Supreme Court partially allows appeal on statute of limitations for 1998 claims, dismissing 1997 claim as time-barred.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding tourism contract disputes. The plaintiffs argued that a 1998 statute of limitations claim was interrupted by an extrajudical protest sent to the Greek Organization of Tourism, while the defendant contended the limitation period had expired. The court ruled that the limitation period for 1998 claims began upon the specific event generating the claim rather than the end of the fiscal year, thus finding the interruption valid, whereas the 1997 claims were deemed time-barred.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 49 of Law 496/1974: The statute of limitations for claims arising in a specific year commences from the event generating the claim, not the fiscal year's end, allowing interruption by extrajudical protest to suspend the period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 717 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 717/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 2) Γ. Π., 3) Σ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 4) Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ... και 5) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 2ου αναιρεσείοντος που δεν παραστάθηκε, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι α) το επώνυμο του 2ου αναιρεσείοντος εκ παραδρομής γράφτηκε στο αναιρετήριο "Π." αντί του ορθού "Π.", β) ο 2ος αναιρεσείων Γ. Π. του Κ. απεβίωσε στις 20-9-2004 και τη δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του Χ. χα Γ. Π., το γένος Μ. Π. και Μ. Π. του Γ., κάτοικοι αμφότεροι …, καθώς και η Α. Π. του Γ., κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο με πληρεξούσιο και γ) οι αναιρεσείοντες παραιτούνται του δικογράφου της αίτησής τους για τους 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού" (ΕΟΤ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ" (ΕΤΑ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οιονεί καθολικής διαδόχου της προσθέτως παρεμβάσης στον 1ο βαθμό δικαιοδοσίας δεύτερης εταιρείας. Το 1ο των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βλαχογιάννη. Οι 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2001 αγωγή των ήδη 1ου, 3ου, 4ου και 5ου των αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Γ. Π., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την πρόσθετη, υπέρ του 1ου αναιρεσιβλήτου, παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-3-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 23-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του πρώτου.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Στην περίπτωση αυτή το ένδικο μέσο θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε.
Στην υπό κρίση διαφορά η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά των: 1) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ" (ΕΟΤ), 2) Α.Ε. με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε." (Ε.Τ.Α. ΑΕ) και 3) Α.Ε. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ Α.Ε.", από τους οποίους παρέστη κατά την συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας μόνο το πρώτο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ., όχι δε και οι δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.
Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 2238 Β/16-11-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά ... και 10935 Ε/13-11-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς εμφάνιση κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις απολειπόμενες, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.
Οι αναιρεσείοντες, όμως, με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, που έγινε πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς την δεύτερη και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων και ως εκ τούτου η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης θεωρείται ως μη ασκηθείσα ως προς τις αναιρεσίβλητες αυτές, με επακόλουθο να επέρχεται κατάργηση της δίκης ως προς τις ως άνω αναιρεσίβλητες.
Επίσης νομίμως ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων με δήλωσή του, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, διόρθωσε την αίτηση αναιρέσεως ως προς το επώνυμο του δεύτερου αναιρεσείοντος από το εσφαλμένο Π. (Γ.), στο ορθό Π. (Γ.), αφού καμία αμφιβολία δεν δημιουργείται από την διόρθωση αυτή ως προς την ταυτότητα του δεύτερου αναιρεσείοντος, ο οποίος, όπως αναφέρεται στο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. .../1-10-2010 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Κέρκυρας Αναστασίας Πουλή, απεβίωσε στα Ιωάννινα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2004, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλειπε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς και κληρονόμους του, κατά τις περί εξ αδιαθέτου διαδοχής διατάξεις, την σύζυγό του Χ.
χήρα Γ. Π. το γένος Μ. Π., τον υιό του Μ. Π. και την θυγατέρα του Α. Π., οι οποίοι συνεχίζουν την δίκη, όπως δήλωσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους, παραιτούμενοι, κατά τα προαναφερόμενα, του δικογράφου της αναίρεσης ως προς τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων και η δήλωσή του αυτή, που έγινε πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, καταχωρίστηκε στα πρακτικά.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Α.Ν. 1565/1950, όπως αυτός, μετά την συμπλήρωση και τροποποίησή του, κυρώθηκε με το Ν. 1624/1951, ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού (ΕΟΤ) αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που λειτουργεί υπό την εποπτεία του Κράτους, με σκοπό την οργάνωση και προαγωγή του τουρισμού στην Ελλάδα.
Με το άρθρο 44 παρ. 1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ" ορίζεται ότι "παν χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά από πέντε έτη από την λήξη του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθη", ενώ με το άρθρο 48 του ίδιου Ν.Δ., στην παρ. 1 αυτού, ορίζεται ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος ..." και στην παρ. 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ' αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαβών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών", κατά δε το άρθρο 49 του ίδιου Ν.Δ.
η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους (που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου ημερολογιακού έτους, κατ' άρθρο 2 παρ. 2 του εν λόγω νομοθετήματος), κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Σύμφωνα, τέλος, με το άρθρο 51 του ως άνω Ν.Δ. 496/1974 "Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του νομικού προσώπου διακόπτεται μόνον:
α) Δια της υποβολής της υποθέσεως εις το αρμόδιο δικαστήριο ή εις διαιτητάς, οπότε άρχεται εκ νέου η παραγραφή από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών, β) Δια της υποβολής προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή άρχεται εκ νέου από της χρονολογίας την οποία φέρει η έγγραφος απάντησις της αρμοδίας δια την αναννώρισιν ή την πληρωμήν της απαιτήσεως Αρχής.
Εν περιπτώσει μη απαντήσεως, η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως ...". Οι διατάξεις αυτές για τον χρόνο της παραγραφής, την έναρξη αυτής και την διακοπή της (και όχι του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 ως προς την έναρξη της παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού για αποδοχές κ.λπ.
από την γένεσή τους) εφαρμόζονται και για τις αξιώσεις των υπαλλήλων του ΕΟΤ κατ' αυτού από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές, καθόσον με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 1143/1977 ορίστηκε, κατά τρόπο περιοριστικό, ότι ο ΕΟΤ εξαιρείται από την εφαρμογή μόνο των διατάξεων των άρθρων 4, 5 παρ. 3, 6, 12, 13, 15-20, 24, 30-38, 40, 41, 42 και 43 του Ν.Δ. 496/1974, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι ως άνω περί παραγραφής διατάξεις που, κατά συνέπεια, εφαρμόζονται και για την παραγραφή των κατ' αυτού αξιώσεων των υπαλλήλων του.
Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του Ν.Δ. 496/1974, με την παρ. 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή (λαμβανομένη υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 52 εδ. γ') ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για την θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την οποία παρανόμως παραλείπουν να εκδώσουν τα όργανα του ΝΠΔΔ, στις περιπτώσεις, δηλαδή, που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή (λόγω της παραλείψεως οφειλομένης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του νομικού προσώπου, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ), τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ ισχύει η οριζόμενη από την παρ. 1 του ίδιου άρθρου 48 του Ν.Δ. 496/1974 πενταετής παραγραφή.
Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, άρα και του ΕΟΤ, όπως προαναφέρθηκε, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από του οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου Ν.Δ.
χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Συνεπώς η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ανωτέρω αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, δεν αντίκειται: 1) Στην αρχή της ισότητας που καθιερώνεται από την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, από την διάταξη αυτή που ορίζει, ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 31/2007).
Με την θέσπιση, όμως, της ως άνω διετούς παραγραφής δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ έναντι των τελευταίων, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, δηλαδή από την προαναφερθείσα ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτών.
Για τον ίδιο λόγο η ρύθμιση αυτή δεν θίγει ούτε την συναγόμενη από το άρθρο 20 του Συντάγματος αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση και μορφή της ως άνω γενικής αρχής της ισότητας. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η ρύθμιση αυτή δεν δημιουργεί άνιση δυσμενή μεταχείριση των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ ούτε σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ΝΠΔΔ, αφού δικαιολογείται όχι μόνο από την ως άνω ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ΝΠΔΔ, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες, υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους. 2) Στις διατάξεις:
α) του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπέρ νομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), το οποίο ορίζει ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικής φύσεως", β) του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει την αυτή αυξημένη ισχύ, το οποίο ορίζει ότι "Παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους (παρ. 1). Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων (παρ. 2)".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλά γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 31/2007).
Οι προπαρατεθείσες, όμως, υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα) και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής (που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου) παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που δικαιολογούν την σχετική ρύθμιση, όπως άλλωστε το δικαίωμα αυτό του Κράτους αναγνωρίζεται ευθέως και από την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του εν λόγω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (Ολ.ΑΠ 31/2007) και γ) του άρθρου 14 της ως άνω Σύμβασης (ΕΣΔΑ), που ορίζει ότι "Η χρήση των αναγνωριζομένων με την παρούσα Σύμβαση δικαιωμάτων και ελευθεριών πρέπει να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνική μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", αφού η θέσπιση της ως άνω βραχείας παραγραφής έγινε για τους προαναφερόμενους λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, που ουδεμία σχέση έχουν με τα προδιαληφθέντα κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχειρίσεως.
Τέλος, η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3 του κυρωθέντος με το Ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, αφού αυτές επιβάλλουν απλώς στα συμβαλλόμενα Κράτη να εξασφαλίζουν (εγγυώνται) σε κάθε άτομο, του οποίου παραβιάζονται οι ελευθερίες και τα δικαιώματα, που αναγνωρίζονται με το Σύμφωνο αυτό, μία πρόσφορη προσφυγή και ότι η αρμόδια δικαστική αρχή θα αποφαίνεται πραγματικά σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 του ως άνω Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, οι οποίες ουσιαστικά επαναλαμβάνουν τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αλλά ούτε και στις διατάξεις του άρθρου 26 του ίδιου Διεθνούς Συμφώνου, το οποίο ορίζει ότι "Όλα τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του νόμου και έχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σε ίση προστασία από το νόμο.
Ως προς το ζήτημα αυτό, ο νόμος πρέπει να απαγορεύει κάθε διάκριση και να εγγυάται σε όλα τα πρόσωπα ίση και αποτελεσματική προστασία έναντι κάθε διάκρισης, ιδίως λόγω φυλής, χρώματος, γένους, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", καθόσον, όπως ήδη έχει εκτεθεί, η θέσπιση της ανωτέρω βραχυπρόθεσμης παραγραφής δικαιολογείται και υπαγορεύεται από τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και επομένως δεν παραβιάζονται οι καθιερούμενες ως άνω αρχές.
Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κρίνοντας, ύστερα από έφεση των ήδη αναιρεσειόντων - εναγόντων επί της από 20-6-2001 (και με αριθμ. εκθ. καταθ. 1210/25-6-2001) αγωγής αυτών για την καταβολή οφειλομένων διαφορών αποδοχών, που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 31-12-1998, δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμένη υπ' αριθμ. 77/2009 απόφασή του, ότι οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) προσλήφθηκαν από το εναγόμενο, ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού" (ΕΟΤ), στις 16-1-1989 ο πρώτος, στις 10-8-1983 ο δεύτερος και ο τρίτος, στις 12-4-1984 ο τέταρτος και στις 16-1-1989 ο πέμπτος, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για να εργασθούν ως τεχνικοί υπάλληλοι τυχερών παιγνίων καζίνου (γκρουπιέ), ότι με την ειδικότητα αυτή εργάσθηκαν στην Υπηρεσία Αυτεπιστασίας του εναγομένου (πρώτου αναιρεσίβλητου) στο καζίνο της Πάρνηθας από της προσλήψεώς τους έως την κατάργηση της ως άνω Υπηρεσίας Αυτεπιστασίας (με το άρθρο 10 παρ. 5 του Ν. 2837/2000), οπότε οι ενάγοντες μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως, με την ίδια σχέση εργασίας, στην συσταθείσα με το Ν. 2636/1998, με σκοπό την διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Αξιοποίησης Περιουσίας ΕΟΤ", που μετονομάσθηκε στη συνέχεια σε "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε." (και τελικά μετονομάσθηκε σε "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε.", δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία, ως εταιρεία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε.", είχε ασκήσει στον πρώτο βαθμό πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγομένου ΕΟΤ, ενώ, στον δεύτερο βαθμό, παρενέβη προσθέτως υπέρ του ΕΟΤ, η τρίτη αναιρεσίβλητη εταιρεία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας Α.Ε.", ως οιονεί καθολική διάδοχος της ως άνω εταιρείας "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε.", μετονομασθείσας σε "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε."), ως διάδοχο εταιρεία, σύμφωνα με το Ν. 2636/1998.
Δέχθηκε ακόμη το Πρωτοδικείο, ότι το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΕΟΤ), ως παλαιός εργοδότης, ευθύνεται εις ολόκληρο με τη νέα εργοδότρια εταιρεία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε." (σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 του Ν. 2112/1920, 9 του β.δ. 16/18-7-1920 και 3 του Π.Δ. 572/1988, το οποίο καταργήθηκε από το Π.Δ. 178/2002), για τις επίδικες αξιώσεις των εναγόντων (που αφορούσαν οφειλόμενες διαφορές των αποδοχών τους, λόγω εσφαλμένου υπολογισμού τους από τον εναγόμενο ΕΟΤ), οι οποίες γεννήθηκαν κατά τα έτη 1997 και 1998 και ήταν απαιτητές κατά την μεταβίβαση της επιχειρήσεως (Μονάδας Αυτεπιστασίας στο καζίνο της Πάρνηθας), που έλαβε χώρα στις 3-8-2000.
Οι αξιώσεις αυτές των εναγόντων (αναιρεσειόντων) - συνεχίζει περαιτέρω το Πρωτοδικείο - υπόκεινται στην διετή παραγραφή, που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974, η οποία δεν αντίκειται στην διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος και στην καθιερουμένη με αυτή αρχή της ισότητας, ούτε στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, σύμφωνα δε με τις διατάξεις του Ν.Δ. 496/1974, ως χρονικό σημείο έναρξης της διετούς αυτής παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του "Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού" (ΕΟΤ) κατ' αυτού ορίζεται η γένεση κάθε αντίστοιχης αξίωσης και όχι το τέλος του οικονομικού έτους και κατά συνέπεια δεν επήλθε διακοπή της παραγραφής αυτής με την επίδοση στον εναγόμενο ΕΟΤ, στις 29-12-2000, σχετικής εξώδικης διαμαρτυρίας - πρόσκλησης των εναγόντων, αφού οι σχετικές αξιώσεις τους, που αφορούσαν διαφορές αποδοχών των ετών 1997 και 1998, είχαν υποπέσει στην ως άνω διετή παραγραφή ήδη από 16-12-2000, δεδομένου ότι ο μισθός των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ προκαταβάλλεται στην αρχή κάθε δεκαπενθημέρου.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε την προβληθείσα από το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ΕΟΤ) -αλλά και αυτεπαγγέλτως εξεταζομένη - ένσταση παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων των εναγόντων (αναιρεσειόντων) και απέρριψε την αντένσταση αυτών περί διακοπής της παραγραφής με την επίδοση της ως άνω εξώδικης διαμαρτυρίας - πρόσκλησης.
Με την κρίση του αυτή το Πρωτοδικείο: 1) Δεχθέν ότι οι επίδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων - εναγόντων υπόκεινται στην διετή και όχι πενταετή παραγραφή ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974 και ουδόλως παραβίασε ευθέως αυτές, αλλά ούτε και τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και άρθρου 20 του Συντάγματος, του άρθρου 6 παρ. 1 και άρθρου 14 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής και των άρθρων 2 παρ. 3, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. 2) Κατά το μέρος, όμως, που δέχθηκε το Πρωτοδικείο ότι η ανωτέρω διετής παραγραφή των αξιώσεων των αναιρεσειόντων - εναγόντων, για οφειλόμενες διαφορές αποδοχών των ετών 1997 και 1998, άρχισε από την γένεση κάθε αξιώσεως και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου αυτές κατέστησαν απαιτητές, και απέρριψε με την αιτιολογία αυτή την αντένσταση των αναιρεσειόντων περί διακοπής της παραγραφής, με την επίδοση στο πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ (ΕΟΤ) - εναγόμενο, στις 29-12-2000, σχετικής εξώδικης διαμαρτυρίας -πρόσκλησης (αίτησης ), περιστατικό (επίδοση της εξώδικης αυτής διαμαρτυρίας), το οποίο περιλαμβάνεται στις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 49 του Ν.Δ. 496/1974, ως προς την παραγραφή των αξιώσεων του έτους 1998, που υπήρχαν κατά τον χρόνο της ως άνω μεταβίβασης, η οποία παραγραφή δεν είχε συμπληρωθεί κατά τον χρόνο της επίδοσης της ειρημένης εξώδικης διαμαρτυρίας - πρόσκλησης (η παραγραφή των αξιώσεων του έτους 1997 είχε κατά πάσα περίπτωση συμπληρωθεί κατά τον ως άνω χρόνο) και συνεπώς ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, επίσης από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός (ως προς τις αξιώσεις του έτους 1998).
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη, που ανοίχθηκε με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως προς την δεύτερη και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Στη συνέχεια δε πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προδιαληφθέν μέρος της, μεταξύ των αναιρεσειόντων και του πρώτου αναιρεσίβλητου, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το πρώτο αναιρεσίβλητο (ΕΟΤ) σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Καταργεί τη δίκη ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε.", και ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας Α.Ε.".
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 77/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά ένα μέρος, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας, μεταξύ των αναιρεσειόντων και του πρώτου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού" (ΕΟΤ).
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ (ΕΟΤ) σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε χίλια τετρακόσια (1400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ