Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to missing party and invalid arguments regarding evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the heirs of the deceased appellant against the Second Instance Court's decision. The appellants argued that the lower court failed to consider their second appeal ground regarding the witness's lack of legal interest, but the court rejected this as merely an argument derived from evidence evaluation rather than an independent fact. Furthermore, the court found the claim that the lower court considered unproposed facts baseless, noting the plaintiffs had already raised derivative and original claims in their initial lawsuit. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondents' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground based on the lower court's failure to consider unproposed facts is inadmissible if the contested claim lacks independent existence and is merely an argument derived from the evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 717 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 717/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Θ. Β., ο οποίος όπως αναφέρεται στην από 2/8/2011 κλήση απεβίωσε στις 18/9/2006 και κληρονομήθηκε από τον Κ. Α. Β., ο οποίος συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη.
Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1) Κ. Α. Β., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικού αναιρεσείοντος Α. Θ. Β., 2) Α. Κ. Β. και 3) Α. Κ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. χας Γ. Θ., το γένος Χ. Α., 2) Α. Γ. Θ., 3) Χ. Γ. Θ. και 4) Σ. συζ. Μ. Κ., θυγ. Δ. Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπασπύρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/1/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 524/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 17/11/2008 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 506/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 2/8/2011 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 4/1/2011 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημήτριο Μαζαράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως ή εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσης του κατά την αρχική δικάσιμο.
Εξάλλου, αν, κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης (κατάθεσης, κατ' άρθ.495 παρ.1 ΚΠολΔ) ο αναιρεσείων έχει αποβιώσει, η αίτηση που ασκήθηκε στο όνομα του απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ. α', 73, 159, 160 παρ.1 και 556 παρ.1 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση η από 17/11/2008 αίτηση των Α.
Β. του Θ., Κ. Β. του Α., Α. Β. του Κ. και Α. Β. του Κ. για αναίρεση της 524/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Κατά τη συζήτηση της έφεσης των αναιρεσειόντων στη δικάσιμο της 11/1/2008 στο ακροατήριο του Εφετείου, ο Κ. Β. (ήδη δεύτερος αναιρεσείων), με προφορική του δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πιο πάνω δικαστηρίου, γνωστοποίησε το θάνατο του Α.
Β. του Θ. (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος) στις 18/9/2006 και, ακολούθως, δήλωσε ότι συνεχίζει τη δίκη ως μοναδικός κληρονόμος αυτού. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως προς το διάδικο αυτό (πρώτο αναιρεσείοντα), ο οποίος δεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο κατά το χρόνο άσκησης της (19/11/2008), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης και τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτο, η εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικά για τις 12/1/2011, οπότε κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της με την 506/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Η υπόθεση επαναφέρθηκε για συζήτηση με την από 2/8/2011 κλήση των αναιρεσιβλήτων που στρέφεται κατά των τρίτου και τέταρτου των αναιρεσειόντων, καθώς και κατά του δεύτερου των αναιρεσειόντων, ατομικά και ως κληρονόμου του απωοβιώσαντος πρώτου αναιρεσείοντος, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 21/11/2012, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20/11/2013).
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την πιο πάνω (μετ' αναβολή) δικάσιμο δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσείοντες ούτε κατέθεσαν την από το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, ενώ παραστάθηκαν νομίμως οι αναιρεσίβλητοι. Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι οι τελευταίοι (αναιρεσίβλητοι), οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, επέδωσαν νομίμως και εμπροθέσμως στους καθών η κλήση αναιρεσείοντες ακριβές αντίγραφο της από 2/8/2011 κλήσης με την κάτω από αυτή πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου για ορισμό δικασίμου στις 21/11/2012 (βλ.
τις …, …, …/2011 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λάρισας …), κατά την οποία οι αναιρεσείοντες εμφανίσθηκαν και ζήτησαν την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, αφού οι πιο πάνω αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 20/11/2013, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση.
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων κινητών και ακινήτων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνεται στην κληρονομιά, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτό.
μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό. Έτσι, επί διεκδικητικής αγωγής που στηρίζεται, καθόσον αφορά τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του ενάγοντα στα επίδικα ακίνητα, στην κληρονομική διαδοχή, αποτελούν στοιχεία του κύρους αυτής, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, τόσο η αποδοχή της κληρονομιάς όσο και η μεταγραφή της ή η έκδοση κληρονομητηρίου και η μεταγραφή αυτού, η παράλειψη δε των στοιχείων αυτών στην αγωγή, καθιστά την τελευταία αόριστη, της αοριστίας αυτής μη δυναμένης να συμπληρωθεί με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης της αγωγής.
Τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία δεν είναι αναγκαία να μνημονεύονται στην αγωγή στην περίπτωση που ο θάνατος του κληρονομουμένου επήλθε πριν από την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946), εφόσον η κληρονομιά του, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, διέπεται από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, που δεν απαιτούσαν την τήρηση των διατυπώσεων αυτών.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7) και ν. 69 πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ Β.Ρ.Δ., οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομιά με μονομερή δήλωση της βούλησης τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομιά).
Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομιά για ανάμειξη σ' αυτή και απόκτηση της. Σύμφωνα επίσης, με τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2-19), 3 Εισ. (3-1), 14 πανδ. (38.16), οι οικείοι (sui), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομιά του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούληση τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη.
Επί κληρονομικής, επομένως, διαδοχής, που έλαβε χώρα υπό την ισχύ του Β.Ρ.Δ., πρέπει, για την πληρότητα, κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, της διεκδικητικής αγωγής, να αναφέρονται σ' αυτή τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την επαγωγή της κληρονομιάς στον κληρονόμο, δηλαδή είτε το ότι ο τελευταίος ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία αυτού, οπότε η κληρονομιά επάγεται αυτοδικαίως σ' αυτόν, είτε ότι ο ίδιος υπεισήλθε στην κληρονομιά με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του και αναμείχθηκε σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση απαιτείται η επίκληση στην αγωγή συγκεκριμένων υλικών πράξεων, από τις οποίες εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομιά, ενώ μόνη η επίκληση του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κληρονόμο από κληρονομική διαδοχή δεν αρκεί για το ορισμένο της αγωγής.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την ένδικη από 25-1-2001 διεκδικητική αγωγή τους ισχυρίστηκαν, ότι με κληρονομική διαδοχή κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 2/24 η πρώτη, κατά ποσοστό 3/24 ο δεύτερος, κατά ποσοστό 3/24 ο τρίτος και κατά ποσοστό 8/24 η τέταρτη αυτών του περιγραφόμενου στην αγωγή οικοπέδου με την επ' αυτού οικία, που κείται στο συνοικισμό Ξυλάδων-Φαρσάλων, καθώς και, κατά τα ίδια εξ αδιαιρέτου ποσοστά, η πρώτη και η τέταρτη αυτών των περιγραφόμενων βοσκήσιμων εκτάσεων, καθόσον αποδέχτηκαν με νόμιμα μεταγεγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη τις κληρονομιές των δικαιοπαρόχων τους Γ.
και Δ. Θ., στους οποίους είχαν περιέλθει τα ακίνητα αυτά αρχικά κατά ποσοστό από 3/8 σε καθένα εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος χωρίς διαθήκη το έτος 1940 πατέρα τους Α. Θ. ως γνήσια τέκνα αυτού, στην οποία κληρονομιά είχε υπεισέλθει και η μεταποβιώσασα σύζυγος αυτού Σ. Β., δικαιοπάροχος των εναγομένων, κατά ποσοστό 2/8.
Ότι στην πορεία, όμως, λόγω της κοινής και κατ' ισομοιρία χρήσης και εκμετάλλευσης των ακινήτων αυτών από τους άνω δικαιοπάροχους των εναγόντων και τη δικαιοπάροχο των εναγομένων, τα ακίνητα περιήλθαν σε καθένα από αυτούς κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, κάνοντας συνεχή και αδιατάρακτη χρήση εξ αδιαιρέτου από το έτος 1940, οπότε αποβίωσε ο ως άνω απώτερος δικαιοπάροχος Α.
Θ.. Ότι οι πρώτη, δεύτερος και τρίτος είναι κληρονόμοι του αποβιώσαντος χωρίς διαθήκη το 1994 Γ. Α. Θ., η πρώτη ως σύζυγος και οι δεύτερος και τρίτος ως τέκνα, ότι η τέταρτη είναι κληρονόμος του αποβιώσαντος χωρίς διαθήκη στις 25-6-1994 Δ. Θ., πατέρα της και της αποβιώσασας στις 18-1-1999 μητέρας της Μ. χήρας Δ. Θ.. Ότι τις κληρονομιές αυτές αποδέχτηκαν με νόμιμα μεταγεγραμμένες συμβολαιογραφικές πράξεις και, έτσι, κατέστησαν συγκύριοι α) η πρώτη κατά ποσοστό 2/24 εξ αδιαιρέτου και β) καθένας από τους δεύτερο και τρίτο των 3/24 εξ αδιαιρέτου.
Ότι ο τρίτος μεταβίβασε στον δεύτερο με το αναφερόμενο στην αγωγή και νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο δωρεάς το ιδανικό του μερίδιο επί των βοσκήσιμων εκτάσεων, με αποτέλεσμα ο δεύτερος να καταστεί συγκύριος στα ακίνητα αυτά κατά 6/24 εξ αδιαιρέτου και στα 3/24 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και ο τρίτος κατά τα 3/24 εξ αδιαιρέτου του ιδίου οικοπέδου, ενώ η τέταρτη κατέστη συγκυρία κατά τα 8/24 εξ αδιαιρέτου των ίδιων βοσκήσιμων εκτάσεων.
Ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, συγκύριοι επίσης των επίδικων ακινήτων κατέλαβαν και κατείχαν μέχρι την άσκηση της αγωγής ολόκληρα τα άνω ακίνητα και αρνούνται να τους αποδώσουν τα αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά τους. Ζήτησαν δε να αναγνωριστεί το δικαίωμα συγκυριότητας τους επί των ακινήτων αυτών κατά τα αναφερόμενα ποσοστά και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες να τους αποδώσουν τα άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωση της στοιχεία και είναι ορισμένη. Σε σχέση, ειδικότερα, με την κληρονομική διαδοχή του απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων Α. Θ., του οποίου ο θάνατος επήλθε το έτος 1940 πριν από την έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικα, οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις του Β.Ρ.Δ., που προπαρατέθηκαν, οι αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν όλα τα απαιτούμενα, κατά νόμο, για το ορισμένο της αγωγής τους (άρθρο 216 παρ.1 α' ΚΠολΔ), στοιχεία.
Πιο συγκεκριμένα, οι αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν, ότι τόσο οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους Γ. Θ. και Δ. Θ., αντίστοιχα, τέκνα του ως άνω απώτερου δικαιοπαρόχου Α. Θ., όσο και η άμεση δικαιοπάροχος των εναγομένων-αναιρεσειόντων Σ. Β., σύζυγος τότε και χήρα του τελευταίου, αμέσως με το θάνατο του πατέρα και συζύγου, ανέλαβαν τη νομή και κατοχή των κληρονομιαίων ακινήτων κατά τα ανήκοντα στον καθένα από αυτούς εξ αδιαιρέτου ποσοστά (από 3/8 σε κάθε τέκνο εξ αδιαιρέτου, και 2/8 στη χήρα, αντίστοιχα) και αποδέχθηκαν σιωπηρά την κληρονομιά του θανόντα, υπεισήλθαν, δηλαδή, σιωπηρά στην κληρονομιά του τελευταίου και αναμείχθηκαν σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου, διότι εφεξής (από τον κατά το έτος 1940 επισυμβάντα θάνατο του κληρονομούμενου πατέρα και συζύγου), νέμονταν και χρησιμοποιούσαν από κοινού την υπάρχουσα στο οικόπεδο οικία και τις δύο αποθήκες και καλλιεργούσαν και εκμεταλλεύονταν τις βοσκήσιμες εκτάσεις, μέχρι το θάνατο τους στις 27-8-1994, 25-6-1994 και 1997, αντίστοιχα, και ότι, επίσης, έχουν καταστεί συγκύριοι του αγροτεμαχίου και με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας σ' αυτό τις αναφερόμενες πράξεις νομής.
Αυτονόητο είναι, ότι δεν χρειαζόταν στην ένδικη αγωγή η αναφορά, ότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων Γ. Θ. και Δ. Θ. ήταν ανήλικοι, κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα τους και απώτερου κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων Α. Θ., οπότε ως υπεξούσιοι, τελώντας υπό την άμεση πατρική του εξουσία, απέκτησαν αυτοδικαίως την κληρονομιά του τελευταίου και ανεξάρτητα από τη βούληση τους, ούτε ότι οι ίδιοι ήταν ενήλικοι, κατά τον παραπάνω χρόνο, οπότε ως εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι θα έπρεπε να δηλώσουν ρητά ή σιωπηρά τη θέληση τους για την απόκτηση της κληρονομιάς, αφού, στην τελευταία αυτή περίπτωση, αρκεί μόνο το γεγονός ότι οι αναιρεσίβλητοι, κατά τα στην αγωγή ειδικότερα εκτιθέμενα, με συγκεκριμένη υλική πράξη εξεδήλωσαν την πρόθεση τους να αναμιχθούν στην κληρονομιά με πρόθεση κληρονόμου.
Ούτε, επίσης, ασκεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, καμιά έννομη επιρροή το γεγονός, ότι οι αναφερόμενες συγκεκριμένες υλικές πράξεις επί των κληρονομιαίων ακινήτων, εμφαίνουσες την πρόθεση αυτών ανάμειξής τους στην κληρονομιά αναφέρονται στην αγωγή κατά την ανάπτυξη του πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας των ίδιων στα κληρονομιαία ακίνητα, αφού οι αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν στην αγωγή, ότι αμέσως μετά το θάνατο του απώτερου δικαιοπαρόχου, ανέλαβαν οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των διαδίκων οι ίδιοι τη νομή και κατοχή του εν λόγω ακινήτου και αποδέχθηκαν σιωπηρά την κληρονομιά του κληρονομουμένου.
Το Εφετείο, επομένως, που, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή, θεμελιούμενη στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (με έκτακτη χρησικτησία) κτήσης της συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων στα περιγραφόμενα σ' αυτή κληρονομιαία ακίνητα, απορρίπτοντας σιωπηρά τις αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσείοντων, που προβλήθηκαν με τον τρίτο λόγο της έφεσης τους, περί αοριστίας της αγωγής λόγω της μη μνείας σ' αυτή κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο του παράγωγου τρόπου κτήσης της συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων στα πιο πάνω κληρονομιαία ακίνητα, στηριζόμενου στην κληρονομιά του υπό την ισχύ του Β.Ρ.Δ.
θανόντα απώτερου κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων Α. Θ., δεν παραβίασε τις διατάξεις του Β.Ρ.Δ., που προμνημονεύθηκαν, αφού δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο τόμος για το ορισμένο της αγωγής. Με τα δεδομένα αυτά, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1, όπως εκτιμάται (και όχι και από τους αριθμούς 8 και 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των σ' αυτόν διαλαμβανόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (Β.Ρ.Δ.), λόγω νομικής αοριστίας της αγωγής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.
Επίσης, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.
Περαιτέρω, φυσική εξουσία επί του πράγματος υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή. Δεν είναι δε αναγκαίο η νομή να ασκείται αυτοπροσώπως, αλλά μπορεί να ασκείται μέσω άλλου (άρθρο 980 ΑΚ).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980, 981, 982, 983, 984, 994 1113, 1884 του ΑΚ, συνάγεται ότι ο συγκληρονόμος, ως συγκοινωνός, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό κληρονομιαίο πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κληρονόμων, στους οποίους αυτοδικαίως και χωρίς να ενεργήσουν υλικές πράξεις σε αυτό, περιέρχεται η σύννομη του, μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, που είχε τη νομή του.
Δεν μπορεί δε ο συγκληρονόμος να αντιτάξει κατά των λοιπών κληρονόμων κτητική παραγραφή, προτού καταστήσει γνωστό σ' αυτούς ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό κληρονομιαίο πράγμα αποκλειστικώς στο όνομα του ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτή παρέλθει η απαιτούμενη για τη χρησικτησία εικοσαετία. Επίσης, και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 7 παρ. 5 πανδ. (10.3), ν. 42 πανδ. (41.2), ν. 3 κωδ. (7.34), που αποτελούν απόρροια του κανόνα του άρθρου 28 πανδ. (10.3), σύμφωνα με τον οποίο "εν τω κοινώ πράγματι ουδείς των κοινωνών δύναται ποιείν τι παρά την γνώμην των άλλων", σαφώς συνάγεται ότι εάν ο κοινωνός, που είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, κατά τους ν. 3 και 4 Εισ. (2.27), κατέχει ολόκληρο το κοινό θεωρείται ότι το κατέχει και για λογαριασμό των συγκοινωνιών, κατά την ανήκουσα στον καθένα ιδανική μερίδα και δεν μπορεί να αντιτάξει εναντίον αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή πριν τους γνωστοποιήσει ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το πράγμα για δικό του λογαριασμό ως κύριος.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Το έτος 1941 αποβίωσε ο Α. Θ., πεθερός της πρώτης αναιρεσίβλητης και παππούς από την πατρική γραμμή των λοιπών αναιρεσιβλήτων, ο οποίος κατέλειπε πλησιέστερους συγγενείς την μεταποβιώσασα σύζυγο του Σ.
και τα τέκνα του Γ., ηλικίας τότε οκτώ ετών, και Δ., ηλικίας έξι ετών. Στην κληρονομία του άνω αποβιώσαντος εχώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή και έτσι κληρονομήθηκε αυτός από την σύζυγο του Σ. κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, η οποία υπεισήλθε στην κληρονομιά αυτή δι' αναμείξεως, και τα ανήλικα τέκνα του κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος, τα οποία υπεισήλθαν αυτοδίκαια στην κληρονομιά του πατέρα τους κατά τους κανόνες του ισχύοντος τότε δικαίου.
Στην κληρονομιαία περιουσία του Α. Θ. περιλαμβάνοντο τα παρακάτω ακίνητα: 1) ένα οικόπεδο κείμενο στο συνοικισμό Ξυλάδων-Φαρσάλων εμβαδού 3.000 τ.μ ή όση έκταση και αν είναι πλέον ή έλαττον, που συνορεύει ανατολικά με κοινοτικό δρόμο και εκείθεν την πλατεία του συνοικισμού, δυτικά με ιδιοκτησία Σ. Θ., βόρεια με ιδιοκτησία Κ.
Α. και νότια με κοινοτικό δρόμο και Β - 1. Βοσκήσιμη έκταση εμβαδού 14.000 τ.μ και μετά από νεώτερη εμβαδομέτρηση 13.753 τ.μ κείμενη στη θέση "Άνοιγμα" που συνορεύει ανατολικά και δυτικά με αγροτικούς δρόμους, βόρεια με ιδιοκτησία Σ. Α. και νότια με ιδιοκτησία Λαϊκή, 2) Βοσκήσιμη έκταση εμβαδού 20.000 τ.μ κείμενη στη θέση "Βουνό" που συνορεύει ανατολικά δυτικά και νότια με ιδιοκτησία Χ.
Ρ. και βόρεια με αγροτικό δρόμο, 3) Βοσκήσιμη έκταση εμβαδού 9000 τ.μ και μετά από νέα εμβαδομέτρηση 10.000 τ.μ. κείμενη τη θέση "Μεριάς" που συνορεύει ανατολικά με αγρό αδελφών Θ., δυτικά με αγροτικό δρόμο, βόρεια με ιδιοκτησία Κ. Μ. και νότια με ιδιοκτησία αδελφών Μ., 4) Βοσκήσιμη έκταση εμβαδού 9.000 τ.μ και μετά από νεώτερη εμβαδομέτρηση 8.000 τ.μ κείμενη στη θέση "Τιπέ ή Ποτάμι" που συνορεύει ανατολικά με αγροτικό δρόμο, δυτικά και νότια με ιδιοκτησία Σ.
Χ. και Βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Κ.. Με την υπεισέλευσή τους στην άνω κληρονομία του συζύγου και πατέρα τους οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι κατέστησαν συγκύριοι των προπεριγραφομένων ακινήτων κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η σύζυγος του κληρονομουμένου Σ. και τα τέκνα αυτού Γ. και Δ. κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος και κατά τα αναφερόμενα και αιτούμενα στην αγωγή κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος.
Στις 27-8-1994 απεβίωσε ο Γ. Θ. και στην κληρονομία αυτού εχώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή, κληρονομήθηκε δε από την σύζυγο του Β. και τα τέκνα του Α. και Χ., δηλαδή τους τρεις πρώτους ενάγοντες και κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη αυτών και 3/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος των λοιπών. Οι τελευταίοι με την .../1995 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Φαρσάλων Βασιλική Παπακωνσταντίνου και μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν την κληρονομιά του στην οποία περιλαμβάνετο εκτός των άλλων, και το 1/3 εξ αδιαιρέτου των άνω ακινήτων και έτσι οι τελευταίοι κατέστησαν συγκύριοι των ακινήτων αυτών κατά ποσοστό 2/24 η πρώτη και 3/24 έκαστος των λοιπών.
Με το .../1996 συμβόλαιο, που συνέταξε η ως άνω συμβολαιογράφος και μεταγράφηκε νόμιμα, ο τρίτος των εναγόντων Χ. Θ. μεταβίβασε στον δεύτερο αυτών Α. Θ. την κυριότητα των άνω βοσκήσιμων εκτάσεων και έτσι ο τελευταίος κατέστη συγκύριος αυτών κατά ποσοστό 6/24 εξ αδιαιρέτου. Στις 25-6-1994 απεβίωσε ο Α. Θ. και στην κληρονομία του εχώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή, κληρονομήθηκε δε από την μεταποβιώσασα σύζυγό του Μ.
και την θυγατέρα του Σ., την τέταρτη ενάγουσα, οι οποίες υπεισήλθαν στην κληρονομιά του στην οποία περιλαμβανόταν και το 1/3 εξ αδιαιρέτου των άνω ακινήτων. Με την .../1996 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που συνέταξε η ίδια ως άνω συμβολαιογράφος και μεταγράφηκε νόμιμα αποδέχθηκαν την κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους και κατέστησαν συγκύριες των ακινήτων τούτων κατά ποσοστό 2/24 εξ αδιαιρέτου η πρώτη αυτών και 6/24 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη.
Στις 18-1-1999 απεβίωσε η Μ. Θ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την θυγατέρα της Σ., η οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά της με την 8.677/1999 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και κατέστη έτσι συγκυρία των παραπάνω ακινήτων κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η άνω Σ.
Β. το έτος 1944 τέλεσε νόμιμο δεύτερο γάμο με τον αποβιώσαντα, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, πρώτο εναγόμενο Α. Β. και από τον γάμο της αυτό απέκτησε ένα τέκνο τον Κ. δηλαδή τον δεύτερο εναγόμενο. Με το 17.335/1996 συμβόλαιο, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Φαρσάλων Βάιος Αρμανίδης και μεταγράφηκε νόμιμα η άνω Σ.
Β., επικαλούμενη ότι κατέστη αποκλειστική κυρία με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του προπεριγραφομένου ακινήτου εμβαδού 3.000 τ. μ. κειμένου στο συνοικισμό Ξυλάδες - Φαρσάλων, στο συμβόλαιο αναγράφεται στη θέση Αυλαγάδες όμως πρόκειται περί του ως άνω ακινήτου, μεταβίβασε κατ' ισομοιρία στον μεν δεύτερο εναγόμενο, γιο της από το δεύτερο γάμο της, λόγω γονικής παροχής και στους λοιπούς εναγομένους εγγονούς της, λόγω δωρεάς το εν λόγω ακίνητο με τα συστατικά του, ήτοι μία παλαιά ισόγειο οικία αποτελούμενη από δύο δωμάτια και χωλ καθώς και μία αποθήκη εμβαδού 140 τ.
μ. περίπου. Περαιτέρω συνεχίζει το Εφετείο ουδόλως αποδείχθηκε, ότι η άνω μεταβιβάσασα Σ. Β. ήταν κυρία ολοκλήρου του, μεταβιβασθέντος ακινήτου, αλλά είχε καταστεί κυρία αυτού μόνο κατά το άνω εξ 1/3 ή 8/24 εξ αδιαιρέτου ποσοστό, το οποίο μετά το θάνατο του εκ του πρώτου γάμου συζύγου της Α. Θ. είχε στη φυσική της εξουσία με διάνοια κυρίου, αν και από την κληρονομιά αυτού είχε αποκτήσει την κυριότητα των 3/24 εξ αδιαιρέτου.
Κατά την κατάρτιση της άνω συμβάσεως αυτή επικαλέσθηκε, ότι κατέστη κυρία ολοκλήρου του ακινήτου τούτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού σ' όλο το διάστημα που μεσολάβησε, ως ισχυρίσθηκε, είχε στην φυσική της εξουσία με διάνοια κοριού το ακίνητο αυτό, γεγονός όμως το οποίο αρνούνται οι εναγόμενοι.
Είναι βέβαια αληθές ότι η Σ. Β. με το δεύτερο σύζυγο της διέμεινε στην άνω οικία, στη συνέχεια δε ανήγειρε και την προαναφερόμενη αποθήκη επί του ακινήτου αυτού ουδέποτε όμως γνωστοποίησε στους λοιπούς συγκυρίους της, ότι νέμεται το ακίνητο αυτό αποκλειστικά για λογαριασμό της ούτε οι τελευταίοι αποξενώθηκαν από την νομή αυτού.
Συνεπώς οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων με την μεταγραφή του άνω συμβολαίου δεν κατέστησαν συγκύριοι ολοκλήρου του ακινήτου τούτου, όπως ισχυρίζονται, αλλά μόνο του 1/3 εξ αδιαιρέτου αυτού, αφού η μεταβιβάσασα κατά τον χρόνο της συστάσεως της γονικής παροχής και των δωρεών ήταν κυρία του εν λόγω ποσοστού πρέπει δε να σημειωθεί ότι από την υπ' αριθμ. 19/2000 απορριπτική απόφαση του Ειρηνοδικείου Φαρσάλων επί ρυθμίσεως προσωρινά της νομής του ακινήτου αυτού μετά από αίτηση των εναγόντων δεν παράγεται δεδικασμένο στην παρούσα κυρία δίκη, όπως προαναφέρεται. Μετά από αυτά η περί ιδίας κυριότητος ένσταση των εναγομένων ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε επίσης ότι οι εναγόμενοι κατέλαβαν και κατείχαν μέχρι την άσκηση της αγωγής ολόκληρα τα επίδικα ακίνητα και αρνούνται να αποδώσουν στους ενάγοντες τα άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι μετά από κληρονομικές διαδοχές κατέστησαν συγκύριοι των επίδικων ακινήτων κατά τα αναφερόμενα ποσοστά και ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες δεν κατέστησαν συγκύριοι ολόκληρου του επίδικου οικοπέδου, αλλά μόνο του 1/3 εξ αδιαιρέτου αυτού, κατά το οποίο ήταν κυρία η δικαιοπάροχος αυτών Σ.
Β. και, κατόπιν τούτου, απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων και δέχτηκε την αγωγή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που έχει κρίνει όμοια. Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος Β.Ρ.
δικαίου, καθώς και των άρθρων 787, 980, 981, 982, 984, 994, 1113, 974 και 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι τόσο οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους Γ.
Θ. και Δ. Θ., αντίστοιχα, τέκνα του απώτερου δικαιοπαρόχου Α. Θ., όσο και η άμεση δικαιοπάροχος των εναγομένων-αναιρεσειόντων Σ. Β., σύζυγος τότε και χήρα του τελευταίου, αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα και συζύγου, ανέλαβαν τη νομή και κατοχή των κληρονομιαίων ακινήτων κατά τα αναφερόμενα στον καθένα από αυτούς εξ αδιαιρέτου ποσοστά και αποδέχθηκαν σιωπηρά την κληρονομιά του θανόντα, υπεισήλθαν, δηλαδή, σιωπηρά στην κληρονομιά του τελευταίου και αναμείχθηκαν σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου, μετά δε από κληρονομική διαδοχή οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι των επιδίκων κατά τα αναφερόμενα ποσοστά, και ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Σ.
Β. ουδέποτε γνωστοποίησε στους λοιπούς συγκυρίους, ότι νέμεται το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά για λογαριασμό της και ουδέποτε οι λοιποί συγκύριοι αποξενώθηκαν από τη νομή αυτού, με αποτέλεσμα οι αναιρεσείοντες να μη καταστούν συγκύριοι ολόκληρου του επιδίκου, αλλά μόνο του 1/3 εξ αδιαιρέτου αυτού, αφού η ως άνω μεταβιβάσασα κατά τον χρόνο της συστάσεως της γονικής παροχής και των δωρεών ήταν κυρία του επιδίκου μόνο κατά το εν λόγω ποσοστό.
Επομένως, οι πέμπτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που οι ίδιοι λόγοι βάλλουν κατά της εκτιμήσεως των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγματα" με την έννοια του νόμου συνιστούν και οι λόγοι έφεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον δεύτερο λόγο της έφεσης τους, που περιείχε τον ουσιώδη, κατά τους αναιρεσείοντες, ισχυρισμό τους "περί ομολογίας του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων έλλειψης εννόμου συμφέροντος αυτών στην άσκηση της αγωγής τους".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο επικαλούμενος ισχυρισμός δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά επιχείρημα που αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη της ένδικης αγωγής, όπως το περιεχόμενο της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει, ότι οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους επικαλέστηκαν τόσο παράγωγο τρόπο, λόγω κληρονομικής διαδοχής, κτήσης κυριότητας των εξ αδιαιρέτου μεριδίων τους στη συγκοινωνία και στη συγκυριότητα, όσο και πρωτότυπο τρόπο και δη έκτακτης χρησικτησίας και, συνακόλουθα, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε, ότι το ποσοστό του 1/3 εξ αδιαιρέτου περιήλθε στον καθένα από τους αναφερόμενους δικαιοπαρόχους των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων δυνάμει κληρονομικής διαδοχής, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν.
Επομένως, ο τρίτος και τελευταίος εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι το επίδικο περιήλθε ως άνω στους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων και λόγω κληρονομικής διαδοχής, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17/11/2008 αίτηση του Α., Κ., Α. και Α. Β. για αναίρεση της 524/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στα δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ