Greece Supreme Court dismisses appeal against expropriation judgment due to inadmissible legal grounds and factual errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court judgment regarding land expropriation. The State argued the lower court erred in fact-finding and failed to address compensation issues, but the Court found these arguments inadmissible under the Code of Civil Procedure. The Court ruled that the appeal's legal grounds were invalid because they challenged the substantive evaluation of evidence and raised issues not properly raised in the prior appeal, leading to the rejection of the request.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561 and 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges the substantive evaluation of evidence or raises new arguments not properly raised in the prior appeal, as such grounds do not constitute valid legal grounds for overturning a judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 716 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 716/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Α. Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. συζ. Α. Θ., το γένος Δ. Γ. (...), 2) Α. συζ. Γ. Π., το γένος Κ. Π. (...), 3) Γ. Π. του Π. (...), που δεν παραστάθηκε, 4) Ν. Α. του Σ. (...), 5) Ε. Α. του Σ. (...), 6) Ι. Σ. του Α. (...) και 7) Δ. Τ. του Α. (...), κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1η, 2η, 4ος, 5ος, 6ος και 7ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Γ. Π. του Π. (3ος) απεβίωσε στις 25-2-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εκ των νομίμων κληρονόμων του α) Α. συζ. Γ. Π. (2η αναιρεσίβλητη) και β) Κ. Π. του Γ., κάτοικος ..., που εκπροσωπούνται από τον ίδιο, κατέθεσε δε στον Γραμματέα την από 21-10-2016 γνωστοποίηση - δήλωση θανάτου και συνέχιση της δίκης από τους κληρονόμους του.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2008 αγωγή των ήδη 1ης, 2ης, 4ου, 5ου, 6ου και 7ου των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Γ. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29729/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2474/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-2-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 22-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του τρίτου αναιρεσίβλητου Γ. Π. του Π., με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασής του, δήλωσε ότι ο εν λόγω αναιρεσίβλητος πέθανε στις 25-2-2015 (σχετ. η από 26-2-2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου -σε απόσπασμα- του Ληξιάρχου ...), ήτοι μετά την άσκηση της υπό κρίση, από 17-2-2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...20-2-2015, αίτησης αναιρέσεως και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι, από διαθήκη, κληρονόμοι του α) δεύτερη αναιρεσίβλητη Α.
χήρα Γ. Π., το γένος Κ. Π. και β) Κ. Γ. Π. (άρθρ. 286 επ. και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), των οποίων η κληρονομική ιδιότητα δεν αμφισβητείται, ενώ προσκομίζονται απ’ αυτούς και τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα. Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ..", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.
α’ του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και των προαναφερόμενων διατάξεων του ν. 653/ 1977, κατ’ άρθρ. 28 παρ. 1 Συντάγματος (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 11/2004 και 10/2004).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (ΑΠ Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρ. 37 εδάφ.
α’ του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 12/2011, 11/2011). Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (ΑΠ Ολομ. 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης, άποψη που τελικά κρίθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Ήδη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του νόμου 653/1977 είναι, όπως προαναφέρθηκε, μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (ΑΠ 318/ 2016, ΑΠ 1258/2015, ΑΠ 406/2015).
Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 318/2016, ΑΠ 406/2015, ΑΠ 34/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που Ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 2474/2014 απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την .../29-8-1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα... κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή της ...
Οδού στο τμήμα από ...... συνολικής εκτάσεως 1.429.228 τ.μ., που βρίσκεται στο νομό Θεσσαλονίκης, όπως αυτή απεικονίζεται... Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών, που ωφελούνται με τις προϋποθέσεις του νόμου από το σύνολο του έργου, στην απαλλοτριούμενη δε έκταση περιλαμβάνονται τμήματα των ιδιοκτησιών των εναγόντων και συγκεκριμένα 1) των ..., που ανήκουν τα τρία πρώτα κατά πλήρη κυριότητα και το τέταρτο κατά ποσοστό 26,47% στην πρώτη ενάγουσα, 2) του ..., που ανήκει κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα των δεύτερης και τρίτου των εναγόντων, 3) του ..., που ανήκει κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα των τέταρτου και πέμπτου των εναγόντων, 4) του ..., που ανήκει στον έκτο ενάγοντα και 5) των ..., που ανήκουν στον έβδομο ενάγοντα.
Με την 21857/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε, μεταξύ άλλων και για τις ιδιοκτησίες των εναγόντων, η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης, η οποία και παρακατατέθηκε δημόσια από το εναγόμενο, με το .../23-12-2000 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης, του Γραφείου Παρακαταθηκών ..., του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και η σχετική ανακοίνωση δημοσιεύθηκε στις 14-2-2000 στο ΦΕΚ Δ’ 76/14-2-2000 και έτσι συντελέστηκε η ένδικη απαλλοτρίωση...
Ακολούθως, με την 1068/ 2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης, για τις ... και … ιδιοκτησίες στο ποσό των 4,40 ευρώ/τ.μ. και για τις λοιπές ιδιοκτησίες ..., ... στο ποσό των 5,95 ευρώ/τ.μ. Με τις 39201/2006, 37818/2005, 31909/2004 και 29280/2007 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης οι ήδη ενάγοντες για κάθε μία από τις προαναφερθείσες ιδιοκτησίες τους, από τις εν λόγω δε αποφάσεις παράγεται δεδικασμένο έναντι πάντων για τα πρόσωπα των δικαιούχων είσπραξης της αποζημίωσης...
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι τα ένδικα απαλλοτριωθέντα ακίνητα βρίσκονται στην κτηματική περιοχή ... του πρώην Δήμου ... και του δ.δ. ... του πρώην Δήμου ... και ήδη Δήμου ... Θεσσαλονίκης, εκτός σχεδίου πόλεως, εκατέρωθεν της διανοιχθείσας ... Οδού. Όλα τα επίδικα προ της απαλλοτριώσεως ήταν μη αρδευόμενα αγροτεμάχια και κύρια χρήση τους ήταν η γεωργική εκμετάλλευση και πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμα κατά τις διατάξεις των ΠΔ της 24/31-5-1985 και ΠΔ 347/1993.
Ειδικότερα το ... ακίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας, βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του συνοικισμού ... του πρώην Δήμου ... [ήδη Δήμου ...], στην δεξιά πλευρά της ... Οδού με κατεύθυνση από Θεσσαλονίκη προς Καβάλα και πριν την απαλλοτρίωσή του η έκτασή του ανερχόταν σε 13.425,74 τ.μ., από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα 7.963,84 τ.μ., και απέμεινε έκταση 5.461,90 τ.μ., και από την συνολικά απαλλοτριωθείσα έκτασή του θεωρήθηκε από το εναγόμενο, με τον οικείο Κτηματολογικό Πίνακα, ότι κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, το εναγόμενο δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για έκταση 2.655,15 τ.μ.
διότι ως παρόδια ιδιοκτησία ωφελείται από τη διάνοιξη της ... Οδού και βαρύνεται με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, με αποτέλεσμα το εναγόμενο να παρακρατήσει ποσό 15.532,06 ευρώ [2.655,15 τ.μ. Χ 5,85 ευρώ/τ.μ. (εκ της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης)]. Το εν λόγω ακίνητο, πριν και μετά την απαλλοτρίωση, είχε πρόσωπο επί αγροτικής μη ασφαλτοστρωμένης οδού, ενώ δεν έχει πλέον άμεση πρόσβαση στην Εγνατία Οδό, το δε εναπομείναν τμήμα παρέμεινε άρτιο και οικοδομήσιμο, με περιορισμένη όμως δόμηση λόγω των πλευρικών ορίων.
Το ΚΠ 63 ακίνητο, συνιδιοκτησίας επίσης της πρώτης ενάγουσας κατά ποσοστό 26,57% εξ αδιαιρέτου, βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του συνοικισμού ... του πρώην Δήμου ... ήδη Δήμου ..., στην δεξιά πλευρά της ... Οδού με κατεύθυνση από Θεσσαλονίκη προς Καβάλα και πριν την απαλλοτρίωσή του η έκτασή του ανερχόταν σε 6.835,97 τ.μ., από το οποίο απαλλοτριώθηκε τμήμα 2.695,19 τ.μ., απέμεινε έκταση εκτός απαλλοτρίωσης 1.140,78 τ.μ.
και από την συνολικά απαλλοτριωθείσα έκτασή του θεωρήθηκε από το εναγόμενο, με τον οικείο Κτηματολογικό Πίνακα, ότι κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, το εναγόμενο δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για έκταση 2.070,39 τ.μ. διότι ως παρόδια ιδιοκτησία ωφελείται από τη διάνοιξη της ... Οδού και βαρύνεται με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, με αποτέλεσμα το εναγόμενο να παρακρατήσει ποσό 3.205,99 ευρώ [2.070,39 τ.μ.
Χ 5,85 ευρώ/τ.μ. Χ 26,57% (εκ της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης)]. Το εν λόγω ακίνητο, πριν και μετά την απαλλοτρίωση, είχε πρόσωπο επί αγροτικής μη ασφαλτοστρωμένης οδού, ενώ δεν έχει άμεση πρόσβαση στην Εγνατία Οδό, το δε εναπομείναν τμήμα είναι μεν άρτιο αλλά μη οικοδομήσιμο καθόσον εμπίπτει εντός της ζώνης των 60 μ.
από τον άξονα της οδού και των 40 μ. από το όριο της οδού. To ... ακίνητο, ιδιοκτησίας των δεύτερης και τρίτου των εναγόντων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του συνοικισμού ... του πρώην Δήμου ... [ήδη Δήμου ...], στην αριστερή πλευρά της ... Οδού με κατεύθυνση από Θεσσαλονίκη προς Καβάλα και πριν την απαλλοτρίωσή του η έκτασή του ανερχόταν σε 27.350,60 τ.μ., από το οποίο απαλλοτριώθηκε τμήμα 19.251,52 τ.μ., απέμειναν δύο τμήματα εκτός απαλλοτριώσεως εμβαδού 4.950,68 τ.μ.
και 3.148,40 τ.μ., και από την απαλλοτριωθείσα έκτασή του θεωρήθηκε από το εναγόμενο, με τον οικείο Κτηματολογικό Πίνακα, ότι κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, το εναγόμενο δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για έκταση 4.049,54 τ.μ.... διότι ως παρόδια ιδιοκτησία ωφελείται από τη διάνοιξη της ... Οδού και βαρύνεται με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, με αποτέλεσμα το εναγόμενο να παρακρατήσει ποσό 17.817,98 ευρώ, ήτοι 8.908,98 ευρώ από καθένα των συγκυρίων αυτού [4.049,54 τ.μ.
Χ 4,40 ευρώ/τ.μ. Χ 50% (εκ της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης)]. Το εν λόγω ακίνητο, πριν και μετά την απαλλοτρίωση, είχε πρόσωπο επί μη ασφαλτοστρωμένης αγροτικής οδού, ενώ δεν έχει άμεση πρόσβαση στην Εγνατία Οδό, έμπροσθεν δε αυτού υπάρχει τάφρος. Και τα δύο εναπομείναντα τμήματα είναι μεν άρτια αλλά μη οικοδομήσιμα, καθόσον εμπίπτουν εντός της ζώνης των 60 μ.
από τον άξονα της οδού και των 40 μ. από το όριο της οδού. Το ... ακίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας, βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του συνοικισμού ... του πρώην Δήμου ... [ήδη Δήμου ...], στην αριστερή πλευρά της ... Οδού με κατεύθυνση από Θεσσαλονίκη προς Καβάλα και πριν την απαλλοτρίωσή του η έκταση του ανερχόταν σε 9.158,70 τ.μ., από το οποίο απαλλοτριώθηκε τμήμα 8.707,30 τ.μ.
και απέμεινε έκταση 811,40 τ.μ., από την απαλλοτριωθείσα δε έκτασή του θεωρήθηκε από το εναγόμενο, με τον οικείο Κτηματολογικό Πίνακα, ότι κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, το εναγόμενο δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για έκταση 405,00 τ.μ., διότι ως παρόδια ιδιοκτησία ωφελείται από τη διάνοιξη της ...
Οδού και βαρύνεται με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, με αποτέλεσμα το εναγόμενο να παρακρατήσει ποσό 2.369,25 ευρώ, [405,00 τ.μ. Χ 5,85 ευρώ/τ.μ. (εκ της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης)]. Το εν λόγω ακίνητο, πριν και μετά την απαλλοτρίωση, είχε πρόσωπο επί μη ασφαλτοστρωμένης αγροτικής οδού, ενώ δεν έχει άμεση πρόσβαση στην Εγνατία Οδό, έμπροσθεν δε αυτού υπάρχει τάφρος, το δε εναπομείναν τμήμα δεν είναι πλέον άρτιο και οικοδομήσιμο.
Το ... ακίνητο, ιδιοκτησίας των τέταρτου και πέμπτου των εναγόντων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του συνοικισμού ... του πρώην Δήμου ... [ήδη Δήμου ...], στην αριστερή πλευρά της ... Οδού με κατεύθυνση από Θεσσαλονίκη προς Καβάλα και πριν την απαλλοτρίωσή του η έκτασή του ανερχόταν σε 24.095,00 τ.μ., από το οποίο απαλλοτριώθηκε τμήμα 12.947,49 τ.μ., απέμειναν δύο τμήματα εκτάσεως 10.805,31 και 342,20 τ.μ.
και από την απαλλοτριωθείσα έκτασή του θεωρήθηκε από το εναγόμενο, με τον οικείο Κτηματολογικό Πίνακα, ότι, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, το εναγόμενο δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για έκταση 5.644,12 τ.μ., διότι ως παρόδια ιδιοκτησία ωφελείται από τη διάνοιξη της ... Οδού και βαρύνεται με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, με αποτέλεσμα το εναγόμενο να παρακρατήσει ποσό 24.834,13 ευρώ, ήτοι 12.417,06 ευρώ από καθένα των συγκυρίων αυτού [5.644,12 τ.μ.
Χ 4,40 ευρώ/τ.μ. Χ 1/2 (εκ της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης)]. Το εν λόγω ακίνητο, πριν και μετά την απαλλοτρίωση, είχε πρόσωπο επί μη ασφαλτοστρωμένης αγροτικής οδού, ενώ δεν έχει άμεση πρόσβαση στην Εγνατία Οδό, έμπροσθεν δε αυτού υπάρχει τάφρος. Το πρώτο από τα εναπομείναντα τμήματα εξακολουθεί να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ το δεύτερο από αυτά δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο.
Το ... ακίνητο, ιδιοκτησίας του έκτου ενάγοντος, βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ... του πρώην Δήμου ... [ήδη Δήμου ...], στην αριστερή πλευρά της ... Οδού με κατεύθυνση από Θεσσαλονίκη προς Καβάλα και πριν την απαλλοτρίωσή του η έκτασή του ανερχόταν σε 20.000,00 τ.μ., από το οποίο απαλλοτριώθηκε τμήμα 2.844,50 τ.μ., απέμειναν εκτός απαλλοτρίωσης δύο τμήματα, εκτάσεως 3.080,50 και 14.000 τ.μ.
αντίστοιχα και από την συνολικά απαλλοτριωθείσα έκτασή του θεωρήθηκε από το εναγόμενο, με τον οικείο Κτηματολογικό Πίνακα, ότι, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 6...1977, το εναγόμενο δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για έκταση 2.230,30 τ.μ. διότι ως παρόδια ιδιοκτησία ωφελείται από τη διάνοιξη της ...
Οδού και βαρύνεται με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, με αποτέλεσμα το εναγόμενο να παρακρατήσει ποσό 13.047,25 ευρώ [2.230,30 τ.μ. Χ 5,85 ευρώ/τ.μ. (εκ της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης)]. Και το εν λόγω ακίνητο, πριν και μετά την απαλλοτρίωση, είχε πρόσωπο επί μη ασφαλτοστρωμένης αγροτικής οδού, ενώ δεν έχει άμεση πρόσβαση στην Εγνατία Οδό, έμπροσθεν δε αυτού υπάρχει τάφρος, από τα δε εναπομείναντα τμήματα αυτό μεν των 14.000 τ.μ.
εξακολουθεί να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ το έτερο τμήμα 3.080,50 τ.μ. δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, ούτε προέκυψε ότι είναι άρτιο κατά παρέκκλιση. To ... ακίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας, βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του αγροκτήματος ... του πρώην Δήμου ... [ήδη ...], στην αριστερή πλευρά της ...
Οδού με κατεύθυνση από Θεσσαλονίκη προς Καβάλα και πριν την απαλλοτρίωσή του η έκτασή του ανερχόταν σε 6.400,00 τ.μ., από το οποίο απαλλοτριώθηκε τμήμα 884,20 τ.μ., το οποίο θεωρήθηκε από το εναγόμενο, με τον οικείο Κτηματολογικό Πίνακα, ότι κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 6...1977, το εναγόμενο δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για την εν λόγω έκταση των 884,20 τ.μ.
διότι ως παρόδια ιδιοκτησία ωφελείται από τη διάνοιξη της ... Οδού και βαρύνεται με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, με αποτέλεσμα το εναγόμενο να παρακρατήσει ποσό 5.127,57 ευρώ [884,20 τ.μ. Χ 5,85 ευρώ/τ.μ. (εκ της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης)]. Και αυτό το ακίνητο, πριν και μετά την απαλλοτρίωση, είχε πρόσωπο επί μη ασφαλτοστρωμένης αγροτικής οδού, ενώ δεν έχει άμεση πρόσβαση στην Εγνατία Οδό, έμπροσθεν δε αυτού υπάρχει τάφρος, ενώ το εναπομείναν τμήμα είναι άρτιο και οικοδομήσιμο.
Τέλος τα ... ακίνητα, ιδιοκτησίας του έβδομου ενάγοντος, βρίσκονται στην κτηματική περιοχή του Δ.Δ. ... του πρώην Δήμου ... [ήδη ...], στην δεξιά πλευρά της ... Οδού με κατεύθυνση από Θεσσαλονίκη προς Καβάλα και πριν την απαλλοτρίωσή τους οι εκτάσεις τους ανέρχονταν σε 5.000,00, 3.581,20 και 2.565,00 τ.μ. αντίστοιχα. Από τα εν λόγω ακίνητα απαλλοτριώθηκαν 1070,20, 880,20 και 715,80 τ.μ.
αντίστοιχα και από τις συνολικά απαλλοτριωθείσες εκτάσεις τους θεωρήθηκε από το εναγόμενο, με τον οικείο Κτηματολογικό Πίνακα, ότι κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, το εναγόμενο δεν έχει υποχρέωση αποζημίωσης για έκταση α) 965,70, β) 727,30 και γ) 663,60 τ.μ., διότι ως παρόδιες ιδιοκτησίες ωφελούνται από τη διάνοιξη της ...
Οδού και βαρύνονται με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου, με αποτέλεσμα το εναγόμενο να παρακρατήσει α) ποσό 5.649,34 ευρώ [965,70 τ.μ. Χ 5,85 ευρώ/τ.μ.], β) ποσό 4.254,70 ευρώ [727,30 τ.μ. Χ 5,85 ευρώ/τ.μ.] και γ) ποσό 3.882,06 ευρώ [663,60 τ.μ. Χ 5,85 ευρώ/τ.μ.] και συνολικά 13.786,10 ευρώ. Και τα εν λόγω ακίνητα πριν και μετά την απαλλοτρίωση είχαν πρόσωπο επί μη ασφαλτοστρωμένης αγροτικής οδού, ενώ δεν έχουν άμεση πρόσβαση στην Εγνατία Οδό, το δε εναπομείναν από το ...
τμήμα δεν είναι πλέον άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ τα ... ήταν άρτια και οικοδομήσιμα κατά παρέκκλιση αλλά πλέον μη οικοδομήσιμα, καθόσον εμπίπτουν εξ ολοκλήρου εντός της ζώνης των 60 μ. από τον άξονα της οδού και των 40 μ. από το όριο της οδού. Επίσης, προέκυψε ότι το εναγόμενο παρακράτησε από την αποζημίωση των κατωτέρω εναγόντων τα ακόλουθα ποσά ως υποχρέωση αποζημίωσης παρόδιων ιδιοκτησιών: 1) από την πρώτη ενάγουσα: 443,43 ευρώ ως αποζημίωση έκτασης 75,80 τ.μ.
του ... προς το ... και 4.255,29 ευρώ ως αποζημίωση του ..., έκτασης 174,30 τ.μ. προς το ..., 528,10 τ.μ. προς το ... και 25 τ.μ. προς το ... και 2) από τον έβδομο ενάγοντα 247,16 ευρώ ως αποζημίωση έκτασης 42,25 τ.μ. από το ... στο .... Όλα τα ένδικα ακίνητα έχουν υψομετρική διαφορά από την Εγνατία Οδό, η οποία είναι υπερυψωμένη σε σχέση με το έδαφός τους, η οδός δε αυτή, η οποία είναι οδός ταχείας κυκλοφορίας, είναι κλειστός αυτοκινητόδρομος μονής κατεύθυνσης, με 2 και 3 λωρίδες κυκλοφορίας, περιφραγμένη με προστατευτικά μεταλλικά στηθαία (μπάρες), ύψους 0,70 μ.
και περίφραξη κατά μήκος της με δικτυωτό συρματόπλεγμα και τσιμεντοπασσάλους, τα ένδικα δε ακίνητα, δεν έχουν άμεση πρόσβαση στην οδό αυτή, παρά μόνο σε αγροτικούς δρόμους, όπως και πριν την απαλλοτρίωση, ούτε πρόσβαση σε παράπλευρη οδό, διότι δεν κατασκευάσθηκε παράπλευρο οδικό δίκτυο, ούτε προβλέπεται η κατασκευή τέτοιου, αλλά απλώς κατασκευάσθηκαν κάποια τμήματα βοηθητικών ασφαλτοστρωμένων οδών και μόνο για την εξυπηρέτηση της καλλιέργειας των αγροτεμαχίων, όπου το αγροτικό δίκτυο των οδών καταστράφηκε λόγω της κατασκευής της ...
Οδού, η δε πρόσβαση στην εν λόγω οδό είναι δυνατή μόνο μέσω ανισόπεδων κόμβων, τους οποίους μπορεί να προσεγγίσει κάποιος μέσω των αγροτικών δρόμων και μέσω περιορισμένου δικτύου παράπλευρων οδών, ενώ πριν την απαλλοτρίωση οδηγούσαν στην Ε.Ο. ... - .... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η οδός αυτή, που είναι ταχείας κυκλοφορίας, όπως προαναφέρθηκε, κατασκευάστηκε για την εξυπηρέτηση της υπεραστικής κυκλοφορίας και ειδικότερα την εύκολη διακίνηση των οχημάτων από Θεσσαλονίκη προς Καβάλα, Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη, Τουρκία κ.λπ., χωρίς ωστόσο καμιά ωφέλεια για τα παρακείμενα αγροτεμάχια, όπως είναι τα επίδικα ακίνητα, τα οποία αντίθετα υπέστησαν βλάβη από την κατασκευή της οδού ως προς την ευχερή καλλιέργειά τους, που έγινε πιο δύσκολη, αφού η κατασκευή της ...
Οδού είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί δύσκολη η επικοινωνία τους με τους οικισμούς που βρίσκονται παράπλευρα αυτής. Όσον αφορά δε την αρτιότητα και την οικοδομησιμότητά τους (επιδίκων), καμιά ωφέλεια δεν είχαν αυτά από την απαλλοτρίωση, αφού δεν κατέστησαν (όσα δεν ήταν πριν) άρτια και οικοδομήσιμα, αντίθετα δε ορισμένα εξ αυτών έπαυσαν μετά την απαλλοτρίωση και λόγω αυτής να είναι οικοδομήσιμα (..., ...) και συνεπώς όχι μόνο δεν ωφελήθηκαν αλλά υπέστησαν βλάβη από την απαλλοτρίωση.
Τέλος, ως προς τη φερόμενη ρύπανση λόγω του κονιορτού και της ηχορύπανσης θα πρέπει να επισημανθεί ότι αφενός το σύνολο του έργου της ... οδού έχει κατασκευαστεί κατόπιν σύνταξης μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αρμοδίως εγκεκριμένη και σύμφωνη με το νομοθετικό πλαίσιο που κατ’ επιταγή των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έγινε τμήμα της εθνικής νομοθεσίας, αφετέρου δεν προέκυψε ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες αντιτάχθηκαν στην κατασκευή του έργου υποβάλλοντας αίτηση ακυρώσεως, τη στιγμή που αντικειμενικά κρίνοντας οι ρύποι και η ηχορύπανση σε οδό ταχείας κυκλοφορίας είναι ασφαλώς μικρότεροι και λιγότεροι σε σχέση με οδό μέτριας κυκλοφορίας, εντός κατοικημένης ζώνης, αντικαθισταμένων των αιτιολογιών στο σημείο αυτό της εκκαλούμενης, που δέχθηκε το αντίθετο.
Τα ανωτέρω προκύπτουν... Ενόψει όλων των παραπάνω, κρίνεται ότι καμία ωφέλεια δεν προσέδωσε στα εναπομείναντα τμήματα όλων των ακινήτων των εναγόντων, η παροδιότητα αυτών με την κατασκευασθείσα Εγνατία Οδό, η κατασκευή της οποίας, πέραν της έμμεσης ωφέλειας που συνεπάγεται για όλους τους ιδιοκτήτες της περιοχής και τους χρήστες αυτής, δεν επέφερε καμία άμεση ωφέλεια για τα εν λόγω τμήματα και συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ούτε ότι αυξήθηκε η αξία ή η εκμεταλλευσιμότητά τους, ούτε ότι οποιοδήποτε προσδιοριστικό της αξίας τους στοιχείο επηρεάστηκε θετικά, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε, κατά τα ειδικότερα προεκτιθέμενα, ότι έχει επηρεαστεί δυσμενώς η προσβασιμότητα σ’ αυτά και συνακόλουθα η εκμεταλλευσιμότητά τους.
Συνεπώς, οι ενάγοντες δεν μπορεί να θεωρηθούν ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, κατά την έννοια του άρθρου 1 Ν. 6...77 και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, ώστε έτσι να επιβαρυνθούν με αυτοαποζημίωση και συνακόλουθα δικαιούνται αποζημίωση για τις προαναφερόμενες μη αποζημιωθείσες εκτάσεις των ιδιοκτησιών τους, που θεωρήθηκαν ότι αυταποζημιώνονται, υπολογιζόμενη με βάση την καθορισθείσα αντίστοιχη οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης, όπως το ύψος της τιμής αυτής προαναφέρεται για κάθε ένδικο ακίνητο.
Κατ’ ακολουθία, το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες τα χρηματικά ποσά που αναφέρθηκαν παραπάνω τα οποία αντιστοιχούν στην υπόλοιπη απαλλοτριωθείσα έκταση και ειδικότερα...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 19-9-2012 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 29729/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (τακτικής διαδικασίας) που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο την εναντίον του από 12-3-2008 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και επιδικάζοντας σ’ αυτούς τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχει, για τα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, το τεκμήριο της ωφέλειάς τους από την υπόψη απαλλοτρίωση.
Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, νομικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και, συγκεκριμένα, ως προς την ανυπαρξία ωφέλειας στα τμήματα των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων που εναπομένουν μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε από το αναιρεσείον, κατ’ ανατροπή του μαχητού, πλέον, κατά τα εκτεθέντα τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών των πιο πάνω ακινήτων και, συνεπώς, δεν στερείται από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, με κριτήρια, καθοριστικά της έλλειψης ωφέλειας αυτών, που αφορούν, κυρίως, τη μη απόκτηση, από τα εδαφικά τμήματα που εναπομένουν μετά την απαλλοτρίωση, προσώπου στον διανοιγόμενο "κλειστό" αυτοκινητόδρομο (Εγνατία Οδό) ή, εν πάση περιπτώσει, τη δυσχέρεια της άνετης πρόσβασής τους σ’ αυτόν και, επιπλέον, τις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης και της διανοιγόμενης με αυτή ...
Οδού στην αρτιότητα και στην οικοδομησιμότητα των εν λόγω τμημάτων των απαλλοτριωμένων ιδιοκτησιών και τις γενικότερες επιπτώσεις του έργου της απαλλοτρίωσης στην αγοραία αξία τους κ.λπ., κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατέληξε στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμά του ότι οι απαλλοτριωμένες επίδικες ιδιοκτησίες δεν αποκόμισαν καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της ...
Οδού και ότι δεν υφίσταται γι’ αυτές τεκμήριο ωφέλειας από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της παραπάνω Οδού, παρά όσα για το αντίθετο υποστηρίζει το αναιρεσείον. Συγκεκριμένα, το αναιρεσείον, με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, αλλιώς, ότι αυτές είναι ανεπαρκείς, καθόσον δεν περιέχονται επαρκείς παραδοχές, 1) αναφορικά με το αν τα απαλλοτριούμενα ακίνητα είχαν πρόσωπο σε κοινόχρηστη οδό και τι είδους (δημοτική, επαρχιακή, εθνική) ή σε οδό που έχει προέλθει με ιδιωτική βούληση (όπως αγροτική και ιδιωτική), η οποία δεν έχει καθιερωθεί ως κοινόχρηστη με πράξη της διοίκησης και τι βάθος είχαν οι επίμαχες ιδιοκτησίες πριν από την απαλλοτρίωση, ώστε να δικαιολογείται η αρτιότητα κατά κανόνα και οικοδομησιμότητα των ακινήτων πριν από την απαλλοτρίωση και η απώλεια της αρτιότητας, έστω και κατά παρέκκλιση, ή της οικοδομησιμότητάς τους, μετά την απαλλοτρίωση, λόγω τήρησης των αποστάσεων των 60 μέτρων από τον άξονα της οδού και των 40 μέτρων από το όριο της απαλλοτρίωσης, 2) για ποίο λόγο τα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων δεν καθίστανται ωφελούμενα, αφού αυτά έχουν άμεση πρόσβαση σε έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη της απαλλοτρίωσης και, δια μέσου αυτών, στην κεντρική αρτηρία, όπως εκτίθεται για το καθένα ξεχωριστά και γιατί δεν βελτιώνεται η δυνατότητα επικοινωνίας τους, σε σχέση με την κατάστασή τους πριν από την απαλλοτρίωση, αφού επιταχύνεται η κίνηση από και προς τις συγκεκριμένες ιδιοκτησίες τόσο ΙΧΕ αυτοκινήτων όσο και γεωργικών μηχανημάτων, με αποτέλεσμα να καθίσταται επικερδέστερη η αγροτική τους εκμετάλλευση και μειωμένο το κόστος παραγωγής και 3) αν έλαβε χώρα συμψηφισμός ή καταλογισμός σε βάρος των πιο πάνω βαρυνόμενων ιδιοκτησιών των πρώτης και έβδομου των αναιρεσιβλήτων από το αναιρεσείον, για λογαριασμό τους, για τις υποχρεώσεις τους προς τους αναφερόμενους τρίτους, εξαιτίας αδυναμίας εξόφλησης αυτών, με παρακράτηση ποσού από τις οφειλόμενες, από το αναιρεσείον, στις υπόχρεες ιδιοκτησίες, αποζημιώσεις.
Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές είναι απαράδεκτες, καθόσον 1) στην προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνονται παραδοχές για το ότι όλα τα απαλλοτριωμένα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων, που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως και είχαν πριν από την απαλλοτρίωση πρόσβαση σε αγροτική οδό (μη ασφαλτοστρωμένη), ήταν, πριν από την απαλλοτρίωση, άρτια και οικοδομήσιμα, κατά τις διατάξεις των π.δ. 24/31-5-1985 και 347/1993, όπως προπαρατέθηκε, χωρίς, μάλιστα, το αναιρεσείον να προβάλει, με λόγο έφεσης, αντίθετο ισχυρισμό (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, και, συνεπώς, δεν απαιτούνταν και η παράθεση επιπλέον αιτιολογιών (πρώτη αιτίαση), 2) με το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας (δεύτερη αιτίαση) και 3) δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, με λόγο έφεσης, τέτοιος ισχυρισμός, όπως απαιτείται κατ’ άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (τρίτη αιτίαση).
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, η προβολή της αιτίασης αυτής είναι αλυσιτελής, διότι το Εφετείο δεν χρειαζόταν να διευκρινίζει στην απόφασή του αν το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε και εξόφλησε τις υποχρεώσεις αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ιδιοκτησιών των παραπάνω αναιρεσιβλήτων προς τις άλλες απαλλοτριωμένες ιδιοκτησίες των τρίτων και αν συμψήφισε ή τους καταλόγισε τα ποσά που κατέβαλε, αφού τα στοιχεία αυτά δεν θεμελιώνουν και δεν στηρίζουν, στις κρίσιμες πιο πάνω διατάξεις, την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας και δεν έχουν καμία έννομη συνέπεια για την άρση ή μη του τεκμηρίου αυτού, ώστε η μη αναφορά τους στην προσβαλλόμενη απόφαση να στερεί την τελευταία από νόμιμη βάση (ΑΠ 1258/2015).
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της ... οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Φεβρουαρίου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...20-2-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 2474/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ