Supreme Court dismisses appeal on labor contract classification, upholding lower court's evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court of Athens regarding their employment status with OTE. The appellants argued that the lower court failed to properly evaluate sworn testimonies proving the existence of a direct employment relationship rather than a subcontractor arrangement. The court ruled that the lower court had indeed considered these testimonies alongside other evidence to form its conclusion, and thus the appeal lacked legal grounds.
Legislator headnote
AI generatedΚώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 παρ. 11 περ. γ': Το ανώτατο δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε λανθασμένη απόφαση για την αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων, εφόσον η απόφαση αυτή είναι βάσιμη και λογική.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 716 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 716/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Γ. του Κ., 2) Δ. Γ. του Α. και 3) Δ. Μ. του Π., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παντελή Αζαρίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο ΟΤΕ ΑΕ, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 1913/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 183/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-3-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι ενάγοντες με την ένδικη, από 8-4-2011 αγωγή (με αριθμό κατάθεσης .../29-4-2011) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενοι ότι με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί ανάμεσα σ’ αυτούς και στα αναφερόμενα στο δικόγραφο φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που ήσαν εργολάβοι - αναδόχοι έργων της εναγομένης, απασχολήθηκαν προς όφελος της τελευταίας (ΟΤΕ ΑΕ) ως βοηθοί τεχνίτη σε εξωτερικό συνεργείο, με αντικείμενο εργασίας τις εκσκαφές και την αποκατάσταση καλωδιακών βλαβών.
Ότι οι συμβάσεις αυτές, που κατά το φαινόμενο είχαν καταρτισθεί με αναδόχους έργων της εναγομένης, ήσαν εικονικές ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, διότι κατά το χρόνο της κατάρτισής τους όλα τα συμβαλλόμενα μέρη, ήτοι τόσο οι ίδιοι οι ενάγοντες και οι εργολάβοι, όσο και η εναγομένη, γνώριζαν την εικονικότητα και αποδέχονταν ότι πραγματική εργοδότρια ήταν μόνο η τελευταία, στην οποία και συνέχιζαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, υπό τις δεσμευτικές εντολές και οδηγίες και υπό τον έλεγχό της, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της, χωρίς να υφίσταται λόγος που να δικαιολογεί τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, με συνέπεια έκαστος ενάγων να συνδέεται με την εναγομένη με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι την 2-2-2011 η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται την εργασία τους και με τον τρόπο αυτό κατήγγειλε τις συμβάσεις ακύρως και εκ λόγων εμπάθειας προς αυτούς. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να αναγνωριστεί η εικονικότητα των διαδοχικών αυτών συμβάσεων ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, να γίνει δεκτό ότι επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται την εργασία των εναγόντων και να καταβάλλει σ’ αυτούς τις νόμιμες αποδοχές, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1913/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή και επιδικάσθηκαν υπέρ των εναγόντων τα εκεί αναφερόμενα ποσά. Κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τόσο οι ενάγοντες όσο και η εναγομένη άσκησαν αντίθετες εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και επί των οποίων εκδόθηκε η ήδη προσβαλλομένη 183/ 2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Με αυτήν απορρίφθηκε η έφεση των εναγόντων, έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης, εξαφανίστηκε η τότε εκκαλουμένη πρωτοβάθμια απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της εν λόγω τελεσιδίκου αποφάσεως, οι ενάγοντες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου" και κατ’ αυτήν του εδ. β’ , ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται και η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, "μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των πραγματικών γεγονότων".
Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ. τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως, όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ.
για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ’ αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάζονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 757/2015, 2102/2014, 137/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο από τους λόγους της αίτησης και κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Μονομελές Εφετείο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας και γι’ αυτό κατέληξε στο, κατά την άποψή τους, εσφαλμένο συμπέρασμα ότι οι διαδοχικές και συνεχείς συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν υπογράψει με διάφορους εργοδότες - αναδόχους έργων της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ήσαν σπουδαίες και αληθινές, ενώ με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας γύρω από τις οικονομικές συναλλαγές θα έπρεπε να έχει δεχθεί ότι οι συμβάσεις αυτές ήσαν εικονικές ως προς το πρόσωπο του εργοδότη και ότι αληθινός εργοδότης τους ήταν η αναιρεσίβλητη, διότι εάν αυτό δεν συνέβαινε θα ήταν αδύνατο να ανανεώνονται οι συμβάσεις εργασίας επί σειρά ετών, χωρίς να μεσολαβεί μεταξύ τους κάποιο χρονικό διάστημα.
Έτσι, όμως, που διατυπώνεται ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως, τον οποίο οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν να θεμελιώσουν στο άρθρο 559 αρ.1 εδ. β’ ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που προκύπτουν από τις αποδείξεις, δηλ.
της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο "δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ’ όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ’ είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν, νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί (ΟλΑΠ 42/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο από τους λόγους της αίτησης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Μονομελές Εφετείο, για να καταλήξει στη δικανική κρίση περί του ότι αυτοί δεν συνδέονταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την αναιρεσίβλητη και, κατόπιν αυτού, να οδηγηθεί στην απόρριψη της ένδικης αγωγής ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης, παρέλειψε να λάβει υπόψη την .../2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμ/φου Θεσσαλονίκης Μ.
Π. - Γ., που περιλάμβανε τις καταθέσεις των Π. Τ. και Α. Τ., οι οποίοι είχαν επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι η εναγομένη δεν υπογράφει απευθείας συμβάσεις με το προσωπικό που απασχολεί για την κάλυψη των αναγκών της, αλλά χρησιμοποιεί τη μέθοδο της πρόσληψης μέσω εργολάβων, διότι έτσι διατηρεί χαμηλό το λειτουργικό της κόστος.
Και για να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό αυτό, επικαλούνται το ότι το Μονομελές Εφετείο, ενώ σχολιάζει κάποια άλλα αποδεικτικά στοιχεία, που είχαν προσκομισθεί από τους διαδίκους, δεν προβαίνει σε κανένα σχολιασμό του περιεχομένου των καταθέσεων των εν λόγω προσώπων. Από το σύνολο, όμως, των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με τις οποίες η μεν αναιρεσίβλητη ανέθετε συστηματικά τα έργα, στα οποία απασχολήθηκαν οι αναιρεσείοντες, σε τρίτους εργολάβους, οι δε εργολάβοι προσλάμβαναν πάντοτε το αναγκαίο προσωπικό (όπως και τους αναιρεσείοντες) με δική τους πρωτοβουλία και με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με το εκτελούμενο έργο και την πιθανολογούμενη διάρκειά του, σε συνδυασμό με τη ρητή διαβεβαίωση, η οποία υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση και σύμφωνα με την οποία τα παραπάνω αποδεικνύονται, μεταξύ άλλων, και από την ως άνω ένορκη βεβαίωση (όπως και από την ... 2014 ένορκη βεβαίωση του Π.
Σ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα), προκύπτει αδίστακτα ότι το Μονομελές Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τους ουσιώδεις ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και τη φερόμενη ως μη αξιολογηθείσα ένορκη βεβαίωση, την οποία συνεκτίμησε με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Άλλωστε, το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του περιεχομένου των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων ούτε να τις σχολιάσει και, αν το έπραξε για μερικά από τα προσκομισθέντα έγγραφα, αυτό δεν υποδηλώνει οπωσδήποτε ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν συνεκτίμησε τα μη σχολιασθέντα αποδεικτικά στοιχεία.
Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-3-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 183/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαρτίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 17ηΑπριλίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ