Legislator Case Law & Legislation
716/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision for retroactive application of new salary law provisions.

Case Number 716/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance judgment regarding labor remuneration. The lower court incorrectly applied expired collective agreement terms while ignoring mandatory statutory provisions that limited salary components to specific allowances. The court ruled that the first instance violated substantive law by failing to apply the new law's restrictions on salary structure retroactively.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 para. 4 of the 6/28-2-2012 Council of Ministers Act; Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure: The court must apply mandatory statutory provisions limiting salary components retroactively when they supersede expired collective agreements, and a violation of such provisions constitutes grounds for annulment.

Keywords

AI generated
labor remuneration retroactive application collective agreement statutory provisions annulment of judgment salary structure mandatory law

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 para. 4 of the 6/28-2-2012 Council of Ministers Act
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 575 of the Code of Civil Procedure
Art. 568 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 576 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 716 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 716/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βάγια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατάθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ι. Κ. του Β., κατοίκου …, 2) Α. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 3)Μ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 4)Χ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 5)Σ. Τ. του Γ., κατοίκου ... 6)Ι. Π. του Β., κατοίκου ... ..., 7)Χ. Π. του Δ., κατοίκου ... 8)Π. Μ. του Λ., κατοίκου ... 9)Δ. Γ. του Ε., κατοίκου ... ..., 10)Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 11)Κ. Σ. του Α., κατοίκου Α. Ν. ..., 12) Σ. Π. του Α., κατοίκου ... ..., και 13) Α. Ν. του Α.. Οι 1ος, 2η, 3η, 4η, 5ος, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος, 11ος και 12η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία - Κωνσταντίνα Αποστολοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις και οι 6ος και 13η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/10/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, επί της οποίας εκδόθηκε η 386/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 16/1/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 575 ΚΠολΔ, με αίτηση του Εισαγγελέα, του εισηγητή ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο. Τα εδάφια τρίτο και τέταρτο της παρ. 4 του άρθρου 226 εφαρμόζονται και εδώ.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους διαδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα...

Τέλος, το άρθρο 576 ορίζει, στην παρ.1, ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, στην παρ. 2, ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση και τέλος στην παρ. 3, ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, σε μεταγενέστερη δικάσιμο, ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο κατά την οποία χορηγήθηκε η αναβολή, δεν καλείται και πάλι για εμφάνιση κατά τη νέα, μετά την αναβολή, δικάσιμο, εφόσον όμως είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά την αρχική, από την οποία η αναβολή, δικάσιμο, οπότε η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο επέχει θέση κλήτευσής του.

Διαφορετικά απαιτείται νέα κλήτευσή του για τη συζήτηση που γίνεται με επίδοση και πράξης προσδιορισμού δικασίμου από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση κατά το άρθρο 568 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν, αν δεν γίνει τέτοια κλήτευση στη μετ' αναβολή δικάσιμο, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση όχι μόνο για τον απόντα διάδικο αλλά για όλους τους διαδίκους. (ΑΠ 1700/2006, ΑΠ 1261/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης ορίσθηκε αρχικά να συζητηθεί στη δικάσιμο της 14-1-2020. Κατ' αυτήν αναβλήθηκε η συζήτηση με επισημείωση στο πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (13-10-2020), κατά την οποία, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση δεν εμφανίσθηκαν ο έκτος και η δέκατη τρίτη των αναιρεσιβλήτων.

Όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα από 4-9-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Εύβοιας Γ. Π., ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς παράσταση κατά τη δικάσιμο της 14-1-2020, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην Ευαγγελία - Κωνσταντίνα Αποστολοπούλου, δικηγόρο και κάτοικο ..., υπό την ιδιότητά της ως πληρεξούσιας δικηγόρου και αντικλήτου των εφεσιβλήτων.

Οι διάδικοι όμως αυτοί, ήτοι ο έκτος και η δέκατη τρίτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν κατά τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας μετ' αναβολή, από την αρχική, δικάσιμο, ούτε υπέβαλαν την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία των ανωτέρω διαδίκων.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου (αίτησης αναίρεσης) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ ΑΠ 5/2001) και όχι κατά το χρόνο συζήτησης αυτής.

Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Συνεπώς, τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον παρέλθει άκαρπη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ή χωρήσει εντός της ανωτέρω προθεσμίας παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής αυτής με έφεση ή παραίτηση από το ήδη ασκηθέν κατ' αυτής τακτικό ένδικο μέσο της έφεσης. (ΑΠ 318/2017). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 518 ΚΠολΔ, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα.

Συνεπώς, η, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφού έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε άκαρπη η παραπάνω τριακονθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της εκκαλούμενης πρωτοδίκης απόφασης (ή σε περίπτωση μη επίδοσης αυτής, η διετής πλέον καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευσή της, κατά την παρ. 2 του άρθρου 518 ΚΠολΔ), είτε, διότι, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ένδικου μέσου της έφεσης, ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, οπότε έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1 β ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη 386/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 19-11-2018 (βλ. την σχετική επισημείωση επί του σώματος της άνω απόφασης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Εύβοιας Ν.

Τ.). Κατά συνέπεια, αυτή κατέστη τελεσίδικη στις 19-12-2018, εφόσον δεν ασκήθηκε έφεση κατ' αυτής από κανένα των διαδίκων. Επομένως, εφόσον η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στις 17-1-2019, είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 24-10-2017 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν, ότι απασχολήθηκαν στο εργοστάσιο που διατηρεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα στη ..., συνεχώς από την 1-1-2013 έως και τις 31-12-2015 και εξακολουθούν μέχρι την άσκηση της αγωγής να απασχολούνται σε αυτό, έχοντας προσληφθεί από την εναγομένη, νομίμως εκπροσωπούμενης, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα και έναντι συμφωνημένου μηνιαίου μισθού (για το παραπάνω χρονικό διάστημα).

Ότι από της προσλήψεως αυτών και καθόλο το ένδικο παραπάνω χρονικό διάστημα οι ελάχιστοι όροι αμοιβής και εργασίας τους διέπονταν και ρυθμίζονταν από την εκάστοτε ισχύουσα κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατών και υπαλλήλων τσιμεντοβιομηχανίας όλης της χώρας, η οποία υπογράφεται μεταξύ του Συνδέσμου Επιχειρήσεων των Βιομηχανιών (ΣΕΒ), του οποίου η εναγομένη είναι μέλος, και της Ομοσπονδίας Εργατών Τεχνιτών και Υπαλλήλων Τσιμέντων, της οποίας είναι μέλος η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση (Επιχειρησιακό Σωματείο Εργαζομένων) με την επωνυμία "'Ενωση Εργαζομένων Τσιμέντων ..." της οποίας όλοι οι ενάγοντες είναι μέλη.

Ότι πέραν των προβλεπομένων από την Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Τσιμεντοβιομηχανίας παροχών, μεταξύ της εναγομένης και του άνω επιχειρησιακού σωματείου είχαν συναφθεί διμερείς συμφωνίες για τη χορήγηση επιπλέον παροχών, που ήδη προβλέπονταν από άλλες πηγές ρύθμισης των όρων εργασίας τους, και ότι κατά μήνα Μάϊο του έτους 2012 η εναγομένη προέβη, μονομερώς και χωρίς τη συναίνεσή τους σε περικοπές επιμέρους παροχών τους και συγκεκριμένα: 1) κατέβαλε μειωμένο το προβλεπόμενο από τη ΣΣΕ Τσιμεντοβιομηχανίας επίδομα γάμου, υπολογίζοντας αυτό σε ποσοστό 10% επί του βασικού μισθού και όχι όπως ορίζεται στο άρθρο 3Β της ΣΣΕ Τσιμεντοβιομηχανίας, δηλαδή σε ποσοστό 10% επί του βασικού μισθού προσαυξημένου με το επίδομα τριετιών, 2) συνεπεία της ως άνω μείωσης του επιδόματος γάμου στους έγγαμους εργαζόμενους, κατέβαλε μειωμένο και το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο ανέρχεται με το άρθρο 3Γ της ως άνω ΣΣΕ σε ποσοστό 20% επί του βασικού μισθού προσαυξημένου με τα επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας και επιδόματος γάμου (20% χ βασικός μισθός + επίδομα πολυετούς υπηρεσίας + επίδομα γάμου), 3) περιέκοψε το προβλεπόμενο από την ως άνω ΣΣΕ επίδομα διαχειριστικών λαθών, 4) περιέκοψε το επίδομα ειδικών συνθηκών 44,02 ΕΥΡΩ, το οποίο καταβαλλόταν δυνάμει διμερούς συμφωνίας σε όσους εργαζόμενους χρησιμοποιούν για την εκτέλεση της εργασίας τους οθόνες οπτικής απεικόνισης, 5) περιέκοψε το ποσό των 165 ΕΥΡΩ, που είχε ορισθεί με διμερή συμφωνία ως ελάχιστη θετική διαφορά μεταξύ του προβλεπόμενου μισθού από την ως άνω ΣΣΕ και του καταβαλλόμενου μισθού, 6) περιέκοψε σε ορισμένες ειδικότητες εργαζομένων το προβλεπόμενο από διμερή συμφωνία επίδομα υπευθυνότητας το οποίο ανέρχεται σε ποσοστό 10% επί του βασικού μισθού της ως άνω ΣΣΕ προσαυξημένου με το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, 7) περιέκοψε στους πρακτικούς μηχανικούς Α', Β' και Γ' το τεχνικό επίδομα, το οποίο ανέρχεται σε ποσοστό 10% επί του βασικού μισθού της ως άνω ΣΣΕ, 8) περιέκοψε το επίδομα Κυριακής/αργίας, που προβλέπεται από την ως άνω ΣΣΕ και 9) μείωσε την προσαύξηση νυκτερινής εργασίας από το ποσοστό 40% που είχε συμφωνηθεί με διμερή συμφωνία, στο ποσοστό 25% που προβλέπει ο νόμος.

Και ότι καθένας από τους ενάγοντες διατηρεί έναντι της εναγομένης και για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 31-12-2015 τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για διαφορές αποδοχών. Βάσει του ανωτέρω ιστορικού οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε καθέναν από τους ενάγοντες τα αναφερόμενα ποσά για διαφορές αποδοχών και διαφορές επιδομάτων (δώρων) Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος άδειας, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 386/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν.1876/1990, η οποία ορίζει ότι "οι υπόλοιπες (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζόμενους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, του εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους ..." σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 παρ. 2 του ίδιου νόμου (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 56 του Ν.4635/2019), η οποία όριζε ότι "με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος" προκύπτει, ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας (και η εξομοιούμενη με αυτήν διαιτητική απόφαση) ισχύει μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την είχαν συνάψει, τα οποία και δεσμεύει (ΑΠ 1581/2018, ΑΠ 1300/2018, ΑΠ 874/2018).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 β δ και ε' του άνω Ν. 1876/1990 σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 2 αυτού, προκύπτει ότι οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις περιέχουν τους όρους εργασίας που αφορούν τους εργαζόμενους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας.

Ομοειδείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές συνθήκες παραγωγής και διάθεσης προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών και συναφείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες. Οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ρυθμίζουν τους όρους εργασίας των εργαζομένων σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις ανεξαρτήτως από την ειδικότητα των εργαζομένων και συνάπτονται από συνδικαλιστικές οργανώσεις που εκπροσωπούν τους εργαζόμενους και τους εργοδότες των επιχειρήσεων αυτών (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 1300/2018).

Οι ΣΣΕ, ως περιέχουσες κανονιστικές διατάξεις, αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και, επομένως, η μη εφαρμογή έγκυρης και ισχυρής σ.σ.ε ή η εφαρμογή άκυρης ή ανίσχυρης σ.σ.ε θεμελιώνει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1169/1999 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στις συνδέουσες τους διαδίκους εργασιακές συμβάσεις εφαρμοστέες κατά το ένδικο χρονικό διάστημα είναι :

α) η από 4-12-2012 κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατών και υπαλλήλων Τσιμεντοβιομηχανίας ολόκληρης της Χώρας", η οποία συνήφθη μεταξύ του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ) του οποίου μέλος είναι η εναγομένη, και της Ομοσπονδίας Εργατών - Τεχνιτών και Υπαλλήλων Τσιμέντων, της οποίας μέλος είναι η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση (Επιχειρησιακό Σωματείο εργαζομένων) με την επωνυμία "Ένωση Εργαζομένων Τσιμέντων ...", της οποίας μέλη είναι οι ενάγοντες, η οποία έληξε την 31-12-2012 και β) η από 3-11-2015 κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατών και υπαλλήλων Τσιμεντοβιομηχανίας ολόκληρης της Χώρας", η οποία συνήφθη μεταξύ του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ), του οποίου μέλος είναι η εναγομένη και της Ομοσπονδίας Εργατών-Τεχνιτών και υπαλλήλων Τσιμέντων, της οποίας μέλος είναι η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Ένωση Εργαζομένων Τσιμέντων ..." της οποίας μέλη είναι οι ενάγοντες, η ισχύς της οποίας άρχισε την 1-1-2015.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας, και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ.

ΑΠ 7/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη καθόσον αφορά τους ερευνώμενος αναιρετικούς λόγους: "Από την εκτίμηση του συνόλου των εγγράφων, εκ των οποίων άλλα λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο πρώτος ενάγων προσλήφθηκε στις 12-05-1997 από την πρώτη εναγομένη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να εργαστεί ως νοσοκόμος έως στις 30-06-2015 και αργότερα ως φύλακας-θυρωρός με συμφωνημένο μισθό 1.663,84 ευρώ. Από τον Μαϊο του έτους 2012 η εναγομένη δεν κατέβαλλε σε αυτόν τις αποδοχές που προβλέπονταν από την με ημερομηνία 04-12-2012 σσε τσιμεντοβιομηχανίας, η οποία ίσχυε από την 01η-01-2012 έως στις 31-12-2012, με τρίμηνη παράταση ισχύος έως στις 31-03-2013.

Σημειωτέον ότι όσα όριζε η ως άνω σσε για τα όρια αμοιβών, ως κανονιστικοί όροι κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας και για τον λόγο αυτό συνέχισαν αν ισχύουν μέχρι την υπογραφή της επόμενης σσε τσιμεντοβιομηχανίας στις 03-11-2015 με έναρξη ισχύος την 01η-01-2015 και αυτό ισχύει και για έκαστο ενάγοντα που έπεται.

Επομένως, η εναγομένη έπρεπε να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα: για το χρονικό διάστημα από 1/1/2013 έως 30-6-2015 βασικό μισθό 784,76 ευρώ + επίδομα πολυετούς υπηρεσίας 313,90 ευρώ + επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 219,73 ευρώ + διαφορά καταβαλλόμενου 345,45 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1/7/2015 έως 31/12/15 (αλλαγή ειδικότητας):

βασικό μισθό 773,46 ευρώ + επίδομα πολυετούς υπηρεσίας 309,38 ευρώ + επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 216,57 ευρώ + διαφορά καταβαλλομένου 364,43 ευρώ. Ωστόσο, η εναγόμενη κατέβαλε σε αυτόν για το χρονικό διάστημα από 1/1/2013 έως 30/6/2015 βασικό μισθό 784,76 ευρώ + επίδομα πολυετούς υπηρεσίας 313,90 ευρώ + επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 219,73 ευρώ + διαφορά καταβαλλομένου 180,45 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1/7/2015 έως 31/12/2015 (αλλαγή ειδικότητας):

βασικό μισθό 773,46 ευρώ + επίδομα πολυετούς υπηρεσίας 309,38 ευρώ + επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 216,57 ευρώ + διαφορά καταβαλλομένου 199,43 ευρώ. Η εναγόμενη κατέβαλε σε αυτόν ποσό λιγότερο κατά 165 ευρώ, ήτοι αντί των 1663,84 ευρώ κατάβαλλε 1.498,84 ευρώ και οφείλει σε αυτόν ποσό 165 ευρώ Χ 36 μήνες (Ιανουάριος 2013 έως Δεκέμβριος 2015)=5.940 ευρώ.

Εν συνεχεία, η εναγομένη δεν κατάβαλε στον πρώτο ενάγοντα α) τις διαφορές αποδοχών του δώρου Πάσχα για το έτος 2013 και του οφείλει το ποσό των 85,94 ευρώ, καθώς η μηνιαία αναλογία των διαφορών αυτών είναι 165 ευρώ, υπολογιζόμενη για τους 4 μήνες από Ιανουάριο 2013 έως Απρίλιο 2013 (660/4=165), εν συνεχεία 165 Χ 1/2 (το μισό του μηνιαίου μισθού) Χ 1,04166 (συντελεστής προσαύξησης επιδόματος αδείας) = 85,94 ευρώ β) τις διαφορές αποδοχών του δώρου Χριστουγέννων για το έτος 2013 και του οφείλει το ποσό των 171,87 ευρώ, καθώς η μηνιαία αναλογία των διαφορών αυτών είναι 165 ευρώ, υπολογιζόμενη για τους οκτώ μήνες από Μαϊο έως Δεκέμβριο (660X8=1320), εν συνεχεία 165 Χ 1 (ίσο με μηνιαίο μισθό) Χ 1.04166 (συντελεστής επιδόματος αδείας) = 171.87 ευρώ γ) τις διαφορές επιδόματος αδείας για το έτος 2013, ειδικότερα δεν του κατέβαλε διαφορά επιδόματος αδείας 165 ευρώ / 2 (το επίδομα αδείας είναι ίσο με το μισό) = 82,50 ευρώ και ομοίως για την διαφορά οικονομικής ενίσχυσης αδείας 165/2=82,50 ευρώ, ήτοι 82,50+82,50=165 ευρώ για την αιτία αυτή δ) τις διαφορές αποδοχών του δώρου Πάσχα για το έτος 2014 και του οφείλει το ποσό των 85,94 ευρώ, καθώς η μηνιαία αναλογία των διαφορών αυτών είναι 165 ευρώ, υπολογιζόμενη για τους 4 μήνες από Ιανουάριο 2014 έως Απρίλιο 2014 (660/4=165), εν συνεχεία 165 Χ 1/2 (το μισό του μηνιαίου μισθού) X1,04166 (συντελεστής προσαύξησης επιδόματος αδείας) = 85,94 ευρώ ε) τις διαφορές αποδοχών του δώρου Χριστουγέννων για το έτος 2014 και του οφείλει το ποσό των 171,87 ευρώ, καθώς η μηνιαία αναλογία των διαφορών αυτών είναι 165 ευρώ, υπολογιζόμενη για τους οκτώ μήνες από Μαϊο έως Δεκέμβριο (660X8=1320), εν συνεχεία 165 Χ 1 (ίσο με μηνιαίο μισθό) Χ 1.04166 (συντελεστής επιδόματος αδείας) = 171,87 ευρώ στ) τις διαφορές επιδόματος αδείας για το έτος 2014, ειδικότερα δεν του κατέβαλε διαφορά επιδόματος αδείας 165 ευρώ / 2 (το επίδομα αδείας είναι ίσο με το μισό) = 82,50 ευρώ και ομοίως για την διαφορά οικονομικής ενίσχυσης αδείας 165/2=82,50 ευρώ, ήτοι 82,50+82,50=165 ευρώ για την αιτία αυτή ζ) τις διαφορές αποδοχών του δώρου Πάσχα για το έτος 2015 και του οφείλει το ποσό των 85,94 ευρώ, καθώς η μηνιαία αναλογία των διαφορών αυτών είναι 165 ευρώ, υπολογιζόμενη για τους 4 μήνες από Ιανουάριο 2014 έως Απρίλιο 2014 (660/4=165), εν συνεχεία 165 Χ 1/2 (το μισό του μηνιαίου μισθού) X1,04166 (συντελεστής προσαύξησης επιδόματος αδείας) = 85,94 ευρώ η) τις διαφορές αποδοχών του δώρου Χριστουγέννων για το έτος 2015 και του οφείλει το ποσό των 171,87 ευρώ, καθώς η μηνιαία αναλογία των διαφορών αυτών είναι 165 ευρώ, υπολογιζόμενη για τους οκτώ μήνες από Μαϊο έως Δεκέμβριο (660X8=1320), εν συνεχεία 165 Χ 1 (ίσο με μηνιαίο μισθό) Χ 1.04166 (συντελεστής επιδόματος αδείας) = 171,87 ευρώ θ) τις διαφορές επιδόματος αδείας για το έτος 2015, ειδικότερα δεν του κατέβαλε διαφορά επιδόματος αδείας 165 ευρώ / 2 (το επίδομα αδείας είναι ίσο με το μισό) = 82.50 ευρώ και ομοίως για την διαφορά οικονομικής ενίσχυσης αδείας 165/2=82,50 ευρώ, ήτοι 82,50+82,50=165 ευρώ για την αιτία αυτή.

Επομένως, η εναγομένη οφείλει στον πρώτο ενάγοντα για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 5.940 ευρώ+ 85,94 ευρώ + 171,87 ευρώ + 165 ευρώ + 85,94 ευρώ + 171,87 ευρώ + 165 ευρώ + 85,94 ευρώ + 171,87 ευρώ + 165 ευρώ = 7,208.43 ευρώ".

Στη συνέχεια με όμοιο τρόπο το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας υπολόγισε τις διαφορές αποδοχών και τις διαφορές των επιδομάτων (δώρων) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 31-12-2015 για τους λοιπούς ενάγοντες. Το ανωτέρω Δικαστήριο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχθηκε ως βάση των μισθολογικών αξιώσεων των εναγόντων τις προαναφερθείσες κλαδικές συλλογικές συμβάσεις "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατών και υπαλλήλων Τσιμεντοβιομηχανίας ολόκληρης της Χώρας" των ετών 2012 και 2015.

Όμως το ανωτέρω Δικαστήριο κατά τον υπολογισμό του ύψους των νόμιμων αποδοχών των εναγόντων με βάση τις προαναφερθείσες ΚΣΣΕ, που εφάρμοσε, συνυπολόγισε και επιδίκασε υπέρ των εναγόντων παροχές, τις οποίες δεν προβλέπουν οι άνω ΚΣΣΕ και συγκεκριμένα α) επίδομα ειδικών συνθηκών ή οθόνης ποσού 44,02 ΕΥΡΩ, β) διαφορά μεταξύ του μισθού της ΣΣΕ της Τσιμεντοβιομηχανίας και του καταβαλλομένου σε καθέναν των εναγόντων μισθού, γ) επίδομα υπευθυνότητας και δ) προσαύξηση νυκτερινής εργασίας σε ποσοστό 40% του ωρομισθίου, και προσαύξησε αναλόγως με το προκύψαν ποσό τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας των ετών 2013, 2014 και 2015.

Έτσι που έκρινε και δέχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή, ως προς τις προαναφερθείσες παροχές, τις ως άνω συλλογικές συμβάσεις εργασίας της τσιμεντοβιομηχανίας, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Στο άρθρο 2 παρ. 5 της 6/28-2-2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (στο εξής: ΠΥΣ), η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.6 του Ν.4046/2012 "Έκκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 28) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (Ολ ΣτΕ 2307/2014) ορίσθηκε ότι "Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν.1876/1990 παύουν να ισχύουν".

Αντί των διατάξεων αυτών, με το άρθρο 2 της ως άνω 6/28-2-2012 ΠΥΣ ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Στην παρ. 1 "Οι ΣΣΕ συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη". Στην παρ. 2 "ΣΣΕ που βρίσκονται σε ισχύ ήδη 24 μήνες μέχρι την 14-2-2012 ή και περισσότερο χρόνο λήγουν την 14-2-2013".

Στην παρ. 3 "ΣΣΕ που την 14-2-2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος τους, εκτός αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν.1876/1990". Και στην παρ.4 "Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί τρίμηνο από τη λήψη ή την καταγγελία της.

Κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν επί ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν.4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα ΣΣΕ, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) Το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) Τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονται στις ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".

Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται, ότι με την έκδοση της ΠΥΣ 6/28-2-2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα κατά τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του ν.1876/1990) η λεγόμενη "μετενέργεια" των ΣΣΕ, ήτοι η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της ΣΣΕ, στην οποία περιέχονται, περιορίσθηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο.

Ειδικότερα προκειμένου για ΣΣΕ που θα λήξει ή θα καταγγελθεί ορίσθηκε ότι η "μετενέργεια" ισχύει για ένα τρίμηνο από τη λήξη ή καταγγελία της και ότι μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού περιορίζεται (ειδικώς) μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα (μόνο) επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας".

Οπότε κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας "προσαρμόζονται" για το μέλλον στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να "μετενεργούν" και όχι τους υπόλοιπους.

Και μάλιστα η προσαρμογή αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά το τμήμα του ένδικου χρονικού διαστήματος μετά τη λήξη της μετενέργειας στις 31-3-2013 της εφαρμοστέας από

4-12-2012 κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας που ίσχυσε μέχρι την 31-12-2012, υπολόγισε στις αποδοχές των εναγόντων το επίδομα γάμου (3η έως 7ο και 9ο έως 13ο των εναγόντων), το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας (σε όλους τους ενάγοντες), την παροχή της οικονομικής ενίσχυσης της κανονιστικής άδειας (σε όλους τους ενάγοντες) και την παροχή της προσαύξησης Κυριακών και αργιών (για όλους τους ενάγοντες, πλην του 1ου και της 2ης των εναγόντων), που προβλέπονται στα άρθρα 3Β, 3Γ, 4Γ και 7 της ως άνω συλλογικής σύμβασης, αν και οι παροχές αυτές, περιλαμβάνονται στη ρύθμιση της ως άνω ΠΥΣ και είχαν παύσει να ισχύουν.

Έτσι που έκρινε και δέχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ.4 της 6/28-2-2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου, την οποία δεν εφάρμοσε, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της για τις επίδικες απαιτήσεις των εναγόντων του χρονικού διαστήματος από 1-4-2013 έως 31-12-2014 (από 1-1-2015 ίσχυσε ή από 3-11-2015 Κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας), καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 3Β, 3Γ, 4Γ και 7 της από 4-12-2012 κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ είχαν παύσει να ισχύουν, με τις ως άνω διατάξεις της ανωτέρω 6/2012 ΠΥΣ.

Επομένως, ο συναφής προς τα ανωτέρω δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, που θα πρέπει να συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 386/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ΕΥΡΩ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ