Legislator Case Law & Legislation
715/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on will interpretation, ruling clear wording excludes extrinsic evidence.

Case Number 715/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding the interpretation of a will. The appellants argued that the court failed to consider extrinsic evidence, such as a bank deposit and a power of attorney, to prove they were intended as sole heirs. The court rejected this, holding that the will's language was clear and sufficient to determine the heirs, thereby precluding the use of external facts to alter the testator's expressed intent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1800 para. 2, 1801, 1802 of the Civil Code; Articles 173, 1781 of the Civil Code; Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure: When the wording of a will is clear and unambiguous, the court must interpret it based on the literal meaning and the testator's subjective intent, excluding the consideration of extrinsic facts or documents that would alter the stated distribution.

Keywords

AI generated
will interpretation extrinsic evidence clear wording testator intent succession law appeal dismissal Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Articles 1800 para. 2, 1801, 1802 of the Civil Code
Articles 173, 1781 of the Civil Code
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 494 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 715 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 715/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Θ. Φ. του Μ., 2)Μ. Φ. του Θ., 3)Β. Φ. του Θ., και 4)Χ. συζ. Θ. Φ., το γένος Π. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λιαδάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ο. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Καραμπάσογλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 8-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20562/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 996/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/9/2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 26/1/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1800 πα.2, 1801 και 1802 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι εφόσον ο επί δήλου εγκατασταθείς μόνος ή με άλλους, φέρει την ιδιότητα του κληρονόμου, η μνεία του δήλου ενέχει και προσδιορισμό του ποσοστού της κληρονομίας στο οποίο αυτός καλείται, καθώς και ότι όταν τα δήλα δεν εξαντλούν τον κλήρο, ως προς το μη διατεθέν υπόλοιπον αυτού χωρεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή, εκτός αν οι εγκατάστατοι κατά τη βούληση του διαθέτη εγράφησαν ως μόνοι κληρονόμοι, οπότε το απολειπόμενο μετά την αφαίρεση των δήλων, που δεν έχει άλλως διατεθεί, διανέμεται μεταξύ τούτων, ανάλογα με τη μερίδα ενός εκάστου, την οποία αναλόγως επαυξάνει ώστε οι εγκατάστατοι να λάβουν ολόκληρη την κληρονομία.

Πότε αυτό συμβαίνει δηλαδή ότι η εγκατάσταση έγινε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή είναι ζήτημα ερμηνείας της διαθήκης. Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ προκύπτει ότι κατά την ερμηνεία των διαθηκών αναζητείται χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθής βούληση του διαθέτη, με σκοπό την υποκειμενική του άποψη ακόμα και με τη λήψη υπόψη περιστατικών και στοιχείων που βρίσκονται εκτός διαθήκης, όπως η σπουδαιότητα των αντικειμένων που έχουν καταληφθεί με τη διαθήκη, σε σχέση με την όλη κληρονομία, καθώς και οι προσωπικές σχέσεις του διαθέτη με τους τιμηθέντες και αδιάφορα από την αντικειμενική έννοια με την οποία αντιλαμβάνονται τη δήλωση οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη δηλαδή σύμφωνα με το άρθρο 200 ΑΚ, το οποίο δεν εφαρμόζεται κατά την ερμηνεία των διαθηκών.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου για την αληθινή θέληση του διαθέτη, ως τοιαύτη περί πραγμάτων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710, 1712 και 1800 ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση εγκατάστασης κληρονόμου επί δήλου (ορισμένου περιουσιακού αντικειμένου), αν στη συνέχεια ο διαθέτης πριν από το θάνατο του εκποίησε το δήλο πράγμα, το οποίο συνεπώς δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της κληρονομιάς του, το γεγονός αυτό δεν καθιστά, εφόσον δεν συνάγεται αντίθετη βούληση του διαθέτη, κενή περιεχομένου και ανίσχυρη την κληρονομική εγκατάσταση, η οποία συνεπάγεται καθολική διαδοχή, σε αντίθεση με τη δημιουργική ειδικής διαδοχής κληροδοσία, στην οποία και μόνον εφαρμόζεται ο κανόνας του άρθρου 1984 παρ.1 ΑΚ.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή, αν λόγω της εκποίησης ή ανταλλαγής ή αντικατάστασης του δήλου υπεισήλθε στη θέση του άλλο περιουσιακό στοιχείο, η επί του δήλου εγκατάσταση θεωρείται ότι έγινε στο άλλο αυτό περιουσιακό στοιχείο, που υποκαθίσταται στη θέση του δήλου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 1982 παρ.2, 1984 παρ.3, 1987 παρ.2 και 1988 ΑΚ εκτός εάν η πράξη του διαθέτη μπορεί να ερμηνευθεί κατά την υποθετική του βούληση, ανάλογα με τα αποδειχθέντα περιστατικά ως οιονεί ανάκληση της εγκατάστασης, που καθιστά ανίσχυρη τη σχετική διάταξη της διαθήκης.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο με βάση τις παραδοχές του στη συγκεκριμένη περίπτωση παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο με βάση τις ίδιες παραδοχές δεν έπρεπε να εφαρμόσει, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Περαιτέρω οι θεσπιζόμενοι από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες σύμφωνα με τους οποίους κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και γενικώς των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις των δηλώσεων λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, υφίσταται κενό ή αμφιβολία γα την έννοια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας, λόγω αοριστίας ή ατελούς διατυπώσεως της δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης.

Περαιτέρω κατά τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 5-1-2010 απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη η Α. Μ., η οποία κατά το χρόνο του θανάτου της είχε μοναδικό πλησιέστερο συγγενή της και εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον αδελφό της (ήδη αναιρεσίβλητο) και εναγόμενο.

Η άνω αποβίωσα κατέλειπε την από 8-3-2001 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ’ αριθ. 352/2010 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και κηρύχθηκε κυρία με την υπ’ αριθ. 6457/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Η διαθέτιδα με τη διαθήκη της αυτή εγκατέστησε κληρονόμους της τους εναγομένους (αναιρεσείοντες), με τους τέσσερεις πρώτους των οποίων δεν την συνέδεε οποιαδήποτε συγγενική σχέση κατέλειπε δε σε έκαστο των τετιμημένων τα αναφερόμενα στη διαθήκη δήλα πράγματα.

Ειδικότερα το περιεχόμενο της διαθήκης αυτής έχει κατά λέξη ως ακολούθως: "Διαθήκη της Α. Μ. του Α. και της Μ.. Γεννήθηκα την 1-7-1924 στη Θεσσαλονίκη και κατοικώ στη Θεσσαλονίκη, στην οδό .... Κατόπιν ωρίμου σκέψεως αποφάσισα να κάνω τη διαθήκη μου. Μετά τον θάνατο των γονέων μου και του μεγαλύτερου αδελφού μου Β., μείναμε ο αδελφός μου Ο.

και εγώ. Δεν κατόρθωσα να κάνω οικογένεια, ίσως συνετέλεσαν οι διάφορες συνθήκες της ζωής, πάντως σήμερα ζω μόνη μου, μακριά από τον εν ζωή αδελφό μου Ο., τον οποίο λατρεύω και δεν αμφισβητώ την αγάπη του, ούτε ξεχνώ ότι αν δεν με φρόντιζε θα είχα τη δουλειά μου από την οποία μου έμεινε μία σύνταξη μάλλον ικανοποιητική.

Επίσης, δεν ξεχνώ ότι μετά το θάνατο του πατέρα μου, και οι δύο αδελφοί μου αποποιήθηκαν την κληρονομιά και έτσι σήμερα έχω τα δύο διαμερίσματα της οδού .... Δυστυχώς και οι δύο αδελφοί μου δεν έχουν παιδιά στα οποία θα άφηνα οπωσδήποτε την περιουσία μου. Οι νύφες μου με περιφρόνησαν η κάθε μία με τον τρόπο της.

Η μικρότερη δε μου είπε πολλές πικρές κουβέντες και με πίκρανε πάρα πολύ. Δεν μπορώ δε να πιστέψω ότι δεν γνώριζε τι μου έλεγε. Τόσο είμαι σίγουρη γιατί κάποτε χωρίς κανένα λόγο μου είπε: "Αν εσύ μου έλεγες ό,τι σου είπα εγώ, δεν θα άντεχα και θα αυτοκτονούσα". Πολλές φορές δε, δεν δίσταζε να μου δηλώση ότι δεν πρόκειται να με συμπαρασταθή σε ο,τι και αν μου συμβή, με το δικαιολογητικό ότι είμαι πεισματάρα και δεν κάνω ό,τι μου προτείνη.

Κατόπιν τούτου και εγώ απεφάσισα να διαθέσω την περιουσίαν μου εις την οικογένεια Φ. Θ. του Μ. οποία προς το παρόν τουλάχιστον δεν με ξεχνά, όπως και η φίλη μου Σ. Ε.. Αυτή έχει αρκετή περιουσία και δεν έχει ανάγκη. Διαθέτω λοιπόν την περιουσία μου ως ακολούθως: Το 50% οικόπεδο της οδού ... στην Κηφησιά το οποίο έχω μαζί με τον αδελφό μου Ο.

ο οποίος έχει τα άλλα και το οποίο με τόση λαχτάρα περίμενα να το οικοδομήσουμε για να είμαι κοντά του, και το οποίο δεν οικοδομήσαμε προφανώς γιατί δεν τον άφησε η γυναίκα του, η οποία ασφαλώς δεν με ήθελε κοντά της. Αυτό λοιπόν το οικόπεδο το αφήνω εις τον Φ. Θ. του Μ.. Το διαμέρισμα του 2ου ορόφου της οδού ...

με την αποθηκούλα του εις τον Μ. Φ. του Θ., στον οποίο αφήνω και τον αέρα της ίδιας οικοδομής, Το διαμέρισμα του 1ου ορόφου της οδού ... εις τον Β. Φ. του Θ.. Το διαμέρισμα του 2ου ορόφου της οδού ... εις την Χ. Φ. σύζυγο του Θ. Φ.. Εις δε την Α. Π. του Β. μικρανεψιά μου και βαφτισημιά μου αφήνω το διαμέρισμα του 1ου ορόφου της οδού ...

στο οποίο σήμερα μένω εγώ. Θα της άφηνα πολλά περισσότερα αν με θυμόταν κάπου-κάπου και ερχόταν να με επισκεφθεί ή τουλάχιστον να μου τηλεφωνούσε. Θεσσαλονίκη 8-3-2001 υπογραφή και μετά ολογράφως αναφέρεται το όνομα της διαθέτιδος Α. Μ.". Με την άνω διαθήκη της η διαθέτιδα δεν διέθεσε ολόκληρο τον κλήρο αφού ουδεμία αναφορά κάνει για την κινητή της περιουσία, συγκεκριμένα αυτή κατά το χρόνο σύνταξης της άνω διαθήκης διατηρούσε στην Αγροτική Τράπεζα κοινό λογαριασμό με τον αδελφό της Ο., με χρηματικό ποσό 16.405.928 δρχ.

Το εν λόγω χρηματικό ποσό ή έστω μέρος αυτού η διαθέτιδα δεν διέθεσε σε κανένα από τους τετιμημένους με τη διαθήκη της και ούτε υπάρχει στο κείμενο αυτής οποιαδήποτε μνεία σχετικά με την τύχη της εν λόγω χρηματικής κατάθεσης, το ποσό της οποία δεν αποτελούσε ευκαταφρόνητο για την εποχή περιουσιακό στοιχείο.

Από το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή η διαθέτιδα δεν εξάντλησε ολόκληρο τον κλήρο, καθίσταται πρόδηλο πως βούληση της ήταν να μη διαθέσει ολόκληρη την περιουσία της στους άνω εγκατάστατους και το χρηματικό αυτό ποσό να περιέλθει στον μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της αδελφό της Ο., ώστε να ισχύσει παράλληλα με τη διαθήκη, ως προς το μέρος της περιουσίας της που αυτή δεν διέθεσε, η εξ αδιαθέτου διαδοχή.

Ενισχυτικό ότι αυτή ήταν η βούληση της διαθέτιδος αποτελεί και το γεγονός ότι κατέστησε τον αδελφό της συνδικαιούχο του άνω λογαριασμού, ώστε να περιέλθει στον τελευταίο το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο επιπλέον δε ουδεμία σχετική μνεία ή αναφορά κάνει περί της τύχης του ποσού αυτού στη διαθήκη της. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η διαθέτιδα μετά την σύνταξη της άνω διαθήκης της και μέχρι του θανάτου της εκποίησε σημαντικό τμήμα της ακίνητης περιουσίας της με προφανή σκοπό να καταστήσει ανίσχυρη την εγκατάσταση των τετιμημένων στους οποίος κατέλειπε τα άνω δήλα πράγματα στην εκποίηση των οποίων προέβη στην συνέχεια .Ειδικότερα από το έτος 2006 έως το 2009 αυτή μεταβίβασε σε τρίτους λόγω πωλήσεως την κυριότητα τριών εκ των ακινήτων που διέθεσε με την άνω διαθήκη της.

Συγκεκριμένα αυτή: 1) με το υπ’ αριθ. ...10-11- 2006 συμβόλαιο, που συνέταξε η συμβολαιογράφος ............ και μεταγράφηκε νόμιμα, η Α. και ο Ο. Μ. μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως το ανήκον σε έκαστον αυτών 50% εξ αδιαιρέτου του άνω οικοπέδου του κειμένου επί της οδού ... αριθ…. στην περιοχή Κηφησιάς Αθηνών αντί τιμήματος 1.000.000 ευρώ η διαθέτιδα δε έλαβε το αναλογούν στη μερίδα της τίμημα, ήτοι ποσό 500.000 ευρώ.2) Με το υπ’ αριθμ. ...27-3-2009 συμβόλαιο, που συνέταξε η συμ/φος .............

και μεταγράφηκε νόμιμα, η Α. Μ. μεταβίβασε στον Α. Τ. την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος του κειμένου στον πρώτο όροφο της ενταύθα και επί της οδού ... πολυώροφης οικοδομής αντί τιμήματος, όπως αναγράφεται στο συμβόλαιο, 101.553,32 ευρώ. 3) Με το υπ’ αριθμ. ...6-11-2009 συμβόλαιο, που συνέταξε η συμβολαιογράφος ............

και μεταγράφηκε νόμιμα, η διαθέτιδα μεταβίβασε στον Γ. Ν. την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος του κειμένου στον δεύτερο όροφο της επί της οδού ... πολυώροφης οικοδομής καθώς και το δικαίωμα της καθ’ ύψος επεκτάσεως της οικοδομής αυτής. Στις 5-1-2010 η Α. Μ. απεβίωσε και μετά την κατάρτιση των άνω πωλήσεων στην κληρονομιαία περιουσία της περιλαμβανόταν πλέον μόνο το διαμέρισμα του 1ου ορόφου της επί της οδού ...

οικοδομής, το οποίο με τη διαθήκη της κατέλειπε στον τρίτο εναγόμενο της υπό στοιχ. α αγωγής Β. Φ. και το διαμέρισμα του 2ου ορόφου της επί της οδού ... οικοδομής, που αυτή κατέλειπε στην Χ. Φ.. Τα υπόλοιπα ακίνητα, τα οποία η διαθέτιδα με τη διαθήκη της αυτή διέθετε στον πρώτο, στο δεύτερο και την πέμπτη εναγομένη, κατά το χρόνο θανάτου της είχαν εκφύγει της κληρονομιαίας περιουσίας της, αφού αυτή προ του θανάτου της είχε προβεί στην εκποίηση τους.

Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο θανάτου της διαθέτιδος πλέον των παραπάνω δύο ακινήτων στην κληρονομιαία περιουσία αυτής διαπιστώθηκε πως υπήρχε και αδιάθετος κλήρος αποτελούμενος από τραπεζικές καταθέσεις και συγκεκριμένα αυτή διατηρούσε: 1) στο Υποκ/μα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος...........

προθεσμιακό λογαριασμό με έναρξη 22-9-2009 και λήξη 22-9-2010 ποσού 346.000 ευρώ και κατά τη λήξη του ποσού 347.920,32 ευρώ, 2) στο Υποκ/μα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος λογαριασμό ταμιευτηρίου ποσού 3.906,27 ευρώ και 3) στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο λογαριασμό με ποσό 10.014 ευρώ. Για την τύχη των ανωτέρω αδιάθετων στοιχείων της κληρονομιάς (τραπεζικών καταθέσεων) καλούνται σε εφαρμογή διαζευκτικά οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1801 και 1802 του ΑΚ, ήτοι αν επέρχεται εν προκειμένω σύμφωνα με την πραγματική θέληση της διαθέτιδος ανάλογη αύξηση των ποσοστών των εγκαταστατών γιατί αυτή ήθελε τους τελευταίους μοναδικούς κληρονόμους ολόκληρης της περιουσίας της, όπως οι τελευταίοι διατείνονται, ή αν κατά την πραγματική της βούληση παράλληλα με την εκ διαθήκης διαδοχή επήλθε και η εξ αδιαθέτου διαδοχή για τον μη διατεθέντα με τη διαθήκη της κλήρο και έτσι ως προς αυτό εφαρμόζονται οι περί εξ αδιαθέτου διαδοχής διατάξεις.

Η αναζήτηση της πραγματικής βούλησης της διαθέτιδος είναι απαραίτητο να αναζητηθεί εν προκειμένω, γιατί η παράλειψη οποιοσδήποτε αναφοράς στην επίδικη διαθήκη περί των ως άνω τραπεζικών καταθέσεων αποτελεί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ασάφεια της διαθήκης αυτής και καθίσταται έτσι αναγκαία η ερμηνεία της, προκειμένου να διαπιστωθεί αν προκύπτει θέληση της διαθέτιδος να περιορίσει τους τιμηθέντες μόνο στα ρητώς μνημονευθέντα στη διαθήκη ειδικά περιουσιακά στοιχεία και να αποκλείσει έτσι αυτούς από την υπόλοιπη κληρονομιαία περιουσία ώστε να χωρήσει παράλληλα με τη διαθήκη της και η εξ αδιαθέτου διαδοχή.

Η ερμηνεία αυτή θα γίνει σύμφωνα με τα προαναφερόμενα με βάση το περιεχόμενο της ίδιας της διαθήκης επίσης δε με την προσφυγή και σε αποδεικτικά στοιχεία εκτός του κειμένου αυτής που προκύπτουν από τις αποδείξεις.

Εν προκειμένω από το όλο περιεχόμενο της ως άνω διαθήκης ουδεμία πρόθεση της διαθέτιδος συνάγεται να εγκαταστήσει τους άνω τετιμημένους, ήτοι τον τρίτο και την τέταρτη των εναγομένων της υπό στοιχ. α αγωγής, αποκλειστικούς κληρονόμους της όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας της ούτε επίσης μπορεί να συναχθεί βούληση αποκλεισμού του ενάγοντα αδελφού της από την εξ αδιαθέτου διαδοχή για τα εκτός διαθήκης υπάρχοντα περιουσιακά της στοιχεία.

Τούτο καθίσταται πρόδηλο από το ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στο κείμενο της διαθήκης σχετικά με τη ρύθμιση της κινητής περιουσίας της, την οποία αυτή διέθετε κατά το χρόνο σύνταξης της και βούληση προφανώς ήταν ως προς αυτή να χωρήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή. Ενισχυτικό της πρόθεσης της διαθέτιδος να χωρήσει παράλληλα με τη διαθήκη και η εξ αδιαθέτου διαδοχή για τον μη διατεθέντα με τη διαθήκη κλήρο είναι και το γεγονός ότι ενώ αυτή κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης διέθετε χρηματική κατάθεση ύψους 16.405.928 δρχ., ποσό κατά τα προαναφερόμενα ουδόλως ευκαταφρόνητο το έτος 2001, ουδεμία αναφορά γίνεται στη διαθήκη της για το χρηματικό αυτό ποσό.

Και τούτο γιατί προδήλως η πρόθεση της ήταν να περιέλθει το εν λόγω ποσό στον αδελφό της, όπως άλλωστε μετά βεβαιότητος θα περιερχόταν λόγω και του είδους του λογαριασμού. Το ερμηνευτικό συμπέρασμα περί του ότι η διαθέτιδα δεν ήθελε αποκλειστικούς κληρονόμους της τους άνω τετιμημένους αλλά ήθελε παράλληλα για τα μη διατεθέντα περιουσιακά της στοιχεία να χωρήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή συνάγεται και από τα ακόλουθα εκτός του κειμένου της διαθήκης αποδεικνυόμενα περιστατικά.

Οι σχέσεις της διαθέτιδος με τον ενάγοντα αδελφό της ήταν σχέσεις αμοιβαίας αγάπης, σεβασμού, στοργής, ευγνωμοσύνης και αμοιβαίου ενδιαφέροντος, ώστε δεν υπήρχε λόγος να θελήσει αυτή να αποκλείσει το εξ αδιαθέτου το κληρονομικό του δικαίωμα. Άλλωστε με στη διαθήκη της εκφράζει την αγάπη και την εκτίμηση της στο πρόσωπο του αδελφού της αναγνωρίζοντας επιπλέον και την συμβολή του στην καλή οικονομική της κατάσταση ενώ τα όποια παράπονα εκφράζει για την συμπεριφορά της συζύγου του αφορούν τις διαπροσωπικές τους σχέσεις και δεν καταλογίζει οτιδήποτε σε βάρος του αδελφού της.

Άλλωστε η Α. Μ. είχε τη δυνατότητα να εκφράζει με ευχέρεια τη βούληση της, γιατί διέθετε ανάλογη μόρφωση για πολλά έτη δε εργάσθηκε με την θέση του συμβούλου επαγγελματικού προσανατολισμού στο σχετικό τμήμα του ΟΑΕΔ. Έτσι αν ήθελε αυτή να εγκαταστήσει τους τετιμημένους με τη διαθήκη της αποκλειστικούς της κληρονόμους είχε τη δυνατότητα να το εκφράσει ρητά.

Επιπλέον από την ίδια συμπεριφορά της διαθέτιδος συνάγεται χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία ότι αυτή δεν ήθελε με κανένα τρόπο να εγκαταστήσει τους τετιμημένους με τη διαθήκη της αποκλειστικούς της κληρονόμους. Τούτο συνάγεται με ασφάλεια από το γεγονός ότι αυτή μετά την σύνταξη της διαθήκης της προέβη στην εκποίηση του σημαντικότερου περιουσιακού της στοιχείου, ήτοι του 50% εξ αδιαιρέτου του άνω οικοπέδου, γεγονός που αποδεικνύει ότι βούληση της διαθέτιδος ήταν να καταστήσει κενή περιεχομένου και ανίσχυρη την κληρονομική εγκατάσταση του πρώτου εναγομένου.

Ενδεικτικό της πρόθεσης της αυτής είναι επίσης το γεγονός πως το προϊόν της πωλήσεως το καταθέτει αποκλειστικά στο όνομα της, ενώ αν είχε πράγματι πρόθεση να τιμήσει τον πρώτο εναγόμενο θα του μεταβίβαζε το ποσό που έλαβε από την πώληση του ακινήτου τούτου ή τουλάχιστον θα καθιστούσε αυτόν συνδικαιούχο των τραπεζικών της λογαριασμών.

Την ίδια πρόθεση επέδειξε η διαθέτιδα και για το δεύτερο εναγόμενο καθώς και για την πέμπτη εναγομένη αφού με την εκποίηση των καταλειφθέντων σ’ αυτούς δήλων πραγμάτων κατέστησε κενή περιεχομένου και ανίσχυρη την κληρονομική εγκατάσταση τους. Τούτο ενισχύεται επιπλέον από το γεγονός ότι στην εκποίηση των καταληφθέντων με τη διαθήκη στους τελευταίους δήλων πραγμάτων προβαίνει λίγους μήνες προ του θανάτου της, παρά το ότι αυτή ελάμβανε ικανοποιητική σύνταξη, διέθετε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό από την πώληση του ως άνω οικοπέδου ήταν ήδη ηλικίας 86 ετών, αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και προφανώς δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να προβεί στην εκποίηση τους, αφού δεν είχε ανάγκη μετρητών τα οποία δεν αξιοποίησε αλλά απλά τοποθέτησε σε τραπεζικούς λογαριασμούς. ............

Άλλωστε στις 22-9-2009 αυτή καταθέτει το άνω χρηματικό ποσό των 346.000 ευρώ στην άνω προθεσμιακή κατάθεση στην ΕΤΕ αποκλειστικά στο όνομα της χωρίς να ορίσει συνδικαιούχο κανένα από τους άνω εγκατάστατους, γεγονός που ενισχύει την άποψη πως η πραγματική της βούληση ήταν να ισχύσει παράλληλα με την εκ διαθήκης διαδοχή στον μη διατεθέντα κλήρο και η εξ αδιαθέτου διαδοχή αυτή δε καλώς εγνώριζε ποιος θα ήταν δικαιούχος της αδιάθετης περιουσίας της σε περίπτωση που παρέλειπε να ρυθμίσει ρητά την τύχη της.

Είναι βέβαια γεγονός ότι η διαθέτιδα με το υπ’ αριθ. ...24-8-2009 πληρεξούσιο, που συνέταξε η συμ/φος ............., παρείχε στον πρώτο εναγόμενο (αναιρεσείοντα) την εντολή και πληρεξουσιότητα να αναλαμβάνει χρήματα από τους λογαριασμούς που διέθετε αυτή και να εισπράττει χρήματα από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Με βάση το πληρεξούσιο αυτό ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε από λογαριασμό που διέθετε η διαθέτιδα στην Γενική Τράπεζα στις 27-8-2009 το ποσό των 80.000 ευρώ και στις 22-12-2009 το ποσό των 863, 83 ευρώ έτσι δε απέμεινε μηδενικό υπόλοιπο στο λογαριασμό αυτό Όπως όμως οι εναγόμενοι ομολογούν με τις προτάσεις του, τα χρήματα αυτά παρέδωσε στην διαθέτιδα ο πρώτος εναγόμενος παρακρατώντας - ένα σεβαστό ποσό - για τον ίδιο.

Από αυτό και μόνο το γεγονός όμως δεν αποδεικνύεται πως βούληση πραγματική της διαθέτιδος ήταν να εγκαταστάσει με τη διαθήκη τους άνω τετιμημένους αποκλειστικούς της κληρονόμους της. Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε πως πρόθεση της διαθέτιδος ήταν να περιέλθει στον πρώτο εναγόμενο το άνω ποσό των 347.920,32 ευρώ γιατί δήθεν αυτό αποτελούσε το προϊόν από την εκποίηση του άνω δήλου, αλλά αντίθετα πρόθεση της ήταν να καταστήσει ανίσχυρη την διάταξη της διαθήκης της με την οποία εγκαθιστούσε τον πρώτο εναγόμενο στο δήλο αυτό και επέλθει παράλληλα με την εκ διαθήκης διαδοχή η εξ αδιαθέτου διαδοχή ως προς το μέρος της περιουσίας της που δεν διέθεσε αυτή με την διαθήκη της".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν μόνοι εκ διαθήκης κληρονόμοι της παραπάνω διαθέτου και ως προς τα μη διατεθέντα με την ίδια διαθήκη περιουσιακά στοιχεία της, κατά αποκλεισμό της εξ’ αδιαθέτου διαδοχής, σύμφωνα με την αληθή βούληση αυτής κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1800 παρ. 2ΑΚ και ακολούθως απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεσή τους, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη τη συνεκδικασθείσα αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι επί των μη αναφερομένων στη διαθήκη περιουσιακών στοιχείων της διαθέτου, χωρεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1801 ΑΚ η εξ αδιαθέτου διαδοχή και ότι αυτός είναι ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της στην υπάρχουσα και μη αναγραφόμενη ως διατεθείσα με την επίμαχη διαθήκη της περιουσία αυτής, Ακολούθως δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί ως κατά ένα μέρος βάσιμη την αγωγή του.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, μη αντιφατικές και ενδοιαστικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε εκθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν με τις ειδικότερες παραδοχές:

ότι η ιδιόγραφη διαθήκη ενόψει της παράλειψης οποιασδήποτε αναφοράς αδιάθετων περιουσιακών στοιχείων της διαθέτου δηλαδή των χρηματικών ποσών που διατηρούσε σε τραπεζικούς λογαριασμούς καθώς και της εκποίησης πριν από το θάνατο της των ακινήτων, στα οποία είχε εγκαταστήσει ως κληρονόμους της τον πρώτο, τρίτο και πέμπτη των εναγόντων παρουσίασε ασάφεια του περιεχομένου της ως προς την ιδιότητα των τιμημένων με αυτήν ως μοναδικών κληρονόμων της διαθέτου ή όχι, που συναρτάται με την τύχη των αδιάθετων περιουσιακών της στοιχείων και ήταν αναγκαία η ερμηνεία αυτής, στην οποία προσέφυγε το δικαστήριο της ουσίας, προς αναζήτηση της αληθούς προς τούτο βούλησης αυτής και από την οποία ερμηνευτική παραδοχή προέκυψε κατ’ αρχήν ότι αυτή θέλησε όπως κληρονομηθεί όχι μόνον με βάση τη διαθήκη της κατ’ αποκλεισμό της εξ αδιαθέτου διαδοχής, ότι δεν εγκατέστησε ως μοναδικούς κληρονόμους της με αυτήν τους αναιρεσείοντες, τα καταληφθέντα στους οποίους και προσδιοριζόμενα στη διαθήκη δεν εξάντλησαν τον κλήρο και ότι τα μη διατεθέντα περιουσιακά της στοιχεία δηλαδή τα χρηματικά ποσά των επίμαχων τραπεζικών λογαριασμών κατά την εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 1801 ΑΚ περιέρχονται στον εξ αδιαθέτου κληρονόμο της, δεχόμενο περαιτέρω και ότι η εκποίηση των ακινήτων που κατέλιπε στους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσειόντων και στη μη διάδικο έκτη των εναγόντων μετά τη σύνταξη της διαθήκης, κατέστησε ανίσχυρες τις σχετικές διατάξεις αυτής περί εγκαταστάσεως τούτων ως κληρονόμων της στα δήλα πράγματα που εκποιήθηκαν, γεγονός που ματαιώνει την ιδιότητα;

του κληρονόμου από τους τελευταίους, αφού κατά την αληθή της βούληση δεν ήθελε να περιέλθει στον πρώτο τούτων το χρηματικό ποσόν από την πώληση του δήλου πράγματος, στο οποίο τον είχε εγκαταστήσει με τη διαθήκη. Επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων με εσφαλμένη εφαρμογή καθώς και την από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης λόγω ανεπαρκών και ενδοιαστικών αιτιολογιών ως προς το ίδιο παραπάνω ουσιώδες ζήτημα .είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες καθ’ όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αλλά και επειδή αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων από το ίδιο δικαστήριο και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπό όψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ενστάσεως, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από τον νόμο.

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπό όψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Περαιτέρω κατά την ερμηνεία των διαθηκών όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ αναζητείται χωρίς προσήλωση στις λέξεις η αληθής βούληση του διαθέτη με σκοπό την υποκειμενική του άποψη, έδαφος για τέτοια ερμηνεία προς αναζήτηση δηλαδή βούλησης διαφορετικής και πέραν κειμένης από εκείνη που εξέφρασε ο διαθέτης με τις λέξεις που χρησιμοποίησε δεν παρέχεται, όταν οι λέξεις αυτές κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά, είναι απολύτως σαφείς και αποδίδουν ευθέως εκείνο που θέλησε ο διαθέτης, Εξάλλου σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις εφόσον κρίνει το δικαστήριο ότι η δήλωση τελευταίας βουλήσεως εμφανίζει ασαφή και αμφίβολα σημεία δεκτικά κατ’ αρχήν αποσαφηνίσεως με ερμηνεία, συγχωρείται προς τούτο η προσφυγή και σε γεγονότα κείμενα εκτός της διαθήκης που προκύπτουν κυρίως από έγγραφα, τα οποία προτεινόμενα από κάποιον από τους διαδίκους, ως συντελεστικά για την εξεύρεση της αληθούς βούλησης του διαθέτη αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ως έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο κατά την ερμηνεία της διαθήκης, μετά την ανέλεγκτη κρίση του περί ασάφειας αυτής ως προς την ιδιότητα των αναιρεσειόντων, ως αποκλειστικών κληρονόμων της διαθέτου, δεν έλαβε υπόψη του τα προταθέντα από αυτούς πραγματικά περιστατικά, για να συντελέσουν στην ανεύρεση της αληθούς θέλησής της, που συνίσταντο κατ’ αυτούς να τους εγκαταστήσει αποκλειστικούς κληρονόμους της και να επαυξηθεί η κληρονομική μερίδα τους, με τα αδιάθετα περιουσιακά στοιχεία αυτής, αποκλειομένης της εξ αδιαθέτου διαδοχής και ιδίως την κατάθεση του τιμήματος από την πώληση του ακινήτου που κατέλιπε στον πρώτο των αναιρεσειόντων, με την διαθήκη της, την οποία δεν ανακάλεσε ούτε τροποποίησε πριν από το θάνατό της, στην Εθνική Τράπεζα, χωρίς συνδικαιούχο, και δεν το διέθεσε όσο ζούσε σε τρίτους, καθώς και το συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο με το οποίο διόρισε τον προαναφερόμενο ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό της, με την ειδική εντολή να αναλαμβάνει χρήματα από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της και να εισπράττει χρήματα που οφείλονται σ’ αυτήν από οποιαδήποτε αιτία.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ’ όσον όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε κατ’ ουσίαν. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.

που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 178, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-9-2014 αίτηση των Θ., Μ., Β. και Χ. Φ. περί αναιρέσεως της 996/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ