Legislator Case Law & Legislation
716/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal withdrawal for remaining grounds and rejects constitutional challenge to employment quota law.

Case Number 716/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to withdraw the appeal regarding the first and second grounds, leaving the appeal valid for the third ground. The appellant's lawyer withdrew the appeal document before the oral hearing, which legally terminated the proceedings only for those specific grounds. The court upheld the lower court's decision that the employer failed to meet the mandatory quota for persons with special needs under Law 2643/1998, rejecting the constitutional challenge as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 296, 297, 495, 573, 5 of the Code of Civil Procedure; Withdrawal of appeal by proxy before oral hearing terminates proceedings for withdrawn grounds; Employer's refusal to hire persons with special needs violates mandatory quota law; Constitutional challenge to quota calculation method rejected.

Keywords

AI generated
withdrawal of appeal proxy withdrawal employment quota law persons with special needs constitutional challenge Code of Civil Procedure legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 296, 297 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 5 paragraph 1 of the Constitution
Law 2643/1998
Articles 349, 350, 656 of the Civil Code
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 716 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 716/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", που εδρεύει στην Λυκόβρυση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βάγια, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παραιτείται από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, όσον αφορά τους 1ο και 2ο λόγους αυτής.

Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Α. Κ., το γένος Ι. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παναγιώτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-11-2005 και 6-6-2006 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1575/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6146/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-4-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 10-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 του ΚΠολΔ, εφαρμοζόμενες, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης.

Η δήλωση αυτή, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης. Συνακόλουθα, η παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, που έγινε πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, η οποία καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, είναι σύννομη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης μόνο ως προς τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, που θεωρείται ότι δεν ασκήθηκαν (άρθρ. 295 παρ. 1 και 299 ΚΠολΔ).

Το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 5 παράγραφος 1 ότι "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη" και προβλέπει στο άρθρο 25 παράγραφος 1, όπως αυτό ισχύει μετά την συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τα εξής: "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.

Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος ανάγεται σε δικαίωμα (ατομικό) η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της χώρας και κατοχυρώνεται η προσωπική και οικονομική ελευθερία, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η ελευθερία ασκήσεως επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας. Στην άσκηση της ελευθερίας αυτής είναι δυνατόν να επιβληθούν από το νόμο περιορισμοί, οι οποίοι, για να είναι συνταγματικώς επιτρεπτοί, πρέπει να ορίζονται γενικώς κατά τρόπο αντικειμενικό και να δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, οι οποίοι τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα της ρυθμιζομένης επαγγελματικής δραστηριότητας.

Ενόψει δε της ανωτέρω αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδάφ. τέταρτο του Συντάγματος), η οποία, ως γενική αρχή του δικαίου, ίσχυε και πριν από την ρητή αποτύπωσή της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι ως άνω νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση με τον σκοπό αυτό (βλ.

σχ. Ολ.ΑΠ 6/2009, 4/1998). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4, 5, 9 και 10 του Ν. 2643/1998 "Μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 200, τεύχος Α' της 28-9-1998), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε ο νόμος αυτός με το Ν. 2956/2001 (με τον οποίο τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν και οι διατάξεις των άρθρων 1, 4, 9 και 10 του Ν. 2643/1998), συνάγεται ότι μεταξύ του εργοδότη που υπόκειται στην υποχρέωση προσλήψεως και του μισθωτού που προστατεύεται και τοποθετείται σ' αυτόν, συνάπτεται σύμβαση αναγκαστικής για τον εργοδότη εργασίας, την δικαιοπρακτική βούληση του οποίου αναπληρώνει η απόφαση της Επιτροπής.

Η σύμβαση αυτή εργασίας τελειούται με την εμφάνιση του τοποθετηθέντος μισθωτού για ανάληψη υπηρεσίας. Ο εργοδότης, αποκρούοντας την πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού, καθίσταται υπερήμερος και οφείλει σ' εκείνον μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ. Και τούτο γιατί ο εργοδότης δεν δικαιούται να ερευνήσει και αυτός την συνδρομή των προϋποθέσεων των απαιτουμένων για την πρόσληψη του μισθωτού τούτου, ούτε να απαιτήσει την συνδρομή των (πρόσθετων) όρων του τυχόν ισχύοντος Κανονισμού του, αφού η πρόσληψη του μισθωτού έχει τελειωθεί με την εμπρόθεσμη εμφάνισή του στον υπόχρεο εργοδότη, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού (2643/1998), που υπερισχύουν κάθε άλλης αντίθετης διάταξης ή ειδικής ρύθμισης.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ανωτέρω Ν. 2643/1998, στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται και τα άτομα, με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, που έχουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση εξ αιτίας οποιασδήποτε χρόνιας σωματικής ή πνευματικής ή ψυχικής πάθησης ή βλάβης (άτομα με ειδικές ανάγκες), εφόσον είναι γραμμένα στα μητρώα ανέργων αναπήρων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ).

Κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου (2643/1998) επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, ελληνικές ή ξένες, που λειτουργούν στην Ελλάδα με οποιαδήποτε μορφή και οι φορείς του δημόσιου τομέα, που αναφέρονται στην παρ. 8, καθώς και οι θυγατρικές τους εταιρείες, εφόσον απασχολούν προσωπικό πάνω από πενήντα (50) άτομα, υποχρεούνται να προσλαμβάνουν προστατευόμενα πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου, σε ποσοστό 8%, επί του συνόλου του προσωπικού της επιχείρησης, της εκμετάλλευσης ή του φορέα (παρ. 1).

Για τον υπολογισμό του ποσοστού της προηγούμενης παραγράφου, στο προσωπικό της υπόχρεης επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή φορέα συνυπολογίζονται: α) οι υπάλληλοι και οι εργατοτεχνίτες που υπηρετούν σ' αυτήν, ανεξάρτητα από τον τύπο και την μορφή της σύμβασής τους. Δεν συνυπολογίζονται εκείνοι που προσλαμβάνονται για σύντομο χρονικό διάστημα.

β) Τα πρόσωπα που τοποθετήθηκαν αναγκαστικά σε κάθε υπόχρεη επιχείρηση με το Ν. 1648/1986 ή με οποιαδήποτε προηγούμενη προστατευτική διάταξη, ή με τις διατάξεις του νόμου αυτού (2643/1998). Δεν συνυπολογίζονται τοποθετήσεις προσώπων που υπάγονται στο παρόντα νόμο, εφόσον γίνονται οικειοθελώς από την επιχείρηση (παρ. 2).

Οι παραπάνω ρυθμίσεις του Ν. 2643/1998 δεν είναι αντίθετες προς τις συνταγματικές διατάξεις, με τις οποίες καθιερώνεται η ελευθερία της συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδάφιο δ' του Συντάγματος), εφόσον οι συνταγματικές αυτές διατάξεις δεν αποκλείουν την θέσπιση περιορισμών που επιβάλλουν λόγοι δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος, όπως είναι η πρόνοια για τις πολύτεκνες οικογένειες, τους ανάπηρους και τους τραυματίες πολέμου και τα θύματα πολέμου, αλλά και τα άτομα με ειδικές ανάγκες, που έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το Κράτος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του Συντάγματος.

Εξάλλου δε, ο τρόπος υπολογισμού των προστατευομένων προσώπων, που τοποθετούνται αναγκαστικά στις υπόχρεες επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή φορείς (άρθρο 2 του Ν. 2643/1998), δεν αντίκειται στην συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της οικονομικής ελευθερίας, ούτε στην συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.

Τούτο δε διότι η σχετική ρύθμιση είναι γενική και αντικειμενική, δικαιολογείται από λόγους δημόσιου και κοινωνικού συμφέροντος, όπως προδήλως είναι η εξασφάλιση εργασίας στις προστατευόμενες κατηγορίες προσώπων, κινείται εντός των ορίων που χαράσσει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας και πάντως δεν οδηγεί σε ουσιαστική αποδυνάμωση της επιχειρηματικής και συμβατικής ελευθερίας των υπόχρεων επιχειρήσεων, εκμεταλλεύσεων, ενόψει του ότι στο προσωπικό της υπόχρεης επιχειρήσεως, εκμεταλλεύσεως ή φορέα συνυπολογίζονται οι υπάλληλοι και οι εργατοτεχνίτες που υπηρετούν σ' αυτήν, ανεξάρτητα από τον τύπο και την μορφή της συμβάσεώς τους, καθώς και τα πρόσωπα που τοποθετήθηκαν αναγκαστικά σε κάθε υπόχρεη επιχείρηση με το Ν. 1648/1986 ή με οποιαδήποτε προηγούμενη προστατευτική διάταξη ή με τις διατάξεις του εν λόγω νόμου (2643/1998), αλλά και του ότι, ενώ κατά το Ν. 1648/1986 μοναδικό κριτήριο για τον καθορισμό των υπόχρεων επιχειρήσεων, εκμεταλλεύσεων ήταν το μέγεθός τους, να απασχολούν, δηλαδή, αυτές πάνω από 50 εργαζομένους, ο Ν. 2643/1998 λαμβάνει υπόψη για τον καθορισμό αυτό και την οικονομική κατάστασή τους, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου αυτού, από την υποχρέωση πρόσληψης εξαιρούνται επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις ή φορείς, που εμφανίζουν στους ισολογισμούς τους αρνητικό αποτέλεσμα (ζημία) στις δύο αμέσως προηγούμενες από το έτος πρόσληψης χρήσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 17/20-5-2004 απόφαση - πρακτικό της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 9 του Ν. 2643/1998, η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) τοποθετήθηκε αναγκαστικά, ως άτομο με ειδικές ανάγκες, στην εναγομένη (αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία για να εργασθεί ως εργατοτεχνίτρια.

Η ενάγουσα εμφανίσθηκε εμπροθέσμως, στις 29-7-2004, στα γραφεία της εναγομένης αρχικά στην … και στη συνέχεια στο ... προς ανάληψη εργασίας, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, η οποία όμως αρνήθηκε να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, ισχυριζόμενη ότι στο εργοστάσιό της στο ...

απασχολούσε ήδη αριθμό προστατευομένων ατόμων που υπερκάλυπτε το ποσοστό που ορίζεται με το Ν. 2643/1998. Τον ισχυρισμό αυτό - δέχθηκε ακόμη το Εφετείο - προέβαλε η εναγομένη και με την προσφυγή που άσκησε κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 17/20-5-2004 αποφάσεως ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής του άρθρου 10 του Ν. 2643/1998, η οποία Επιτροπή απέρριψε ομόφωνα, με την υπ' αριθμ. 714/13-10-2005 απόφασή της, την προσφυγή της εναγομένης.

Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η εναγομένη με την άρνησή της να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της ενάγουσας κατέστη υπερήμερη, ως συνέπεια δε της υπερημερίας της αυτής οφείλει στην ενάγουσα τις κατά τον ένδικο χρόνο αποδοχές της, σύμφωνα με τα άρθρα 349, 350 και 656 του Α.Κ. Έτσι επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε όμοια, απορρίπτοντας ρητά τον προβληθέντα από την εναγομένη ισχυρισμό περί αντισυνταγματικότητας του Ν. 2643/1998 ως προς τον τρόπο υπολογισμού των προστατευομένων προσώπων που υποχρεούνται να προσλαμβάνουν οι υπόχρεες επιχειρήσεις.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 2643/1998, του Α.Κ. και του Συντάγματος, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο τρίτος (ο μόνος που απόμεινε μετά την παραίτηση από τους άλλους δύο), από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη ως προς τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Καταργεί τη δίκη ως προς τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως.

Απορρίπτει την από 29-4-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6146/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ