Legislator Case Law & Legislation
715/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal citing procedural defects and prior corrections of clerical errors.

Case Number 715/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-member Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court made clerical errors by omitting a prior judgment and misidentifying the appealed appeal, but the court ruled these constitute correctable clerical mistakes rather than grounds for cassation. Since these specific errors had already been rectified by the lower court in subsequent rulings, the appeal lacked a valid legal basis and was therefore rejected.

Legislator headnote

AI generated

Articles 111(2), 118(4), 216(1), 559(1), 566(1), 118(4), 119, 120 of the Code of Civil Procedure; Clerical errors in judgments do not constitute grounds for cassation but are subject to correction under specific articles, and appeals based on already-corrected errors are inadmissible.

Keywords

AI generated
cassation appeal clerical error procedural defect Code of Civil Procedure inadmissible appeal correction of judgment legal basis

Cited Legislation

AI generated
Articles 111(2), 118(4), 216(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 566(1), 118(4), 119, 120 of the Code of Civil Procedure
Articles 315, 317 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 5/2020
Supreme Court 1424/2017
Supreme Court 27/1998
Supreme Court 32/1996
Supreme Court 345/2015
Supreme Court 1066/2021
Supreme Court 709/2019
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 715 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 715/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Ν., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία - Νέλη Παυλούς. Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Χ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Τομπαΐδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1386/2022 του Μονομελούς Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-9-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 18/2018).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1487/2017).

Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1711/2017, ΑΠ 1289/2008) και συνεπώς για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης από τις προαναφερόμενες διατάξεις, πρέπει να είχε προταθεί νομίμως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ.

με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο. Από τη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την (παραδεκτή) επαναφορά ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμών (και δη ενστάσεων) που προτάθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν και προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο, κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής η επίκληση με τις ενώπιον του Εφετείου υποβαλλόμενες προτάσεις κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλομένη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη, αλλ` απαιτείται και σύντομη περίληψη των ισχυρισμών και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν.

Δεν πρόκειται, όμως, για ενσωμάτωση (που καθιστά μη παραδεκτή την επαναφορά των ισχυρισμών), όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγουμένης συζήτησης, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις προς το Εφετείο, διότι με τον τρόπο αυτόν οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (δηλ.

της δευτεροβάθμιας δίκης) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 641/2021, ΑΠ 253/2020, ΑΠ 1401/2019, ΑΠ 1420/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 13-12-2017 αγωγή της ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα τέλεσε στις 21-2-1982 νόμιμο θρησκευτικό γάμο, από τον οποίο απέκτησαν πέντε τέκνα, και ότι η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάστηκε τον Ιανουάριο του 2016, όταν αυτή εγκατέλειψε τη συζυγική τους στέγη.

Ότι σε ειδικό χώρο που με τον εναγόμενο είχαν κατασκευάσει σε δωμάτιο του εν λόγω διαμερίσματος, είχε κρύψει τα περιγραφόμενα επακριβώς κατ' είδος και αξία στην αγωγή κοσμήματά της, καθώς και 210 χρυσές λίρες Αγγλίας, που της είχε δωρίσει ο πατέρας της, όταν γύρισε από τη ..., εκ των οποίων οι 10 προορίζονταν για την ίδια και οι 200 για τα τέκνα της, στα οποία θα τις έδινε όταν η ίδια θα έκρινε ότι τις χρειάζονταν.

Ότι όταν εγκατέλειψε την ως άνω συζυγική τους στέγη τον Ιανουάριο του 2016 δεν πήρε μαζί της τα ως άνω κοσμήματά της και τις λίρες, ενώ όταν μετά από δικαστικό αγώνα πέτυχε να της παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης και παρέλαβε τα κλειδιά του διαμερίσματος από τον εναγόμενο, εισήλθε στις 7-6-2017 σε αυτό, οπότε διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος είχε αφαιρέσει παράνομα τα κοσμήματά της και τις 210 λίρες της.

Ότι μετά ταύτα, όχλησε επανειλημμένα τον εναγόμενο και του ζήτησε να της επιστρέψει τα κοσμήματα και τις λίρες, αρχικά προφορικά αλλά στη συνέχεια και εγγράφως, με τις από 23-8-2017 και 29-9-2017 εξώδικες δηλώσεις - προσκλήσεις, αλλά αυτός αρνήθηκε, ισχυριζόμενος ότι δήθεν αυτή είχε παραλάβει τα κοσμήματα και τις λίρες, όταν είχε εισέλθει στο διαμέρισμα αυτό, άλλες φορές, για να παραλάβει τα ρούχα της.

Ότι ο εναγόμενος πρόσβαλε, με την ανωτέρω πράξη του, το αποκλειστικό της δικαίωμα στην κυριότητα των εν λόγω κινητών της και επομένως πρέπει να υποχρεωθεί, με δικαστική απόφαση, στην επιστροφή των ως άνω κινητών της, άλλως , σε περίπτωση καταστροφής, απώλειας ή μη απόδοσης των ανωτέρω αντικειμένων, θα πρέπει ο εναγόμενος να υποχρεωθεί να της καταβάλει την αξία των κινητών αυτών, που προσδιόρισε ότι ανερχόταν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής της στο συνολικό ποσό των 77.494 ευρώ (13.900 ευρώ η αξία των κοσμημάτων + 63.594,30 ευρώ η αξία των λιρών), άλλως επικουρικά πρέπει ο εναγόμενος να της καταβάλει το παραπάνω ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι αυτός, με την μη απόδοση σε αυτήν των εν λόγω κινητών πραγμάτων, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της χωρίς νόμιμη αιτία.

Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, η ενάγουσα ζήτησε, αφού παραδεκτά έτρεψε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος επί των εν λόγω επιδίκων κινητών πραγμάτων ήτοι κοσμημάτων συνολικής αξίας 13.900 ευρώ και 210 παλαιών λιρών Αγγλίας αξίας 63.594,30 ευρώ (210 Χ 302,83 ευρώ), να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να της επιστρέψει τα παραπάνω κινητά πράγματα, άλλως να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το ποσό της αξίας αυτών ήτοι το συνολικό ποσό των 77.494,30 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο, αφού έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, ακολούθως απέρριψε αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης η ενάγουσα άσκησε την από 18-6-2019 έφεσή της, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 1386/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., το οποίο εξαφάνισε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων προέβαλε πρωτοδίκως και ακολούθως επανέφερε με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μεταξύ άλλων, και τον ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής. Το Εφετείο απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με την ακόλουθη αιτιολογία:"... Ο εναγόμενος πρότεινε με πρωτόδικες προτάσεις τους, αντικρούοντας την αγωγή, εκτός άλλων, και τις ενστάσεις α) αοριστίας της αγωγής, την οποία η εκκαλουμένη σιγή απέρριψε, δεχόμενη ότι η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, β) την ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποιήσεως όσον αφορά τις διακόσιες (200) λίρες, την οποία δεν εξέτασε καθόσον απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και γ) την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, την οποία επίσης δεν εξέτασε καθόσον απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και συνεπώς παρήλκε η έρευνα της ένστασης αυτής.

Τις ανωτέρω ενστάσεις ο εναγόμενος δεν επαναφέρει σαφώς και ορισμένως στο παρόν Δικαστήριο, με τις κατατεθείσες στο δευτεροβάθμιο τούτο Δικαστήριο προτάσεις, όπως ορίζει το άρθρο 240 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα ο εφεσίβλητος δεν ενσωματώνει, στις κατατεθείσες στο παρόν Δικαστήριο προτάσεις, αυτούσιες τις πρωτόδικες προτάσεις του για να αποτελέσουν ενιαίο σύνολο, καλυπτόμενες με την υπογραφή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, αλλά απλώς προβαίνει σε επανυποβολή τους και μάλιστα σε ανεπικύρωτο φωτοαντίγραφο, χωρίς να παραθέτει σύντομη περίληψη αυτών και δίχως καμία αναφορά στις σελίδες αυτών κατά το μέρος που αφορούσαν τις εν λόγω ενστάσεις του , όπως απαιτεί το άρθρο 240 ΚΠολΔ...".

Με το δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος, της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ένστασή του περί αοριστίας της αγωγής, την οποία αυτός νομίμως προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και παραδεκτά επανέφερε με τις από 7-4-2022 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου και την οποία σε κάθε περίπτωση όφειλε το Εφετείο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη την προβληθείσα ως άνω ένσταση του αναιρεσείοντος και την απέρριψε ως απαράδεκτη, η ορθότητα ή μη δε της απορριπτικής κρίσεως αυτού δεν ελέγχεται με τον ανωτέρω προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο. Πέραν αυτού, το Εφετείο με το να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης και να την κρίνει βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά λογική αναγκαιότητα δέχθηκε και ότι η αγωγή είναι ορισμένη και, συνεπώς, ανεξαρτήτως της αρχικής κρίσης του περί απαραδέκτου της προβληθείσας από τον αναιρεσείοντα σχετικής ενστάσεως, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε σιωπηρά τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αοριστίας ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.

Ο ίδιος λόγος, ως προς την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι το Εφετείο όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ορισμένο της αγωγής, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, είναι επίσης απαράδεκτος, αφού, κατά τη μείζονα σκέψη, η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο περί αυτού ισχυρισμός για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης πρέπει να είχε προταθεί στο εφετείο νόμιμα.

Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω της αοριστίας της, αφού αυτή δεν περιγράφει λεπτομερώς και δεν προσδιορίζει τα επιμέρους ειδικά χαρακτηριστικά των επίδικων κοσμημάτων και των λιρών, την προέλευση, τον κατασκευαστή ή το χρόνο απόκτησης αυτών, ώστε να δύνανται να εξατομικευτούν.

Όπως, όμως, προκύπτει, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της υπό κρίση αγωγής, αυτή είναι ορισμένη, αφού στο ιστορικό αυτής προσδιορίζονται επαρκώς όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα γίνεται ακριβής περιγραφή α) των επιδίκων κοσμημάτων και της αξίας τους, με αναφορά του πολύτιμου μετάλλου από το οποίο είναι κατασκευασμένα (χρυσός - λευκόχρυσος ) και των καρατίων αυτού, καθώς και των πολυτίμων λίθων που έχουν κάποια εξ αυτών, και β) των επίδικων λιρών, που χαρακτηρίζονται ''παλαιές λίρες'', με μνεία και της αξίας αυτών στις 18-9-2017, χρόνο άρνησης της επιστροφής αυτών από τον αναιρεσείοντα, πέραν δε αυτών, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά περισσότερων και δη των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα στοιχείων, τα οποία μπορούν παραδεκτά να συμπληρωθούν από τις αποδείξεις.

Κατά συνέπεια το Εφετείο, το οποίο έκρινε την ένδικη αγωγή ορισμένη, δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και συνεπώς, ο ανωτέρω δεύτερος, λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Ενόψει αυτών, δηλαδή ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση ακυρότητας του δικογράφου της αγωγής λόγω αοριστίας και δεν έσφαλε η προσβαλλομένη απόφαση που την δέχθηκε ως ορισμένη, εφόσον ήθελε εκτιμηθεί ότι με τον ανωτέρω λόγο προβάλλεται και η από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ως άνω ένσταση του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής, ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και άρα απαράδεκτος, ενώ κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια περί εσφαλμένης ερμηνείας της διάταξης του άρθρου 240 ΚΠολΔ, είναι επίσης απαράδεκτος, αφού η διάταξη αυτή είναι δικονομικού δικαίου και δεν ιδρύεται η εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια.

Κατ' άρθρο 496 ΑΚ η παροχή σε κάποιον ενός περιουσιακού αντικειμένου αποτελεί δωρεά, αν γίνεται κατά τη συμφωνία των μερών χωρίς αντάλλαγμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για το κύρος της δωρεάς είναι απαραίτητη η συμφωνία περί υπάρξεως χαριστικής αιτίας. Αν κατά τη βούληση των μερών η παροχή δίνεται ως αντάλλαγμα πράξης ή παράλειψης του λαμβάνοντος αυτήν, δεν υπάρχει δωρεά, αλλά αμφοτεροβαρής σύμβαση (ΑΠ 1687/2009).

Αν ο δωρεοδόχος κατά τη σύμβαση υποχρεούται σε μεταβίβαση του αντικειμένου της δωρεάς σε τρίτο, δεν πρόκειται για δωρεά προς τον ίδιο αλλά προς τρίτο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 503 παρ. 1 ΑΚ "σε περίπτωση δωρεάς υπό τρόπο, ο δωρητής έχει το δικαίωμα, αν εκπλήρωσε την υποχρέωση που πηγάζει από τη δωρεά, να απαιτήσει από το δωρεοδόχο την εκτέλεση του τρόπου".

Τρόπος δε είναι ο όρος που περιέχεται στη δωρεά και με τον οποίο ο δωρητής επιβάλλει στο δωρεοδόχο υποχρέωση προς παροχή (πράξη ή παράλειψη). Ο τρόπος μπορεί να υπηρετεί τα συμφέροντα του δωρητή ή του δωρεοδόχου ή να αφορά και το συμφέρον τρίτου, οπότε μπορεί, κατά τη βούληση των συμβαλλομένων, να δημιουργείται απευθείας δικαίωμα του τρίτου να ζητήσει από το δωρεοδόχο την εκτέλεση αυτού.

Δικαίωμα να ζητήσουν την εκτέλεση του τρόπου έχουν α) ο δωρητής και, σε περίπτωση θανάτου οι κληρονόμοι του, β) ο τρίτος, αν κατά τη βούληση των συμβαλλομένων έχει απευθείας το (ενοχικό) δικαίωμα αυτό, εφόσον δηλαδή ο τρόπος αποτελεί γνήσια σύμβαση υπέρ του τρίτου αυτού, κατ' άρθρο 411 ΑΚ και γ) μετά το θάνατο του δωρητή και η δημόσια αρχή, εφόσον όμως ο τρόπος αφορά άμεσα ή έμμεσα σε δημόσιο ή κοινωφελή σκοπό και η δωρεά έχει εκπληρωθεί.

Σε περίπτωση αρνήσεως του δωρεοδόχου να εκπληρώσει τον τρόπο, αυτός εξαναγκάζεται προς τούτο με αγωγή, για την έγερση της οποίας νομιμοποιούνται ο δωρητής και μετά το θάνατό του οι κληρονόμοι του. Βεβαίως, το δικαίωμα για έγερση αγωγής το έχει πάντα ο τρίτος, στην περίπτωση που ο τρόπος αποτελεί γνήσια σύμβαση υπέρ τούτου (ΑΠ 1165/2021).

Και στη δωρεά υπό τρόπο (άρθρο 503 ΑΚ), αν η περιουσιακή θυσία που υφίσταται ο δωρεοδόχος είναι ίση ή προσεγγίζει κατά πολύ την αξία του δωρούμενου πράγματος, τότε η σύμβαση, έστω και αν χαρακτηρίζεται από τους συμβαλλομένους ως δωρεά, δεν είναι πραγματική δωρεά, αλλά σύμβαση αμφοτεροβαρής, αφού δεν υπάρχει το στοιχείο του πλουτισμού του δωρεοδόχου (ΑΠ 1687/2009).

Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει δωρεά υπό τρόπο όταν ο δωρεοδόχος είναι υποχρεωμένος να μεταβιβάσει ακέραιο το αντικείμενο της δωρεάς σε τρίτον, χωρίς κανένα περιουσιακό όφελος. Αντιθέτως, όμως, υπάρχει δωρεά υπό τρόπο, αν μετά την εκπλήρωση του τρόπου παραμείνει περιουσιακό ή μη όφελος στον δωρεοδόχο. Επί δωρεάς υπό τρόπο, με τον οποίο επιβάλλεται στο δωρεοδόχο να μεταβιβάσει κατά κυριότητα μέρος του δωρηθέντος σε τρίτο πρόσωπο υποδεικνυόμενο από το δωρητή, ο ανωτέρω υποδειχθείς στο δωρεοδόχο τρίτος δεν καθίσταται κύριος του πράγματος εκ μόνης της υποδείξεώς του, αλλ' απαιτείται προς τούτο είτε εκούσια εκπλήρωση του τρόπου από τον δωρεοδόχο δια μεταβιβάσεως του πράγματος, υπό τις προβλεπόμενες νόμιμες διατυπώσεις στον τρίτο, είτε καταδίκη του δωρεοδόχου σε δήλωση βουλήσεως κατά το άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ. (βλ.

ΑΠ 895/1998). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 498 εδ. β' Α.Κ., η δωρεά κινητού πράγματος για την οποία δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο ισχυροποιείται αφότου ο δωρητής παραδώσει το πράγμα στο δωρεοδόχο, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1034 Α.Κ., για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού απαιτείται παράδοση της νομής του από τον κύριο σε αυτόν που αποκτά και συμφωνία των δύο ότι μετατίθεται η κυριότητα.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η εμπράγματη σύμβαση για μεταβίβαση της κυριότητας κινητού νοείται ως αναιτιώδης ή αφηρημένη, δηλαδή επάγεται τη μετάθεση της κυριότητας, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή το κύρος της αιτίας ( ΑΠ 1784/2017). Επίσης, κατά το άρθρο 974 Α.Κ. όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ10/2011,7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: ''...Η ενάγουσα Σ. Χ. (νηπιαγωγός) και ο εναγόμενος Α. Τ. (οδοντογιατρός) παντρεύτηκαν με θρησκευτικό γάμο, στην ..., στις 21-02-1982. Από το γάμο τους αυτόν απέκτησαν πέντε τέκνα, ήτοι α) την Π. (Τ.) - Χ., που γεννήθηκε στις ..., β) τη Θ. (Ρ.), που γεννήθηκε στις ..., γ) τη Χ., που γεννήθηκε στις ..., δ) την Α. - Ρ., που γεννήθηκε στις ...

και ε) το Ν. - Ρ. , που γεννήθηκε την .... Ο ανωτέρω γάμος των διαδίκων διασπάστηκε μετά από τριάντα τέσσερα (34) χρόνια πραγματικής συμβίωσης, άλλοτε ομαλής και άλλοτε προβληματικής, και συγκεκριμένα διασπάστηκε στις 24-01-2016, όταν η ενάγουσα εγκατέλειψε τη συζυγική τους στέγη, επικαλούμενη ανοίκεια, υβριστική και απαξιωτική συμπεριφορά του εναγόμενου απέναντι της.

Ως συζυγική και οικογενειακή τους στέγη χρησιμοποιούσαν ένα διαμέρισμα, εμβαδού καθαρού 112,90 μ2, ευρισκόμενο στην ... και δη στο Β' όροφο της επί της οδού ... πολυκατοικίας, το οποίο διαμέρισμα είχε περιέλθει στην κυριότητα της ενάγουσας, λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα της Ι. Χ., δυνάμει του με αριθμό .../1990 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ...

Ζηνοβίας Τσαραμπουλίδου- Σιδηροπούλου, Παράλληλα, με το με αριθμό .../1990 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου η ενάγουσα απέκτησε, λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα της, την αποκλειστική κυριότητα και ενός ακόμη διαμερίσματος, καθαρού εμβαδού 70,90 μ2, κείμενο και αυτό στον ίδιο Β' όροφο της άνω πολυκατοικίας.

Το δεύτερο αυτό διαμέρισμα παραχώρησε άνευ ανταλλάγματος κατά χρήση στον εναγόμενο-σύζυγό της, για να το χρησιμοποιήσει ως οδοντιατρείο, καθόσον ο τελευταίος ήταν οδοντογιατρός. Μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, οι τελευταίοι ενεπλάκησαν σε πολλές δίκες, μία εκ των οποίων αφορά την ένδικη υπόθεση.

Περαιτέρω αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Στο προαναφερθέν διαμέρισμα , που χρησιμοποιούσαν ως συζυγική και οικογενειακή τους στέγη οι διάδικοι, ο εναγόμενος είχε κατασκευάσει μία κρύπτη, που βρισκόταν στο υπνοδωμάτιο της θυγατέρας τους Θ., μεταξύ του άνω μέρους του παραθύρου και του ταβανιού του δωματίου (βλ.....), όπου παλαιότερα υπήρχε εσοχή εντός της οποίας μαζευόταν το παντζούρι του παραθύρου και η κρύπτη αυτή καλυπτόταν με γυψοσανίδα , η οποία σφράγιζε την κρύπτη και στηριζόταν (η γυψοσανίδα) σφιχτά με βίδες, οι οποίες για να βιδωθούν και να ξεβιδωθούν απαιτούσαν τη χρήση ηλεκτρικού κατσαβιδιού...

Επίσης, ενόψει του ύψους της κρύπτης από το δάπεδο του δωματίου, χρειαζόταν και σκάλα σε εκείνον που θα επιχειρούσε το άνοιγμα και το κλείσιμο της κρύπτης (κρυψώνα). Στην κρύπτη αυτή τοποθετούσαν οι διάδικοι οποιαδήποτε χρυσαφικά είχαν, όπως χρυσά κοσμήματα και λίρες. Σε αυτήν είχαν κρύψει, εκτός άλλων, τα χρυσά κοσμήματα που η ενάγουσα είχε αποκτήσει, άλλα από δωρεές συγγενών της κατά την τέλεση του γάμου της , και άλλα από δωρεές των γονιών της, και αυτά ήταν : 1) ένας χρυσός σταυρός με αλυσίδα 18Κ αξίας 800 ευρώ, 2) ένα βραχιόλι από χρυσό και λευκόχρυσο αξίας 700 ευρώ, 3} ένα σετ κοσμημάτων που περιλάμβανε ένα χρυσό δαχτυλίδι 18Κ με μπλε πέτρα και ίδια σκουλαρίκια, αξίας 1.600 ευρώ, 4) ένα χρυσό δαχτυλίδι 18Κ με λίρα επάνω του , αξίας 600 ευρώ, 5) ένα σετ αποτελούμενο από κολιέ και βραχιόλι από λευκόχρυσο 18Κ, αξίας 1.500 ευρώ, 6) ένα σετ αποτελούμενο από βραχιόλι, σκουλαρίκια και δαχτυλίδι από λευκόχρυσο 18Κ, με διαμαντάκια , αξίας 3.000) ευρώ 7) ένας χρυσός σταυρός με πέτρες και αντίστοιχα χρυσά κρεμαστά σκουλαρίκια, αξίας 2.000 ευρώ, 8) ένα σετ αποτελούμενο από χρυσό κολιέ με μαργαριτάρια, σκουλαρίκια με μαργαριτάρια και δαχτυλίδι με μαργαριτάρια , αξίας 3.500 ευρώ και 9) ένα ελβετικό χρυσό φράγκο , αξίας 200 ευρώ, αντικείμενα δηλ.

συνολικής αξίας 13.900 ευρώ, 10) ένα χρυσό σταυρουδάκι του γιου τους Ν.-Ρ., που του είχε δωρήσει η νονά του κατά τη βάπτισή του, άγνωστης αξίας, 11) 30 χρυσές λίρες Αγγλίας, παλιάς κοπής, που οι διάδικοι είχαν από κοινού και 12) 210 χρυσές λίρες Αγγλίας, παλιάς κοπής, που ανήκαν στην ενάγουσα και της είχε δώσει ο πατέρας της, προκειμένου να κρατήσει η ίδια τις 10 από αυτές και τις υπόλοιπες να τις δώσει στα παιδιά της (δηλαδή τα εγγόνια του)...

και στο καθένα να δώσει από 40 λίρες, όταν η ίδια θα έκρινε ότι τις χρειάζονταν, συνολικής αξίας των άνω 210 λιρών (210 Χ 302,83€=) 63.594,30 ευρώ. Η αξία των ανωτέρω κοσμημάτων και 210 λιρών αντιστοιχούσε στην αγοραία αξία τους κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής.... Από τις αμέσως ανωτέρω δύο καταθέσεις των Χ. Τ. και Ν.

Τ., καθώς και από τις προαναφερθείσες καταθέσεις των Θ. Τ. και Π. - Χ. Τ., δηλαδή των τεσσάρων τέκνων των διαδίκων, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται στο παρόν Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος αφαίρεσε από τον συγκεκριμένο κρύπτη τα επίδικα κοσμήματα της ενάγουσας, κυριότητας, νομής και κατοχής της τελευταίας και τις επίδικες 210 χρυσές λίρες Αγγλίας, εκ των οποίων οι 10 ανήκαν στην αποκλειστική της κυριότητα.

Οι λοιπές 200 λίρες ανήκαν επίσης την αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της, καθόσον ακόμη δεν τις είχε μεταβιβάσει στα πέντε τέκνα της (40 στο καθένα), ούτε τα τελευταία είχαν αποκτήσει ποτέ τη νομή και κατοχή τους μέχρι τότε που αφαιρέθηκαν από τον εναγόμενο, από την προαναφερθείσα κρύπτη, όπου η ενάγουσα τις είχε κρυμμένες.

Όλα ανωτέρω κινητά (κοσμήματα και λίρες) αφαίρεσε ο εναγόμενος από την κρύπτη, προτού παραδώσει, στις 07-06-2017, τα κλειδιά της εξώθυρας του διαμερίσματος στην ενάγουσα. Η τελευταία, αφού παρέλαβε τα κλειδιά αυτά, εισήλθε στο διαμέρισμα, μαζί με τον αδελφό της Π. Χ., που κατοικούσε ακριβώς στο από κάτω διαμέρισμα, και τότε διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος, εγκαταλείποντας το διαμέρισμα της (οικογενειακή μέχρι τότε στέγη), είχε αφαιρέσει τις ηλεκτρικές συσκευές και τα έπιπλα και όταν ο ανωτέρω αδελφός της ανέβηκε σε μία σκάλα και άνοιξε την κρύπτη, όπως του υπέδειξε η ενάγουσα αδελφή του (ενάγουσα), τότε διαπιστώθηκε ότι αυτή δεν περιείχε τίποτα (ήταν άδεια).

Μετά ταύτα, η ενάγουσα όχλησε προφορικά τον εναγόμενο για να της επιστρέψει τα επίδικα χρυσά κοσμήματά της και τις εν λόγω 210 λίρες, αλλά εκείνος την αγνόησε. Κατόπιν τούτου, τον όχλησε με δύο εξώδικες δηλώσεις- διαμαρτυρίες -προσκλήσεις , την μία με ημερομηνία 23-08-2017 που του επέδωσε στις 31-08-2017 και την άλλη με ημερομηνία 29-09-2017 που του επέδωσε στις 05-10-2017, αλλά ο εναγόμενος δεν της επέστρεψε τα άνω κοσμήματά της, ούτε τις λίρες της, οπότε αυτή κατέθεσε σε βάρος του την ένδικη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2017 αγωγή της.

Η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος αφαίρεσε από τον συγκεκριμένο κρύπτη τα επίδικα κοσμήματα και τις επίδικες χρυσές λίρες της ενάγουσας, προτού εγκαταλείψει , μέχρι την 06-06-2017, τη συζυγική και οικογενειακή τους στέγη, αποδείχθηκε από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι εισέφεραν στο παρόν Δικαστήριο, κυρίως δε από τις προαναφερόμενες λεπτομερείς καταθέσεις των τεσσάρων τέκνων των διαδίκων Χ.

Τ., Ν.-Ρ. Τ., Θ. Τ. και Π. - Χ. Τ., τα οποία βίωσαν τις σχέσεις και συμπεριφορές των γονέων τους σε όλα τα στάδια από του χωρισμού τους , στις 23-1-2016. Όσα τα εν λόγω τέκνα τους λεπτομερώς κατέθεσαν.... δεν ανατρέπονται από τις αντίθετες καταθέσεις (ένορκες βεβαιώσεις) των μαρτύρων του εναγομένου Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και από ουσιαστική άποψη στην κύρια βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις που μνημονεύονται στην άνω μείζονα σκέψη και σε αυτές των άρθρων 70 ΚΠολΔ και 346 ΑΚ, και να αναγνωριστεί ότι η ενάγουσα είναι αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος των επιδίκων κινητών, ήτοι σε 1) ένα χρυσό σταυρό με αλυσίδα 18Κ αξίας οκτακοσίων (800) ευρώ, 2) ένα βραχιόλι από χρυσό και λευκόχρυσο αξίας επτακοσίων (700) ευρώ, 3) ένα σετ κοσμημάτων που περιλαμβάνει ένα χρυσό δαχτυλίδι 18Κ με μπλε πέτρα και ίδια σκουλαρίκια αξίας χιλίων εξακοσίων (1.600) ευρώ, 4) χρυσό δαχτυλίδι 18Κ με λίρα επάνω του αξίας εξακοσίων (600) ευρώ, 5) ένα σετ αποτελούμενο από κολιέ και βραχιόλι από λευκόχρυσο 18Κ χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, 6) ένα σετ αποτελούμενο από βραχιόλι, σκουλαρίκια και δαχτυλίδι από λευκόχρυσο 18Κ, με διαμαντάκια αξίας τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, 7) ένα χρυσό σταυρό με πέτρες και αντίστοιχα χρυσά κρεμαστά σκουλαρίκια αξίας δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, 8) ένα σετ αποτελούμενο από χρυσό κολιέ με μαργαριτάρια, σκουλαρίκια με μαργαριτάρια και δαχτυλίδι με μαργαριτάρια αξίας τριών χιλιάδωνπεντακοσίων (3.500) ευρώ και 9) ένα ελβετικό χρυσό φράγκο αξίας διακοσίων (200) ευρώ, ως άνω κοσμήματα συνολικής αξίας 13.900 ευρώ, 10) 210 παλιάς κοπής λίρες Αγγλίας, συνολικής αξίας (210X302,83€) 63.594.30 ευρώ, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να παραδώσει στην ενάγουσα τα ως άνω περιγραφόμενα κινητά είδη και σε περίπτωση που δεν ανευρεθεί οιοδήποτε από τα ανωτέρω κινητά πράγματα κατά το στάδιο της εκτέλεσης , να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στην ενάγουσα την αξία των ανωτέρω κινητών, ήτοι : 1) για τον ένα χρυσό σταυρό με αλυσίδα 18Κ, το ποσό των αξίας οκτακοσίων (800) ευρώ, 2) για το ένα βραχιόλι από χρυσό και λευκόχρυσο, το ποσό των επτακοσίων (700)ευρώ, 3) για το ένα σετ κοσμημάτων που περιλαμβάνει ένα χρυσό δαχτυλίδι 18Κ με μπλε πέτρα και ίδια σκουλαρίκια, το ποσό των χιλίων εξακοσίων (1.600) ευρώ, 4) για το ένα χρυσό δαχτυλίδι 18Κ με λίρα επάνω του, το ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ, 5) για το ένα σετ αποτελούμενο από κολιέ και βραχιόλι από λευκόχρυσο 18Κ, το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. 6) για το ένα σετ αποτελούμενο από βραχιόλι, σκουλαρίκια και δαχτυλίδι από λευκόχρυσο 18Κ, με διαμαντάκια, το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, 7) για τον ένα χρυσό σταυρό με πέτρες και αντίστοιχα χρυσά κρεμαστά σκουλαρίκια , το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. 8) για το ένα σετ αποτελούμενο από χρυσό κολιέ με μαργαριτάρια, σκουλαρίκια με μαργαριτάρια και δαχτυλίδι με μαργαριτάρια, το ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ και 9) για το ένα ελβετικό χρυσό φράγκο, το ποσό των διακοσίων (200) ευρώ και 10) για τις 210 παλιάς κοπής λίρες Αγγλίας το ποσό των (210 Χ 302,83€) 63.594,30 ευρώ, με νόμιμο τόκο όλα τα ανωτέρω ποσά από την επίδοση της αγωγής...

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε διαφορετικά με την εκκαλουμένη, δηλαδή απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων. ...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη είναι αποκλειστική κυρία των αναφερομένων στην απόφαση κινητών και, επίσης, αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων οφείλει να παραδώσει τα πράγματα αυτά στην αναιρεσίβλητη, άλλως, σε περίπτωση που δεν ευρεθεί οιοδήποτε από τα ανωτέρω κινητά κατά το στάδιο της εκτέλεσης, αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη την προσδιοριζόμενη αξία τους.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 496, 498, 503, 974 και 1034 ΑΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού, καθόσον, σύμφωνα με τις ανωτέρω ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η προς την αναιρεσίβλητη από τον πατέρα της παράδοση, χωρίς αντάλλαγμα, των 210 λιρών Αγγλίας είχε το χαρακτήρα δωρεάς υπό τρόπο, συνιστάμενο στην υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να μεταβιβάσει μερικά, ήτοι τις 200 λίρες στα υποδειχθέντα από το δωρητή πέντε παιδιά της (από 40 λίρες στο καθένα), όταν η ίδια θα έκρινε ότι τις χρειάζονταν, και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, αυτή απέκτησε κυριότητα, νομή και κατοχή επί του συνόλου των λιρών, αφού παραδόθηκαν σε αυτήν από τον πατέρα της και έλαβε χώρα μεταξύ τους συμφωνία ότι μετατίθεται η κυριότητά τους, και όχι στα παραπάνω υποδειχθέντα τέκνα της κατά το αναλογούν σ' αυτά μερίδιο, με συνέπεια, εφόσον κατά τις ίδιες παραδοχές, ο αναιρεσείων αφαίρεσε τις ένδικες λίρες από την κατοχή της, να θεμελιώνεται η ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης και να νομιμοποιείται αυτή ενεργητικά προς άσκηση της υπό κρίσης αγωγής.

Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 ( και όχι και από τον αρ. 8 ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1230/2014).

Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση λόγω έλλειψης αιτιολογίας ως προς το ουσιώδες ζήτημα του είδους και της αξίας των επίδικων κινητών πραγμάτων καθώς και του γεγονότος της αφαίρεσης αυτών από τον αναιρεσίβλητο.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες το Εφετείο στήριξε την κρίση του, παρά μόνο ένα απόσπασμα αυτής, το οποίο επέλεξε, κατά το δοκούν, ο αναιρεσείων και με αναφορά στην ένορκη βεβαίωση της θυγατέρας του Χ., ούτε εξειδικεύονται οι επιπλέον αιτιολογίες, που, κατά τον αναιρεσείοντα, έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε οι αιτιολογίες της να είναι επαρκείς.

Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.

Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.

Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως.

Ποια πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (AΠ 783/2021, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019).

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 1542/2022, ΑΠ 1537/2022, ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 632/2014).

Εξάλλου, στον περιορισμό του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ υπόκειται και ο ισχυρισμός περί έλλειψης ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης, η οποία παρόλο που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 806/2021, ΑΠ 843/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος πλημμέλεια από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε και δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης για την άσκηση της ένδικης αγωγής αναφορικά με αναφερόμενες στην τελευταία 200 λίρες Αγγλίας, με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων δεν επανέφερε σαφώς και ορισμένως τον ισχυρισμό αυτό στο Εφετείο, όπως ορίζει το άρθρο 240 ΚΠολΔ και ο οποίος σε κάθε περίπτωση έπρεπε να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης συνιστά άρνηση της αγωγής, δηλαδή δεν είναι πράγμα υπό την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας και η έλλειψή της ιδρύει την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1, η οποία, όμως, έχει ήδη ελεγχθεί κατά την έρευνα του τέταρτου αναιρετικού λόγου, που απορρίφθηκε ως αβάσιμος.

Εξάλλου, από το παρατιθέμενο ως άνω περιεχόμενο της αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε και διέλαβε στην αγωγή της τα περιστατικά που ήταν κατά νόμο αναγκαία για τη θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης αυτής για την άσκηση της ένδικης αγωγής κατά του εναγόμενου - αναιρεσείοντος και, ως εκ τούτου, ο ανωτέρω από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/08).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 1442/2017, ΑΠ 432/2016) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.

Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15). Στην προκειμένη περίπτωση, με το έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθμ. 8 β` ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από αυτόν ισχυρισμό του αναφορικά με την αποδεικτική δύναμη της υπ'αριθ. .../2021 ένορκης βεβαίωσης της θυγατέρας του Χ.

Τ., ενώπιον της συμβ/φου ... Σουλτάνας Πατενίδου και της υπ' αριθ. .../2021 ένορκης βεβαίωσης του υιού του Ν. - Ρ. Τ.., ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβ/φου, για τις οποίες ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι είναι ψευδείς και αποτελούν προϊόν επηρεασμού και υποδείξεων αυτών από την αναιρεσίβλητη μητέρα τους και σε κάθε περίπτωση η ως άνω ένορκη βεβαίωση της θυγατέρας του Χ.

είναι αντίθετη με ένορκη βεβαίωση που έδωσε η ίδια το έτος 2018, όπου κατέθεσε ακριβώς τα αντίθετα. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι η επίκληση των ως άνω αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, με αποτέλεσμα, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους δεν λήφθηκαν υπόψη, να μην ιδρύεται ο από την εν λόγω διάταξη προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι` αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο χωρίς απόδειξη, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα, έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθές το είδος των κοσμημάτων και λιρών που η αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται ότι αφαιρέθηκαν από την κατοχή της από τον αναιρεσείοντα καθώς και την αξία αυτών, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη περί τούτου και ειδικότερα χωρίς να έχει αναφερθεί κάποιος μάρτυρας στο είδος και την αξία αυτών ή να έχει προσαχθεί κάποιο έγγραφο που να αποδεικνύει πως το Εφετείο εξήγαγε το πόρισμα αυτό.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στην ανωτέρω παραδοχή του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των ενόρκων βεβαιώσεων που νόμιμα προσκομίζουν αμφότεροι οι διάδικοι και όλων των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι τελευταίοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με το λόγο αυτό αφορούν την ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ) .

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 584/2017).

Στην πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων. Έτσι, αν ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει κάποιο έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 438, 439 και 443 ΚΠολΔ, προς απόδειξη πραγματικού γεγονότος, από την αλήθεια του οποίου ο δικαστής, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατόπιν συλλογισμού μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή αναλήθεια πραγματικών γεγονότων, τα οποία αποτελούν άμεσα στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, το δικαστήριο οφείλει να το λάβει υπόψη και να το αξιολογήσει μαζί με τα άλλα τυχόν προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, διαφορετικά καθιστά την απόφασή του αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ. (ΑΠ 29/2017).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκόμισή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 584/2017, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 150/2015).

Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 421, 422 και 424 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλιώς θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ` ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1651/2012, ΑΠ 184/2011, ΑΠ 886/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ` επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι για την διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη της τα εξής αποδεικτικά μέσα που είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει, και συγκεκριμένα:

α) την υπ' αριθ. .../2022 ένορκη βεβαίωση του Ν. Τ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., β) την υπ' αριθ. …/2002 ένορκη βεβαίωση της Α. Τ.. ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., η οποία δόθηκε στα πλαίσια άλλης μεταξύ των διαδίκων δίκης, πλην όμως προσκομίστηκε ως έγγραφο και ενώπιον του Εφετείου, γ) το με ημερομηνία 18-9-2017 δελτίο τιμών χρυσού και χρυσών νομισμάτων του Τμήματος Διαχείρισης Διαθεσίμων της Τράπεζας της Ελλάδος (το οποίο πρέπει να σημειωθεί ότι έχει προσκομισθεί και από την αναιρεσίβλητη) και δ) φωτογραφία της κρύπτης των επίδικων κοσμημάτων και λιρών.

Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη όλες τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η ως άνω υπ' αριθ. ...2022 ένορκη βεβαίωση του Ν. Τ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη ... καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος προς απόδειξη των οποίων αυτός επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών.

Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω έκτος, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1, 118 αριθμός 4, 119 και 120 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, ως αόριστος και η αοριστία του δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ. ΑΠ 27/1998, 32/1996). Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο έγγραφο της αναίρεσης, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015).

Στους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές, κατά τη σύνταξη της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, εξ αιτίας των οποίων έγιναν λάθη γραφικά ή λογιστικά. Για τη διόρθωση τέτοιων σφαλμάτων προβλέπουν, ειδικώς, τα άρθρα 315, 317 επ. ΚΠολΔ (ΑΠ 1066/2021, ΑΠ 709/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ισχυρίζεται ότι προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, για το λόγο ότι α) εσφαλμένα στο διατακτικό της εξαφανίζει άλλη δικαστική πρωτόδικη απόφαση και συγκεκριμένα την με αριθ. 169/ΤΜ/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...

και β) αναφέρει ότι δίκασε την με ΓΑΚ/ΕΑΚ/ΕΤΟΣ/.../2021 έφεση ήτοι διαφορετική από την ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα έφεση που έχει ΓΑΚ/ΕΑΚ/.../2021. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι κατά τα εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη, τέτοια πλημμέλεια, που αποτελεί γραφικό λάθος εκ παραδρομής, ιδρύει λόγο διορθώσεώς της και δεν ιδρύει οποιονδήποτε αναιρετικό λόγο από όσους αναφέρονται (περιοριστικώς) στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Ας σημειωθεί δε ότι ήδη οι ως άνω πλημμέλειες έχουν διορθωθεί, αυτεπαγγέλτως, από το ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με τις υπ' αριθ. 230/2023 και 657/2023 αποφάσεις του. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

-Απορρίπτει την από 23-9-2022 αίτηση του Α. Τ. του Ν. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1386/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....

-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

-Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ