Legislator Case Law & Legislation
715/2011 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding compensation for moral damage caused by unfair competition.

Case Number 715/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision of 2102/2008. The appellants sought compensation for moral damage resulting from unfair competition, while the appellees argued the claim was inadmissible due to procedural defects and an invalid capital increase. The court found the appellate court erred in dismissing the moral damage claim, ruling that the appellants' rights were sufficiently founded under substantive law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 299 and 932 of the Civil Code; The court held that a claim for compensation for moral damage arising from unfair competition is admissible and substantiated if the plaintiff's rights are sufficiently founded in the complaint, despite procedural irregularities in related share transactions.

Keywords

AI generated
unfair competition moral damage compensation claim appeal procedure civil code provisions substantive law partial remittal

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110(2), 498(1), 568(1), 568(2), 568(4), 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure
Article 224 of the Code of Civil Procedure
Article 562(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 299 and 932 of the Civil Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 178(1), 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 715 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 715/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Δ. Τ. του Β. και 2. Γ. Τ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Γλυκό.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Θ. Β. Α.Ε" ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΛΕΚΤΙΚΗΣ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, που εδρεύει στο 5ο χλμ της Εθνικής Οδού … - … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε και 2. Θ. Β. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αγγελική Γουνοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Απριλίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13990/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2102/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 11 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2102/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμες τις αξιώσεις χρηματικής ικανοποίησης των αναιρεσειόντων λόγω ηθικής βλάβης τους.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1,2&4, 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004? ΑΠ 1061/2010). ).

Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575§1εδ.β' ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999, ΑΠ 12/2011).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. 10241Β'/18.9.2009 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... ότι αυτοί, που επέσπευσαν τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησής τους για αναίρεση της υπ' αριθ. 2102/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 44 τη δικάσιμο της 1.3.2010, κατά την οποία η πρώτη των αναιρεσιβλήτων κλήθηκε να παραστεί (άρθρ.122§1, 123, 126§1(δ), 128§1, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ).

Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Αγγελική Γουνοπούλου και η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 21.2.2011, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, κατά την οποία η πρώτη των αναιρεσιβλήτων όφειλε να παραστεί χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχε νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής της για τη νέα δικάσιμο.

Όμως η ως άνω αναιρεσίβλητη δεν παρέστη κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).

2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2102/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δέχθηκε την από 14.9.2006 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε ως προς αυτούς την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 13990/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απέρριψε ακολούθως ως προς τους ίδιους την από 2.4.2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, η οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση και είχαν υποχρεωθεί οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρο το ποσό των 31.847,02 ευρώ στον πρώτο των αναιρεσειόντων και το ποσό των 17.173,51 ευρώ στη δεύτερη αυτών, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την υλική ζημία και την ηθική βλάβη που τους προκάλεσαν με την απατηλή και κατ' επέκταση αδικοπρακτική συμπεριφορά τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

3. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό κρίσιμα για την ουσιαστική έκβαση της δίκης αποδεικτικά έγγραφα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση στο Εφετείο οι αναιρεσείοντες. Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, αλλά δεχόμενο την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε ακολούθως την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη.

4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 147, 149, 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα είτε να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, εφόσον η απάτη περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνον την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, δηλαδή στην έκταση που δικαιούται αποζημίωσης για κάθε αδικοπραξία (ΑΠ 1458/2001, ΑΠ 1399/2007).

Στην πρώτη περίπτωση η αποζημίωση συνίσταται στο αρνητικό διαφέρον, δηλαδή ο απατηθείς, που επέλεξε να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, δικαιούται παράλληλα και αποζημίωση για την κάλυψη κάθε ζημίας που θα είχε αποφευχθεί αν δεν είχε πιστέψει στην κατάρτιση έγκυρης σύμβασης. Αντίθετα αν ο απατηθείς επιλέξει να αποδεχθεί την ακυρώσιμη λόγω της απάτης δικαιοπραξία, η αποζημίωση που δικαιούται συνίσταται στο θετικό διαφέρον ή διαφέρον εκπλήρωσης, με το οποίο καλύπτονται οι ζημίες που θα είχαν αποφευχθεί, αν τα κρίσιμα περιστατικά ήταν υπαρκτά και όχι ανύπαρκτα και η δικαιοπραξία εκπληρωνόταν όπως αυτός την είχε πιστέψει (ΑΠ 776/2004, ΑΠ 373/2008, ΑΠ 1960/ 2009).

Απάτη κατά την έννοια του άρθρ. 147 ΑΚ αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 491/2008, ΑΠ 325/2009, ΑΠ 282/2010).

Τέτοια υποχρέωση από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη προς παροχή διασαφητικών πληροφοριών ή εξηγήσεων έχουν και οι διαπραγματευόμενοι την κατάρτιση σύμβασης, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 197 και 198 ΑΚ, δηλαδή η απάτη ως παραγωγική αιτία αποζημίωσης μπορεί να εμφανίζεται τόσο ως προσυμβατικό πταίσμα όσο και ως ιδιαίτερη αδικοπραξία, ανεξάρτητη από προσυμβατικό πταίσμα.

Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 898/2000, ΑΠ 441/2004, ΑΠ 373/2008).

Σε πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται από το άρθρ. 8α του κ.ν.2190/1920, μπορεί να οφείλεται και η ανάληψη από επενδυτή μετοχών ανώνυμης εταιρείας που προσέφυγε για την κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου της στο κοινό με τη διαδικασία της δημόσιας εγγραφής, οπότε αν η υπάρχουσα πλάνη είναι αποτέλεσμα εξαπάτησης του επενδυτή, παρέχονται σ' αυτόν τα δικαιώματα από τα άρθρ. 147 και 149 ΑΚ, κατά τις παραπάνω διακρίσεις.

Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, ΟλΑΠ 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου ( ΟλΑΠ 20/2005).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), οι αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι ότι οι μετοχές της πρώτης αναιρεσίβλητης, που ανέλαβαν ύστερα από την από 21.10.1999 αίτησή τους, καταβάλλοντας ως τίμημα τα ποσά αντίστοιχα των 10.000.000 και 5.000.000 δραχμών, είναι άκυρες, επειδή δεν τηρήθηκαν από τους αντιδίκους τους οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη διάθεση προς το κοινό μετοχών με τη διαδικασία της δημόσιας εγγραφής και μάλιστα εξαπατήθηκαν από τους αντιδίκους τους ως προς τη τήρηση των προϋποθέσεων αυτών και τη δυνατότητα εισαγωγής των μετοχών της πρώτης αναιρεσίβλητης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, γεγονός που καθιστά άκυρες και τις αντίστοιχες συμβάσεις ανάληψης των μετοχών αυτών, ακόμη και αν οι μετοχές θεωρηθούν έγκυρες, ζήτησαν, επικαλούμενοι την απατηλή και συνεπώς αδικοπρακτική συμπεριφορά των αντιδίκων τους, να υποχρεωθούν οι αντίδικοί τους να τους αποζημιώσουν με τα ποσά του τιμήματος που κατέβαλαν για την ανάληψη των μετοχών της πρώτης αναιρεσίβλητης και επίσης να τους καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που τους προκάλεσαν με την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους το ποσό των 6.000 ευρώ σε καθέναν απ' αυτούς.

Με την πρωτόδικη απόφαση οι αξιώσεις αυτές των αναιρεσειόντων κρίθηκαν νόμιμες και εν μέρει βάσιμες στην ουσία τους έναντι των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι υποχρεώθηκαν έτσι να επιστρέψουν στους αναιρεσείοντες το σύνολο του τιμήματος που αυτοί κατέβαλαν για την ανάληψη των μετοχών της πρώτης αναιρεσίβλητης, ενώ ως χρηματική ικανοποίηση για τη συναφή ηθική βλάβη των αναιρεσειόντων επιδικάσθηκε σε καθέναν απ' αυτούς το ποσό των 2.500 ευρώ αντί του ποσού των 6.000 ευρώ που ζήτησαν με την αγωγή τους.

Ωστόσο με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η ένδικη αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη και απορρίφθηκε, αφού έγινε αντίστοιχα δεκτή η έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφανίσθηκε ως προς αυτούς η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα με την απόφαση του Εφετείου κρίθηκε ότι η ένδικη αγωγή με την οποία "γίνεται επίκληση αδικοπραξίας συνεπεία της επικαλούμενης μ' αυτή απάτης των εναγομένων σε βάρος των εναγόντων και ζητείται αποζημίωση συνιστάμενη στο κόστος της αγοράς απ' αυτούς των ένδικων μετοχών της εναγομένης (οι οποίες σημειωτέον δεν είναι άκυρες, καθόσον η παραβίαση των διατάξεων του άρθρ. 8α του κ.ν. 2190/1920 δεν συνεπάγεται ακύρωση των εκδοθεισών μετοχών, αλλά τίθεται θέμα ευθύνης της εταιρείας προς αποζημίωση των μετόχων-επενδυτών που ζημιώθηκαν από την παράλειψη αυτή και ενδεχομένως θέμα ποινικής ευθύνης των μελών του Δ.Σ.

αυτής), είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη .., διότι εφόσον οι ενάγοντες με βάση τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά αποδέχονται τη σύμβαση ανάληψης των μετοχών, αφού δεν ζητούν την ακύρωσή της συνεπεία της επικαλούμενης απάτης, δεν δικαιούνται να ζητήσουν ως αποζημίωση το τίμημα που κατέβαλαν για την έγκυρη κατάρτιση αυτής (το οποίο δεν συνιστά ζημία τους, αφού έχουν στην κυριότητά τους μετοχές ίσης αξίας), αλλά μόνο το θετικό της σύμβασης διαφέρον, δηλαδή το κέρδος που θα αποκόμιζαν με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, εν όψει των ειδικών περιστάσεων και των ληφθέντων προπαρασκευαστικών μέτρων, αν οι επικαλούμενες ψευδείς περιστάσεις από μέρους των εναγομένων ήταν αληθινές και η σύμβαση εκπληρωνόταν όπως την πίστεψαν οι ίδιοι, δηλαδή αν η εναγόμενη εταιρεία εισαγόταν πράγματι στο Χ.Α.Α.

μέχρι το συμφωνημένο χρόνο και οι μετοχές που αγόρασαν αποκτούσαν χρηματιστηριακή αξία, όπως προσδοκούσαν οι ίδιοι κατά την κατάρτιση της σύμβασης". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 147, 149, 297, 298, 914 ΑΚ και 8α του κ.ν. 2190/1920, απορρίπτοντας ως μη νόμιμες τις επίδικες αξιώσεις αποζημίωσης των αναιρεσειόντων, αφού οι μετοχές της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, που φέρονται ότι διατέθηκαν στο κοινό και αυτοί ανέλαβαν πιστεύοντας πεπλανημένα εξ αιτίας της απατηλής συμπεριφοράς των αντιδίκων τους ότι τηρήθηκε δήθεν σύννομα για τη διάθεσή τους η διαδικασία της δημόσιας εγγραφής, δεν είναι για την αιτία αυτή άκυρες, αλλά ακυρώσιμες μπορεί να είναι μόνον οι συμβάσεις ανάληψης των μετοχών αυτών από τους αναιρεσείοντες, οπότε κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, δεν δικαιούνται οι αναιρεσείοντες, εφόσον δεν ζήτησαν την ακύρωση των συμβάσεων αυτών, να διεκδικούν ως αποζημίωση την επιστροφή του αντίστοιχου τιμήματος, που συνιστά αρνητικό διαφέρον, δικαιούμενοι μόνο να ζητούν το θετικό διαφέρον από τη μη εκπλήρωση των συμβάσεων ανάληψης των μετοχών.

Συνεπώς είναι αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, διότι, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, εσφαλμένα η απόφαση αυτή δεν θεώρησε άκυρες τις μετοχές της πρώτης αναιρεσίβλητης που αυτοί ανέλαβαν με εξαπάτησή τους από τους αντιδίκους τους, καταρτίζοντας αντίστοιχα άκυρες και όχι απλώς ακυρώσιμες συμβάσεις ανάληψης των μετοχών αυτών, γι' αυτό και εσφαλμένα στη συνέχεια η απόφαση δεν επιδίκασε σ' αυτούς την αποζημίωση που ζήτησαν.

Μάλιστα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι οι κρίσιμες μετοχές είναι άκυρες και για τον πρόσθετο λόγο ότι εκδόθηκαν, αφού εντωμεταξύ ανακλήθηκε με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της πρώτης αναιρεσίβλητης η προηγούμενη απόφασή της για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της και κάλυψη της αύξησης με προσφυγή στο κοινό.

Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός, που περιέχεται στην αίτηση αναίρεσης, είναι αλυσιτελής, αφού η ανάκληση της παραπάνω απόφασης της πρώτης αναιρεσίβλητης δεν συνεπάγεται την ακυρότητα των συμβάσεων ανάληψης των μετοχών από τους αναιρεσείοντες. Σε κάθε περίπτωση ανεπίτρεπτα επιχειρείται με τον ισχυρισμό αυτό η διεύρυνση της βάσης της αγωγής (άρθρ. 224 ΚΠολΔ) αναφορικά με την επικαλούμενη αιτία ακυρότητας των παραπάνω μετοχών, οι οποίες, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή, είναι άκυρες, επειδή δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη διάθεσή τους με τη διαδικασία της δημόσιας εγγραφής και συνεπώς ως προς τον ισχυρισμό αυτό στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που αφορά τις επίδικες αξιώσεις αποζημίωσης των αναιρεσειόντων.

Ο ίδιος όμως λόγος, όπως παραδεκτά συμπληρώνεται αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 562§4 ΚΠολΔ), είναι βάσιμος κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης σε σχέση και με τις επίδικες επίσης αξιώσεις χρηματικής ικανοποίησης των αναιρεσειόντων λόγω της επικαλούμενης ηθικής βλάβης τους εξ αιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αντιδίκων τους, αφού οι αξιώσεις αυτές, ως συνάρτηση του θετικού διαφέροντος, που σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή, δικαιούνται οι αναιρεσείοντες να ζητούν από τους αναιρεσιβλήτους, επαρκώς κατά τα λοιπά θεμελιώνονται με την αγωγή στις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, σε συνδυασμό και μ' αυτές των άρθρ.299 και 932 ΑΚ, τις οποίες με την αντίθετη κρίση του παραβίασε το Εφετείο.

Πρέπει έτσι κατά μερική παραδοχή του πρώτου λόγου να γίνει αντίστοιχα δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση κατά το κεφάλαιό της που αφορά τις απορριφθείσες αξιώσεις χρηματικής ικανοποίησης των αναιρεσειόντων λόγω της επικαλούμενης ηθικής βλάβης τους από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αντιδίκων τους.

Κατά το κεφάλαιο αυτό η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ). Οι αναιρεσίβλητοι, ως εν μέρει ηττηθέντες, πρέπει να καταδικασθούν σε αντίστοιχο μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, κατά το σχετικό αίτημα των τελευταίων, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 2102/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το κεφάλαιό της, που αφορά τις απορριφθείσες με την απόφαση αυτή επίδικες αξιώσεις χρηματικής ικανοποίησης των αναιρεσειόντων λόγω ηθικής βλάβης τους.

Παραπέμπει ως προς το κεφάλαιο αυτό την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε μέρος της δικαστικής δαπάνη των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ