Legislator Case Law & Legislation
715/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against civil liability judgment conflicting with acquittal verdict under ECHR Article 6 § 2.

Case Number 715/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeals against the Athens Court of Appeal's judgment imposing civil liability on individuals previously acquitted of copyright infringement. The appellants argued that recognizing civil liability after an acquittal violated their right to a fair trial and presumption of innocence under Article 6 § 2 of the ECHR. The Court held that the lower court erred by failing to exclude civil liability when the criminal court had found the defendants innocent, thereby creating doubts about their acquittal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 6 § 2 of the ECHR; Article 14 § 3 of the ICCPR; Civil liability cannot be recognized against persons acquitted in criminal proceedings as this violates the presumption of innocence and creates doubts regarding the acquittal.

Keywords

AI generated
presumption of innocence civil liability criminal acquittal ECHR Article 6 fair trial rights copyright infringement conflicting judgments

Cited Legislation

AI generated
Article 6 § 2 of the ECHR
Article 14 § 3 of the ICCPR
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 715 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 715/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της Γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Ν. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Κωνσταντίνου Παπασπύρου και Ιωάννη Κυπριωτάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Πιερρίνας Κοριατοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ε.-Σ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Νικολάου Τσούτσουρα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Πιερρίνας Κοριατοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Γ. Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ως καθολικού διαδόχου του ήδη θανόντος πατέρα του Κ. Σ., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Κρίτωνος Μεταξόπουλου και Ειρήνης Ζαρούση 2) Δ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ως καθολικού διαδόχου του ήδη θανόντος πατέρα του Κ. Σ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους ανωτέρω πληρεξούσιους δικηγόρους του και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Πιερίνας Κοριατοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2007 αγωγή της υπό στοιχεία Α, Β και Γ ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 969/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2694/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 9-9-2014 αίτησή του και τους από 14-1-2015 πρόσθετους λόγους αυτής, η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 9-9-2014 αίτησή της και οι υπό στοιχείο Γ αναιρεσείοντες με την από 15-9-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε α) την από 5/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 9-9-2014 και υπό στοιχείο Α αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, β) την από 5/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 9-9-2014 και υπό στοιχείο Β αιτήσεως αναιρέσεως, γ) την από 19/1/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15-9-2015 και υπό στοιχείο Γ αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι από 9-9-2014 (αριθμ. εκθ. κατάθεσης ...2014 και ...2014) και 15-9-2015 (αριθμ. εκθ. κατάθεσης ...2015) αιτήσεις αναίρεσης, καθώς και οι από 14-1-2015 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης (αριθμ. εκθ. κατάθεσης …2015) κατά της υπ’ αριθμ. 2694/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που πρέπει να συνεκδικαστούν, αφού, με τον τρόπο, αυτό διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1).

Με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 2694/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των από 12-3-2012, 2-7-2012 και 20-3-2013 εφέσεων των Ε. Σ., Ν. Δ. και Κ. Σ. και επί των από 2-9-2013 πρόσθετων λόγων έφεσης του τελευταίου κατά της υπ’ αριθμ. 969/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 12-9-2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Με το άρθρο 1 § 1 της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με τον Ν.1157/1981, καθιερώθηκε από 1 Ιανουαρίου 1981 πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, αρχόμενη από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή για το προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου, η διαδρομή των προθεσμιών, που τάσσονται από το νόμο ή τα δικαστήρια, αρχίζει από την επόμενη ημέρα της επίδοσης ή του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της και λήγει τη 19.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας.

Όπως συνάγεται από τη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 § 1 Κ.Πολ.Δ., εφαρμόζεται τόσον επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων, οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, πράγμα το οποίο ισχύει και επί της 30ήμερης προθεσμίας που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 § 2 Κ.Πολ.Δ., για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από τη δικάσιμο, ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 § 2 ΚΠολΔ (ΟλομΑΠ 33/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ο Πρόεδρος του Α1 Τμήματος όρισε δικάσιμο για τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης στις 16-2-2015.

Ο αναιρεσείων Ν. Δ. στις 15-1-2015 κατέθεσε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου το από 14-1-2015 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Έτσι η τριακοστή ημέρα από την επομένη της κατάθεσης του δικογράφου αυτού συμπίπτει με τις 14-2-2015, που είναι Σάββατο, ενώ η επόμενη εργάσιμη ημέρα (Δευτέρα, 16-2-2015) έχει ορισθεί ως δικάσιμος της υπόθεσης, μέχρι της οποίας δεν μεσολαβεί πλήρης η 30ήμερη προθεσμία.

Επομένως, οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι δεν ασκήθηκαν εμπροθέσμως και ως εκ τούτου είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1-4, 4 παρ. 1 α, 6 παρ. 1, 12 παρ.1, 13 παρ. 1, 2 και 3, 51. 65 παρ. 2 του ν. 2121/1993, 57, 59, 298, 299, 330, 914 και 932 του Α.Κ., σε συνδυασμό προς εκείνες της επικυρωθείσας με το Ν. 100/1975 Διεθνούς Συμβάσεως της Βέρνης (Παρισιού), συνάγονται τα εξής: Εννοιολογικό στοιχείο του έργου, ως αντικειμένου πνευματικής ιδιοκτησίας, είναι η πρωτοτυπία του, ήτοι η στατιστική του μοναδικότητα, η οποία αποτελεί έκφραση της προσωπικότητας του δημιουργού.

Κατ’ άλλη διατύπωση, πρωτοτυπία είναι η κρίση ότι, κάτω από παρόμοιες συνθήκες και με τους ίδιους στόχους, κανένας άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο ή ότι αυτό παρουσιάζει μια ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο "δημιουργικού ύψους", κάποια απόσταση δηλαδή από τα ήδη γνωστά ή αυτονόητα.

Το αν ένα πνευματικό δημιούργημα είναι ή όχι πρωτότυπο, αποτελεί ζήτημα πραγματικό, που υπόκειται σε απόδειξη και για το οποίο αποφαίνονται ανελέγκτως τα δικαστήρια της ουσίας. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 65 Ν. 2121/1993, σε κάθε περίπτωση προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας ή του συγγενικού δικαιώματος, ο δημιουργός ή ο δικαιούχος του συγγενικού δικαιώματος μπορεί να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματος του, την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, ενώ όποιος υπαιτίως προσέβαλε την πνευματική ιδιοκτησία ή τα συγγενικά δικαιώματα άλλου υποχρεούται σε αποζημίωση και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης.

Η αποζημίωση δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το διπλάσιο της αμοιβής που συνήθως ή κατά νόμο καταβάλλεται για το είδος της εκμετάλλευσης που έκανε, χωρίς την άδεια, ο υπόχρεος. Με την διάταξη αυτή ενσωματώνεται στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας βασικά η ρύθμιση του άρθρου 914 του ΑΚ, καθώς και οι αντίστοιχες ρυθμίσεις των άρθρων 57 εδ.

γ, 59, 60 εδ. β’ και 932 του ίδιου Κώδικα, το πραγματικό δε του κανόνα δικαίου που περιέχει η εν λόγω διάταξη, για ό,τι αφορά την αποζημίωση, προϋποθέτει υπαιτιότητα και προσβολή της πνευματικής ιδιοκτησίας, παράνομη δηλαδή συμπεριφορά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 66 του Ν. 2121/1993, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 81 Ν.3057/2002, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 2.900 έως 15.000 ευρώ όποιος χωρίς δικαίωμα και κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου ή διατάξεων των κυρωμένων με νόμο πολυμερών διεθνών συμβάσεων για την Προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, εγγράφει έργα ή αντίτυπα, αναπαράγει αυτά άμεσα ή έμμεσα, προσωρινά ή μόνιμα, με οποιαδήποτε μορφή, εν όλω ή εν μέρει, μεταφράζει, διασκευάζει, προσαρμόζει ή μετατρέπει αυτά, προβαίνει σε διανομή αυτών στο κοινό με πώληση ή με άλλους τρόπους ή κατέχει με σκοπό διανομής, εκμισθώνει, εκτελεί δημόσια, μεταδίδει ραδιοτηλεοπτικά κατά οποιονδήποτε τρόπο, παρουσιάζει στο κοινό έργα ή αντίτυπα με οποιονδήποτε τρόπο, εισάγει αντίτυπα του έργου που παρήχθησαν παράνομα στο εξωτερικό χωρίς τη συναίνεση του δημιουργού και γενικά εκμεταλλεύεται έργα, αντίγραφα ή αντίτυπα που είναι αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας ή προσβάλλει το ηθικό δικαίωμα του πνευματικού δημιουργού να αποφασίζει για τη δημοσίευση του έργου στο κοινό, καθώς και να παρουσιάζει αυτό αναλλοίωτο χωρίς προσθήκες ή περικοπές (§ 1), ενώ αν το όφελος που επιδιώχθηκε ή η ζημιά που απειλήθηκε από τις πράξεις των παρ. 1 και 2 είναι ιδιαίτερα μεγάλα, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή 2 έως 10 εκατομμυρίων δραχμών (§ 3).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974, "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο".

Με τις τελευταίες αυξημένης τυπικής ισχύος δύο διατάξεις, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου (βλ. ΕΔΔΑ απόφαση της 27-9-2007 Σ.

κατά Ελλάδος σκέψη 37, ΕΔΔΑ απόφαση της 11-2-2003 R. κατά Νορβηγίας, αριθμ. προσφυγής .../97 ). Το τελευταίο δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου (βλ.

τις ως άνω αποφάσεις του Ε.Δ.Δ.Α. και ΑΠ 1364/2011, 302/2016). Ειδικότερα, το άρθρο 6 παρ. 2 αποβλέπει στην προστασία των ατόμων που έχουν απαλλαγεί από τα ποινικά δικαστήρια ή έπαυσε η κατ’ αυτών ποινική δίωξη, έτσι ώστε να μην αντιμετωπίζονται από τις δημόσιες αρχές ή άλλα όργανα σαν να ήταν στην πραγματικότητα ένοχοι για την παράβαση που τους είχε αποδοθεί (ΕΔΔΑ, A.

κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 12-7-2013, αριθμ. προσφυγής .../09, § 94). Αυτό οφείλεται στο γεγονός, ότι το τεκμήριο της αθωότητας, ως δικονομικό δικαίωμα, συμβάλλει κυρίως στην τήρηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και προωθεί ταυτόχρονα τον σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του διωκόμενου προσώπου (ΕΔΔΑ, Κ.

κατά Ελλάδος, απόφαση της 28-11-2011, αριθμ. προσφυγής ...07, § 32). Σε τέτοιες περιπτώσεις, το τεκμήριο της αθωότητας έχει ήδη εμποδίσει να απαγγελθεί άδικη ποινική καταδίκη. Χωρίς προστασία που αποσκοπεί στην τήρηση, σε κάθε μεταγενέστερη διαδικασία, μιας αθώωσης ή μιας απόφασης παύσης της ποινικής δίωξης, οι εγγυήσεις μιας δίκαιης δίκης που προβλέπει το άρθρο 6 παρ. 2 θα κινδύνευαν να καταστούν θεωρητικές και απατηλές.

Αυτό που είναι κρίσιμο, επίσης, μόλις τελειώσει η ποινική διαδικασία, είναι η φήμη του ενδιαφερομένου και ο τρόπος με τον οποίο την αντιλαμβάνεται το κοινό. Έτσι, δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου ερμηνεύουν, για τις ανάγκες της νέας δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με εκείνα της νέας δίκης, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες, ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του, παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητάς του (ΑΠ 1364/2011).

Επομένως, η επιδίκαση αποζημίωσης εις βάρος του πρώην κατηγορουμένου δεν είναι επιτρεπτό στα πλαίσια της ενότητας της έννομης τάξης να δημιουργεί αμφιβολίες όσον αφορά την προηγούμενη αθώωσή του (ΕΔΔΑ, O. κατά Νορβηγίας απόφαση της 15-5-2008, §§ 51 επ., αριθμ. προσφυγής .../2004). Γενικότερα, το τεκμήριο αυτό και κατ’ επέκταση η αρχή της δίκαιης δίκης παραβιάζονται και δημιουργείται συνεπώς λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν από τη μεταγενέστερη απόφαση προκύπτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπόνοιες ή αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του κατηγορουμένου (ΑΠ 1652/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της πληττόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνα με το οποίο, τα σχέδια που κατατέθηκαν με την υπ’ αριθμ. πρωτ. ...5-6-2002 αίτηση και η από 31-5-2002 τεχνική έκθεση που κατέθεσε ο Κ. Σ., δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Α. Σ.

και Δ. Σ., με την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../9-10-2002 αίτηση και υπογράφει ο αναιρεσείων Ν. Δ., ως αρχιτέκτονας, καθώς και η από 15-12-2003 μελέτη που υπογράφει ο προαναφερόμενος Κ. Σ., ως πολιτικός μηχανικός και η αναιρεσείουσα Ε. - Σ. Σ., ως αρχιτέκτονας, προέρχονται από την αντιγραφή των σχεδίων και του κειμένου της μελέτης της ενάγουσας και αναιρεσίβλητης, ενώ ο τελευταίος, ως επιστήμονας πολιτικός μηχανικός, με γνώσεις, ως εκ της στενής συγγενείας των δύο επιστημών, παραπλήσιες με αυτές των αρχιτεκτόνων μηχανικών, είχε την δυνατότητα από την επιστημονική του κατάρτιση και εμπειρία, επισκοπώντας και συγκρίνοντας τα σχέδια των δύο μελετών, να αντιληφθεί εάν τα σχέδια και τα κείμενα των τεχνικών εκθέσεων των αρχιτεκτόνων συνεργατών του έχουν προέλθει από αντιγραφή των σχεδίων και του κειμένου της μελέτης της ενάγουσας, η οποία δεν ήταν νομίμως δημοσιευμένη, αφού δεν υπήρχε τέτοια άδεια της δημιουργού, ώστε να γίνει γνωστή στο ευρύ κοινό, αλλά είχε κατατεθεί στην βιβλιοθήκη Δ.

του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου και ως εκ τούτου μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο για την ενημέρωση των ενδιαφερομένων και όχι για την αντιγραφή του περιεχομένου της, ο δε προαναφερόμενος Κ. Σ. κατά τη μετάβασή του στις 30-6-2003 στη βιβλιοθήκη του Ιδρύματος είχε υπογράψει σχετικό έντυπο του Γραφείου Δανεισμού, Διαδανεισμού και Κρατήσεων αυτής με τους όρους χρήσης Διδακτορικής Διατριβής Διπλωματικής Εργασίας, με το οποίο (έντυπο), σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτό όρους, δήλωσε ότι θα χρησιμοποιήσει την δανειζόμενη εργασία μόνο για προσωπική χρήση ή έρευνα και ότι έλαβε γνώση και αποδέχθηκε τους όρους χρήσης αυτής.

Όμως, από τις αιτιολογίες και το διατακτικό της υπ’ αριθμ. 1827/2011 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που παραδεκτά επισκοπείται, προκύπτει ότι οι ανωτέρω κηρύχθηκαν αθώοι για το αποδιδόμενο σ’ αυτούς έγκλημα της παράβασης του Νόμου 2121/1993 "Πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα", συγκροτούμενο κατά τα ουσιώδη σημεία του από τα πραγματικά περιστατικά τα συγκροτούντα και την αποδιδόμενη στους αναιρεσείοντες Ε. - Σ.

Σ. και Ν. Δ., καθώς και στον δικαιοπάροχο των λοιπών εξ αυτών αδικοπρακτική συμπεριφορά. Έτσι όμως, κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6 § 2 της ΕΣΔΑ και 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης των ως άνω αναιρεσειόντων δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωση των ανωτέρω ως κατηγορουμένων και την αποδυναμώνει.

Ειδικότερα δε, με τον τρόπο αυτό, κατ’ αποτέλεσμα, καταφάσκεται η ποινική ευθύνη των τελευταίων για το αδίκημα για το οποίο αθωώθηκαν. Το Εφετείο, συνεπώς, που αναγνώρισε την αστική ευθύνη των αναιρεσειόντων, ενώ έπρεπε να την αποκλείσει και να οδηγηθεί σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις και είναι αντίστοιχα βάσιμος ο δεύτερος λόγος των από 9-9-2014 αιτήσεων αναίρεσης, καθώς και ο κατ’ ορθή εκτίμηση διαλαμβανόμενος σχετικός λόγος στην από 15-9-2015 αίτηση αναίρεσης των καθολικών διαδόχων του θανόντος και αρχικά εναγομένου Κ.

Σ. επικαλουμένων την ανωτέρω αθωωτική απόφαση, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Πρέπει έτσι, οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης να γίνουν δεκτές, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (ΚΠολΔ 580 § 3), ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων.

Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει, κατά το άρθρο 179 ΚΠολΔ, να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, αφού η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 9-9-2014 (αριθμ. εκθ. κατάθεσης ...2014 και ...2014) και 15-9-2015 (αριθμ. εκθ. κατάθεσης ...2015) αιτήσεις αναίρεσης, καθώς και τους από 14-1-2015 πρόσθετους λόγους αναίρεσης (αριθμ. εκθ. κατάθεσης …2015) κατά της υπ’ αριθμ. 2694/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει τους από 14-1-2015 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 2694/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλων. Και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ