Supreme Court dismisses appeal on ownership rights and evidence evaluation in construction contract dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the plaintiffs against the Second Instance Court's decision regarding a construction contract dispute. The plaintiffs argued that the lower court failed to consider witness testimony regarding significant construction costs, claiming this constituted an error in evidence evaluation. The court ruled that the Second Instance Court had properly weighed all evidence, including the witness deposition, and exercised its free discretion to reject the plaintiffs' claims without error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(1)(a), 290 of the Code of Civil Procedure; Articles 1167, 1168 of the Civil Code: Upon the death of a usufructuary, the usufruct extinguishes by operation of law and reverts to the naked owner, who thereby becomes the full owner.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 716 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 716/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ,, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Κ. του Φ. και της Α., ..., 2) Της, στην ... (Μάη 7) εδρεύουσας, ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ... Ο.Ε., Α.Φ.Μ. .../Δ.Ο.Υ. Τρικάλων, που εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαπέτρου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τρίμμη, και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο 2 αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 19-9-2022 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητος, διότι κατείχε την ψιλή κυριότητα στο 50% και την πλήρη κυριότητα στο υπόλοιπο 50% των επίδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών και η αποβιώσασα την επικαρπία στο 50% αυτών, οπότε μετά το θάνατό της αποσβέσθηκε η επικαρπία και το περιεχόμενό της περιήλθε αυτομάτως στον ψιλό κύριο του πράγματος, ήτοι στον εν λόγω αναιρεσίβλητο, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2018 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητης και του υπό στοιχείο 2 αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 393/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-10-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1 στοιχ. α' και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στην αναιρετική διαδικασία, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1167 και 1168 ΑΚ, προκύπτει ότι η επικαρπία, εφόσον δεν έχει οριστεί διαφορετικά, αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή και επιστρέφει στον ψιλό κύριο εξ ιδίου δικαίου και όχι ως κληρονόμο. Με την ένωση αυτή ο ψιλός κύριος καθίσταται πλήρης κύριος. Επομένως, σε περίπτωση θανάτου του επικαρπωτή η εκκρεμής δίκη μεταξύ αυτού και τρίτου διακόπτεται και επαναλαμβάνεται από τον κύριο (ΑΠ 435/2020, ΑΠ 501/2015) ο οποίος συνεχίζει παραδεκτά και νόμιμα την ανοιγείσα δίκη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το ...2022 απόσπασμα της ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου ..., που προσκομίζει ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, η πρώτη αναιρεσίβλητη, επικαρπώτρια μέρους των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, απεβίωσε στις 19-09-2022, ήτοι μετά την άσκηση, στις 27-10-2021, της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Το θάνατό της, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, γνωστοποίησε κατά την εκφώνηση τη υπόθεσης στο ακροατήριο ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, ο οποίος επίσης δήλωσε ότι συνεχίζει εκουσίως τη δίκη ως μόνος πλήρης κύριος και νομέας των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών.
Συνεπώς, νόμιμα και παραδεκτά συνεχίζεται η δίκη στο πρόσωπο του δευτέρου αναιρεσιβλήτου. Με την κρινόμενη από 27-10-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 393/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:
Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων την από 21-2-2018 αγωγή, με την οποία εξέθεταν ότι η πρώτη εξ αυτών έχει το δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας στα πενήντα εκατοστά αδιαιρέτως, ο δε δεύτερος εξ αυτών έχει το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας στα εκατοστά αυτά αδιαιρέτως, ενώ έχει και το δικαίωμα πλήρους κυριότητας στα υπόλοιπα πενήντα εκατοστά αδιαιρέτως, έχοντας και την οιονεί νομή και νομή αντίστοιχα με τα ίδια ποσοστά εξ αδιαιρέτου σε ένα οικόπεδο και συγκεκριμένα στα 978,32/1000 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 1.161,29 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο ....
Ότι με το ... προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό και σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου ... Γ. Π.-Π., ανέθεσαν στην πρώτη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρεία, δια του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, την ανέγερση οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, η οποία θα αποτελείται από τις αναφερόμενες 33 οριζόντιες ιδιοκτησίες (υπόγειες αποθήκες, κλειστές θέσεις στάθμευσης, καταστήματα και διαμερίσματα).
Ότι συμφωνήθηκε με το ανωτέρω συμφωνητικό να μεταβιβάσουν στην πρώτη εναγομένη ή σε πρόσωπα που αυτή θα υποδείξει, έναντι της ανέγερσης της οικοδομής με δικές της δαπάνες, τα 548,45/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, που αντιστοιχούν στις αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, ενώ συμφωνήθηκε επίσης ότι θα περιέλθουν σ' αυτούς (ενάγοντες) οι αναφερόμενες έξι οριζόντιες ιδιοκτησίες (κατάστημα και διαμερίσματα) και ότι συμφωνήθηκε επίσης ότι η εργολάβος εταιρεία πρώτη εναγομένη θα αποπερατώσει την πολυκατοικία μέχρι τις 30-12-2012.
Ότι όμως, η πρώτη εναγομένη υπερέβη αδικαιολόγητα την προθεσμία περαίωσης της κατασκευής της οικοδομής για διάστημα πλέον των 18 μηνών και ότι για το λόγο αυτό με την από 21-06-2014 εξώδικη δήλωσή τους, που της κοινοποίησαν στις 30-06-2014, την κήρυξαν έκπτωτη από το έργο και ζήτησαν να τους παραδώσει τα κλειδιά της εισόδου της πολυκατοικίας, καθώς και τα σχέδια, τις μελέτες και τα λοιπά στοιχεία, ώστε να συνεχίσουν οι ίδιοι την αποπεράτωση της πολυκατοικίας.
Ότι ενόψει του γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη δεν ανταποκρίθηκε στο ανωτέρω αίτημά τους, με αποτέλεσμα να τους αποβάλει από τη νομή τους επί των οριζόντιων ιδιοκτησιών που κατασκεύασε κατά ένα μέρος, ζήτησαν με την αγωγή να αναγνωρισθούν (συν)νομείς όλων των προβλεπομένων με τη σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες να τους αποδώσουν τη νομή των εν λόγω οριζόντιων ιδιοκτησιών.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων με την 23/2019 οριστική του απόφαση, έκανε δεκτή την αγωγή κατά το ανωτέρω κύριο αίτημά της. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης οι εναγόμενοι άσκησαν την από 25-9-2019 έφεση, καθώς και τους από ... πρόσθετους λόγους έφεσης και το Μονομελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω προσβαλλόμενη 393/2021 τελεσίδικη απόφασή του απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, αποκαλούμενος εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε έτερος, αποκαλούμενος εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Σύμβαση έργου υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία συμφωνείται μεταξύ οικοπεδούχου και τρίτου, να ανεγείρει ο τελευταίος επί οικοπέδου του πρώτου οικοδομή, η οποία θα διέπεται από τις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις, οπότε η μεν βασική παροχή του εργολάβου συνίσταται στην κατασκευή της οικοδομής, του δε οικοπεδούχου-εργοδότη στην υποχρέωση που αναλαμβάνει να μεταβιβάσει, ως αμοιβή, στον εργολάβο ή τα πρόσωπα που αυτός θα του υποδείξει, ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σ' αυτά, παραμένοντας κύριος των υπολοίπων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, μετά των αντίστοιχων οριζόντιων ιδιοκτησιών (ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011).
Από τις διατάξεις των άρθρων 681, 686, 341 και 342 ΑΚ προκύπτει ότι, αν για την εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου, συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, αυτός ως οφειλέτης, γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής, εκτός αν αυτός επικαλεσθεί και αποδείξει κατ` ένσταση ότι η καθυστέρηση ως προς την εκπλήρωση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη.
Η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσεως της υπερημερίας, αλλά λόγος μη επελεύσεώς της (ΑΠ 1708/2017, ΑΠ 1325/2014). Γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη ο οφειλέτης είναι κάθε εύλογη αιτία, λόγω της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, εφόσον όμως δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλειά του, όταν δηλαδή την ίδια καθυστέρηση θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια εκπλήρωσης (ΑΠ 1967/2017, ΑΠ 521/2014), Όταν υπάρχει υπερημερία του οφειλέτη εργολάβου, ο δανειστής εργοδότης δικαιούται, εκτός των άλλων, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση (ΑΠ 1378/2010).
Η υπαναχώρηση ως αιτία κατάργησης της σύμβασης είναι δυνατό να προβλεφθεί και εκ των προτέρων στη σύμβαση (συμβατική υπαναχώρηση) (ΑΠ 793/2015). Για την άσκηση του δικαιώματος της συμβατικής υπαναχώρησης δεν απαιτείται η τήρηση των προϋποθέσεων των άρθρων 383 επ. του ΑΚ, γιατί τέτοια υποχρέωση υπάρχει μόνο στο παρεχόμενο από το άνω άρθρο 383 δικαίωμα νόμιμης υπαναχώρησης και δεν αποτελεί προϋπόθεση της συμβατικής υπαναχώρησης (ΑΠ 886/2011).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 399 ΑΚ, αν στη σύμβαση συνομολογήθηκε ότι ο οφειλέτης που δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του εκπίπτει από τα συμβατικά του δικαιώματα, θεωρείται ότι ο δανειστής επιφύλαξε για την περίπτωση αυτή δικαίωμα υπαναχώρησης. Η παραπάνω διάταξη περιλαμβάνει ερμηνευτικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο η συνομολόγηση ρήτρας εκπτώσεως, σε περίπτωση που ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του από τη σύμβαση, λογίζεται ως επιφύλαξη δικαιώματος υπαναχώρησης, επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 397 ΑΚ.
Ως μη εκπλήρωση της σύμβασης από τον οφειλέτη νοείται, κατά τη γενική θεωρία περί μη εκπληρώσεως της σύμβασης, είτε η αδυναμία παροχής (άρθρα 335-336 ΑΚ), είτε η καθυστέρηση εκπληρώσεως, που όταν ευθύνεται γι' αυτήν ο οφειλέτης αποτελεί υπερημερία αυτού (άρθρο 340 ΑΚ), είτε τέλος η πλημμελής εκπλήρωση. Η υπαναχώρηση χωρεί με δικαιοπλαστική δήλωση αυτού που έχει το δικαίωμα προς τον άλλο (άρθρο 390 ΑΚ), εκτός της περίπτωσης της ρητής συνομολόγησης ρήτρας αυτόματης έκπτωσης, με την ενέργεια της οποίας η σύμβαση διαλύεται ενοχικώς, αυτοδικαίως και αναδρομικώς και όταν επέλθει αποσβένυνται, κατ' άρθρο 389 ΑΚ, οι υποχρεώσεις για παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 563/2017).
Επομένως, αν συνομολογηθεί μεταξύ εργολάβου και εργοδότη η "ρήτρα εκπτώσεως", σε περίπτωση καθυστέρησης εκτέλεσης του έργου, αυτή έχει την έννοια ότι παρέχεται στον εργοδότη το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και από την περιέλευση της σχετικής δήλωσης στον εργολάβο καταργείται ex tunc η σύμβαση, αν δεν έχει συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό (ΑΠ 1147/2011).
Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης, οι αντισυμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν και να προσδώσουν και άλλες συνέπειες στην υπαναχώρηση. Το αν για την άσκηση του δικαιώματος της υπαναχώρησης απαιτείται η μη εκπλήρωση να οφείλεται σε υπαιτιότητα του οφειλέτη είναι ζήτημα ερμηνείας της συμβάσεως, εν αμφιβολία δε, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 397 ΑΚ, η υπαιτιότητα του οφειλέτη αποτελεί προϋπόθεση της υπαναχώρησης.
Την έλλειψη της υποκειμενικής προϋπόθεσης της ευθύνης του πρέπει, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 336, 342 και 363 ΑΚ, να επικαλεστεί και αποδείξει, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο οφειλέτης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 700 του ΑΚ, ο εργοδότης έχει δικαίωμα μέχρι την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση, οπότε αυτή λύεται για το μέλλον, οφείλει όμως να καταβάλει στον εργολάβο τη συμφωνηθείσα αμοιβή.
H δήλωση βούλησης του εργοδότη περί υπαναχώρησης κατά το άρθρο 686 του ΑΚ ή καταγγελίας κατά το άρθρο 700 του ΑΚ, μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή, η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συνάγεται υπαναχώρηση ή καταγγελία ως προς τα κατ' ουσίαν γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1347/2019, 1227/2018, ΑΠ 1113/2017, ΑΠ 338/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα των αναιρετικών λόγων μέρος της, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθ. 19.735/05-10-2010 εργολαβικού συμβολαίου - προσυμφώνου μεταβιβάσεως ποσοστών οικοπέδου - σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας - διανομή οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου ...
Γ. Π. - Π., οι ενάγοντες εφεσίβλητοι ανέθεσαν στην πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στην ... και της οποίας ομόρρυθμο μέλος, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος εναγόμενος, την ανέγερση πολυκατοικίας κατά το σύστημα της εργολαβίας επί αντιπαροχή επί συνιδιόκτητου - η πρώτη εξ αυτών έχοντας δικαίωμα της επικαρπίας εφ' όρου ζωής της στα 50/100 εξ αδιαιρέτου, ο δε δεύτερος την ψιλή κυριότητα στα 50/100 εξ αδιαιρέτου και την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στα υπόλοιπα 50/100 εξ αδιαιρέτου - ακινήτου, ήτοι επί των 798,32/1000 αδιαιρέτως σε ένα οικόπεδο εκτάσεως 1.161,29 τ.μ., που βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως ..., επί των οδών ...
και ..., που έχουν υπαχθεί στο σύστημα της καθέτου ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις ν. 3741/1929, του ν.δ. 1024/1971 και άρθρ. 1002 και 1117 ΑΚ, έχουν εδαφική αναλογία στο όλο οικόπεδο 927,09 τ.μ. αδιαιρέτως και αποτελούν το διακεκριμένο τμήμα με στοιχεία ΤΜΗΜΑ ΕΝΑ (1) του όλου οικοπέδου, όπως το τμήμα αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Α2-Α3-Α4-Α27-Α26-Α11-Α25-Α24-Α23-Α22-Α21-Α20-Α2 στο από Απρίλιος 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α.
Α., το οποίο προσαρτάται στο υπ' αριθ. ... συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου και συνορεύει σύμφωνα με αυτό βόρεια με την οδό ..., ανατολικά με το τμήμα ΙΙ του όλου οικοπέδου, νότια με ιδιοκτησία Κ.. Α. και δυτικά με ρυμοτομούμενο τμήμα οικοπέδου και πέραν αυτού με την οδό .... Ολόκληρο το ως άνω ακίνητο, το οποίο συνορεύει βόρεια με την οδό ..., ανατολικά με ιδιοκτησία Γ.
και Β. Β. και με ιδιοκτησία Γ.. Φ., νότια με ιδιοκτησία Κ.. Α. και δυτικά με ρυμοτομούμενο τμήμα του ίδιου οικοπέδου και πέραν αυτού με τη οδό ..., πριν τη σύσταση καθέτου ιδιοκτησίας που έγινε με την υπ' αριθμ. ...2010 πράξη σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
στον ..., είχε περιέλθει στους ενάγοντεςδ ως εξής: αρχικά είχε περιέλθει στην πρώτη ενάγουσα κατά πλήρη κυριότητα το ήμισυ (1/2) αδιαιρέτως του όλου οικοπέδου (ως άμπελος στη θέση "...") δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1957 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του τότε συμβολαιογράφου ... Χ. Α. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο ....
Στη συνέχεια, η πρώτη ενάγουσα μεταβίβασε στον δεύτερο ενάγοντα την ψιλή κυριότητα του ανήκοντος σε αυτή 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2010 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Γ. Π. - Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... των ιδίων ως άνω βιβλίων μεταγραφών. Το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή στον δεύτερο ενάγοντα από κληρονομιά της αποβιωσάσης Α.
Κ. του Γ. και της Α., κατοίκου εν ζωή ..., δυνάμει της υπ' αριθμ. ...1991 δημόσιας διαθήκης της, που συντάχθηκε ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου ... Αντωνίου Αθανασούλα και δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Πρωτοδικείο Τρικάλων με το υπ' αριθμ. ... πρακτικό δημοσίευσης, την κληρονομιά της οποίας αποδέχθηκε αυτός δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2000 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του τότε συμβολαιογράφου ...
Α. Ι. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία στον τόμο .... Σύμφωνα με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. ... πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας - διανομής οριζόντιων ιδιοκτησιών και προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών οικοπέδου και εργολαβικού, η οικοδομή που συμφωνήθηκε να ανεγερθεί αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και τρεις ορόφους πάνω από το ισόγειο, και δη από: ... (ακολουθεί περιγραφή 33 οριζοντίων ιδιοκτησιών, ήτοι 10 αποθηκών, 9 κλειστών θέσεων στάθμευσης του υπογείου, 3 καταστημάτων του ισογείου και 11 διαμερισμάτων του πρώτου, δευτέρου και τρίτου ορόφου, με αναφορά του εμβαδού και του ποσοστού συνιδιοκτησίας εκάστης οριζόντιας ιδιοκτησίας στο οικόπεδο).
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άνω προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού συμβολαίου, στους ενάγοντες εφεσίβλητους, κατά τα άνω ποσοστά και εμπράγματα δικαιώματα, περιήλθαν ως αντιπαροχή που αντιστοιχεί συνολικά στα 249,87/1000 εξ αδιαιρέτου από τα παραπάνω αναλογούντα ποσοστά του τμήματος επί του όλου οικοπέδου, οι παρακάτω οριζόντιες ιδιοκτησίες:
α) το Κ-2 κατάστημα του ισογείου ορόφου, β) το Α1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, γ) το Α2 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου και δ) το Α4 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου και ε) το Α5 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, ενώ συμφωνήθηκε ότι και οι υπόλοιπες οριζόντιες ιδιοκτησίες θα ανήκουν μεν στους οικοπεδούχους κατά τα άνω ποσοστά και διάκριση στον καθένα τους, αλλά αυτοί θα υποχρεούνται να τις μεταβιβάσουν στην εργολάβο εταιρεία ή σε οποιονδήποτε τρίτο ήθελε υποδείξει.
Συγκεκριμένα, στην πρώτη εκκαλούσα εναγόμενη εργολήπτρια εταιρία συμφωνήθκε να περιέλθουν τμηματικά, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τα 548,45/1000 αδιαιρέτως μαζί με το δικαίωμα ανοικοδομήσεως των αναλογούντων στα ποσοστά αυτά διαιρετών χώρων, μαζί με τους αντιστοιχούντες σε αυτούς κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της ανεγερθησόμενης πολυκατοικίας, η αξία των οποίων αντιπροσωπεύει τη δαπάνη στην οποία θα υποβληθεί η εργολήπτρια για την κατασκευή των οριζόντιων ιδιοκτησιών που θα περιέλθουν στους οικοπεδούχους, μαζί με τα κοινόχρηστα.
Ακολούθως, με το υπ' αριθ. ...2011 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, οι οικοπεδούχοι πώλησαν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία, στους Θ. Τ. του Κ. και Π. Κ. του Α., το υπό στοιχεία Α-5 διαμέρισμα του Α' ορόφου πάνω από το ισόγειο, ενώ με το υπ' αριθμ. ...2012 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου πώλησαν στους Σ.
Π. του Χ. και στη Σ. Σ. του Ι. το υπό στοιχεία Α-1 διαμέρισμα του Α' ορόφου. Τέλος, με την υπ' αριθμ. ...2011 πράξη του συμβολαιογράφου Τρικάλων Χρήστου Τζήμα, τροποποιήθηκε ως άνω υπ' αριθμ. ...2010 πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και έγινε μετατροπή του υπ' αριθμ. Κ-3 καταστήματος του ισογείου ορόφου στο με στοιχεία Ι-1 διαμέρισμα του ισογείου ορόφου, το οποίο, με το υπ' αριθμ. ...2011 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., οι ενάγοντες πώλησαν, με εκ τρίτου συμβαλλόμενη την εργολήπτρια εταιρία, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον Δ.
Τ. του Κ./νου.
Συνεπώς, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων - οικοπεδούχων και της πρώτης εναγόμενης - εργολήπτριας εταιρίας για μεταβίβαση στην τελευταία της νομής των οριζόντιων ιδιοκτησιών που κατά το προσύμφωνο και το εργολαβικό συμβόλαιο θα περιέχονταν σε αυτή ως εργολαβικό αντάλλαγμα πριν τη σύναψη οριστικών συμβολαίων, σύμφωνα και με τα όσα αναπτύχθηκαν στην υπό στοιχείο (3β) μείζονα σκέψη της παρούσας, οι ενάγοντες - οικοπεδούχοι (επικαρπώτρια, ψιλός κύριος και κύριος) παρέμειναν νομείς των οριζοντίων ιδιοκτησιών και των κοινόχρηστων χώρων της εν λόγω οικοδομής, στο όνομα των οποίων η πρώτη εναγόμενη εργολήπτρια εταιρία ασκούσε την κατοχή επ' αυτών, ενώ μετά την υπογραφή των ως άνω οριστικών πωλητήριων συμβολαίων, οι ανωτέρω αναφερόμενοι αγοραστές απέκτησαν τη νομή των υπό στοιχεία Α-1, Α5 και Ι-1 διαμερισμάτων, τα οποία αυτοί επίσης νέμονταν μέσω της εργολήπτριας εταιρίας, η οποία τα κατείχε δυνάμει της προαναφερόμενης εργολαβικής σύμβασης.
Οι εναγόμενοι επικαλούνται και προσκομίζουν το από 22.03.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό με τους Β. Ρ. και Φ. Κ. - Ρ. του Κ., δυνάμει του οποίου η εργολήπτρια εταιρία αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταβιβάσει στους τελευταίους τα με στοιχεία Κ-1, Κ-2 και Κ-3 καταστήματα του ισογείου πλην όμως πρόκειται για ανάληψη ενοχικής υποχρέωσης εκ μέρους της εκκαλούσας εναγομένης και ουδεμία επιρροή δεν ασκεί στην προκείμενη δίκη περί αποβολής από τη νομή καθόσον αυτήν (νομή) εξακολουθούν να ασκούν οι οικοπεδούχοι.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι βάσει του όρου 8 και 23 του προαναφερόμενου προσυμφώνου η εργολήπτρια εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση όπως αποπερατώσει τις οικοδομικές εργασίες και παραδώσει την οικοδομή έως τις 30.10.2012. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τον 8ο όρο του συμφωνητικού "Η εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση όπως παραδώσει στους οικοπεδούχους έτοιμες τις περιερχόμενες σ' αυτές αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες καθώς και τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους της πολυκατοικίας πλήρως και τελείως περαιωμένους, ως εξής:
Η προθεσμία περαιώσεως της πολυκατοικίας καθορίζεται το αργότερο μέχρι τις τριάντα (30) του μηνός Οκτωβρίου του έτους δύο χιλιάδες δώδεκα (2012). Εάν η εργολάβος υπερβεί αδικαιολόγητα τις οριζόμενες με το παρόν προθεσμίες περαίωσης πλήρως των οικοδομικών εργασιών και παράδοσης των αντιπαρεχομένων ιδιοκτησιών μαζί με τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους στους οικοπεδούχους, ρητά συνομολογείται υπέρ των οικοπεδούχων και εις βάρος της εργολάβου ποινική ρήτρα πέντε (5) ευρώ ημερησίως για καθεμιά οριζόντια ιδιοκτησία που περιέρχεται στους οικοπεδούχους, για την καθυστέρηση της παραδόσεως των οριζοντίων ιδιοκτησιών και των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων, μερών πραγμάτων και εγκαταστάσεων σύμφωνα με τα ανωτέρω, της προθεσμίας αρχόμενης δύο μήνες μετά την ημερομηνία περατώσεως (δηλαδή την 30-12-2012), λόγω αναπόδεικτης αποζημίωσης και ποινικής ρήτρας που καθορίζεται από τώρα και θα εισπραχθεί δυνάμει το παρόντος, το οποίο κηρύσσεται τίτλος εκτελεστός και εκκαθαρισμένος".
Σε περίπτωση παραβάσεως της ανωτέρω προθεσμίας εκτέλεσης και αποπεράτωσης του έργου πέραν της άνω ημερομηνίας, χωρίς τη συνδρομή ανωτέρας βίας, συμφωνήθηκε με τον τελευταίο όρο του εργολαβικού (άρθρο 23ο και με τίτλο ΕΚΠΤΩΣΗ) ότι οι οικοπεδούχοι θα δύνανται, μετά την πάροδο και τριών ακόμα μηνών από την άνω ημερομηνία περί αποπεράτωσης, με μονομερή δήλωσή τους, που θα κοινοποιείται στην εργολάβο, να την κηρύξουν έκπτωτο του δικαιώματός της να συνεχίσει την κατασκευή του συμφωνημένου έργου και βάσει της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων και των σχεδίων που έχει εγκρίνει η Πολεοδομία να προχωρήσουν στην κατασκευή του έργου, μέχρι πλήρους αποπερατώσεώς του, είτε οι ίδιοι είτε με άλλον Εργολάβο ή τεχνική εταιρία της απόλυτης εκλογής τους, δικαιούμενοι να χρησιμοποιήσουν για το σκοπό αυτό την ίδια άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου, όπως και τα αρχιτεκτονικά, στατικά κλπ σχέδια, τα οποίο η εργολάβος υποχρεούται να παραδώσει στους οικοπεδούχους, χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης για τις δαπάνες έκδοσής τους και να αποχωρήσει αμέσως από το έργο.
Οι προθεσμίες του άρθρου 8 αναστέλλονται μόνο στις περιπτώσεις ανωτέρας βίας και τέτοια γεγονότα ορίστηκαν, περιοριστικά, βάσει του άρθρου 9 του ανωτέρω συμφωνητικού: α) η γενική απεργία των τάξεων που απασχολούνται στις οικοδομικές εργασίες, τάξεων που απασχολούνται με υλικά στην παραγωγή, διακίνηση και πώληση οικοδομικών υλικών και εφ' όσον η απεργία επέδρασε στα εκτελεστέα έργα, β) το υπερβολικό ψύχος και οι παγετώνες διάρκειας πλέον του εικοσαημέρου, γ) η ανεύρεση κατά την εκσκαφή των θεμελίων αρχαιολογικών μνημείων, δ) ο σεισμός και ε) η εμπλοκή της χώρας σε εμπόλεμη κατάσταση ή η κήρυξη επιστρατεύσεως πέντε τουλάχιστον κλάσεων.
Μετά τη λήξη του ανασταλτικού γεγονότος η εργολάβος υποχρεούταν να επαναλάβει τις εργασίες που διακόπηκαν αμέσως, πλην της περίπτωσης υπό στοιχείο δ, κατά την οποία η υποχρέωση έναρξης ορίστηκε σε ένα μήνα μετά από τη λήξη του ανασταλτικού γεγονότος. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η πρώτη εκκαλούσα - εργολήπτρια εταιρία υπερέβη την οριζόμενη προθεσμία περαίωσης πλήρως των οικοδομικών εργασιών και παράδοσης της οικοδομής και ως εκ τούτου οι ενάγοντες με την από 21.6.2014 εξώδικη δήλωσή τους, που επιδόθηκε σε αυτή στις 30.6.2014, την κήρυξαν έκπτωτη, καλώντας την να τους παραδώσει εντός πέντε ημερών τα σχέδια, τις μελέτες, τα κλειδιά της εισόδου και τα λοιπά στοιχεία που θα τους επέτρεπαν να συνεχίσουν και να αποπερατώσουν στη θέση της την οικοδομή (βλ.
και σχετικό 23ο όρο του συμφωνητικού). Επί της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης των εναγόντων οι εκκαλούντες-εναγόμενοι επέδωσαν σε αυτούς την από 4.7.2014 όμοια με την οποία αρνήθηκαν τη συνδρομή των νομίμων προθεσμιών κήρυξης της πρώτης εξ αυτών έκπτωτης, λόγω του αντισυμβατικού της χαρακτήρα, αλλά και της καταχρηστικότητας αυτής, καλώντας τους να ορίσουν τρόπο συνέχισης της κατασκευής και δηλώνοντάς τους την πρόθεση να αποπερατώσουν την οικοδομή.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο ανωτέρω όρος περί "έκπτωση" της εργολάβου εταιρίας είναι ασαφής και χρήζει ερμηνείας, όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών χωρίς προσήλωση στις λέξεις (άρθρα 173, 200 του ΑΚ), αλλά με σκοπό την ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων μερών.
Ειδικότερα, με τον ως άνω όρο οι εργοδότες ενάγοντες επεφύλαξαν για τον εαυτό τους δικαίωμα υπαναχώρησης από την εργολαβική σύμβαση, για την περίπτωση κατά την οποία η πρώτη εναγομένη εργολάβος δεν εκπλήρωνε από δικής της υπαιτιότητα τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο, από το γεγονός, ιδίως, ότι η λύση της συμβάσεως έργου εξαρτήθηκε από τον όρο αυτό, για να προστατευθεί το δικαίωμα των εργοδοτών ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της εργολάβου για την έγκαιρη και χωρίς μεγάλη καθυστέρηση εκτέλεση του έργου.
Το ότι δε αυτή ήταν η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών, προκύπτει από τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας, καθόσον κατά τους κανόνες αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εργοδότες θα αποδέχονταν να ισχύσει ο πιο πάνω όρος "ως καταγγελία της σύμβασης" με την έννοια του άρθρου 700 του ΑΚ, οπότε στην περίπτωση αυτή θα διέτρεχαν τον κίνδυνο να καταβάλουν ολόκληρη τη συμφωνηθείσα αμοιβή, κατά την περίπτωση που ο εργολάβος από υπαιτιότητά του καθυστερούσε την εμπρόθεσμη εκτέλεση του έργου.
Η κρίση αυτή ενισχύεται, επίσης, και από τα ισχύοντα στις συναλλαγές τέτοιου είδους, όπου τέτοιοι όροι έχουν πάντοτε την έννοια της συμβατικής υπαναχώρησης και όχι της καταγγελίας της συμβάσεως του έργου κατά το άρθρο 700 του ΑΚ. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι για την άσκηση του δικαιώματος της συμβατικής υπαναχωρήσεως δεν απαιτείται η τήρηση των προϋποθέσεων των άρθρων 383 επ.
του ΑΚ, γιατί τέτοια υποχρέωση υπάρχει μόνο στο παρεχόμενο από το άνω άρθρο 383 δικαίωμα νόμιμης υπαναχωρήσεως και δεν αποτελεί προϋπόθεση της από τις παραπάνω διατάξεις ρυθμιζόμενης συμβατικής υπαναχωρήσεως. Οι εκκαλούντες εναγόμενοι ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ισχυρίστηκαν ότι οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να κηρύξουν την πρώτη εξ αυτών έκπτωτη για το λόγο ότι η τυχόν υπερημερία τους στην εκτέλεση του έργου οφείλεται σε γεγονός ανώτερης βίας, που συνεπάγεται την αναστολή της προθεσμίας περάτωσης της οικοδομής και συγκεκριμένα στην οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα εκείνο το χρονικό διάστημα και τους οδήγησε σε οικονομική δυσπραγία καθόσον υπήρξε παύση εργασιών στον οικοδομικό κλάδο και μείωση των αγοραπωλησιών ακινήτων, ειδικότερα δε στην περιοχή της ...
ουδεμία αγοραπωλησία νεόδμητων ακινήτων δεν πραγματοποιήθηκε, ούτε καν συμμετοχή σε διενεργηθέντες πλειστηριασμούς με ευτελής προσφορές ακινήτων. Ο εν λόγω ισχυρισμός που επαναφέρεται ως λόγος έφεσης σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην υπό στοιχείο (4α-β) μείζονα σκέψη της παρούσς αποτελεί λόγο μη επελεύσεως της υπερημερίας του εργολάβου ο οποίος είχε αναλάβει την υποχρέωση για παράδοση του έργου σε δήλη ημέρα, από την παρέλευση της οποίας καθίσταται άνευ ετέρου υπερήμερος, η δε εκκαλούσα-εναγομένη εργολήπτρια εταιρία θα πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι η υπερημερία της δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 397 ΑΚ, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν προκύπτει σχετική συμφωνία ότι οι οικοπεδούχοι είχαν διαφυλάξει το προς υπαναχώρηση δικαίωμά τους άνευ υπαιτιότητας του εργολάβου στην περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης λόγω καθυστέρησης εκπληρώσεως.
Πλην όμως, ο εν λόγω ισχυρισμός αορίστως προβάλλεται διότι η αναφορά και μόνο στην μείωση του αγοραστικού ενδιαφέροντος στον κατασκευαστικό κλάδο κατοικίας δεν αρκεί να θεμελιώσει σχετικό ισχυρισμό περί έλλειψης ευθύνης λόγω οικονομικής κρίσης που να καταλύει τις στηριζόμενες στην υπερημερία του απαιτήσεις του δανειστή, εάν δεν συνοδεύεται και από άλλα περιστατικά για το πώς επέδρασε αυτή στην εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, όπως τυχόν αύξηση των τιμών των οικοδομικών υλικών στην πορεία εκτέλεσης του έργου ή των αμοιβών των εργατών ή των ασφαλιστικών εισφορών, ώστε να ανατρέπεται ο αρχικός προϋπολογισμός της εργολήπτριας εταιρίας.
Σε κάθε περίπτωση με το προαναφερόμενο προσύμφωνο ορίστηκαν περιοριστικά οι λόγοι ανωτέρας βίας που θα δικαιολογούσαν την μη εμπρόθεσμη παράδοση του έργου, και μεταξύ αυτών δεν ήταν η οικονομική κρίση, ενώ κατά το χρόνο κατάρτισης αυτού (Οκτώβριος του 2010) ο κατασκευαστικός κλάδος βρισκόταν ήδη προ πολλού σε κρίση ενώ το τραπεζικό σύστημα ήδη είχε κλονισθεί λόγω του ύψους των κόκκινων δανείων επιχειρηματικών και μη.
Είναι γενικώς γνωστό ότι σε χρόνο προγενέστερο της κατάρτισης του εργολαβικού προσυμφώνου, η Ελλάδα επλήγη με ιδιαίτερη σφοδρότητα από την εκδηλωθείσα ήδη από το έτος 2008 διεθνή οικονομική κρίση, εξ αιτίας της οποία αναγκάστηκε, το έτος 2010 να προσφύγει στο μηχανισμό στήριξης της ΕΚΤ. ΕΕ και ΔΝΤ, για τη χρηματοδότηση των λειτουργικών της δαπανών και την εξυπηρέτηση του υπέρογκου δημόσιου χρέους της.
Ψηφίστηκε ο νόμος [Α' Μνημόνιο] 3845/2010 [ΦΕΚ Α'65/6.5.2010] "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της Ζώνης του Ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο", με τον οποίο θεσπίστηκαν μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής και μείωσης των δημοσίων δαπανών, με μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, των δώρων εορτών Χριστουγέννων - Πάσχα και των επιδομάτων αδείας και των συντάξεων των συνταξιούχων και βοηθηματούχων όλων των Φορέων Κυρίας Ασφάλισης ενώ αυξήθηκε ο ΦΠΑ από 19% σε 23%, καθώς και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης σε καπνά, καύσιμα, αλκοόλ κλπ., επιβλήθηκε τέλος επιτηδεύματος στις επιχειρήσεις και στους ελεύθερους επαγγελματίες, θεσπίστηκε φόρος επί της ακίνητης περιουσίας [ΕΝΦΙΑ] κλπ.
Με το νόμο 3847/2010 "Επανακαθορισμός των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας συνταξιούχων και βοηθηματούχων του Δημοσίου, περιορίστηκαν τα δώρα εορτών και επιδόματα αδείας των ανωτέρω συνταξιούχων, επιβλήθηκε έκτακτη εφάπαξ εισφορά κοινωνικής ευθύνης στο καθαρό εισόδημα του έτους 2010 των νομικών προσώπων κλπ.
Το γεγονός ότι η χώρα εισερχόταν σε μία άνευ προηγουμένου οικονομική κρίση όπως και άλλες χώρες της ευρωζώνης, οι οικονομίες των χωρών της οποίας αλληλοεπηρεάζονται και αλληλοεξαρτώνται, ήταν ήδη γνωστά κατά την κατάρτιση της σύμβασης και οπωσδήποτε όφειλαν οι εναγόμενοι να λάβουν υπόψη κατά την κατάρτιση της εργολαβικής σύμβασης όπως και τους πιθανούς κινδύνους που εγκυμονούσε η εν λόγω επιχειρηματική τους κίνηση.
Παρά την ως άνω συνομολόγηση ευθύνης, δηλαδή ότι υπερέβησαν τις καθορισμένες από το εργολαβικό προθεσμίες παράδοσης του έργου, η πρώτη εναγομένη ουδόλως προέβη σε συνέχιση των εργασιών, μη ανταποκρινόμενη στις συνεχείς οχλήσεις των εναγόντων που έλαβαν χώρα πριν την προαναφερόμενη συμβατική υπαναχώρηση επί μία σχεδόν διετία, χρονικό διάστημα κατά το οποίο ουδεμία εργασία δεν πραγματοποιήθηκε.
Όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα στον πρόσθετο λόγο έφεσης όπου προβάλλουν ένσταση επίσχεσης των ακινήτων, τιμολόγια και αποδείξεις, οι εργασίες στο οικοδομικό έργο σταμάτησαν οριστικά περί το μήνα Νοέμβριο του 2012. Από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο που οι οικοπεδούχοι άσκησαν το δικαίωμά τους από τη σύμβαση να κηρύξουν έκπτωτη την εργολήπτρια εταιρία, με την κοινοποίηση σ' αυτήν στις 30.6.2014 της από 21.6.2014 εξώδικης δήλωσής τους, η ανωτέρω εταιρία είχε ήδη παύσει από τα τέλη του έτους 2012, να εκτελεί εργασίες ανοικοδόμησης στο οικόπεδο επί των οδών ...
και ... στην ..., καθώς και ότι η παύση των εργασιών οφειλόταν προφανώς σε υπαιτιότητα της εργολήπτριας εταιρείας και όχι σε γεγονός ανώτερης βίας, για το οποίο δεν θα έφερε ευθύνη. Με τα άρθρα με αριθμό 8, 9 και 23 του εργολαβικού προσυμφώνου που υπογράφηκε μεταξύ της εργολήπτριας και των οικοπεδούχων, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση υπερημερίας της εργολήπτριας εταιρείας πέραν των τριών (3) μηνών από τη λήξη της προθεσμίας παραδόσεως των ιδιοκτησιών στους οικοπεδούχους, οι τελευταίοι δικαιούνται να την κηρύξουν έκπτωτη δια μονομερούς δηλώσεώς τους που θα κοινοποιείται στην εργολήπτρια εταιρεία και να αναλάβουν την κατοχή των παρ' αυτής ανεγειρομένων κτισμάτων ώστε να προβούν στην αποπεράτωσή τους, ενώ ρητά συμφωνήθηκε επίσης ότι οι πιο πάνω συνέπειες καθυστερήσεως ισχύουν για περιπτώσεις που δεν οφείλονται σε ανωτέρα βία, στην οποία σαφώς και δεν συμπεριλαμβάνεται και η διακοπή των εργασιών για λόγους οικονομικής κρίσης που προφανώς δεν στοιχειοθετούν ανώτερη βία, ήτοι περιστατικά απρόβλεπτα και αναπότρεπτα ακόμα και με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως.
Ειδικότερα, η οικονομική κρίση, η συρρίκνωση της αγοράς πώλησης νεόδμητων κατοικιών που επήλθε μετά το έτος 2010, δεν συνιστούν λόγους που καθιστούν, σύμφωνα με την καλή πίστη, υπέρμετρα δυσβάσταχτη για τους εναγομένους την εκτέλεση της εργολαβικής σύμβασης. Οι επικαλούμενοι λόγοι θα μπορούσαν ενδεχομένως να θεμελιώσουν λόγο αναπροσαρμογής των όρων της σύμβασης σύμφωνα με τις επικρατούσες στην αγορά συνθήκες, όπως για παράδειγμα τροποποίηση των όρων αντιπαροχής υπό τους όρους της ΑΚ 388, πλην όμως κάτι τέτοιο ουδέποτε ετέθη.
Πάντως, η γενική οικονομική κρίση που εκδηλώθηκε από τις αρχές του 2010 και η επιβολή αυστηρών μέτρων λιτότητας (δημοσιονομικών και φορολογικών) με τις γνωστές αλυσιδωτές συνέπειες σε όλες τις εκφάνσεις της ελληνικής κοινωνίας δεν αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα, κατά την έννοια του άρθρου 388 του ΑΚ...
Ως έκτακτα και απρόβλεπτα περιστατικά μπορούν να χαρακτηρισθούν εκείνα, στα οποία, κυρίως, στηρίχθηκαν οι συμβαλλόμενοι, αποτέλεσαν, δηλαδή, κοινό δικαιοπρακτικό θεμέλιο. Απρόοπτη μεταβολή των περιστατικών στα οποία στηρίχθηκαν τα μέρη, μπορεί να αποτελέσει και η επιδείνωση της οικονομικής καταστάσεως της Χώρας, όταν είναι εκτάκτου φύσεως και τόσο μεγάλη, ώστε να υπερβαίνει τις συνήθεις ή λογικώς προβλεπόμενες διακυμάνσεις της σταθερότητας και να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Για να στοιχειοθετηθεί, όμως, περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ, δεν αρκεί μόνη η κατά τα άνω επιδείνωση της οικονομικής καταστάσεως της Χώρας, αλλά θα πρέπει να κριθεί σε σχέση και με τις υπόλοιπες συνθήκες και, ιδίως, το αναμενόμενο κέρδος από τη σύμβαση, την οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών με τη σύμβαση και τις υποχρεώσεις προς τρίτους που εξαρτώνται από τη σύμβαση, έτσι ώστε οι συνέπειες από την επιδείνωση της οικονομικής καταστάσεως της Χώρας να έγιναν δυσβάστακτες για το ένα των συμβληθέντων μερών και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο που, κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, αναλαμβάνει κάθε συμβαλλόμενος, όταν, μάλιστα, αποφασίζει σύναψη συμβάσεως που πρόκειται να εκτελεσθεί στο μέλλον...
Εφόσον, λοιπόν, συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ των διαδίκων μερών με το ανωτέρω εργολαβικό προσύμφωνο ότι οι πιο πάνω συνέπειες καθυστερήσεως ισχύουν για τις περιπτώσεις που δεν οφείλονται σε ανωτέρω βία, όπως στην προκειμένη περίπτωση που οφείλονται σαφώς σε υπαιτιότητα της εργολήπτριας, καθώς χωρίς λόγο αυτή δεν ολοκλήρωσε το έργο, παρέπεται ότι σύμφωνα με το νόμο οι οικοπεδούχοι κήρυξαν έκπτωτη την εργολήπτρια εταιρεία και συνεπώς, καλώντας την να τους παραδώσει την οικοδομή προκειμένου να ολοκληρώσουν οι ίδιοι τις εναπομείνασες εργασίες, προέβησαν στην άσκηση νόμιμου συμβατικού τους δικαιώματος, σύμφωνα με τους όρους του προαναφερόμενου υπ' αριθμ. 19.735/5.10.2010 εργολαβικού συμβολαίου".
Δέχθηκε δε περαιτέρω το Εφετείο και τα ακόλουθα, αξιολογώντας το σχετικό λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο αυτοί επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων: "Ο λόγος είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι οι ενάγοντες, πριν προβούν στην άσκηση του ανωτέρω συμβατικού τους δικαιώματος, επέδειξαν ανοχή και κατανόηση στην οικονομική δυσπραγία της εργολήπτριας εταιρίας και εξάντλησαν την υπομονή τους, αναμένοντας επί δύο έτη αυτή να ανακάμψει, ώστε να ανταποκριθεί στις συμβατικές της δεσμεύσεις, κάτι όμως που ακόμα και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής δεν αποδείχθηκε ότι συνέβη.
Η ανοχή αυτή, η οποία είναι τελείως δικαιολογημένη, καθώς η κήρυξη του εργολάβου ως εκπτώτου, έχει και για τους ενάγοντες δυσμενείς επιπτώσεις, αφού θα πρέπει οι ίδιοι πλέον, αντί να απολαμβάνουν τις ιδιοκτησίες που θα περιέρχονταν σε αυτούς ως αντιπαροχή, να επιμεληθούν για την αποπεράτωση της οικοδομής, απευθυνόμενοι ενδεχομένως σε έτερο εργολάβο, με όποια καθυστέρηση και ανασφάλεια αυτό συνεπάγεται.
Συνεπώς, η πάροδος του ανωτέρω χρονικού διαστήματος υπήρξε απολύτως δικαιολογημένη και προς όφελος των εναγομένων, ώστε δεν δύναται να υποστηριχθεί ότι η εκ των υστέρων άσκηση του ως άνω συμβατικού δικαιώματος έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 399 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέα και όχι αυτήν του άρθρου 700 ΑΚ, ενόψει του ότι τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, μετά και την ερμηνεία, κατά τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, του όρου "έκπτωση", που περιλήφθηκε στη σύμβαση και στην οποία προέβη το δικαστήριο, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της συμβατικής υπαναχώρησης του εργοδότη από τη σύμβαση έργου, λόγω μη εκτέλεσης του έργου στη συμφωνηθείσα προθεσμία και που αντιβαίνει για το λόγο αυτό στη σύμβαση και όχι αυτή της καταγγελίας της σύμβασης έργου.
Ειδικότερα, το Εφετείο, ερμηνεύοντας τον όρο "έκπτωση" του 23ου όρου του εργολαβικού συμφώνου, δέχθηκε ότι οι εργοδότες-ενάγοντες επιφύλαξαν για τον εαυτό τους δικαίωμα υπαναχώρησης από την εργολαβική σύμβαση, για την περίπτωση κατά την οποία η πρώτη εναγομένη εργολάβος (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) δεν εκπλήρωνε από δική της υπαιτιότητα τις συμβατικές της υποχρεώσεις και ότι επειδή η ως άνω εργολάβος εταιρεία δεν εκτέλεσε από υπαιτιότητά της το έργο που ανέλαβε έως την συμφωνηθείσα προθεσμία, ήτοι μέχρι τις 30-10-2012, οι ενάγοντες της κοινοποίησαν την από 21-6-2014 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία, ασκώντας νόμιμο συμβατικό τους δικαίωμα, την κήρυξαν έκπτωτη από το έργο, με περαιτέρω αποτέλεσμα τη λύση αναδρομικά της σύμβασης έργου.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι εσφαλμένα εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 399 ΑΚ, ενώ δεν εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, παρότι κατά τους ισχυρισμούς τους συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, είναι αβάσιμος.
Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κύριες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της και πλεοναστικές που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό της, εφόσον οι πρώτες αιτιολογίες από αυτές δεν πλήττονται ή δεν πλήττονται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όσο απευθύνεται κατά των πλεοναστικών αιτιολογιών, εφ' όσον η μη πληττόμενη ή μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
Πλεοναστικές είναι οι αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ ΑΠ 13/1995, ΑΠ 918/2019, 755/2018, ΑΠ 551/2017, ΑΠ 763/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 388 ΑΚ. Ότι συγκεκριμένα, δέχθηκε ότι η οικονομική κρίση και η συρρίκνωση της αγοράς και πώλησης νεόδμητων κατοικιών που επήλθε μετά το έτος 2010, δεν συνιστούν λόγους που καθιστούν, σύμφωνα με την καλή πίστη, υπέρμετρα δυσβάσταχτη την εκτέλεση της εργολαβικής σύμβασης και ότι η γενική οικονομική κρίση με τις γνωστές αλυσιδωτές συνέπειές της στην ελληνική κοινωνία δεν αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα κατά την έννοια του άρθρου 388 ΑΚ.
Από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό των εναγομένων-αναιρεσειόντων ότι η τυχόν υπερημερία τους στην εκτέλεση του έργου οφείλεται σε γεγονός ανώτερης βίας και συγκεκριμένα στην οικονομική κρίση που έπληξε τη Χώρα εκείνο το χρονικό διάστημα, ισχυρισμό που αυτοί πρότειναν πρωτοδίκως και επανέφεραν και ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης, καθώς έκρινε ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε αορίστως.
Δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο και αξιολογώντας περαιτέρω τον ισχυρισμό των εναγομένων περί ανωτέρας βίας, ότι "... η γενική οικονομική κρίση που εκδηλώθηκε από τις αρχές του 2010 και η επιβολή αυστηρών μέτρων λιτότητας (δημοσιονομικών και φορολογικών) με τις γνωστές αλυσιδωτές συνέπειες σε όλες της εκφάνσεις της ελληνικής κοινωνίας δεν αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα κατά την έννοια του άρθρου 388 ΑΚ".
Η αιτιολογία αυτή είναι πλεοναστική, καθώς εκφέρθηκε εκ περισσού, δεδομένου ότι, όπως δέχεται και η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν τέθηκε από τους εναγομένους ισχυρισμός βασιζόμενος στη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, ούτε άλλωστε οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι προέβαλαν ενώπιον του Εφετείου τέτοιο ισχυρισμό.
Επομένως, ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι αλυσιτελής και συνεπώς κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανωτέρω πλεοναστική αιτιολογία, ήτοι αιτιολογία που δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της η μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης κύρια αιτιολογία της απόφασης ότι προβλήθηκε αορίστως ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η τυχόν υπερημερία τους στην εκτέλεση του έργου οφείλεται σε γεγονός ανώτερης βίας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 325, 326, 1103 και 1106 AK προκύπτει ότι ο νομέας του πράγματος, εναγόμενος από τον κύριο αυτού προς απόδοσή του, εφόσον έχει αξίωση κατά του κυρίου για απόδοση δαπανών που έκανε στο πράγμα, από τις οποίες αυξήθηκε η αξία του (επωφελείς δαπάνες), έχει και δικαίωμα επίσχεσής του, δικαιούται, δηλαδή, να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος μέχρι να ικανοποιηθεί για τις δαπάνες που του οφείλονται.
Για να είναι, όμως, ορισμένη η ένσταση επίσχεσης για τις ανωτέρω δαπάνες, πρέπει κατ' αρχήν εκείνος να επικαλείται ότι ήταν καλής πίστεως νομέας και να καθορίζει σαφώς και κατά τρόπον ορισμένο, τις επί μέρους πραγματοποιηθείσες εργασίες και τις αμοιβές των εργασθέντων προσώπων, καθώς επίσης τις ποσότητες και τις τιμές των χρησιμοποιηθέντων υλικών, εν τέλει δε το ύψος κάθε μιας δαπάνης χωριστά, με ειδική ονοματοδοσία του περιεχομένου της, ώστε να παρέχεται η ευχέρεια στον μεν εναγόμενο να προβάλει την αναγκαία άμυνά του, στο δε δικαστήριο να ελέγξει τη βασιμότητα κάθε κονδυλίου, ενώ θα πρέπει, επίσης, να προσδιορίζεται και η αξία του πράγματος κατά το χρόνο απόδοσής του, με και χωρίς τη βελτίωσή του, που επήλθε με τις δαπάνες, προκειμένου να κριθεί αν και κατά πόσο σώζεται η επελθούσα αύξηση της αξίας του (ΟλΑΠ 1220/1975, ΑΠ 1104/2018, ΑΠ 944/2013).
Εξάλλου, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ή την καταλυτική της αγωγής ένσταση, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή ή την προαναφερόμενη ένσταση, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' εκείνη, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της ως άνω ένστασης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 299/2020, ΑΠ 886/2018, ΑΠ 1104/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς, όπως διατείνονται, το Εφετείο λανθασμένα απέρριψε ως αόριστη την ένσταση επίσχεσης, την οποία πρότειναν παραδεκτά το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τους πρόσθετους λόγους της έφεσής τους.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του από ... δικογράφου των πρόσθετων λόγων έφεσης, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο πρόσθετο λόγο προέβαλαν την ένσταση επίσχεσης για επωφελείς δαπάνες τις οποίες διενήργησαν στο ακίνητο των εναγόντων, προσκομίζοντας τα σχετικά παραστατικά των δαπανών. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι με την εργολαβική σύμβαση συμφωνήθηκε να περιέλθουν στην πρώτη εναγομένη εργολήπτρια εταιρεία ή στα πρόσωπα που αυτή θα υποδείξει, τα 548,45/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, που αντιστοιχούν στις οριζόντιες ιδιοκτησίες που εκτίθενται στο λόγο αυτό, αυτή δε, σε αντάλλαγμα της μεταβίβασης, αποδέχθηκε να κατασκευάσει με τις δικές της δαπάνες την τετραώροφη οικοδομή με υπόγειο, με το σύστημα της αντιπαροχής.
Ότι η εμπορική αξία της κάθε επί μέρους οριζόντιας ιδιοκτησίας, ανάλογα με το είδος εκάστης (αποθήκη, θέση στάθμευσης, κατάστημα, διαμέρισμα) είναι η αναφερόμενη αναλυτικά στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 2.088.000 ευρώ. Ότι για τις οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες, οι οποίες είναι ημιτελείς, δαπάνησαν τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για τα υλικά και τις ποσότητές τους, που επίσης αναφέρουν, με βάση τα εκδοθέντα τιμολόγια πώλησης και ότι δαπάνησαν επίσης και τις αναφερόμενες αμοιβές των εργατών με τις ασφαλιστικές τους εισφορές, καθώς και τις αμοιβές των αναφερομένων προσώπων (πολιτικό και ηλεκτρολόγο μηχανικό, ηλεκτρολόγο, συμβολαιογράφο), που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 550.153,31 ευρώ.
Με βάση τα περιστατικά αυτά προέβαλαν κατά της αγωγής την ένσταση επίσχεσης για την αξία των οριζόντιων ιδιοκτησιών που έπρεπε με βάση την εργολαβική σύμβαση να περιέλθουν στην κατασκευάστρια εταιρεία, συνολικού ποσού 2.088.000 ευρώ και επικουρικά για το ποσό των 550.153.31 ευρώ που αντιπροσωπεύει τις δαπάνες ανέγερσης στο σύνολό τους.
Με αυτό το περιεχόμενο η ένσταση αυτή είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα ως απαράδεκτη. Και, τούτο, διότι, σύμφωνα και με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν γίνεται κατ' αρχήν επίκληση της καλής πίστης των εκκαλούντων. Επίσης, αναφέρεται η εμπορική αξία των οριζόντιων ιδιοκτησιών που κατασκευάσθηκαν και όχι η αξία αυτών στην κατάσταση που βρίσκονται, ως ημιτελείς, κατά το χρόνο απόδοσής τους, ώστε να προκύψει το ποσό κατά το οποίο αυξήθηκε η αξία του ακινήτου των εναγόντων.
Τούτο δε, σε συνάρτηση και με τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν οι εναγόμενοι-εκκαλούντες για την κατασκευή των οριζοντίων ιδιοκτησιών, για τις οποίες οι τελευταίοι δεν εξειδικεύουν τις εργασίες τις οποίες εκτέλεσαν στην οικοδομή, με την αναφορά κάθε επί μέρους εργασίας, των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για κάθε μία, ανά ποσότητα και τιμή και τις αντίστοιχες αμοιβές του τεχνικού προσωπικού.
Επομένως, ο, τα αντίθετα, υποστηρίζων σχετικός τρίτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατά μεν την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, καθώς και με εκείνη του άρθρου 237 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι για την πληρότητα της ένστασης που έχει έρεισμα τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως και για το παραδεκτό αυτής, πρέπει, αφενός μεν να προταθούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό από τον εναγόμενο, που ζητεί την απόρριψη της αγωγής, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση και να γίνει επίκληση της κατάχρησης που προκύπτει από τα περιστατικά αυτά, αφετέρου δε να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής και για την αιτία αυτή (ΟλΑΠ 472/83, ΑΠ 65/2005).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 527 αρ. 6 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται κατ` εξαίρεση η προβολή για πρώτη φορά πραγματικών ισχυρισμών, ήτοι πραγματικών περιστατικών που αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις, οι οποίοι δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, μεταξύ των άλλων και όταν αποδεικνύονται εγγράφως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων έφεσης προβλήθηκε στο Εφετείο η συμπλήρωση της ένστασης καταχρηστικότητας της καταγγελίας των ήδη αναιρεσιβλήτων, η οποία είχε προβληθεί και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, καθώς και με το δικόγραφο της έφεσης.
Ότι για τη συγκεκριμένη ένσταση το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι "... η επιχειρούμενη από τους εκκαλούντες βελτίωση και συμπλήρωση της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος που επιχειρήθηκε με τον τρίτο πρόσθετο λόγο είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, όπως και ο σχετικός λόγος έφεσης, καθόσον είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη η προβολή από τους εκκαλούντες πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, αφού οι εκκαλούντες δεν επικαλούνται σ' αυτόν ότι η καθυστερημένη προβολή των εν λόγω περιστατικών στο Εφετείο έγινε από δικαιολογημένη αιτία, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 527 ΚΠολΔ".
Ισχυρίζονται δε περαιτέρω ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτη την ανωτέρω ένστασή τους, καθώς τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν το πρώτον στο Εφετείο στηρίζονταν σε δύο δημόσια έγγραφα και μάλιστα στα με αριθμούς 20.485/20-9-2011 και 20.2-5-2012 πωλητήρια συμβόλαια, όπως προβλέπεται από το άρθρο 527 ΚΠολΔ.
Ότι με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες πρότειναν με τις πρωτόδικες προτάσεις τους προς απόρριψη της αγωγής την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων.
Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και οι αναιρεσείοντες επανέφεραν την ένστασή τους αυτή ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο της από 25-9-2019 έφεσή τους, η οποία επίσης απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Επίσης, με το από ... δικόγραφο των πρόσθετων λόγων έφεσης και συγκεκριμένα με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν τα ακόλουθα: "Συμπλήρωση της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος που υποβλήθηκε με την έφεσή μας.
Με την υπό κρίση έφεση ζητάμε την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι απορρίφθηκε η νόμιμα και εμπρόθεσμα υποβληθείσα (ένσταση) στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Έχουμε διανύσει ευδόκιμη θητεία στο χώρο της οικοδομής και οι κριτικές για το έργο μας είναι οι καλύτερες γιατί οι κατασκευές μας ξεπερνούν κατά πολύ τις συμβατικές μας υποχρεώσεις.
Την επίδικη οικοδομή την ξεκινήσαμε με πολύ μεράκι θέλοντας να είμαστε οι πρώτοι με διαφορά. Προσλάβαμε τα καλύτερα συνεργεία, συνεργαστήκαμε με τους καλύτερους προμηθευτές και αγοράσαμε τα καλύτερα υλικά των καλύτερων εμπόρων. Από το σκυρόδεμα, τον οπλισμό κλπ. πάντοτε μπήκε το καλύτερο και σε περισσότερη ποσότητα από αυτή που απαιτούνταν και κατασκευαστικά απέμεναν εργασίες 10% επί του συνόλου για να αποπερατωθεί.
Εάν δεν υπήρχε η οικοδομική κρίση οι οριζόντιες ιδιοκτησίες θα ήταν ανάρπαστες. Λόγω κρίσης ο κατασκευαστικός κλάδος της οικοδομής κατέρρευσε. Το καταλυτικό γεγονός της κατάρρευσης το προκάλεσαν υπαίτια οι αντίδικοι, με σκοπό να μας καταστρέψουν, να πάρουν την οικοδομή και να σφετεριστούν τα χρήματά μας και τον κόπο μας.
Συγκεκριμένα, άρχισαν να ξεπουλούν διαμερίσματα "αντί πινακίου φακής". Με το με αριθμό 20.485/20-9-2011 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Γ. Π. - Π. πώλησαν στον Θ. Τ. και τη σύζυγό του Π. Κ. το υπό στοιχεία ΑΛΦΑ-ΠΕΝΤΕ (Α-5) διαμέρισμα του Α' ορόφου με καθαρό εμβαδόν 103,72 μ2 και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 56,53/1000 αδιαιρέτως αντί του ποσού των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, ποσό που είναι κατά πολύ μικρότερο του κατασκευαστικού κόστους.
Συνέχισαν και με το με αριθμό ...2012 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Γ. Π. - Π. πώλησαν στους Σ. Π. και τη σύζυγό του Σ. Σ. το υπό στοιχεία ΑΛΦΑ-ΕΝΑ (Α-1) διαμέρισμα του Α' ορόφου, με καθαρό εμβαδόν 86,99 μ2 και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 47,41/1000 αδιαιρέτως με τίμημα πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, ποσό που είναι και αυτό κατά πολύ μικρότερο του κατασκευαστικού κόστους.
Το τίμημα της πώλησης των προαναφερομένων διαμερισμάτων αποδεικνύεται από τα συμβόλαια πώλησης (δημόσια έγγραφα). Το γεγονός της πώλησης με ευτελές τίμημα διαμερισμάτων της οικοδομής έγινε αμέσως γνωστό όχι μόνο στην ..., αλλά και στην ευρύτερη περιοχή. Έτσι κυκλοφόρησε ευρύτατα η φήμη ότι "ξεπουλήσαμε διαμερίσματα και κοιτάμε να βγάλουμε τη ζημιά με την πώληση των υπολοίπων".
Οι αντίδικοι βέβαια γνώριζαν ότι με τον τρόπο αυτό μας κατέστρεφαν, αφού απέτρεπαν τους αγοραστές (όπως και γινόταν), αλλά κινήθηκαν με σκοπό την εκδίωξή μας από την οικοδομή και την παράνομη ωφέλειά τους. Εμείς μείναμε με την δαπάνη και το μόχθο μας και οι αντίδικοι πολλαπλασίασαν παράνομα το οφέλη τους.
Έτσι οι αντίδικοι με την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβαν στο στάδιο αποπεράτωσης (χωρίς να δαπανήσουν ή να ιδρώσουν) μία οικοδομή που οι εκκαλούντες εξαρχής με μεράκι και πολυτέλεια κατασκευάσαμε και δαπανήσαμε, όπως παραπάνω αναφέραμε, γεγονός που αποδοκιμάζεται από το νομοθέτη στο άρθρο 281 ΑΚ, αφού με την πώληση έστω και μικρού μέρους από τις ιδιοκτησίες της οικοδομής θα είχαμε αποπερατώσει το έργο και δεν θα είχαμε αυτή την εμπλοκή, που η ανώτερη βία και η συμπεριφορά των αντιδίκων προκάλεσε".
Ωστόσο, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνονται στον τρίτο πρόσθετο λόγο έφεσης, δεν συνιστούν αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό κατά την έννοια του άρθρου 527 ΚΠολΔ και μάλιστα την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, καθώς, ναι μεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά για τη συγκρότηση της ένστασης αυτής, δεν διατυπώνεται όμως αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή.
Άλλωστε και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες, τότε εκκαλούντες, αναφέρουν στον ανωτέρω πρόσθετο λόγο της έφεσής τους ότι συμπληρώνουν με το λόγο αυτό και με τα αναφερόμενα νέα πραγματικά περιστατικά, την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος που επαναφέρθηκε με την έφεσή τους και όχι ότι προτείνουν ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, αιτούμενοι, μετά την εξαφάνιση της εκκληθείσας απόφασης, την απόρριψη της αγωγής.
Συνεπώς, ο εξεταζόμενος τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος, δεδομένου οι αναιρεσείοντες εκλαμβάνουν τον ως άνω πρόσθετο λόγο έφεσης ως αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό για τον οποίο μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 527 αρ. 6 ΚΠολΔ (επιτρεπτό της προβολής το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη πραγματικού ισχυρισμού, που δεν προτάθηκε πρωτοδίκως, εφόσον αποδεικνύεται εγγράφως), ενώ δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω η διάταξη αυτή, καθώς δεν πρόκειται για πραγματικό ισχυρισμό, τον οποίο προϋποθέτει η εν λόγω διάταξη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7, 8, 9, 10 και 11 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, με την οποία καθορίζεται η υλική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, ανήκει στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, το οποίο, αν χρειάζεται, μπορεί να διατάξει απόδειξη, ότι για την εκτίμηση του αντικειμένου της διαφοράς λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της αγωγής, ότι σε περίπτωση ομοδικίας, αν πρόκειται για διαιρετά δικαιώματα, λαμβάνεται υπόψη το αίτημα κάθε ενάγοντος ή το αιτούμενο από κάθε εναγόμενο, και αν οι απαιτήσεις υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα διαφόρων δικαστηρίων, αρμόδιο είναι το ανώτερο από αυτά, ότι για τον υπολογισμό της αξίας λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που ασκείται η αγωγή και τέλος, ότι η αξία του αντικειμένου της διαφοράς προσδιορίζεται για τη νομή από την αξία του πράγματος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 14 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, "1. Στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων υπάγονται: α) όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήματα και που η αξία του αντικειμένου τους δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ..., 2. Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήματα και που η αξία του αντικειμένου τους είναι πάνω από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ, δεν υπερβαίνει όμως το ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ.", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 16 ιδίου ως άνω Κώδικα, όπως αυτό ίσχυε κατά τον ίδιο πιο πάνω χρόνο, "Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται, ακόμη και αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ: ..., 12) οι διαφορές από προσβολή της νομής ή κατοχής κινητών και ακινήτων".
Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις των άρθρων 14 και 16 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην εξαιρετική αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου υπάγονται, μεταξύ των άλλων, και οι διαφορές από την προσβολή της νομής και επομένως και οι περί αποβολής από τη νομή, ότι η εξαιρετική αυτή αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου υφίσταται μόνο εφόσον η αξία της νομής του ακινήτου υπερβαίνει το όριο της αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου και ότι η εξαιρετική αυτή αρμοδιότητά του έχει θεσπιστεί σε βάρος της καθ' ύλην αρμοδιότητας του πολυμελούς πρωτοδικείου, του οποίου η αρμοδιότητα αποκλείεται σε κάθε περίπτωση για τις διαφορές αυτές.
Επίσης, κατά το άρθρο 218 παρ. 1 ΚΠολΔ "Περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου, οι οποίες πηγάζουν από την ίδια ή διαφορετική αιτία, αφορούν το ίδιο ή διαφορετικό αντικείμενο και στηρίζονται στον ίδιο ή διαφορετικό λόγο μπορούν να ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο αγωγής, α)... β) αν στο σύνολό τους υπάγονται λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου εισάγονται".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αντικειμενική σώρευση αγωγών προϋποθέτει την υπαγωγή των σωρευόμενων αξιώσεων λόγω ποσού στο σύνολό τους στο δικαστήριο στο οποίο εισάγονται. Αν οι αξιώσεις αυτές αποτιμώνται σε χρήμα, τότε γίνεται συνυπολογισμός αυτών για να διαπιστωθεί η καθ' ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 2072/2022, ΑΠ 700/2019). Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αγωγής τους, όπως αυτή παραδεκτά επισκοπείται, οι ενάγοντες εξέθεταν ότι η πρώτη εξ αυτών έχει το δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας στα 50/100 αδιαιρέτως, ο δε δεύτερος εξ αυτών έχει το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας στα εκατοστά αυτά αδιαιρέτως, ενώ έχει και το δικαίωμα πλήρους κυριότητας στα υπόλοιπα 50/100 αδιαιρέτως, έχοντας και την οιονεί νομή και νομή αντίστοιχα με τα ίδια ποσοστά εξ αδιαιρέτου σε ένα οικόπεδο και συγκεκριμένα στα 978,32/1000 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 1.161,29 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο ....
Ότι με το ... προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό και σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου ... Γ. Π.-Π., ανέθεσαν στην πρώτη εναγομένη εταιρεία, δια του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερου εναγομένου, την ανέγερση οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, η οποία θα αποτελείται από τις αναφερόμενες 33 οριζόντιες ιδιοκτησίες (10 αποθήκες του υπογείου, 9 κλειστές θέσεις στάθμευσης του υπογείου, 3 καταστήματα του ισογείου και 11 διαμερίσματα στον πρώτο, δεύτερο και τρίτο όροφο).
Ότι συμφωνήθηκε με το ανωτέρω συμφωνητικό ότι η εργολάβος εταιρεία πρώτη εναγομένη θα αποπερατώσει την πολυκατοικία μέχρι τις 30-12-2012. Ότι όμως, η πρώτη εναγομένη υπερέβη αδικαιολόγητα την προθεσμία περαίωσης της κατασκευής της οικοδομής για διάστημα πλέον των 18 μηνών και ότι για το λόγο αυτό με την από 21-06-2014 εξώδικη δήλωσή τους, που της κοινοποίησαν στις 30-06-2014, την κήρυξαν έκπτωτη από το έργο και ζήτησαν να τους παραδώσει τα κλειδιά της εισόδου της πολυκατοικίας, καθώς και τα σχέδια, τις μελέτες και τα λοιπά στοιχεία, ώστε να συνεχίσουν οι ίδιοι την αποπεράτωση της πολυκατοικίας.
Ότι ενόψει του γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη δεν ανταποκρίθηκε στο ανωτέρω αίτημά τους, με αποτέλεσμα να τους αποβάλει από τη νομή τους επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών που κατασκεύασε κατά ένα μέρος, οι ενάγοντες ζήτησαν με την αγωγή τους να αναγνωρισθούν συννομείς όλων των προβλεπομένων με τη σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους αποδώσουν τη νομή των εν λόγω οριζοντίων ιδιοκτησιών, την αξία της οποίας νομής υπολογίζουν για όλες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες στο συνολικό ποσό των 700.000 ευρώ.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητά της να εκτίθεται σ' αυτήν η αξία της νομής κάθε μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι για τη θεμελίωση της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου, στο οποίο ασκήθηκε η αγωγή, αρκούσε η αναφορά της συνολικής αξίας της νομής των τριάντα τριών οριζοντίων ιδιοκτησιών, όπως την υπολόγισαν οι ενάγοντες με την αγωγή τους και την οποία δεν αμφισβήτησαν οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες.
Τούτο δε αν επί πλέον ληφθεί υπόψη ότι μόνο η αξία της νομής του δευτέρου των εναγόντων, η οποία νομή είναι διαιρετό δικαίωμα και την απόδοση της οποίας αιτήθηκε αυτός από τον καθένα από τους δύο εναγομένους, υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των 20.000 ευρώ, που αποτελεί το όριο της αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ως ορισμένη, την αγωγή, απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι στην ένδικη αγωγή δεν αναφέρεται η αξία της νομής κάθε μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας, ώστε, αφού γίνει άθροιση της κάθε μίας αξίας, να εξαχθεί η συνολική αξία των ακινήτων και να προκύψει η καθ' ύλην αρμοδιότητα, με αποτέλεσμα η αγωγή να είναι αόριστη ως προς το σκέλος αυτό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων. Δεν αποκλείεται, βεβαία, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1520/2021, ΑΠ 410/2021, ΑΠ 573/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, οι ενάγοντες είχαν ασκήσει την από 01-12-2014 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., αιτούμενοι τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και ειδικότερα την προσωρινή αναγνώριση αυτών ως (συν)νομέων των περιγραφομένων οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής και την απόδοση σ' αυτούς της νομής τους.
Ότι επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 9/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση. Ότι με τις προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προς απόδειξη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καταγγελίας εκ μέρους των εναγόντων, καθώς και της ένστασης επίσχεσης που προέβαλαν ενώπιον του Εφετείου, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τα, με αριθμό 9/2015, πρακτικά του Ειρηνοδικείου ...
και ιδιαίτερα την κατάθεση του μάρτυρά τους, Σ. Α. του Κ./νου (πολιτικού μηχανικού), ο οποίος κατέθεσε ότι οι ίδιοι δαπάνησαν εννιακόσιες χιλιάδες ευρώ και ότι για να τελειώσει η οικοδομή απαιτούντο άλλες διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ. Ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση αυτή του μάρτυρά τους, ενώπιον του Ειρηνοδικείου, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι ενάγοντες δεν άσκησαν καταχρηστικά το δικαίωμά τους για υπαναχώρηση από τη σύμβαση έργου, την οποία συνήψαν με τους αναιρεσείοντες (ως προς την ένσταση επίσχεσης που πρότειναν οι αναιρεσείοντες, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ότι προβλήθηκε αορίστως) ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα "Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τέλος λαμβάνοντας υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας...".
Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο και συγκεκριμένα τα με αριθμό 9/2015 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου ..., στα οποία περιεχόταν και η κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων Σ.
Α.. Πλην όμως, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις των αναιρεσειόντων την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών τους.
Συνεπώς, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος του (άρθρα 176, 182, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-10-2021 αίτηση του Ε. Κ. και της εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." για αναίρεση της 393/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του 2ου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ