Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to prior pending litigation between same parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the lower court failed to stay proceedings because a prior lawsuit with identical historical and legal grounds was pending. The court ruled this argument inadmissible because the lower court had already considered the claim of pending litigation and rejected it, and the appellant failed to prove the lower court ignored this fact.
Legislator headnote
AI generatedArticles 221, 222, 22, 559 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court has already taken into account the claim of pending litigation, and the appellant fails to demonstrate that the court disregarded this fact.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 716 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 716/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένων των Γεωργίου Καλαμίδα Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου και Βασιλείου Ρήγα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16ης Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ING Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία Ζωής", πρώην "NATIONALE - NEDERLANDEN Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία Ζωής" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Γραφανάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγαπηνό, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 Κ πολ Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Ιουλίου 2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 950/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7144/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της ως και τους από 29 Σεπτεμβρίου 2008 πρόσθετους επ' αυτής λόγους αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 3 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των κυρίων και προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων ως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δυο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες? ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν".
Κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαιτήσεως έχει από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό.
Με την πρόταση αυτού, που είναι αδιάφορο πότε θα γίνει, οι αμοιβαίες απαιτήσεις, εφόσον διατηρούνται κατά το χρονικό αυτό σημείο, εξαλείφονται αναδρομικώς, δηλαδή από το χρονικό σημείο που συνυπήρξαν (ΑΠ 1219/1997). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και να εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ. ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1399/2005). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας αυτής ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολομ.
ΑΠ 1/1999). Ελλείψεις ή αντιφάσεις ως προς τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, τον καθορισμό δηλαδή και την έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, είναι αδιάφορες, αφού, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, απορρίπτεται η αναίρεση.
Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", δηλαδή σε πραγματικό αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει συναχθεί με βάση αυτές, εφόσον τούτο παρατίθεται σαφώς (Ολομ.
ΑΠ 24/1992). Στην περίπτωση, που πρόκειται, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση, του δέχθηκε τα εξής: "Με την ανακοπτομένη 7625/2005 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν σχετικής αιτήσεως της καθ' ης η ανακοπή Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας, ο ανακόπτων, ως αποδέκτης έξι συναλλαγματικών ποσού; 3.148,08 Ευρώ καθεμιάς, εκδόσεως της καθ' ης στην Αθήνα στις 5-1-2005 και λήξεως 31-1-2005, 28-2-2005, 31-3-2005, 29-4-2005, 31-5-2005 και 30-6-2005, αντίστοιχα, υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην καθ' ης το συνολικό ποσό των 18.888,48 Ευρώ, νομιμοτόκως από της λήξεως καθεμιάς, καθώς και το ποσό των 850 ευρώ για δικαστικά έξοδα.
Ο ανακόπτων από το έτος 1993, συνεργαζόταν ως ασφαλιστικός σύμβουλος με τις εταιρίες του τότε ομίλου NATIONALE-NEDΕRLANDEN, και ήδη όμιλο της καθ' ης, μέχρι και το έτος 2004. οπότε η τελευταία κατήγγειλε τις μεταξύ τους σχετικές συμβάσεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία δικαστικών διενέξεων μεταξύ των διαδίκων, με την κατάθεση από τον ανακόπτοντα αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και αγωγής κατά της καθ' ης.
Με σκοπό "αφενός μεν να παύσουν οριστικά οι μεταξύ των συμβαλλομένων διενέξεις, έριδες και αμφισβητήσεις και να αρθεί και να τερματιστεί τελειωτικά κάθε διαφορά μεταξύ τους. απ' όπου και αν προέρχεται, αφετέρου δε να αποκατασταθούν μεταξύ τους, ομαλές σχέσεις", οι διάδικοι προέβησαν στην κατάρτιση και υπογραφή του από 5-1-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού εξώδικου συμβιβασμού.
Με αυτό συμφώνησαν στη ρύθμιση της μεταξύ τους διαφοράς και καθόρισαν, ότι ο ανακόπτων θα εισπράξει από την καθ' ης το καθαρό καταβλητέο ποσό των 177.496,5 ευρώ, ενώ της οφείλει το ποσό των 37.777 ευρώ από διάφορα δάνεια. Συμφωνήθηκε δε η άμεση καταβολή από την καθ' ης στον ανακόπτοντα του ποσού των 133.122.43 ευρώ, το οποίο και του κατέβαλε, ενώ το υπόλοιπο των 44.374.14 ευρώ να του καταβληθεί την 1-7-2005.
Παράλληλα, συμφωνήθηκε η επιστροφή του ποσού των δανείων (37.777 Ευρώ) από τον ανακόπτοντα προς την καθ' ης να γίνει σε δώδεκα ίσες μηνιαίες δόσεις ποσού 3.148,08 ευρώ η κάθε μια, πληρωτέες την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε μηνός από 31-1-2005. Για τη διευκόλυνση της καταβολής των δόσεων αυτών ο ανακόπτων αποδέχθηκε αυθημερόν ισόποσες, αντίστοιχες, συναλλαγματικές, οι έξι πρώτες των οποίων είναι οι επίδικες με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής.
Στο ίδιο συμφωνητικό και στον όρο 3 συμφωνήθηκε, ότι εάν ο ανακόπτων δεν πληρώσει κάποιες από τις δόσεις του πρώτου εξαμήνου (6 πρώτες δόσεις), η καθ' ης δικαιούται να παρακρατήσει κατά την πληρωμή την 1ης Ιουλίου 2005 αντίστοιχο οφειλόμενο ποσό. Όντως, ο ανακόπτων, κάνοντας χρήση του προαναφερθέντος όρου.
η έννοια του οποίου είναι σαφής μη χρήζουσα προσφυγής σε ερμηνευτικούς κανόνες, κοινοποίησε στην καθ' ης την από 8-2-2005 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία της έκανε γνωστό ότι δεν θα της καταβάλλει το ποσό των έξι πρώτων δόσεων (18.888,48 ευρώ), καλώντας την να παρακρατήσει το εν λόγω ποσό από το ποσό που αυτή έπρεπε να του καταβάλει την 1-7-2005 (44.374,14 ευρώ).
Η καθ' ης δεν απάντησε, ούτε με οποιονδήποτε τρόπο αμφισβήτησε την δυνατότητα αυτή που παρείχε στον ανακόπτοντα ο, ως άνω, όρος του συμφωνητικού, αλλά, παρά ταύτα, την 1-7-2005 αρνήθηκε να καταβάλλει σε αυτόν το υπόλοιπο ποσό των (44.374,14-18.888,48) 25.485,66 ευρώ, με τον ισχυρισμό ότι δεν της κατέβαλλε τις 6 πρώτες δόσεις και ότι παρέβη τις συμβατικές του υποχρεώσεις εκ του συμφωνητικού.
Κατόπιν αυτού, ο μεν ανακόπτων ζήτησε και πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά της καθ' ης για το ποσό μόνο των 25.486 ευρώ, αφαιρώντας, δηλαδή, το ποσό των 18.888,48 ευρώ. η δε καθ' ης, παρά ταύτα, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής για το τελευταίο αυτό ποσό με βάση τις πρώτες έξι συναλλαγματικές, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό την (παρά το, ως άνω, συμψηφισμό) εκ νέου είσπραξη του ποσού αυτού.
Και τούτο, παρά τον σαφή, ως άνω, όρο του μεταξύ τους συμφωνητικού, που παρείχε την δυνατότητα στον ανακόπτοντα να μην πληρώσει κάποια ή και όλες τις έξι πρώτες δόσεις με αντίστοιχο δικαίωμα της καθ' ης (αλλά και υποχρέωση της στην περίπτωση που ο ανακόπτων έκανε εφαρμογή αυτού του όρου) να αφαιρέσει το μη καταβληθέν από τον ανακόπτοντα σ' αυτήν ποσό, από εκείνο που η ίδια όφειλε να του καταβάλει την 1-7-2005.
Συνεπώς οι επίδικες συναλλαγματικές, με βάση τις οποίες και εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, δεν ενσωματώνουν πλέον οφειλή του ανακόπτοντος προς την καθ' ης, ούτε αντίστοιχη αξίωση της τελευταίας κατ' αυτού". Με αυτή του την κρίση, το δικάσαν Εφετείο σωστά εφήρμοσε και ερμήνευσε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, αφού συνέτρεχαν όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις, παράλληλα δε συμπεριέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες περί του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να προτείνει σε συμψηφισμό τις απαιτήσεις του από οφειλές (την 1.7.05) της αναιρεσείουσας προς τις απαιτήσεις της τελευταίας κατ' αυτού από την μη καταβολή των δόσεων, ώστε η προσβαλλόμενη απόφαση να μη στερείται νομίμου βάσεως.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος κύριοι και δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επίσης, απορριπτέοι ως αβάσιμα είναι και οι τέταρτος και πέμπτος κύριοι και τρίτος πρόσθετοι λόγοι εκ των αρ. 1β και 20 του ιδίου άρθρου, διότι δεν προέκυψε εκ της παραδεκτής επισκόπησης της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι α) το Εφετείο διαπίστωσε κενόν ως προς την εφαρμογή του από 5.1.05 ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού και έτσι δεν κατέφυγε στην ερμηνεία του και β) δεν απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο διαφορετικό εντελώς από αυτό που είχε.
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγματα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, και περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολομ ΑΠ 11/1996).
Δεν στοιχειοθετεί, όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με τον πρώτο κύριο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη το σφάλμα, ότι παρέλειψε να ερευνήσει τον πρώτο λόγο εφέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα έβαλε κατά της πρωτόδικης απόφασης (η οποία και τή δέχθηκε την ανακοπή κατόπιν παραδοχής της ενστάσεως συμψηφισμού), διότι, ένεκα προτάσεως εκ μέρους της, με την από 30.6.05 εξώδικη δήλωση, που κοινοποιήθηκε στον αναιρεσίβλητο αυθημερόν με την ...
έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή ..., της του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (άρθρο 374ΑΚ), που προέκυψε από αυτό τούτο το συμφωνητικό, δεν έλαβε χώρα ο επίδικος συμψηφισμός, αφού με τους υπ' αριθμ. 5 και 6 όρους του εν λόγω συμφωνητικού ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε την υποχρέωση αφ' ενός μεν επί τριετίαν από την εξόφληση του καταβλητέου σ' αυτόν ποσού να μη συνεργασθεί με ασφαλιστική εταιρεία, αφ' ετέρου δε για το ίδιο χρονικό διάστημα της τριετίας να τηρήσει απόλυτα την υποχρέωση απορρήτου και εχεμύθειας για κάθε γνώση και πληροφορία, που απεκόμισε εκ της συνεργασίας του με την εταιρεία καθόλο το χρόνο της συνεργασίας αυτής και επομένως και να μην παρουσιαστεί σαν μάρτυρας σε οποιοδήποτε δικαστήριο εναντίον οποιασδήποτε εταιρείας του ομίλου της ING, την οποία, όμως, παρέβη και συνεπώς η οφειλή της ίδιας δεν ήταν ληξιπρόθεσμη, αλλά τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της τήρησης και εκ μέρους του αντιδίκου των συμφωνηθέντων πλην, όμως, το Εφετείο απεφάνθη περί αυτού, και μάλιστα ευθέως τον έκρινε κατ' ουσίαν αβάσιμον με τις εξής όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης παραδοχές. "Είναι γεγονός, ότι με τον όρο 5 του ίδιου συμφωνητικού ο ανακόπτων ανέλαβε την υποχρέωση όπως, επί μία τριετία από την εξόφληση του καταβλητέου σε αυτόν ποσού, μη συνεργαστεί με άλλη ασφαλιστική εταιρεία και αποφύγει κάθε ανταγωνιστική προς την καθ' ής ενέργεια.
Ανεξάρτητα, όμως, από την αφετηρία της υποχρέωσης αυτής και το ότι αυτή, καθώς και η υποχρέωση εχεμύθειας, αίρονται αν δεν γίνει η καταβολή της δόσης της 1-7-2005 (βλ. όρο στο τέλος), σε καμία περίπτωση δεν εξαρτήθηκε από την τήρηση των υποχρεώσεων αυτών του ανακόπτοντα, που πιθανόν να θεμελιώνουν άλλες αξιώσεις η υποχρέωση της καθ' ής να του καταβάλει τη δόση της 1-7-2005, σε όποιο ποσό θα αναφερόταν αυτή κατά τον προαναφερθέντα όρο του συμφωνητικού.
Συνεπώς, και ο περί ου πρόκειται ανωτέρω πρώτος κύριος λόγος είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, καθώς απορριπτέος, για την ίδια νομική αιτία (αβάσιμος), είναι και οι επί του ιδίου άρθρου και αριθμού (559 αρ. 8) βασιζόμενος πρώτος, κατά το σχετικό του μέρος, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, ότι δεν ελήφθη υπόψη ο περί της ενστάσεως του άρθρου 374 ΑΚ ισχυρισμός, αφού ως προέκυψε ανωτέρω, ελήφθη υπόψη και μάλιστα ρητώς.
Αλλά και ο επί του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ βασιζόμενος, κατά το δεύτερο μέρος, πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την 7475/30.6.05 εξώδικη δήλωση, η οποία ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβασης της δίκης, ως γνωστοποιήσασα στον αναιρεσίβλητο την ένσταση του 374 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι πράγματι ελήφθη υπόψη, όπως ανωτέρω ιστορείται.
Από τη διάταξη του άρθρου 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορίζεται, ότι η κατάθεση της αγωγής, κατά το άρθρο 215 του ΚΠολΔ, συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, εκκρεμοδικία, μετά την επέλευση της οποίας και κατά τη διάρκεια αυτής, δεν μπορεί κατά το άρθρο 222 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, να γίνει ενώπιον οποιοδήποτε δικαστηρίου, νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, όταν δηλαδή υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ των δύο δικών.
Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου 222, ορίζεται, ότι, αν, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, ασκηθεί άλλη αγωγή, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της, ωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Απαράδεκτο αποτελεί και η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία της φερόμενης ενώπιόν του δίκης, εφόσον υφίσταται εκκρεμοδικία (άρθρ. 22 ΚΠολΔ) (ΑΠ 140/1997 ΕλλΔ/νη 28.1547). Στην προκειμένη περίπτωση με το πέμπτο κύριο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε, ότι ασκήσαμε, πριν από την άσκηση της ένδικης ανακοπής του αντιδίκου, την από 13.07.2005 με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 6051/2005 ανακοπή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εστρέφετο κατά του αντίδικου και της υπ' αριθμ. 7057/2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η, ως άνω, ανακοπή της επιδόθηκε στον αντίδικο την 14.7.05 και είχε την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την ένδικη ανακοπή του αντιδίκου, η οποία ασκήθηκε μεταγενέστερα από την δική της (επιδόθηκε σε μας την 27.9.2005). Προέβαλε τον ισχυρισμό περί εκκρεμοδικίας και το αίτημα της αναστολής, το οποίον, άλλωστε, και έπρεπε να εξετασθεί και αυτεπαγγέλτως.
Και τα δύο απερρίφθησαν σιγή. Πλην, όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως (άρθρο 562 ΚΠολΔ), δεν διαλαμβανόταν στο δικόγραφο εκείνο και σχετικός λόγος εφέσεως, έτσι ώστε η προϋπόθεση της προβολής του αποτελούντος τον λόγον της εφέσεως ισχυρισμόν στο δικαστήριο να αποδεικνύεται αναληθής.
Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, ότι δηλαδή, το δικάσαν Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτον εκ της ανωτέρω αιτίας (λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων της εκκρεμοδικίας), είναι απαράδεκτος και εντεύθεν απορριπτέος. Κατόπιν όλως αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, η οποία χάνει τη δίκη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, όπως στο σκεπτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-1-2008 αίτηση και του από 29-9-2008 προσθέτους λόγους της "ING ΑΕ", για αναίρεση της 7144/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ