Legislator Case Law & Legislation
716/2013 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of public hospital employees' equal pay claim based on constitutional equality.

Case Number 716/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by a public hospital against a lower court's dismissal of an equal pay claim. The hospital argued that excluding certain employees from a specific allowance violated the principle of equal pay, citing constitutional provisions. The court rejected this, ruling that the lower court correctly distinguished between different categories of employees with varying employment terms and employers, thereby upholding the dismissal of the original lawsuit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4, 22 of the Constitution; Article 35 of Law 3329/2005: The principle of equal pay does not mandate identical treatment for distinct categories of public employees with different employers and employment conditions, allowing the lower court to dismiss the claim based on these distinctions.

Keywords

AI generated
constitutional equality public sector employees equal pay principle employment categories dismissal of lawsuit

Cited Legislation

AI generated
Article 4 of the Constitution
Article 22 of the Constitution
Article 35 of Law 3329/2005
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 135 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 560 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 12 paragraph 4 of Law 4055/2012
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 716 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 716/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ΛΑΪΚΟ", που εδρεύει στο Γουδί και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γίτσα.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Θ. Γ. του Π., κατοίκου ..., έως και 41) Ε. Σ. του Ν., κατοίκου .... Οι 2ος, 3η, 4ος, 6η, 17ος, 18ος, 23η, 25η και 31ος των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Πουρνάρα και οι 1η, 5ος, 8η, 9η, 10ος, 11η, 12η, 13ος, 14η, 15ος, 16ος, 19ος, 20η, 21η, 22η, 24η, 26ος, 27η, 28ος, 29η, 30η, 32ος, 33η, 34η, 35η, 36η, 37η, 38η, 39ος, 40η και 41ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο. Ο 7ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 953/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 613/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης και της ενσωματωμένης σ' αυτή ως άνω 953/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών ζήτησε το αναιρεσείον με την από 16-9-2011 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 828/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 21-6-2012 κλήση του καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 20-3-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 135 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε. Κατά δε το άρθρο 134 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η επίδοση γίνεται προς τον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ' αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο.

Στην προκείμενη περίπτωση, για τον άγνωστης διαμονής έβδομο αναιρεσίβλητο (Α. Γ.), όπως προκύπτει από τις 2799 και 2800/26-7-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., τις οποίες το αναιρεσείον προσκομίζει, η επίδοση αντιγράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και της από 21-6-2012 κλήσεως με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 3-4-2012 και κλήση προς εμφάνιση κατ' αυτήν έγινε εμπροθέσμως και παραδεκτώς, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Αυτός υπέδειξε να δημοσιευθεί περίληψη του δικογράφου, που του κοινοποιήθηκε, στις εφημερίδες "ΕΣΤΙΑ" και "ΑΥΓΗ". Το αναιρεσείον επιμελήθηκε για τη δημοσίευση περιλήψεως των ως άνω δικογράφων στις παραπάνω εφημερίδες, στα φύλλα της 1ης Αυγούστου 2012, δηλαδή πριν από ενενήντα (90) ημέρες από τη συζήτηση της αναιρέσεως.

Επομένως, εφόσον ο παραπάνω αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη μετ' αναβολή δικάσιμο, νομίμως έγινε η συζήτηση αυτής παρά την απουσία του, αφού η εγγραφή στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως και δεν ήταν απαραίτητη η εκ νέου κλήτευσή του (άρθρα 576 παρ. 2, 575, 226 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.).

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 613/2011 τελεσίδικης ερήμην αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της ενσωματωμένης σ' αυτήν υπ' αριθμ. 953/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί παραδεκτά, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος, κοινοποιήθηκε στο αναιρεσείον την 20-9-2011 και κατατέθηκε στο εκδόσαν αυτήν, Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την 16-9-2011, ήτοι μετά την πάροδο άπρακτης της προβλεπόμενης από το άρθρο 503 του Κ.Πολ.Δ.

δεκαπενθήμερης προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, γεγονός που συνομολογούν οι αναιρεσίβλητοι.

Επειδή από την αρχή της ισότητας που καθιερώνεται από το άρθρ. 4 § 1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι οι νόμοι, καθώς και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορούν να επιχειρούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία. Η ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν την ίδια υπό τις αυτές συνθήκες εργασία επιβάλλεται και από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, το οποίο αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος.

Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα.

Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχολήσεως και απολαυών.

Ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνει επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή χωρίς συσχετισμό προς το ευρύτερο σύνολο αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται. Περαιτέρω, με το άρθρο 35 του Ν. 3229/2005 "Εθνικό Σύστημα Υγείας - Κοινωνικής Αλληλεγγύης και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "... 1) Στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτήν και στο μετακλητό προσωπικό χορηγείται μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης που ανέρχεται στο ποσό των 200 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής. 2) Το επίδομα αυτό δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003 ...

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης το επίδομα αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται". Από την αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005 προκύπτει ότι η θέσπιση του επιδόματος της ειδικής απασχόλησης υπαγόρευε ο αυξημένος φόρτος εργασίας και οι αυξημένες ευθύνες που δημιουργήθηκαν στις υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης από τις αλλαγές που επήλθαν στο ΕΣΥ με την κατάργηση των ΠΕΣΥΠ και τη δημιουργία των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (ΔΥΠΕ) και την αναμόρφωση των Νοσοκομείων σε ΝΠΔΔ.

Ειδικότερα, αναφέρεται ότι μετά τις παραπάνω δομικές αλλαγές στον χώρο της υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου έχουν αναλάβει ένα συντονιστικό και επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και στον συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωσή τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας και ότι ο συντονιστικός και επιτελικός αυτός ρόλος συνεπάγεται αυξημένες ευθύνες και υποχρεώσεις, οι οποίες επιβάλλουν τη χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχόλησης.

Επισημαίνεται ακόμη στην αιτιολογική έκθεση ότι οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου είχαν ήδη επιφορτισθεί με πρόσθετες υποχρεώσεις, στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στον χώρο της υγείας με τους Νόμους 2889/2001, 3106/2003, 3204/2003 και 3209/2003 (ίδρυση Ε.Σ.Υ.Κ.Φ., εποπτεία του προγράμματος "Βοήθεια στο Σπίτι", υπαγωγή των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης), ότι η αλλαγή του συστήματος προμηθειών των Νοσοκομείων, με τη δημιουργία μιας ενιαίας επιτροπής στο Υπουργείο, τη σύσταση ενός εθνικού μητρώου προμηθευτών και την κατάρτιση ενιαίου κωδικολογίου για τα προμηθευόμενα είδη, συνεπάγεται επιπρόσθετο φόρτο εργασίας και ευθύνες για τους εργαζομένους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου και ότι για όλους τους παραπάνω λόγους επιβάλλεται χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχόλησης στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία και στους αποσπασμένους σε αυτή.

Με το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 3627/2007 ορίσθηκε ότι δικαιούχοι του πιο πάνω επιδόματος είναι και όσοι υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία των Υγειονομικών Περιφερειών. Από τη διατύπωση της ανωτέρω διάταξης και την επ' αυτής αιτιολογική έκθεση προκύπτει ότι ο νομοθέτης συνέδεσε την καταβολή του επιδόματος με το πραγματικό γεγονός της παροχής υπηρεσιών στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου αυτού για τους λόγους που εκτενώς παραθέτει.

Εξάλλου, στο άρθρο 13 παρ. 10 του Ν. 2889/2001 "Εθνικό Σύστημα Υγείας και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "διατηρούν το υφιστάμενο νομικό καθεστώς τους και δεν υπάγονται στις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 1 αυτού ... α) Το Εθνικό Νοσοκομείο ... Τα παραπάνω Νοσοκομεία που ανήκουν στο ΕΣΥ, καθώς και το Ι.Ε.Ν.Θ.Υ. ΑΕ και τα παραρτήματα αυτού διασυνδέονται λειτουργικά με το ΠΕΣΥ, στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου βρίσκονται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 5 αυτού του νόμου".

Κατά δε της διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 3329/2005: "1. Τα Νοσοκομεία της παρ. 10 του άρθρου 13 του Ν. 2889/2001 διατηρούν το υφιστάμενο καθεστώς τους. Επ' αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9, 10 και 11 του νόμου αυτού και τα άρθρα 6, 7 και 8 και 13 παρ. 10 του Ν. 2889/2001".

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ενσωματωμένη στην προσβαλλόμενη απόφαση υπ' αριθμ. 613/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υπ' αριθμ. 953/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το εν λόγω Ειρηνοδικείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες -αναιρεσίβλητοι είναι ειδικευόμενοι γιατροί του ΕΣΥ, εργαζόμενοι στο εναγόμενο - αναιρεσείον Νοσοκομείο Αθηνών "Λαϊκό" δυνάμει συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Η μισθολογική τους κατάσταση από 1-1-2005 και εφεξής τελούσε σε απόλυτη αναλογία με αυτή του προσωπικού που υπηρετούσε στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, όπως αυτή καθιερώθηκε με το ν. 1397/1983 και τροποποιήθηκε με το ν. 2606/1998. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 35 του ν. 3329/2005, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης ύψους 200 ευρώ από 1-1-2005 στο ως άνω προσωπικό, καθώς και στους αποσπασμένους στην εν λόγω υπηρεσία και στο μετακλητό προσωπικό.

Το επίδομα αυτό χορηγήθηκε αδιακρίτως σε όλους τους ανωτέρω υπαλλήλους, ανεξαρτήτως κατηγορίας, ειδικότητας κ.λπ. Απ' όλα αυτά κρίνεται ότι από 1-1-2005 και εφεξής συντρέχει και για τους αναιρεσιβλήτους - υπαλλήλους του αναιρεσείοντος Νοσοκομείου, το οποίο εποπτεύεται από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, η ίδια ανάγκη της άμεσης ενεργοποίησής τους για την αντιμετώπιση των αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών που απορρέουν από την υλοποίηση των προγραμματισμένων μεταρρυθμίσεων στο χώρο της υγείας.

Επομένως, με την εξαίρεση των αναιρεσιβλήτων από το επίδομα ειδικής απασχόλησης, χωρίς να συντρέχει λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, παραβιάζεται η μισθολογική ισότητα, για την οποία δεσμεύτηκε ο νομοθέτης του ν. 3329/2005, καθότι η επιλεκτική αυτή χορήγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις υπερκείμενες των διατάξεων αυτών Συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 και 22 του ισχύοντος Συντάγματος.

Για την αποκατάσταση δε της Συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοστεί και για εκείνους σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση.

Συνεπώς, κατέληξε οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται να λάβουν το μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης που προβλέπεται από το άρθρο 35 του ν. 3329/2005 από 1-1-2005 για το ένδικο χρονικό διάστημα το οποίο και επιδίκασε στον καθένα από αυτούς. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1β' του Συντ.

και 35 του Ν. 3329/ 2005, οι οποίες δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν στην προκείμενη περίπτωση, διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που έχουν διαφορετικό εργοδότη (δηλαδή οι αναιρεσίβλητοι, το αναιρεσείον Νοσοκομείο και οι προς σύγκριση εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το Ελληνικό Δημόσιο), δεν παρέχουν τις υπηρεσίες τους με τους αυτούς όρους απασχόλησης, ούτε μπορούσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να γίνει σύγκριση μεταξύ των δύο ως άνω κατηγοριών μισθωτών ως προς μόνη τη συγκεκριμένη ειδική παροχή, χωρίς συσχετισμό με το εκατέρωθεν σύνολο απολαβών, μη αρκούντος του γεγονότος ότι το αναιρεσείον ανήκει στο ΕΣΥ και διασυνδέεται λειτουργικά με το οικείο ΠΕΣΥ.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα, εφόσον κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.

όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/12-4-2012, να καταδικαστούν δε οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι στην εν μέρει δικαστική δαπάνη όλων των βαθμών λόγω του δυσερμηνεύτου των πιο πάνω διατάξεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 613/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 19-12-2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 953/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Δέχεται κατ' ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.

Απορρίπτει την αγωγή. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους - ενάγοντες στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος - εναγομένου όλων των βαθμών, την οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ