Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal standing and non-essential nature of alleged facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by three appellants against a Thessaloniki Court of Appeal decision. The appellants argued that the lower court failed to consider a judicial admission regarding the falsification of building permits and the invalidity of property transfers, claiming this would have destroyed their legal standing. The court rejected this, ruling that the alleged admission concerned an illegal and non-essential claim that did not affect the outcome of the trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; The court's examination of a judicial admission requires it to be raised by the benefited party and concern a legal issue that is both lawful and essential to the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 716 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 716/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Σ. του Ε., 2) Σ. Σ. του Ε. και 3) Μ. Σ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γουλιέλμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Γ., κατοίκου ..., 2) Π. Κ., κατοίκου ..., 3) α. Α. συζ. Ν. Π., κατοίκου ..., β. Ε. Π. του Ν., κατοίκου ..., γ. Θ. Π., κατοίκου ..., 4) α. Δ. Χ., β. Θ. Π., συζ. Δ. Χ., κατοίκων ..., 5) α. Β. Μ., β. Μ. Μ., κατοίκων ... και 6) Ε. Κ. του Ε., κατοίκου ... . Οι 1η, 2ος, 4α και 5οι των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Βαρδάκα και ο 6ος παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του, ενώ οι 3οι και η 4β δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων (πλην των υπό στοιχ. 3β και 3γ) και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 139/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 424/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-2-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 29-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους οι Ά. Π., Ε. Π., Θ. Π. και Θ.
Π., ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Από τις 11495, 11496 25-1-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... και τις 6736Δ και 6732Δ/25-1-2013, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κατερίνης ...
προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την αναφερομένη στην αρχή δικάσιμο, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση αυτής.
Συνεπώς παρά την απουσία τους πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κάτοχος) είναι νομέας αυτού αν ασκεί τη φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου. Η ταυτόχρονη συνύπαρξη των δύο αυτών στοιχείων σωματικού και πνευματικού είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο δικαιώματος νομής.
Ειδικότερα η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα.
Για να απωλεσθεί η νομή, λόγω απώλειας της διάνοιας κυρίου, απαιτείται όπως ο νομέας εκδηλώσει ρητώς ή σιωπηρώς και σε κάθε περίπτωση σαφώς και οριστικώς τη θέληση του παραιτήσεως από τη νομή κατά τρόπο σοβαρό και αληθή. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 984 εδα ΑΚ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα, εφόσον αυτές γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του.
Παράνομη είναι η προσβολή της νομής όταν ο νόμος δεν την επιτρέπει. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 987 ΑΚ ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της από αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 976 και 977 ΑΚ συνάγεται ότι οι προϋποθέσεις για την απόκτηση της νομής παραγώγως με ειδική διαδοχή, που συντελείται με απλή παράδοση της νομής είναι: 1) η ύπαρξη της ιδιότητας του νομέα κατά το χρόνο παράδοσης της νομής σ' αυτόν που μεταβιβάζει τη νομή 2) η κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από τον αποκτώντα και 3) η μετάθεση της φυσικής εξουσίας από τον μέχρι τώρα νομέα στον αποκτώντα να γίνεται με την θέληση και των δύο δηλαδή και αυτού που μεταβιβάζει τη νομή.
Η σύμβαση για τη μεταβίβαση της νομής είναι άτυπη και αν αφορά ακίνητο, μη υποκείμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου του άρθρου 369 ΑΚ ούτε και σε μεταγραφή κατά τα άρθρα 1033 και 1198 ΑΚ και αναιτιώδης, γι αυτό επιφέρει το μεταβιβαστικό της νομής αποτέλεσμα ανεξάρτητα αν υπάρχει ή όχι υποκείμενη αιτία και αν αυτή είναι ή όχι έγκυρη.
Επομένως με τη σωματική παράδοση του πράγματος, ο αποκτών γίνεται νομέας έστω και αν υποκείμενη σύμβαση είναι άκυρη ή ακυρώσιμη. Έτσι και ο αγοραστής ακινήτου στην περίπτωση που η μεταβίβαση της κυριότητας σ' αυτόν είναι άκυρη, εφόσον έχει τη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου είναι νομέας αυτού. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 424/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε κατ' ουσίαν δεκτή έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, που δίκασε αγωγή των τελευταίων κατά των αναιρεσειόντων, αποβολής από τη νομή ακινήτων και την οποία είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή ένστασης περί ενιαύσιας παραγραφής κατ' άρθρο 992 ΑΚ, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Οι ενάγοντες, δυνάμει των αναφερομένων στην απόφαση του εφετείου αγοραπωλητηρίων συμβολαίων της συμβολαιογράφου Κατερίνης Κωνσταντίνας Γκεμαλμά, που μεταγράφηκαν νόμιμα, κατέστησαν κύριοι των περιγραφομένων σ' αυτή (απόφαση) διαμερισμάτων.
Τα ανωτέρω διαμερίσματα οι ενάγοντες αγόρασαν από τον εργολάβο Α. Κ., τα οποία είχαν δοθεί από τους οικοπεδούχους της οικοδομής (εναγόμενους) δυνάμει του υπ' αριθμ. .../22-5-2001 προσύμφωνου μεταβίβασης εξ αδιαιρέτου οικοπέδου-εργολαβική σύμβαση της συμβολαιογράφου ..., ως εργολαβικό του αντάλλαγμα, προκειμένου αυτός να προβεί με δικά του έξοδα στην ανέγερση τετραώροφης οικοδομής σε οικόπεδο, ...
ιδιοκτησίας των εναγομένων. Τα ακίνητα, όταν αγοράστηκαν από τους ενάγοντες, δεν ήταν αποπερατωμένα και περί τον Μάιο του 2003 οπότε πραγματοποιούνταν εργασίες κατασκευής επιχρισμάτων, ο εργολάβος διέκοψε τις κατασκευαστικές εργασίες, τις οποίες ουδέποτε συνέχισε, ενώ αντίθετα κατά τον Ιανουάριο του έτους 2004 αποκαλύφθηκε ότι η υπ' αριθμ. .../2001 οικοδομική άδεια, βάσει της οποίας γινόταν η ανέγερση της οικοδομής ήταν πλαστή, καθόσον ο αντίστοιχος φάκελος, που υπήρχε στη Διεύθυνση Πολεοδομίας Κατερίνης, αφορούσε άλλο ακίνητο και άλλο ιδιοκτήτη, όπως πλαστή ήταν και η υπ' αριθμό .../2002 αναθεώρηση της παραπάνω πλαστής άδειας, ενώ διαπιστώθηκε ότι είχε γίνει και υπέρβαση του συντελεστή δόμησης.
Πριν την αποκάλυψη των εν λόγω γεγονότων ο εργολάβος είχε προχωρήσει στην πώληση όλων των οριζοντίων ιδιοκτησιών που αποτελούσαν το εργολαβικό αντάλλαγμα, μεταξύ των οποίων και τα προπεριγραφέντα διαμερίσματα προς τους ενάγοντες. Μετά τη διακοπή των εργασιών από τον Ιούνιο του 2003 έως και το Φεβρουάριο του 2004, συνεχίστηκαν οι εργασίες αποπεράτωσης της οικοδομής, αλλά και των αγορασθέντων διαμερισμάτων, τόσο από τους ίδιους τους οικοπεδούχους, όσο και από τους ενάγοντες-αγοραστές.
Ειδικότερα οι ίδιοι οι ενάγοντες-αγοραστές προσπάθησαν να αποπερατώσουν τα διαμερίσματά τους με την τοποθέτηση πλακιδίων, τα οποία, είχαν παραγγείλει στις 12 Φεβρουαρίου του έτους 2004 μεταφέρθηκαν στην οικοδομή, την τοποθέτηση τζακιών και διάφορες άλλες εργασίες, ενώ επισκέπτονταν ανελλιπώς την οικοδομή για την παρακολούθηση των διαφόρων εργασιών.
Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι ήδη από τις 13 Φεβρουαρίου 2004 η Διεύθυνση Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών με το 706/2011 τηλεφωνικό σήμα διακοπής εργασιών οικοδομικών εργασιών, που απεύθυνε προς το Αστυνομικό Τμήμα της Κατερίνης, αιτούταν τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών στην οικοδομή, που ανεγειρόταν στο οικόπεδο των εναγομένων, διότι διενεργούταν έλεγχος για τη νομιμότητα της.
Περαιτέρω, μετά την αποκάλυψη τον Ιανουάριο 2004 της έλλειψης νόμιμης οικοδομικής αδείας για την ανέγερση της οικοδομής στο οικόπεδο των εναγομένων και της πλαστότητας της αδείας οικοδομής, υπήρξε συνεργασία ανάμεσα τους οικοπεδούχους και τους ενάγοντες, όπως επίσης και τους λοιπούς αγοραστές, προκειμένου όλοι μαζί, με κοινές κινήσεις τους, να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, Πλην όμως οι εναγόμενοι-οικοπεδούχοι, στην συνέχεια, μετέβαλλαν την στάση τους, εν όψει του γεγονότος ότι διαφώνησαν στον τρόπο πληρωμής των ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ, που εξακολουθούσαν να οφείλονται και βάρυναν πλέον τους εναγόμενους ως οικοπεδούχους, αφού κανένας από τους αγοραστές των οριζοντίων ιδιοκτησιών, δεν συναινούσε στην απαίτηση τους να πληρωθούν από κοινού.
Εν όψει της άρνησης αυτής των αγοραστών, να συμμετέχουν στην καταβολή των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών, οι εναγόμενοι και αφού αρχικά περί τα μέσα Μαρτίου είχαν τοποθετήσει πρόχειρη περίφραξη, για να αποφευχθεί ο κίνδυνος για ατυχήματα των περιοίκων στην ανεγειρόμενη οικοδομή και ακολούθως, στις αρχές Απριλίου, τοποθέτησαν λουκέτο στην πρόχειρη σιδερόπορτα, χωρίς όμως να εμποδίζουν τους ενάγοντες να εισέρχονται σ' αυτή, μεταλλάσσοντας την στάση τους στη συνέχεια και ενεργώντας παράνομα κατά την 20 Απριλίου του έτους 2004, περιέφραξαν με σταθερή περίφραξη αυθαίρετα ολόκληρη την οικοδομή, κλείνοντας και την είσοδο με λουκέτο, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να μην μπορούν να εισέλθουν στην ιδιοκτησία τους...
Πρέπει να λεχθεί ότι το γεγονός, ότι ήδη από τις 13 Φεβρουαρίου 2004 είχαν απαγορευθεί οι οικοδομικές εργασίες στην οικοδομή με το υπ' αριθμ. πρωτ. 706/13-2-2004 τηλεφωνικό σήμα, που απεύθυνε προς το Αστυνομικό Τμήμα Κατερίνης η Διεύθυνση Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών, δεν είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της νομής των εναγόντων στα διαμερίσματα της κυριότητάς τους, όμως εμμέσως πλην σαφώς υπονοούν οι εναγόμενοι και δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, αφού πλήρως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες συνέχισαν να επισκέπτονται τα διαμερίσματά τους και την οικοδομή, συνεχίζοντες να ασκούν εμφανείς υλικές πράξεις νομής επ' αυτών.
Ούτε εξάλλου η τυχόν ακυρότητα των μεταβιβαστικών συμβολαίων για το λόγο ότι αφορούν αυθαίρετα κτίσματα κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 1, 10 και 12 του ν. 1337/1983, ασκεί έννομη επιρροή στο πραγματικό γεγονός της παράδοσης της νομής των διαμερισμάτων στους ενάγοντες-αγοραστές και στην αποδειχθείσα κατά τα προδιαληφθέντα συνεχή άσκηση επ' αυτών εμφανών υλικών πράξεων νομής, αφού η εν λόγω ακυρότητα αφορά την απαγόρευση μεταβίβασης της κυριότητας αυτών και δεν καταλαμβάνει και τη μεταβίβαση της νομής, η οποία αποτελεί πραγματική κατάσταση και μπορεί να μεταβιβασθεί και άτυπα και δεν ακολουθεί πάντοτε και τη μεταβίβαση της κυριότητας.
Μάλιστα, πρέπει να λεχθεί ότι με τη φροντίδα του ίδιου εργολάβου μεταγενέστερα εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../2005 οικοδομική άδεια και εκκρεμεί αίτηση των αγοραστών για εξαίρεση από την κατεδάφιση των καθ' υπέρβαση του συντελεστή δόμησης αυθαίρετων κατασκευών, ενώ με τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους εκκαλούντες υπ' αριθμ. 166, 163, 169, 165, 168 και 167/2007 οριστικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης απορρίφθηκαν οι αγωγές των οικοπεδούχων κατά των αγοραστών-εναγόντων για αναγνώριση της ακυρότητας των μεταβιβαστικών συμβολαίων για το λόγο ότι έγινε δεκτή η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος τους, κατά δε των αποφάσεων αυτών εκκρεμούν εφέσεις και αντεφέσεις.
Με βάση τα ανωτέρω πλήρως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες απέκτησαν με παράδοση τη νομή των διαμερισμάτων, που αγόρασαν και συνέχισαν να νέμονται αυτά με τα αναλογούντα ποσοστά επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής μέχρι την αποβολή τους από την είσοδο και τη φυσική εξουσία των διαμερισμάτων τους, κατά την 20 Απριλίου 2004 από την προαναφερθείσα παράνομη ενέργεια των εναγομένων-οικοπεδούχων, και ως εκ τούτου νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής για την προστασία της νομής τους και ο ισχυρισμός των εναγομένων περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων για την άσκηση της ένδικης αγωγής νομής, που κατά τα προαναφερθέντα στην υπό στοιχείο ΙΙΙα νομική σκέψη συνιστά άρνηση και όχι ένσταση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Επίσης με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα η ένσταση των εναγομένων, που παραδεκτά πρόβαλαν ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και την οποία επαναφέρουν και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τις προτάσεις τους, ότι η αγωγική αξίωση των εναγόντων έχει υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ, που συμπληρώθηκε την 26-3-2005, η οποία είναι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο ΙΙΙβ νομική σκέψη, νόμιμη και πλήρως ορισμένη, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, καθ' όσον από το χρόνο αποβολής (20-4-2004) μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, η οποία επιδόθηκε στους εναγόμενους την 30 Μαρτίου 2005, δεν παρήλθε χρονικό διάστημα ενός έτους." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή, αναγνώρισε νομείς των επιδίκων διαμερισμάτων τους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους και υποχρέωσε τους εναγόμενους αναιρεσείοντες να τους αποδώσουν τη νομή τούτων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 984, 985 και 987 ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, ούτε παραβίασε δια της παραλείψεως εφαρμογής της την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 17 παρ. 10 του Ν. 1337/1983, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού με τη σαφή παραδοχή ότι οι ενάγοντες κατέστησαν νομείς των επιδίκων ακινήτων με την παράδοση της νομής τους, ως αγοραστών τούτων τα οποία νεμήθηκαν έκτοτε με την άσκηση εμφανών διακατοχικών πράξεων, χωρίς να επηρεάζεται η νομή από το κύρος των μεταβιβαστικών της κυριότητας των ίδιων ακινήτων δικαιοπραξιών.
Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε και εκείνης που δεν εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με εσφαλμένη εφαρμογή και δια της παραλείψεως εφαρμογής καθώς και την από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της νομής των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα και την παράνομη προσβολή αυτής είναι αβάσιμοι.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005).
Εξάλλου η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, προκειμένου όμως η παράλειψη της προσβαλλομένης απόφασης να λάβει υπόψη αυτήν να ιδρύσει τον από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, απαιτείται να γίνει επίκληση αυτής από τον ωφελούμενο διάδικο ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω δε πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός για τον οποίο έγινε η ομολογία, ο οποίος πρέπει να είναι ουσιώδης, ως ασκών επίδραση στην έκβαση της δίκης και τέτοιος δεν είναι ο μη νόμιμος ισχυρισμός. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στην αγωγή των αναιρεσιβλήτων ομολογία ότι περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 2004 έμαθαν από τους οικοπεδούχους (αναιρεσείοντες), ότι η οικοδομική άδεια με βάση την οποία ανεγέρθηκε η πολυόροφη οικοδομή, διαμερίσματα της οποίας αγόρασαν με τα επικαλούμενα σ' αυτήν συμβολαιογραφικά έγγραφα, ήταν πλαστογραφημένη, ότι ήταν για το λόγο αυτό άκυρες οι μεταβιβαστικές της κυριότητας των ίδιων ακινήτων δικαιοπραξίες και ότι, "δεν έγιναν κύριοι των διαμερισμάτων τους, γεγονός το οποίο, κατά τον αναιρετικό λόγο, συναρτάται με την απώλεια της νομής τους, λόγω της απώλειας της διάνοιας κυρίων, από την προαναφερόμενη αιτία, την οποία δικαστική ομολογία, είχαν επικαλεσθεί με τις προτάσεις τους της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και την οποία αν είχε λάβει υπόψη το Εφετείο θα απέρριπτε κατ'ουσίαν την αγωγή Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η επικαλούμενη ομολογία αναφέρεται σε μη νόμιμο και άρα μη ουσιώδη ισχυρισμό, αφού σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η ακυρότητα των μεταβιβαστικών της κυριότητας δικαιοπραξιών των επιδίκων ακινήτων και η γνώση του γεγονότος αυτού από τους νομείς δεν συνεπάγεται και την απώλεια της διάνοιας κυρίου και συνεπώς την απώλεια της νομής που απέκτησαν με την παράδοση τούτων και την οποία κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά άσκησαν συνεχώς έκτοτε μέχρι την αποβολή τους.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-2-2011 αίτηση των Δ. Σ., Σ. Σ. και Μ. Σ. περί αναιρέσεως της 424/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν, την οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ