Legislator Case Law & Legislation
715/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision regarding labor dispute damages and procedural errors.

Case Number 715/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment in a labor dispute. The appellant argued that the appellate court erred in awarding damages and failed to address specific procedural issues, but the court found no grounds for intervention. The court ruled that the appellate decision was within its discretionary limits and that the appellant had not properly challenged the specific procedural points raised.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 176 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court's decision does not exceed the limits of its discretion or if the appellant fails to substantiate procedural complaints with specific grounds.

Keywords

AI generated
labor dispute damages appellate review standards procedural error appeal discretionary limits costs of appeal substantive review code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 197/2010 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 715 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 715/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ε. Μ. του Η., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Κελλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο ... που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ηλιοπιερέα - Πιερράκου, με δήλωση του άρθρου 242 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Κοινοποιημένης της κλήσης προς: α)πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων με την επωνυμία ..., που εδρεύει στο Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και β)Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΑΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/3/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 867/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4645/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 13/2/2018 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 669/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 12/12/2019 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 12-12-2019 κλήση νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η από 12-3-2018 αίτηση για αναίρεση της 4645/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 669/2019 απόφασης του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης για το λόγο ότι κατά την εκφώνηση της προκείμενης υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά τη συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο της 11-12-2018 δεν κλητεύθηκαν α)το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας" και β)η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση εργαζομένων με την επωνυμία "...", οι οποίοι πρωτοδίκως είχαν παρέμβει προσθέτως υπέρ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, είχαν δε κληθεί να παραστούν και στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση των αντίθετων από τους κύριους διαδίκους ασκηθεισών εφέσεων.

Ήδη, όπως προκύπτει από τις 3134/20-1-2020 και 3157/24-1-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Ν. Χ., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 12-12-2019 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους ανωτέρω προσθέτως παρεμβαίνοντες, οι οποίοι όμως κατά την εκφώνηση της προκείμενης υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Με την από 12-3-2018 και με αριθμό κατάθεσης 214/12-3-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 4645/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν η από 30-6-2014 έφεση της εναγομένης και έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν η από 4-7-2014 αντίθετη έφεση της ενάγουσας και εξαφανίσθηκε η 867/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατά μερική παραδοχή ως βάσιμης κατ'ουσίαν της από 21-3-2012 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, αναγνωρίσθηκε ότι η τοποθέτηση της ενάγουσας σε θέση Προϊσταμένης σε Τμήμα της εναγομένης λογίζεται γενομένη από τις 25-11-2011, καταδικάστηκε η εναγομένη σε δήλωση βουλήσεως με περιεχόμενο ότι η ενάγουσα έχει τοποθετηθεί ως Προϊσταμένη Τμήματος από τις 25-11-2011 και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 2500 ΕΥΡΩ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά το κεφάλαιο της επιδίκασης στην ενάγουσα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, την οποία καθόρισε στο ποσό των 2900 ΕΥΡΩ, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσης της ενάγουσας, ενώ με την ίδια απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά το μέρος κατά το οποίο α)αναγνωρίσθηκε ότι η τοποθέτηση της ενάγουσας σε θέση Προϊσταμένης σε Τμήμα της εναγομένης λογίζεται γενομένη από τις 25-11-2011, β)καταδικάστηκε η εναγομένη σε δήλωση βουλήσεως ότι η ενάγουσα έχει τοποθετηθεί ως Προϊσταμένη Τμήματος από τις 25-11-2011, και γ)απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ'ουσία η αγωγή κατά το κεφάλαιο της επιδίκασης της αποζημιώσεως του διαφυγόντος κέρδους της ενάγουσας, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας παράλειψης των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, να προβούν στην τοποθέτησή της ως Προϊσταμένης Τμήματος, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους περί του αντιθέτου λόγους της εφέσεως της εναγομένης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ.552, 553, 555, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (αρθ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Το διευθυντικό δικαίωμα, στο οποίο υπόκεινται οι εργαζόμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας, δίνει στον εργοδότη την εξουσία να εξειδικεύει κάθε φορά την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από τη σύμβαση εργασίας.

Παράλληλα το άνω δικαίωμα υλοποιεί την εξουσία του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμετάλλευσης, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του κατά το δυνατό προσφορότερο τρόπο. Η άσκηση όμως του διευθυντικού δικαιώματος υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή δεν δύναται να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και στην περίπτωση που ο εργοδότης, στο πλαίσιο εφαρμογής των κανονιστικών διατάξεων που διέπουν τις σχέσεις του με το προσωπικό του, παραλείπει να τοποθετήσει σε θέση προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας ορισμένης στάθμης υπάλληλό του ικανό, και αντ'αυτού τοποθετεί άλλον, έναντι του οποίου ο παραλειφθείς υπερέχει καταφανώς σε ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, χωρίς αυτό να υπαγορεύεται από το συμφέρον της υπηρεσίας.

Η ως άνω, καθ'υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ παράλειψη της τοποθέτησης υπαλλήλου σε θέση προϊσταμένου, ως πράξη παράνομη, συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 897/1985). Εντεύθεν δημιουργείται, εκτός άλλων, δικαίωμα του παραλειφθέντος σε αποζημίωση για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που υπέστη από την παράλειψη.

Η αποζημίωση κατά το άρθρο 298 εδ.β'ΑΚ, περιλαμβάνει και το διαφυγόν κέρδος, το οποίο, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, σύμφωνα και με τον ορισμό που δίδεται με αυτήν, συνίσταται στη ματαίωση συνεπεία του ζημιογόνου γεγονότος (παράλειψης) της αύξησης της περιουσίας του παραλειφθέντος, η οποία αύξηση, χωρίς αυτό, θα επερχόταν με πιθανότητα.

Εξάλλου, με τις διατάξεις της από 16-5-1995 ΕΣΣΕ μεταξύ ... και ...-..., οι οποίες έχουν κανονιστική ισχύ σύμφωνα με τα άρθρα 8 παρ.3 του Ν.1876/1990, 12 παρ.4 του Ν.1767/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ.3 του Ν.2224/1994 και άρθρο δεύτερο παρ.2 του Ν.2257/1994, καταργήθηκε από της ισχύος αυτής την 1-6-1995, το επίδομα ευθύνης θέσης και η αποζημίωση παράστασης που καταβαλλόταν στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών στάθμης τομέα και άνω, ως οικειοθελής και πρόσθετη παροχή σύμφωνα με αποφάσεις του ΔΣ του ...

και τον όρο 25 της από 7.3.1990 ΕΣΣΕ και ορίστηκε ότι από την ημερομηνία αυτή (1-6-1995) στους προϊσταμένους των αναφερομένων λειτουργιών χορηγούνται έξοδα κίνησης και παράστασης, κλιμακούμενα, όπως ορίζεται, κατά θέση και βαθμό, στα αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Τα έξοδα αυτά κατά τους όρους της εν λόγω ΕΣΣΕ.... "2.Είναι οικειοθελής παροχή, δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές και ο ...

επιφυλάσσει σ'αυτόν ρητά το δικαίωμα ανάκλησής τους. 3.Δεν υπολογίζονται στα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και στο επίδομα αδείας. 4.Χορηγούνται αποκλειστικά και συνδέονται υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων προς αντιμετώπιση των εξόδων φιλοξενίας των επισκεπτών, συμμετοχής τους ως εκπροσώπων του ...

στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, των εξόδων κίνησής τους κτλ. 5.Για κάθε ημέρα απουσίας για οποιοδήποτε λόγο ή αποχής του δικαιούχου προϊσταμένου από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα περικόπτεται το 1/3 των ανωτέρω εξόδων και χορηγούνται στο νόμιμο αναπληρωτή του....". Από τις διατάξεις αυτές της παραπάνω ΕΣΣΕ, που όπως σημειώθηκε είναι κανονιστικού περιεχομένου και, επομένως, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, προκύπτει ότι τα καταβαλλόμενα από 1-6-1995 και εφεξής στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών του ...

έξοδα κινήσεως και παραστάσεως δεν αποτελούν μισθολογική παροχή που καταβάλλεται σ'αυτούς ανεξαρτήτως της ασκήσεως των καθηκόντων τους, ως αντάλλαγμα της εργασίας τους, αλλά αντιθέτως αποτελούν ανακλητή οικειοθελή παροχή του ... συνδεόμενη οπωσδήποτε με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων προϊσταμένου, που σκοπό έχει να αντιμετωπίσει δι'αυτής ο ασκών τέτοια καθήκοντα υπάλληλος τις δαπάνες φιλοξενίας επισκεπτών του ...

και τα έξοδα κίνησης και παράστασης αυτού, ως εκπροσώπου του ..., στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, ανεξαρτήτως του ύψους τους.

Από αυτό παρέπεται ότι σε περίπτωση που δεν ασκήθηκαν τέτοια καθήκοντα, έστω και λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εργοδότη ..., που δεν ανέθεσε στο μισθωτό καθήκοντα προϊσταμένου ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας, ο τελευταίος δεν υφίσταται περιουσιακή ζημία με τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους. Και τούτο διότι τα έξοδα κινήσεως και παραστάσεως, τα οποία εκ της μη αναθέσεως των καθηκόντων προϊσταμένου στερήθηκε ως προορισμένα να αναλωθούν για τις παραπάνω ανάγκες, δεν επρόκειτο κατά πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρουν δια της απολήψεώς τους επαύξηση της περιουσίας αυτού, ώστε η μη ανάθεση των άνω καθηκόντων να συνεπάγεται ματαίωση της εν λόγω περιουσιακής επαύξησης (Ολ.ΑΠ 11 και 12/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α'ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 319/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 εδ.α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας" ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει, ότι με την από 21-3-2012 αγωγή η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη (εναγομένη) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου το έτος 1983 με την ειδικότητα του Τεχνικού Ρ/Η.

Ότι από 20-7-2006 υπηρέτησε ως Προϊσταμένη του Τμήματος Τηλεπικοινωνιακών Θεμάτων της Υποδιεύθυνσης Τεχνικών Θεμάτων μέχρι τις 25-11-2011, οπότε τοποθετήθηκε σε θέση απλού στελέχους, γεγονός, το οποίο συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας της. Ότι η απασχόλησή της έκτοτε ως απλού στελέχους αποστέρησε απ'αυτήν τη δυνατότητα να προσφέρει υπηρεσιακό έργο ανάλογα με τα προσόντα της, με συνέπεια την αδρανοποίηση και τον υποβιβασμό της.

Ότι η αναιρεσίβλητη, ενώ αυτή ήταν άριστη υπάλληλος με τα αναφερόμενα προσόντα, τοποθέτησε από 25-11-2011 σε Τμήματα που δημιουργήθηκαν από την αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της, ως Προϊσταμένους, κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος, τους κατονομαζόμενους συναδέλφους της, έναντι των οποίων η ίδια καταφανώς υπερτερούσε από απόψεως τυπικών και ουσιαστικών προσόντων.

Και ότι αυτή, εξαιτίας της ως άνω παράνομης παράλειψής της στερήθηκε, κατά την εκτίμηση, κυριαρχικώς, του δικογράφου της αγωγής, όπως ανταποκρίνεται στο πραγματικό του περιεχόμενο, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το επίδομα Προϊσταμένης Τμήματος, το οποίο από 1-6-1995 μετονομάσθηκε σε "έξοδα κινήσεως και παραστάσεως" θέσεως Προϊσταμένης Τμήματος, το οποίο θα της κατέβαλε η εναγομένη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 25-11-2011 έως 24-6-2014, και προσβλήθηκε στην προσωπικότητά της με τη μείωση της υπηρεσιακής και επαγγελματικής της αξίας.

Ζήτησε δε, κατόπιν του προεκτιθέμενου ιστορικού, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 25.859,58 ΕΥΡΩ ως αποζημίωση, και, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 10.000 ΕΥΡΩ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Η ενάγουσα Ε. Μ. προσλήφθηκε από την εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." στις 5-11-1984 ως Δόκιμη Τεχνικός Ρ/Η. Πριν την πρόσληψή της η ενάγουσα είχε λάβει το έτος 1982 το πτυχίο του Τεχνολόγου Ηλεκτρονικού Μηχανικού ΑΣΕΤΕΜ ΣΕΛΕΤΕ και το δίπλωμα Lower της Αγγλικής γλώσσας και το έτος 1984 είχε παρακολουθήσει μαθήματα του Τμήματος Τεχνικών Ρ/Η στη Σχολή Προσωπικού της εναγομένης διάρκειας 7 μηνών από το οποίο αποφοίτησε τον Οκτώβριο του έτους 1984.

Επιπροσθέτως εισήλθε, μετά από κατατακτήριες εξετάσεις στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο, απ'όπου έλαβε το πτυχίο του Ηλεκτρολόγου Μηχανολόγου Η/Υ το έτος 1991, βάσει του οποίου έκανε μετάταξη στον κλάδο των Τηλεπικοινωνιακών Μηχανικών το έτος 1992, ενώ το έτος 2001 έλαβε από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μεταπτυχιακό τίτλο στην κατεύθυνση "Διοίκηση Τεχνολογικών Συστημάτων", βάσει του οποίου κατατάχθηκε στους εξειδικευμένους Τηλεπικοινωνιακούς μηχανικούς της εναγομένης.

Μετά την πρόσληψή της, η ενάγουσα μονιμοποιήθηκε στο βαθμό Α4Τ/ΔΜ και υπηρέτησε σε διάφορες υπηρεσιακές λειτουργίες της εναγομένης ως στέλεχος. Στη συνέχεια εξελίχθηκε κανονικά στην υπαλληλική ιεραρχία και από τις 20-7-2006 υπηρέτησε στο Τμήμα Τηλεπικοινωνιακών Θεμάτων της Υποδιεύθυνσης Τεχνικών Θεμάτων, του οποίου η σύσταση αποφασίσθηκε με την 1/Δ/1013/19-9-2005 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης ως Προϊσταμένη μέχρι τις 25-11-2011, οπότε με την 1/Δ/1464/24-11-2011 απόφαση του ανωτέρω Γενικού Διευθυντή καταργήθηκε η Υποδιεύθυνση Τεχνικών Θεμάτων της Τηλεπικοινωνιακής Περιφέρειας Αττικής και των υπαγομένων στην εν λόγω Υποδιεύθυνση Τμημάτων, στα οποία περιλαμβάνεται και το Τμήμα Τηλεπικοινωνιακών Θεμάτων, στο οποίο η ενάγουσα τοποθετήθηκε ως Προϊσταμένη.

Στη θέση αυτών συστάθηκε καινούργια Υποδιεύθυνση (Υποδιεύθυνση Συντονισμού και Ελέγχου), στην οποία υπήχθη, μεταξύ άλλων, και ένα Τμήμα με την ονομασία "Τμήμα Τηλεπικοινωνιακών Θεμάτων και Δικτύου", στο οποίο τοποθετήθηκε ως Προϊστάμενος, με απόφαση του Γενικού Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης, ο συνάδελφός της ενάγουσας Γ.

Γ.. Επίσης οι συνάδελφοι της ενάγουσας Α. Μ. και Ν. Ρ. τοποθετήθηκαν Προϊστάμενοι σε Τμήματα που δημιουργήθηκαν μετά την αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της Τηλεπικοινωνιακής Περιφέρειας Αττικής, ενώ η ενάγουσα δεν τοποθετήθηκε Προϊσταμένη σε κάποιο από τα Τμήματα που δημιουργήθηκαν μετά την εν λόγω αναδιοργάνωση, παρά το γεγονός ότι πριν από αυτήν κατείχε θέση Προϊσταμένης Τμήματος, αλλά απεναντίας μετακινήθηκε σε νέο γραφείο, όπου κατείχε θέση απλού στελέχους, χωρίς συγκεκριμένες αρμοδιότητες και χωρίς ουσιαστικά να της ανατίθενται καθήκοντα.

Περαιτέρω δέχθηκε ότι η ενάγουσα υπερείχε καταφανώς ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι των ανωτέρω συναδέλφων της που τοποθετήθηκαν Προϊστάμενοι στα Τμήματα μετά την προαναφερθείσα αναδιοργάνωση και ότι η εναγομένη με το να παραλείψει την εξακολούθηση της απασχόλησης της ενάγουσας ως Προϊσταμένης Τμήματος και αντ'αυτού, να την τοποθετήσει σε θέση απλού στελέχους της υπηρεσίας της, προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή της εργασιακής θέσης αυτής, χωρίς τη συγκατάθεσή της, η οποία έγινε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, και, συνεπώς, συνιστούσε καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης.

Έτσι το Εφετείο έκρινε, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως, ότι πρέπει να γίνουν δεκτά ως βάσιμα και κατ'ουσίαν τα σχετικά αγωγικά αιτήματα και να αναγνωρισθεί ότι η τοποθέτηση της ενάγουσας σε θέση Προϊσταμένης Τμήματος της εναγομένης λογίζεται από τις 25-11-2011 και να καταδικαστεί η εναγομένη σε δήλωση βουλήσεως, η οποία θα έχει ως περιεχόμενο ότι η ενάγουσα έχει τοποθετηθεί ως Προϊσταμένη Τμήματός της από τις 25-11-2011.

Περαιτέρω το Εφετείο, σχετικά με την επίδικη αξίωση αποζημιώσεως του διαφυγόντος κέρδους της ενάγουσας ποσού 25.859,58 ΕΥΡΩ, την οποία η ενάγουσα συνδέει με την παραπάνω παράλειψή της, και αφορά το επίδικο χρονικό διάστημα από 25-11-2011 έως 24-6-2014, δέχθηκε ότι, εφόσον η ενάγουσα κατά το ως άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα, δεν ασκούσε καθήκοντα Προϊσταμένης ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας της εναγομένης, δεν μπορούσε να αξιώσει την καταβολή των εξόδων κινήσεως και παραστάσεως για το διάστημα αυτό, αφού αυτή, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, που προαναφέρθηκε, δεν υπέστη περιουσιακή ζημία με τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους, έστω και αν δεν άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένης ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης τομέα, ως άνω, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας παράλειψης της εναγομένης να της αναθέσει τα ως άνω καθήκοντα, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε ομοίως, και απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου σχετικό λόγο της εφέσεως της ενάγουσας.

Έτσι που έκρινε και δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού διατάξεις της από 16-5-1995 ΕΣΣΕ και εκείνη του άρθρου 298 ΑΚ, περιέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, με αποτέλεσμα να μην στερείται νόμιμης βάσης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, ο 1α'λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο 1γ'λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 6 παρ.1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ.53/1974" παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής υποθέσεως....".

Με το ανωτέρω άρθρο καθ'ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων, στα οποία αφορά η σύμβαση, τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 2 παρ.3 του Ν.2462/1997 "Κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα....", με τον οποίο κυρώθηκαν και έχουν την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το Προαιρετικό Πρωτόκολλο στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα κτλ, "Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο αναλαμβάνουν την υποχρέωση:

α)να εγγυώνται ότι κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που αναγνωρίζονται στο παρόν Σύμφωνο παραβιασθούν, θα έχει στη διάθεσή του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και αν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητά τους, β)να εγγυώνται ότι η αρμόδια δικαστική, διοικητικού, νομοθετική ή οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους θα αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος και να προωθήσουν τη δυνατότητα δικαστική προσφυγής, γ)...." Τέλος, κατά το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ'αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει".

Οι παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις είναι ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση τους εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση με τον 1β'λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με το να δεχθεί, ότι εφόσον η ενάγουσα, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δεν ασκούσε καθήκοντα Προϊσταμένης κάποιας υπηρεσιακής λειτουργίας, έστω και λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εργοδότη της ..., που δεν της ανέθεσε καθήκοντα προϊσταμένης ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας, αυτή δεν υπέστη περιουσιακή ζημία με τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους, και, συνεπώς, δεν μπορούσε να αξιώσει τα έξοδα κίνησης και παράστασης για το διάστημα αυτό, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, το άρθρο 2 παρ.3 του Ν.2462/1997, με τον οποίο κυρώθηκε το Διεθνές Σύμφωνο για τα πολιτικά και ατομικά δικαιώματα και το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια ελέγχεται από τον με αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1β ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ο λόγος αναίρεσης που η εν λόγω διάταξη προβλέπει, ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή, τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως, όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 232/2020, ΑΠ 208/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και 1γ'κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με την παραδοχή της ότι τα έξοδα κίνησης και παράστασης έχουν το χαρακτήρα αποζημίωσης και όχι εργοδοτικής παροχής, παρότι η συγκεκριμένη παροχή δεν προϋποθέτει για την πληρωμή της την παράδοση σχετικών αποδεικτικών, και επιπλέον καταβάλλεται και κατά τη διάρκεια κάθε είδους άδειας, πλην της κανονικής (π.χ.αναρρωτικής), το δε ύψος της καταβαλλόμενης αυτής παροχής ύψους 834 ΕΥΡΩ μηνιαίως είναι εντελώς εξωπραγματικό, αν είναι προορισμός της να καλύψει έξοδα για λογαριασμό της εναγομένης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, η αναιρετική πλημμέλεια που προβάλλεται αναφέρεται στην παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς.

Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει, ότι σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτό αντλούνται στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: Το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του κατ'εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ'αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα) με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (αρθ.2 παρ.1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο και αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη περίπτωση (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (αρθ.559 ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αριθ.1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (αρθ.2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 2/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα εξής: "Η προπεριγραφείσα καταχρηστική και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης προκάλεσε στην ενάγουσα ηθική ζημία και προσβολή στην προσωπικότητά της ένεκα της επαγγελματικής και προσωπικής μείωσής της στο οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό περιβάλλον της.

Για την ικανοποίηση της εν λόγω ηθικής βλάβης και προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της προσβολής, τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή τελέστηκε, το βαθμό πταίσματος των οργάνων της εναγομένης που ήταν αρμόδια για τις τοποθετήσεις προϊσταμένων στα Τμήματά της, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 2900 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε κατά τούτο την έφεση της ενάγουσας και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ'ουσίαν την αγωγή κατά το κεφάλαιο της χρηματική ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για το ποσό των 2500 ΕΥΡΩ. Με την κρίση και παραδοχή του αυτή, το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσείουσας στο ποσό των 2900 ΕΥΡΩ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζόμενου σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Ενόψει αυτών, ο από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αριθ.9 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο δεν ερεύνησε αίτημα της αγωγής, που, απορρίφθηκε πρωτοδίκως ή που έγινε δεκτό κατά ένα μέρος, χωρίς να έχει παραπονεθεί ο ενάγων, ως εκκαλών, για την απόρριψη ή για τη μερική παραδοχή του (ΑΠ 197/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα κανένα παράπονο δεν προέβαλε κατά της πρωτόδικης απόφασης κατά το μέρος που απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής περί απειλής χρηματικής ποινής ύψους 100 ΕΥΡΩ σε βάρος της εναγομένης για κάθε ημέρα παράβασης της υποχρέωσής της να προβεί στη δήλωση βουλήσεως με περιεχόμενο ότι η ενάγουσα έχει τοποθετηθεί Προϊσταμένη Τμήματος από 25-11-2011 άλλως από 2-2-2012 και συγκεκριμένα του Τμήματος Τηλεπικοινωνιακών Θεμάτων και Ανάπτυξης Δικτύου.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε απορριπτέα την έφεση της εναγομένης και δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε στο σύνολο την πρωτόδικη απόφαση για την ενότητα της εκτέλεσης, όπως ρητά αναφέρεται σε αυτήν και μετά ταύτα δεν περιέλαβε στο διατακτικό της διάταξη περί απειλής κατά της εναγομένης χρηματικής ποινής σε περίπτωση παράβασης της υποχρέωσής της να προβεί στην προαναφερθείσα δήλωση βουλήσεως, ως προς την οποία διάταξη δεν είχε εκκληθεί η απόφαση.

Όμως, η παράλειψη αυτή δεν συνιστά τον από τον αριθ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, αφού η υπόθεση ως προς το αίτημα αυτό δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από την εν λόγω διάταξη είναι αβάσιμος.

Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η από 12-3-2018 αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (αρθ.176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-3-2018 αίτηση για αναίρεση της 4645/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ΕΥΡΩ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ