Supreme Court quashes appeal judgment for insufficient reasoning on employment contract characterization.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the First Instance Court's judgment due to insufficient reasoning regarding the characterization of the employment contract. The appellant argued that the lower court failed to provide clear facts establishing the essential elements of an employment relationship versus a contract for work. Consequently, the court ordered a remand for retrial and awarded legal costs to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A judgment is quashed if the reasoning is insufficient to allow appellate review of the characterization of the contract as employment or for work.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 715 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 715/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (ΕΟΠΥΥ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής, ως καθολικού διαδόχου του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Δέσποινας Κονδυλίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Μ. του Ά., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-8-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3103/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4069/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-10-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος ή ο μη παραστάς με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Μ. επί του προσκομιζόμενου και επικαλούμενου από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. επικυρωμένου αντιγράφου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, αντίγραφο αυτής με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκαν με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης (ειδικότερα του έχοντος προς τούτο ειδική με ημερομηνία 8-2-2020 εξουσιοδότηση αυτής δικηγόρου Αθηνών Δημητρίου Μπούρλου), νομότυπα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον για τη δικάσιμο της 2-3-2021, κατά την οποία δε συζητήθηκε η υπόθεση λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, εξαιτίας της πανδημίας Covid.
Στη συνέχεια με την από 20-4-2021 πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, επανήλθε προς συζήτηση η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης συνεδρίαση και έγινε εγγραφή της στο πινάκιο, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση της ανωτέρω αναιρεσίβλητης (αρθ. 83 παρ.2 και 3 του Ν. 4790/2021 -ΦΕΚ 48/Α/31-3-2021), αφού η εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση ως προς όλους τους διαδίκους, η δε ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της, στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr στο site.
του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προς ενημέρωση των διαδίκων. Όμως, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, η αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση παραστάσεώς της (άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει παρά την απουσία της. Με την από 1-10-2018 αίτηση αναιρέσεως, διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 4069/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Με την απόφαση αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία την από 9-7-2015 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 3.103/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η 23-8-2010 αγωγή της σε βάρος του αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και κράτησε και ερεύνησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά την επικουρική βάση της.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολ Δ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, ενώ ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 171/2016, 2242/2013).
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται για ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια, ενώ με την σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (ΑΠ 2192/2014, ΑΠ 2201/2014).
Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίδουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες, αλλ' αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 3 του Συντάγματος.
Έτσι, το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύονται σε συγκεκριμένη περίπτωση, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της σύμβασης όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τη χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα, ανεξάρτητα από την ονομασία που έδωσαν σ' αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη, ή την οποία προβλέπει ο Κανονισμός του εργοδότη έστω και αν αυτός έχει ισχύ νόμου (ΟλΑΠ 8/2011, 19/2007, 20/2007), χωρίς αυτός ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" της σχέσεως από σύμβαση έργου σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Η κρίση αυτή, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Επιπλέον, κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 του ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.
ΑΚ ή άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, με την οποία καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεστεί από υπαλλήλους του.
Σύμβαση μισθώσεως έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 9/2016, 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 316/2017, ΑΠ130/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε, όπως και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη η κύρια βάση της ένδικης από 14-07-2010 αγωγής, με την οποία η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι συνδεόταν με το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ/ΕΦΚΑ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να κηρυχθεί άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, και απέρριψε σιωπηρά το σχετικό λόγο της έφεσής της, κρίση η οποία δεν προσβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως, επιλαμβανόμενο περαιτέρω των λόγων της εφέσεως των προσβαλλόντων την παραδοχή από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της στηριζόμενης στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού επικουρικής βάσης της αγωγής, δεχόμενο ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρξε απλή σχέση εργασίας, δέχθηκε τα εξής:
Ότι με την με την από 20-06-2008 σύμβαση μίσθωσης έργου που συνήψε η ενάγουσα με το εναγόμενο συμφώνησαν όπως για διάστημα δύο (2) ετών, από 20-6-2008 έως 19-06-2010, η ενάγουσα θα προέβαινε στην απογραφή και δημιουργία μητρώου ασφαλισμένων συνταξιούχων και εργοδοτών, ταξινόμηση και σύγκλιση ηλεκτρονικών αρχείων κ.λ.π.
των εντασσόμενων στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κλάδων κύριας σύνταξης ασφαλιστικών ταμείων. Ως αμοιβή ορίστηκε για όλο το χρονικό διάστημα το ποσόν των 22.000 ευρώ. Η ενάγουσα παρείχε την εργασία της στο υποκατάστημα ΙΚΑ του Αμαρουσίου ακολουθώντας το ωράριο των μονίμων υπαλλήλων 7:30-15:00, εργαζόμενη πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα και υπογράφοντας καθημερινά στη σχετική κάρτα παρουσίας.
Ήταν δε κάτω από τον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων διοικητικών οργάνων του εναγόμενου στο εν λόγω υποκατάστημα, δηλαδή του διευθυντή και της προϊσταμένης μητρώου οι οποίοι καθόριζαν το αντικείμενό της και τον χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας της. Παρείχε δε εργασία ως μόνιμη υπάλληλος του ΙΚΑ και συνεπώς παρείχε εξαρτημένη εργασία.
Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε ότι η έγγραφη σύμβαση της ενάγουσας, κατ' επίφαση χαρακτηρίστηκε κατά τη σύναψή της ως σύμβαση έργου, ενώ επρόκειτο για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όμως εν όψει του ότι παροχή εργασίας της άρχισε τον Ιούνιο του 2008, δηλαδή μετά την συνταγματική αναθεώρηση του 2001 (άρθρο 103 παρ. 7, 8 του Συντάγματος) δεν μπορεί να χαρακτηριστεί η σύμβασή της ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά ως απλή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι η ενάγουσα δικαιούται βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού τα ποσά που θα κατέβαλε το εναγόμενο βάσει του Ν. 3205/2003 σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας, ωφεληθέν κατά τα εν λόγω ποσά, καθώς και τα επιδόματα εορτών και αδείας, τα οποία το εναγόμενο δεν της κατέβαλε.
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ως άνω κρίσιμο ζήτημα του χαρακτηρισμού της συμβάσεως που συνέδεε την αναιρεσίβλητη με το αναιρεσείον, ως συμβάσεως εργασίας ή ως συμβάσεως έργου, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη παρείχε την εργασία της ως μόνιμη υπάλληλος στο αναιρεσείον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, παραθέτοντας το αντικείμενο με το οποίο ασχολείτο, δεν διευκρινίζει ποιο ήταν το αντικείμενο των μονίμων υπαλλήλων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, προκειμένου να κριθεί αν το αντικείμενο της εργασίας της αναιρεσίβλητης ανήκε στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του ή αν αποτελούσε νέο αντικείμενο, το οποίο ήταν συγκεκριμένο και επρόκειτο να ολοκληρωθεί σε καθορισμένο χρονικό διάστημα.
Επίσης δεν αναφέρονται με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι η συνδέουσα τους διαδίκους εργασιακή σχέση είχε όλα τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και ειδικότερα δεν αναφέρεται αν οι συμβαλλόμενοι απέβλεπαν στην υπό της αναιρεσιβλήτου παρεχομένη εργασία καθεαυτή, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, ούτε αν η αναιρεσίβλητη τελούσε σε νομική και προσωπική εξάρτηση από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, λαμβάνοντας εντολές και οδηγίες δεσμευτικές για την εκτέλεση της εργασίας που της είχε ανατεθεί και έχοντας υποχρέωση να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτήν εντολές ή οδηγίες του .
Επομένως ο δεύτερος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, για το λόγο ότι διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάρτισης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των ως άνω διαδίκων, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων ως άνω διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα των λοιπών, πρώτου και δεύτερου κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγων αναιρέσεως. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (αρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το βάσιμο αίτημα αυτού (αρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4069/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11-1-2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ