Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, ruling that lower court considered facts not strictly required by the complaint.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a traffic accident liability judgment, ruling that the lower court's consideration of specific facts did not constitute a procedural error. While the appellants argued the court failed to address their claims regarding vehicle collision and specific traffic violations, the court held that the appellate court was entitled to evaluate evidence independently to determine the degree of fault. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the costs of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330 of the Civil Code; Article 914 of the Civil Code: Liability for tort requires fault, causation, and damage; an appellate court may consider facts beyond the strict complaint to ascertain the degree of fault without violating the principle of res judicata.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 717 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 717/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Τ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Χαρίσογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Α., χας Α. Κ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια και γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της α) Κ. - Μ. - Η. Κ. του Α. και β) Α. - Ε. Κ. του Α., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βρεττό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 3-4-2012 αγωγή της Α. Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2135/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4361/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-12-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 7-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ’ αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συντέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 128/2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Εξάλλου, στο άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Κύρωση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας" (ΚΟΚ), όπως η διάταξη της παραγράφου αυτής τροποποιήθηκε με το άρθρο 96 ν. 3542/2007, η οποία, ως γενική (διάταξη), καλύπτει μεγάλο μέρος των περιπτώσεων του ΚΟΚ που ρυθμίζονται με ειδικές διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν στην επίτευξη εύρυθμης και ασφαλούς οδικής κυκλοφορίας, ορίζεται ότι "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα...
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Ενώ, κατά τη διάταξη του εδαφίου β’ της ίδιας πιο πάνω παραγράφου, κατά την οποία "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς", η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 1591/2014), γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση. Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ’ αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη 4361/2015 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, δέχθηκε, ανέλεγκτα, ως προς τα ζητήματα των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σ’ αυτό, ήτοι του δεύτερου των αναιρεσειόντων και του θανόντος συγγενούς (συζύγου και πατέρα) των αναιρεσιβλήτων Α.
Ά. Κ., τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 13-9-2011 και περί ώρα 21.20 περίπου ο πρώτος εναγόμενος Τ. Κ., οδηγώντας το... ... ΙΧΦ (κλειστό) αυτοκίνητο, μάρκας MERCEDES, χρώματος λευκού, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στη δεύτερη εναγομένη-ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "...", εκινείτο επί της Ν.Ε.Ο.
Αθηνών - Λαμίας στην περιοχή της ... Αττικής, με κατεύθυνση από ..., ακολουθώντας τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του, με ταχύτητα 80 χιλ/ώρα περίπου. Η οδός αυτή είναι μονόδρομος προς Λαμία και στο ύψος της 8,3 χιλιομετρικής θέσης διαθέτει τέσσερις (4) λωρίδες κυκλοφορίας, δεξιά και αριστερά του οδοστρώματός της υπάρχουν νησίδες με προστατευτικές μπάρες ασφαλείας, πλάτους 1,0 μ., εκ των οποίων η ευρισκόμενη δεξιά, σε σχέση με την κυκλοφορία των οχημάτων, διακόπτεται με άνοιγμα πλάτους 11,8 μ., προκειμένου απ’ αυτό να μπορούν να εισέλθουν τα οχήματα που κινούνται επ’ αυτής (...) σε παράδρομο, που βρίσκεται στη δεξιά πλευρά της.
Ο παράδρομος αυτός είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,75 μ. Στο σημείο αυτό και οι δύο οδοί είναι ευθείες - οριζόντιες, η ορατότητα δεν περιορίζεται και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ορίζεται, βάσει πινακίδας ..., στα 80 χιλ/ώρα για τα κινούμενα οχήματα επί της ΝΕΟ Αθηνών - Λαμίας και σε 50 χιλ/ώρα για τα κινούμενα οχήματα επί του παράδρομου, λόγω κατοικημένης περιοχής.
Κατά τον άνω χρόνο επικρατούσαν συνθήκες καλοκαιρίας, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά, υπήρχε νύχτα με ανεπαρκή φωτισμό και η κυκλοφορία των οχημάτων και στις δύο οδούς ήταν κανονική και των πεζών αραιή. Την ίδια ημερομηνία και ώρα, ο Α. Κ. του Ά., σύζυγος της ενάγουσας Ε. Α. Κ. και πατέρας των εκπροσωπουμένων απ’ αυτή δύο ανηλίκων τέκνων της, Κ. - Μ. - Η.
και Ά. - Ε., οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, μάρκας HONDΑ, χρώματος λευκού, εκινείτο στην ίδια ως άνω περιοχή και επί του προαναφερόμενου παραδρόμου, με κατεύθυνση από ..., καταλαμβάνοντας το δεξιό τμήμα του ρεύματος πορείας του. Στην πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας υπάρχει πινακίδα ... (STOP), τοποθετημένη σε απόσταση 8 μ.
περίπου πριν από το αναφερόμενο σημείο, όπου διακόπτεται η νησίδα ασφαλείας με τις προστατευτικές μπάρες, με άνοιγμα πλάτους 11,8 μ. Όταν ο πρώτος εναγόμενος προσέγγισε στο ως άνω σημείο της οδού, προτιθέμενος να εισέλθει στον παράδρομο από το διάκενο της νησίδας ασφαλείας, απ’ όπου επιτρεπόταν αυτό, έθεσε εγκαίρως σε λειτουργία τον δεξιοδείκτη κατεύθυνσης του οχήματός του, μείωσε σταδιακά την ταχύτητα στα 40 χιλ/ώρα περίπου και με αυτή την ταχύτητα ενήργησε ελιγμό προς τα δεξιά, προκειμένου να εισέλθει στο ρεύμα πορείας του παραδρόμου προς Λαμία, όπου δεξιά αυτού υπάρχει πρατήριο υγρών καυσίμων της ΕΚΟ, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν από δεξιά του, επί του παραδρόμου, με κατεύθυνση από ..., εκινείτο κάποιο όχημα, ώστε να βεβαιωθεί απολύτως ότι μπορούσε να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο για τον ίδιο και για τους άλλους.
Κατά τη στιγμή εκείνη, ο οδηγός της ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ο οποίος εκινείτο ως άνω με αυξημένη ταχύτητα, η οποία αποδείχτηκε ότι ήταν ανώτερη της επιτρεπόμενης των 50 χιλ/ώρα, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και να ασκεί τον πλήρη έλεγχο και εποπτεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, δεν διέκοψε υποχρεωτικά την πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του, έμπροσθεν της πινακίδας STOP, ώστε να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων που εισέρχονται από το ως άνω σημείο της ...
στον παράλληλο αυτής παράδρομο και να παραχωρήσει σ’ αυτά προτεραιότητα, όπως είχε υποχρέωση, αλλά συνέχισε την ευθεία πορεία του με την ίδια αυξημένη ταχύτητα που αρχικά εκινείτο, παραβιάζοντας την ως άνω πινακίδα STOP. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του, ήταν να μην αντιληφθεί εγκαίρως την προαναφερόμενη κίνηση και είσοδο του ...
ΙΧΦ αυτοκινήτου στον παράδρομο, όπως ευχερώς θα μπορούσε, αν είχε διακόψει την πορεία του έμπροσθεν της πινακίδας STOP και είχε στοιχειωδώς ελέγξει την κίνηση των οχημάτων από τη ... στον παράλληλο αυτής παράδρομο, ενόψει του ότι στο σημείο αυτό δεν περιορίζεται η ορατότητα, και όταν το αντελήφθη καθυστερημένα να ενεργήσει απότομο ελιγμό προς τα δεξιά, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση, κατά τον οποίο (ελιγμό), λόγω της αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει, απώλεσε τον έλεγχο της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του, παρεξέκλινε προς τα δεξιά της πορείας του και η δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, αφού προσέκρουσε στο κράσπεδο της νησίδας της εισόδου του πρατηρίου υγρών καυσίμων της ΕΚΟ, που βρίσκεται δεξιά σε σχέση με την πορεία του, ανασηκώθηκε στη συνέχεια στον αέρα, ο ίδιος (οδηγός της) εκτινάχθηκε απ’ αυτή και προσέκρουσε βίαια σε τσιμεντένια κολώνα της ΔΕΗ που βρίσκεται εντός της ίδιας νησίδας, ενώ η δίκυκλη μοτοσυκλέτα συνέχισε την πορεία της στον αέρα και, αφού χτύπησε σε υπάρχουσα στο ίδιο χώρο μεγάλη πινακίδα αναγραφής τιμών του πρατηρίου υγρών καυσίμων, ακινητοποιήθηκε έμπροσθεν αυτής, σε απόσταση περίπου 8 μέτρων από τη τσιμεντένια κολώνα της ΔΕΗ, με συνέπεια να τραυματισθεί θανάσιμα ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας Α.
Κ.. Ειδικότερα αυτός από τη βίαιη πρόσκρουσή του στην τσιμεντένια κολώνα της ΔΕΗ υπέστη βαρειές κακώσεις θώρακος, εκ των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε αμέσως ο θάνατός του... Οι παραπάνω συνθήκες του ατυχήματος και κυρίως η εκ μέρους του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας παραβίαση της υπάρχουσας στην πορεία του πινακίδας SΤΟΡ, με αυξημένη ταχύτητα, κατά τη στιγμή που ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του ...
ΙΧΦ αυτοκινήτου εισερχόταν από τη ... στον παράδρομο αυτής, όπου εκινείτο η δίκυκλη μοτοσυκλέτα, προκύπτει από την 13-9-2011 ένορκη προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Α. Τ., ο οποίος κατέθεσε... Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του ..., όπου αναφέρονται ως είδος ατυχήματος "εκτροπή - πρόσκρουση σε νησίδα", ότι δεν ανευρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης, ότι δεν προκύπτει επαφή (σύγκρουση) των δύο οχημάτων και όλα τα ευρήματα εκ του ατυχήματος τοποθετούνται στο κράσπεδο της νησίδας του πρατηρίου υγρών καυσίμων της ΕΚΟ και εντός του χώρου της νησίδας.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το ΙΧΦ αυτοκίνητο κατά την είσοδό του στον παράδρομο ήλθε σε επαφή με την εμπρόσθια δεξιά γωνία στο οπίσθιο μέρος της αριστερής πλευράς της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, κατά τη στιγμή που η δίκυκλη μοτοσυκλέτα είχε ήδη εισέλθει με κανονική ταχύτητα στο σημείο όπου το διάκενο της διαχωριστικής νησίδας συναντάται με τον παράδρομο, έχοντας αποκτήσει προτεραιότητα στην κίνηση στο εν λόγω σημείο και ότι, εξαιτίας αυτής της επαφής, η οποία δεν ήταν έντονη, επέφερε την εκτροπή της προς τα δεξιά της πορείας της με τα συνακόλουθα αποτελέσματα, τον οποίο (ισχυρισμό) προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο, δεν αποδεικνύεται βάσιμος, καθόσον, εκτός του ότι αναιρείται από τα προαναφερόμενα ευρήματα του ατυχήματος και την ξέφρενη πορεία που ακολούθησε η δίκυκλη μοτοσυκλέτα μετά την πρόσκρουσή της στη νησίδα, η οποία δεν δικαιολογείται από μια απλή επαφή επ’ αυτής του ΙΧΦ αυτοκινήτου, δεν ενισχύεται με πειστικότητα από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις.
Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ο εξ αυτού θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού της ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, Α. Κ., συζύγου της ενάγουσας και πατέρα των εκπροσωπούμενων απ’ αυτή ανηλίκων τέκνων της, οφείλεται σε συντρέχουσα αμελή συμπεριφορά του ιδίου και του πρώτου εναγομένου Τ.
Κ., οδηγού του ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, οι οποίοι συνέβαλαν αιτιωδώς στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, κατά μερική παραδοχή της νόμιμης κατ’ άρθρο 300 ΑΚ ένστασης των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στο ατύχημα. Η συνυπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, και δη κατά ποσοστό 25%, συνίσταται στο ότι οδηγώντας το παραπάνω ΙΧΦ αυτοκίνητο, από αμέλειά του και συγκεκριμένα έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις επιμέλειας, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και, προτιθέμενος από την ...
επί της οποίας κινείτο, να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στον παράλληλο αυτής παράδρομο, ώστε να κινηθεί επί του τελευταίου, δεν ήλεγξε επιμελώς από δεξιά του ώστε να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει αυτό με ασφάλεια και χωρίς κίνδυνο, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την κίνηση επί του παραδρόμου της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, η οποία είχε πλησιάσει στο συγκεκριμένο σημείο, και μπορούσε να έχει αντιληφθεί, ενόψει του ότι και οι δύο οδοί είναι ευθείες και να αναμείνει την διέλευσή της, έστω και αν η τελευταία είχε STOP στην πορεία της, ενεργώντας έτσι κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 12 του ΚΟΚ.
Η υπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ανερχόμενη σε ποσοστό 75%, συνίσταται στο ότι από αμέλειά του, και συγκεκριμένα έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις επιμέλειας, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, επιπροσθέτως κινείτο με αυξημένη ταχύτητα πέραν του ανωτάτου επιτρεπόμενου ορίου και δεν ακινητοποίησε τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, όπως είχε υποχρέωση, πριν το σημείο όπου στον παράδρομο επί του οποίου κινείτο εισήρχοντο αυτοκίνητα από τη ..., δια μέσου του διάκενου της νησίδας ασφαλείας, ενόψει της πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας STOP, που υπήρχε στην πορεία του, προκειμένου να ελέγξει προσεκτικά αν η κίνηση των οχημάτων από την ...
προς τον παράδρομο του επέτρεπε να συνεχίσει την πορεία του, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως την κίνηση του ως άνω ΙΧΦ αυτοκινήτου και όταν την αντελήφθη καθυστερημένα να προβεί σε αιφνίδιο ελιγμό προς τα δεξιά, κατά τον οποίο έχασε τον έλεγχο της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του με τα συνακόλουθα αποτελέσματα, ενεργώντας έτσι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 3 (...), 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του ΚΟΚ.
Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και των εξ αυτών συνεπειών είναι ο οδηγός της ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, Α. Κ., σύζυγος της ενάγουσας στην από 11-1-2012 αγωγή και πατέρας των εκπροσωπουμένων απ’ αυτή δύο ανηλίκων τέκνων της και απέρριψε, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, την αγωγή της αυτή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 24-11-2013 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης 2135/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει διαφορετικά (αφού είχε δεχθεί ότι αποκλειστικά υπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του ήταν ο ίδιος ο οδηγός της μοτοσυκλέτας) και, αφού την εξαφάνισε, δικάζοντας επί της ένδικης, από 11-1-2012, αγωγής των αναιρεσιβλήτων, την έκανε δεκτή, κατά ένα μέρος, και αναγνώρισε ότι οι αναιρεσείοντες είναι υποχρεωμένοι να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για αποζημίωση και ψυχική οδύνη.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, τις προπαρατιθέμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, καθόσον, παρά όσα για το αντίθετο υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δεύτερου απ’ αυτούς-οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς του και της επέλευσης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος που είχε ως συνέπεια τη θανάτωση του (συνυπαίτιου) οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων του ΑΚ και του άρθρου 12 παρ. 1 του ΚΟΚ, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 19 παρ. 1-3 και 21 παρ. 1 του ίδιου ΚΟΚ (κατά το μέρος που επιχειρήθηκε αλλαγή κατεύθυνσης του ΙΧΦ αυτοκινήτου, κατ’ άρθρ. 23 του ΚΟΚ), οι οποίες ναι μεν δεν αναγράφονται στην απόφαση, αναφέρονται, όμως, τα πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε, ανέλεγκτα, ότι αποδείχθηκαν και υπάγονται σ’ αυτές.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι αυτή έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες που προκλήθηκε το ατύχημα και, ειδικότερα, ως προς την υπαίτια συμπεριφορά των δύο οδηγών, γιατί α) δεν αιτιολογείται επαρκώς σε τι συνίσταται η αμελής συμπεριφορά του δεύτερου απ’ αυτούς κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του που τον κατέστησε, κατ’ αυτήν, συνυπαίτιο, κατά ποσοστό 25%, στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, β) ενώ, αρχικά, δέχεται ότι αυτός επέδειξε σωστή οδηγική συμπεριφορά, ότι, δηλαδή, πριν εισέλθει στον παράδρομο της Ν.Ε.Ο.
Αθηνών - Λαμίας, έθεσε έγκαιρα σε λειτουργία τον δεξιό δείκτη κατεύθυνσης του οχήματός του, ανέκοψε την πορεία και μείωσε, σταδιακά, την ταχύτητά του (στα 40 χιλιόμετρα περίπου ανά ώρα), ακολούθως, δέχεται ότι παραβίασε "γενικώς και αορίστως" το άρθρο 12 ΚΟΚ και γ) δεν προσδιορίζεται, αφενός μεν, πόση ταχύτητα είχε αναπτύξει ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας που εισήλθε στη διασταύρωση με την ίδια αρχική ταχύτητά του, παραβιάζοντας την πινακίδα ... (STOP) που είχε στην πορεία του, αφετέρου δε, σε ποία απόσταση από τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα βρισκόταν το αυτοκίνητο του δεύτερου αναιρεσείοντος και πόσα μέτρα τούτο είχε εισέλθει στον παράδρομο, όταν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας έχασε τον έλεγχό της και εκτράπηκε από την πορεία του προς τα δεξιά, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν αυτός είχε το περιθώριο να συνεχίσει την ευθεία πορεία του ή να τροχοπεδήσει έγκαιρα.
Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, σύμφωνα και με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, εκτίθενται, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός και τα θεμελιωτικά τούτου περιστατικά (και ότι αυτά προτάθηκαν, κατά τρόπο παραδεκτό και ορισμένο, στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση), ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η ανεπάρκεια και η αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό.
Εν πάση, όμως, περιπτώσει, το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες διατάξεις, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος και την υπαίτια συμπεριφορά των δύο οδηγών που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνονται παραδοχές, ειδικά, για την υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΦ-δεύτερου αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, ήτοι, ότι, όταν επρόκειτο να στρίψει δεξιά, προκειμένου να εισέλθει στον παράλληλο της Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Λαμίας παράδρομο και να κινηθεί επ’ αυτού, από αμέλειά του, δεν έλεγξε επιμελώς από δεξιά του, ώστε να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια και χωρίς κίνδυνο, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την κίνηση επί του παράδρομου της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, η οποία είχε πλησιάσει στο συγκεκριμένο σημείο, και μπορούσε να έχει αντιληφθεί, δεδομένου ότι και οι δύο οδοί είναι ευθείες, και να αναμείνει τη διέλευσή της, έστω και αν η τελευταία είχε STOP στην πορεία της, ενεργώντας έτσι κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων του ΑΚ και του ΚΟΚ.
Ειδικά, οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες παραπάνω, υπό στοιχ. γ’ , ελλείψεις της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, στο οποίο το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, όπως αυτό σαφώς και επαρκώς εκτίθεται στην απόφαση και, συνεπώς, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης δεν περιλαμβάνεται και η από το δικαστήριο εσφαλμένη εκτίμηση διαδικαστικών εγγράφων, ούτε εισάγεται ειδικός λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ένδικων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Επομένως, ο ακυρωτικός έλεγχος της εκτίμησης από το δικαστήριο της ουσίας των διαδικαστικών εγγράφων ανάγεται στην έρευνα αν η αποδιδόμενη στα έγγραφα αυτά εσφαλμένη εκτίμηση οδηγεί σε πλημμέλεια που ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους οριζόμενους στα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 2056/2007, ΑΠ 147/1995). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη, αλλιώς εσφαλμένα εκτίμησε, ότι κατά της πρωτόδικης 2135/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ομοίως, ως ουσιαστικά αβάσιμη, τη συναφή, από 3-4-2012, αγωγή της Α.
Κ. του Ά. (αδελφής του θανόντος-οδηγού της μοτοσυκλέτας), που συνεκδικάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, η εν λόγω ενάγουσα δεν άσκησε έφεση, αν και της επιδόθηκε νόμιμα η απόφαση, με αποτέλεσμα αυτή να τελεσιδικήσει, γεγονός που αποτελεί "έμπρακτη αποδοχή της ορθότητας της πρωτόδικης αυτής απόφασης".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, με την επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεν καθιερώνεται λόγος αναίρεσης, αλλά επιτρέπεται απλώς ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο των διαδικαστικών εγγράφων, προκειμένου να διαπιστωθεί μήπως από την εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών αυτών εγγράφων από το δικαστήριο της ουσίας θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 (ή 560) του ίδιου Κώδικα.
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι τα σχετικά διαδικαστικά έγγραφα, εκτός από την παραπάνω αγωγή της αδελφής του θανόντος, δεν προσκομίζονται από τους αναιρεσείοντες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ’ άρθρ. 15 ν. 2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/ 2015).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ’ αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/ 2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ 356/2002).
Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι αυτή εσφαλμένα δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς αυτά να έχουν αποδειχθεί και, ειδικότερα, δέχθηκε τα προπαρατιθέμενα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τη (συν)υπαιτιότητα του δεύτερου αναιρεσείοντος.
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποίος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το Εφετείο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό και, σε κάθε περίπτωση, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, πλήττεται η, αναιρετικά, ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση.
Εν πάση, όμως, περιπτώσει, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα) που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση και που μνημονεύονται σ’ αυτή (2ο φύλλο - α’ όψη) και, συνεπώς, δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται, όπως έχει προαναφερθεί, οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 140/ 2006).
Έτσι, επί αγωγής προς αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα ειδικότερα (διευκρινιστικά) περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια του εναγόμενου οδηγού, έστω και αν τα περιστατικά αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στους αγωγικούς ισχυρισμούς.
Κάτι τέτοιο δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη, κατά το άρθρ. 224 ΚΠολΔ, μεταβολή της βάσης της αγωγής και δεν ιδρύεται ο από το άρθρ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 832/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη "πράγματα" (ισχυρισμούς) που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά δεν προτάθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους είτε με την αγωγή είτε με τις προτάσεις τους και, συγκεκριμένα, ενώ οι τελευταίοι α) εντόπιζαν την υπαιτιότητα του δεύτερου αναιρεσείοντος, κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του και την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, στην παράβαση του άρθρου 21 του ΚΟΚ και β) ισχυρίζονταν ότι τα δύο οχήματα ήλθαν σε επαφή ("συγκρούστηκαν"), εντούτοις, η εφετειακή απόφαση αποδίδει στον δεύτερο αναιρεσείοντα μόνο παράβαση του άρθρου 12 του ΚΟΚ, ενώ "δεν υιοθετεί και απορρίπτει" τον ισχυρισμό για σύγκρουση των οχημάτων.
Ο λόγος αυτός είναι, κυρίως, απαράδεκτος, καθόσον δεν προσάπτεται πλημμέλεια για λήψη υπόψη αυτοτελούς, κατά την προαναφερόμενη έννοια, ισχυρισμού (που, κατά τους αναιρεσείοντες, δεν προβλήθηκε νομότυπα από τους ενάγοντες -αναιρεσιβλήτους), αλλά το Εφετείο, ύστερα από την εκτίμηση των περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, έστω και αν αυτά δεν διαλαμβάνονται ή δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, δέχθηκε όσα έχουν προπαρατεθεί, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και τη (συν)υπαιτιότητα των δύο οδηγών.
Δηλαδή, τα περιστατικά αυτά, τα οποία το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αφορούν περαιτέρω διευκρίνιση και πληρέστερο προσδιορισμό των λεπτομερειών και συνθηκών, που θεμελιώνουν τη (συν)υπαιτιότητα - αμέλεια του δεύτερου αναιρεσείοντος-οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, με βάση όσα προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν τα εν λόγω περιστατικά (και κατ’ ακρίβεια το παραπάνω με στοιχ.
β’ ) δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στους αγωγικούς ισχυρισμούς, και δεν συνιστούν, κατά τα προδιαλαμβανόμενα, ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, ούτε θεμελιώνεται ο παρών αναιρετικός λόγος για λήψη υπόψη ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν νόμιμα.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Δεκεμβρίου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../21-12-2015 αίτηση της "...." κ.λπ. για αναίρεση της 4361/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ