλωστε για τον λόγο αυτόν ισχύουν όσα αναφέρθηκαν στην με αριθμό 3 και 4 μείζονες σκέψεις και αφορούν τον συναφή με τον παρόντα, πρώτο λόγο της αίτησης κατά τα δύο μέρη του. 8.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί.

Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της απόφασης ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει (AΠ 49/2013). Για να είναι όμως ορισμένος ο από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα.

Ειδικότερα επί ενόρκων βεβαιώσεων, πρέπει να εκτίθεται και το παραδεκτό της προσκομιδής τους, ότι δηλαδή αυτές λήφθηκαν μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων (ΑΠ 893/2012, 364/2007). 9. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια κατ'εκτίμηση από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι, ενώ προκειμένου να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του εναγομένου ότι εξαιτίας α) δημοσιονομικών λόγων, β) αφαίρεσης του αθλήματος του καράτε από τις επιχογηγούμενες δραστηριότητες και γ) προοπτικής μείωσης της κρατικής επιχορηγήσεις, προέβη στις καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους, αυτοί πρόβαλαν ανταποδεικτικά 1) ότι δεν υπήρξε αφαίρεση του αθλήματος του καράτε από τις επιχορηγούμενες δραστηριότητες, ούτε υπήρχε προοπτική μείωσης της κρατικής επιχορήγησης για τον λόγο αυτό ή άλλους δημοσιονομικούς λόγους και ότι προς απόδειξη του ισχυρισμού τους αυτού ότι δηλαδή δεν υπήρξαν οικονομικοτεχνικοί λόγοι στο εναγόμενο που επέβαλαν τις γενόμενες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τα έγγραφα που αναλυτικά αναφέρουν, το Εφετείο δεν τα έλαβε υπόψη του.

Ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα: 1. Τα e-mail που απέστειλε στους εργαζομένους ο Γενικός Γραμματέας του εναγομένου την 6.10.2011 και την 17.10.2011, 2. Το e-mail από 18.10.2011 στον κ. Γενικό Γραμματέα του εναγομένου, σε απάντηση του ηλεκτρονικού μηνύματος του από 17.10.2011, 3. Την απόφαση της εναγόμενης Ομοσπονδίας περί μονομερούς επιβολής εκ περιτροπής εργασίας με τον σχετικό πίνακα προσωπικού, που κατατέθηκαν στην Επιθεώρηση Εργασίας την 1.11.2011, 4.

Το από 3.11.2011 έγγραφο αντιρρήσεων σχετικά με την ανωτέρω απόφαση, απευθυνόμενο στο εναγόμενο και κοινοποιούμενο στον Γενικό Γραμματέα Αθλητισμού, στην Επιθεώρηση Εργασίας ….. και στον ..., 5. Το πρόγραμμα της ΕΛΟΚ για τα έτη 2011 και 2012 με τις διοργανώσεις και τις λοιπές εκδηλώσεις της ομοσπονδίας, 6. Εκτυπώσεις συμμετοχών για διοργανώσεις της ομοσπονδίας το Νοέμβριο 2011, 7.

Τα με αριθμούς ...04/4.11.2011 και ...91/23.10.2012 έγγραφα της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού προς το εναγόμενο, 8. την από 4.10.2011 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου ότι εισέπραξε το ποσό των 150.000 € από την επιχορήγηση της ΓΓΛ, 9. Τον ταμειακό απολογισμό της οικονομικής χρήσης 2011 (1.11.2011 - 31.12.2011), όπου εμφαίνεται, ότι το ποσό που κατεβλήθη για μισθοδοσία προσωπικού ανήλθε σε 89.671,66 Ευρώ, 10.

Το με αριθμό πρωτ. ...07/29.9.2011 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού απευθυνόμενο προς τις αθλητικές ομοσπονδίες, 11. Την εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου από τη σιωπή του στους ισχυρισμούς των εναγόντων στην από 30.11.2011 εξώδικη δήλωση μας (2099 Β'/2.12.2011έκθεση επίδοσης ), 12. Το υπ' αρ. πρωτ. ...99/16.12.2011 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, 13.

Το υπ' αρ. πρωτ. 3.906/23.11.2011 έγγραφο του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου …. προς το ΣΕΠΕ, 14. Το υπ' αρ. πρωτ. ….62/25.4.2012 έγγραφο του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης ..., 15. την από 6.12.2013 αναφορά - καταγγελία του κ. Σ. Δ. καθώς και την υπ' αρ. πρωτ. ….56/17.12.2013 κατάθεση του προπονητή κ. Κ. προς το ΔΣ της ΕΛΟΚ, 16. την υπ' αρ. ….54Β'/29.7.2014 έκθεση επίδοσης, 17.

Το υπ' αρ. πρωτ. 454/2.4.2012 έτερο έγγραφο του εναγομένου σχετικά με τα στοιχεία παρουσιολογίου που ζήτησε το ΣΕΠΕ, 18. Την υπ' αριθμόν 4.286/15.4.2013 ένορκη κατάθεση του κ. Ν. Β. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Π Δ. (11.169/12.4.2013 έκθεση επίδοσης). 19. Τα από 5.3.2012 και 28.3.2012 δελτία τύπου του Πανελλήνιου Συλλόγου Υπαλλήλων Αθλητικών Σωματείων για τις απολύσεις των εναγόντων, 20.

Το από 29.3.2012 δελτίο τύπου της ΓΓΑ για την ανακοίνωση του προγράμματος επιχορηγήσεων των ομοσπονδιών, 21. Το από 15.10.2012 έγγραφο της ΓΓΑ, 22. το από 3.5.2012 έγγραφο - ενημερωτικό σημείωμα της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, 23. Το υπ' αρ. πρωτ. 30421/23.9.2014 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού από την υπάρχουσα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης εκείνου, την …86/15-4-2013 ένορκη βεβαίωση, η οποία λήφθηκε με επιμέλεια των εναγόντων ενώπιον της Σ/φου Π Δ., κατόπιν νομότυπης κλητεύσεως του εναγομένου και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν μετ` επικλήσεως, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης, όχι μόνο δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και την κατάθεση του Ν.

Β., που περιέχεται στην άνω ένορκη βεβαίωση, καθώς και όλα τα άνω αναφερθέντα έγγραφα. 10. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι τέσσερεις πρώτοι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει χωρισμό της δίκης ως προς την πέμπτη αναιρεσείουσα και κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της αίτησης ως προς αυτήν.

Απορρίπτει ως προς λοιπούς αναιρεσείοντες την από 2-2-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 3272/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.- Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες αυτούς σε χίλια οκτακόσια(1800) ευρώ, για δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2019. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ