Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for non-compliance with prior ruling and lack of substantive impact.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Aegaeon Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellants argued that the lower court erred by awarding more land area than requested and failed to address their claims about buildings constructed in 1977. The court rejected these arguments, ruling that the appeal was procedurally inadmissible for not affecting the substantive outcome and that the lower court had correctly adjudicated the specific land area requested in the original lawsuit.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1, 9, 17, 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the contested decision does not contain provisions contrary to the prior decision or if the appeal lacks substantive impact on the litigation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 715 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 715/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1 συζ. Ξ, το γένος Ζ, 2. Χ2, κατοίκου ..., 3. Χ3 του Ξ, κατοίκου ...και 4. Χ4 του Ξ, κατοίκου Χώρας .... Οι 1η, 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο και ο 4ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο και πληρεξούσιους δικηγόρους αυτών, τους Ανδρέα Μακρή και Ιωάννη Δρόσο.
Της αναιρεσίβλητης:Ψ1 χας Ψ2, το γένος Ζ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κυριαζή.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και η πληρεξούσια της αντιδίκου η οποία δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-8-1984 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/1985, 180/1989 μη οριστικές, 70/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 271/2005 του Εφετείου Αιγαίου. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1581/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αιγαίου. Το Εφετείο Αιγαίου εξέδωσε την 90/2008, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-4-2008 αίτησή τους και με τους από 17-2-2009 πρόσθετους λόγους Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 14-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη από 9-4-2008 αίτηση αναίρεσης και οι από 17-2-2009 πρόσθετοι λόγοι αυτής για αναίρεση της 90/2008 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 18 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Στην προκείμενη περίπτωση η ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη, από 14-8-1984 αγωγή της, που άσκησε κατά των δύο πρώτων αναιρεσειόντων, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, αφού επικαλέσθηκε ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 3.752 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας ..., με παράγωγο τρόπο (σύμβαση δωρεάς, που μεταγράφηκε νόμιμα), επικουρικά δε και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί του ακινήτου αυτού και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, που κατά το έτος 1984 το κατέλαβαν αυθαίρετα και έκτοτε το κατέχουν, να της το αποδώσουν.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν διαδοχικά οι υπ' αριθμ.107/1985 και 180/1989 προδικαστικές αποφάσεις του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με τις οποίες τάχθηκαν αποδείξεις, και στη συνέχεια, μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, η υπ' αριθμ. 70/2004 οριστική απόφαση αυτού, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη.
Μετά την άσκηση κατά της παραπάνω απόφασης από τους εναγομένους και τους ... και Χ4, ειδικούς διαδόχους της πρώτης εναγόμενης, (ήδη αναιρεσείοντες), της από 3-9-2004 έφεσης και των από 16-3-2005 προσθέτων λόγων αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ.271/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, που απέρριψε την έφεση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατά της εν λόγω απόφασης του Εφετείου ασκήθηκε από τους και τώρα αναιρεσείοντες η από 1-9-2005 αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1581/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η εφετειακή απόφαση για τον προβλεπόμενο από το αρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ λόγο της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και παραπέμφθηκε στη συνέχεια η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση επί της ουσίας στο ίδιο Εφετείο.
Ειδικότερα ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι το Εφετείο παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι, ενώ διαπίστωσε εμμέσως κενό και αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στα υπ' αριθμ..... συμβόλαια των συμβολαιογράφων Νάξου Βασιλείου Δέτση και Εμανουήλ Βιλαντώνη, αναφορικά με τα ακριβή όρια και την έκταση των μεταβιβασθέντων με αυτά εδαφικών τμημάτων, παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ.
Ακολούθως η υπόθεση εισήχθη για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο της παραπομπής (Εφετείο Αιγαίου), το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη 90/2008 απόφασή του, με την οποία αυτό, κρίνοντας ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο, απέρριψε την έφεση, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Από τη ρητή αναφορά που γίνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα εκτιμώνται όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, σε συνδυασμό με τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν, αναφορικά με τα εδαφικά τμήματα του αρχικού μείζονος ακινήτου που μεταβιβάσθηκαν, με τα υπ'αριθμ. ...
και ... συμβόλαια, στην πρώτη αναιρεσείουσα και την αναιρεσίβλητη, αντίστοιχα, από το δικαιοπάροχο πατέρα τους Ζ, προκύπτει ότι το Εφετείο διαπίστωσε και πάλιν εμμέσως, αλλά σαφώς, την ύπαρξη ασάφειας στα συμβόλαια αυτά ως προς τα ακριβή όρια καθενός από τα μεταβιβασθέντα με αυτά εδαφικά τμήματα και ότι, για την άρση αυτής της ασάφειας, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ενόψει αυτών, το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, συμμορφώθηκε προς το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα και συνεπώς δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 18 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1041 του Α.Κ. προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου (νομή) ,καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος και παρέλευση δεκαετίας στη νομή του πράγματος.
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο559 αρ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, εφόσον το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίασή του. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης. Πάντως μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητώς στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των δικαιοπρακτησάντων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων αυτών, εφόσον στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών.
Τέλος, κατά το άρθρ. 559 αρ.19 Κ. Πολ. Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση,όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα, κατά τα κρίσιμα σημεία, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Νάξου Βασιλείου Δέτση, που μεταγράφηκε νόμιμα, Ο Ζ, πατέρας της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης και πεθερός του δευτέρου εναγομένου, έλαβε στην αποκλειστική κυριότητα και κατοχή του, μεταξύ άλλων ακινήτων της κληρονομίας των γονέων του, ένα ακίνητο (αγρό), γνωστό με το όνομα ..., εμβαδού κατά το συμβόλαιο αυτό πέντε περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση ...
της αγροτικής περιοχής του πρώην Δήμου ... και ήδη Δημοτικού ..., και είχε περιμετρικά σύνορα "κλήματα ..., αιγιαλό, ..., Ζ και δημόσιο δρόμο", όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο συμβόλαιο αυτό, στο οποίο δε γίνεται αναφορά των σημείων του ορίζοντα στα οποία βρίσκονται τα γειτονικά ιδιωτικά ακίνητα, ο αιγιαλός και ο δημόσιος δρόμος.
Ενόψει του ότι οι διάδικοι συνομολογούν, πράγμα, άλλωστε που αποδείχθηκε, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του ανωτέρω μείζονος αγρού, τον οποίο ακολούθως ο Ζ μεταβίβασε διαδοχικά, κατά διαιρετά τμήματα, με τα προσκομιζόμενα υπ'αριθμ. ..., αντίστοιχα, συμβόλαια των συμβολαιογράφων Νάξου Βασιλείου Δέτση και Εμμανουήλ Βιλαντώνη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, στις διαδίκους θυγατέρες του ( πρώτη εναγομένη και ενάγουσα), και κατά λογική συνέπεια το επίδικο περιλαμβάνεται αναγκαίως εξολοκλήρου σε ένα από τα δύο τμήματα του αρχικού μείζονος αγρού που μεταβιβάσθηκαν με τα συμβόλαια αυτά, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ'αριθμ. 180/1989 προδικαστική απόφασή του, έκρινε αναγκαίο, ενόψει και του ισχυρισμού των εναγομένων ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο ακίνητο που περιγράφεται στον επικαλούμενο από αυτούς τίτλο κτήσης (...
συμβόλαιο), αλλά και της σχετικής έλλειψης στα παραπάνω συμβόλαια ως προς την ακριβή περιγραφή των αναφερομένων σε αυτά ακινήτων, να διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο τμήμα περιλαμβάνεται στο ακίνητο που περιγράφεται στον τίτλο κτήσης της ενάγουσας ή στο ακίνητο που περιγράφεται στον τίτλο κτήσης των εναγομένων.
Ο ορισθείς ως πραγματογνώμονας, πολιτικός μηχανικός Β, προκειμένου να ενεργήσει την πραγματογνωμοσύνη , επισκέφθηκε την τοποθεσία, όπου βρίσκεται ο ανωτέρω αγρός ... και, μετά από υπόδειξη των ορίων αυτού από τα παρευρισκόμενα μέλη των οικογενειών των διαδίκων και καταμέτρηση αυτού, διαπίστωσε ότι ο εν λόγω αγρός, που περιγράφεται στο προαναφερόμενο υπ'αριθμ. ...
διανεμητήριο συμβόλαιο και αποτυπώνεται στο από μηνός Ιουλίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα, που αυτός συνέταξε, με περιμετρικά στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-29-14-37-38-39-40-41-42-43-44-45-46-47-48-49-50-56-58-52-55-Μ-Κ-96-Λ-95-94-93-92-91-90-89-88-75-78-77-76-Ξ-1, έχει συνολικό εμβαδόν 12.091,30 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Δ, νότια με ιδιοκτησία Ζ2, ανατολικά με δρόμο και δυτικά με παραλιακό δημοτικό δρόμο και πέραν αυτού με παραλία.
Ο πατέρας της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης Ζ από το έτος 1934, κατά το οποίο, δυνάμει του προδιαληφθέντος διανεμητηρίου συμβολαίου, έλαβε στην κυριότητα και κατοχή του τον παραπάνω αγρό, εμβαδού 12.091,30 τ.μ., ασκούσε επ'αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, με νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και διάνοια κυρίου, συνεχώς μέχρι το έτος 1959 και έτσι κατέστη κύριος τούτου, εκτός από τον παράγωγο τρόπο, και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.
Άλλωστε, οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι ο πιο πάνω κοινός αυτών δικαιοπάροχος ήταν κύριος του αρχικού όλου αγρού μέχρι το έτος 1959. Κατά το έτος αυτό ο Ζ, συνέστησε υπέρ της εναγόμενης θυγατέρας του, με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νάξου Β. Δέτση, που μεταγράφηκε νόμιμα, προίκα, μεταβιβάζοντας σ'αυτήν κατά ψιλή κυριότητα και στο δεύτερο εναγόμενο σύζυγό της κατά τη διοίκηση και επικαρπία, ένα ακίνητο, που αποτελεί το νότιο τμήμα του ανωτέρω μείζονος αγρού του, το οποίο στο εν λόγω προικοσυμβόλαιο περιγράφεται ως ακολούθως: " ένα τεμάχιο αγρού καλούμενο ..., κείμενο στη θέση ...
της περιφέρειας της Κοινότητας ... του τέως Δήμου ..., αποτελούν το νότιο τμήμα εκ του όλου εκεί ομωνύμου αγρού του προικοδότη, ως διαχωρίζεται του υπολοίπου απομένοντος εις τον προικοδότη κτήματος δια υπάρχοντος εκεί παλαιού φράκτου εκ πικροδαφνών και εν συνεχεία δια οροσήμων αγόντων επί της κατ'ευθείαν γραμμήν προεκτάσεως προς δυσμάς του εν λόγω φράκτου μέχρι της παραλίας, εκτάσεως του προικιζομένου νοτίου τεμαχίου δύο περίπου στρεμμάτων πλέον ή έλασσον συνορεύον πέριξ βορείως με τον απομένοντα εις τον προικοδότη αγρόν, νοτίως με αγρόν Ζ2, ανατολικώς με δημόσιον δρόμον και δυτικώς με παραλίαν".
Στις 9-3-1979, δηλαδή μετά παρέλευση είκοσι περίπου ετών από την κατάρτιση του πιο πάνω ... προικοσυμβολαίου, ο Ζ, με το υπ' αριθμ. ...συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νάξου Εμμανουήλ Βιλαντώνη, που μεταγράφηκε νόμιμα, συνέστησε υπέρ της άλλης θυγατέρας του, δηλαδή της ενάγουσας, δωρεά εν ζωή, με την οποία μεταβίβασε σ' αυτήν το υπόλοιπο, βόρειο, εδαφικό τμήμα του παραπάνω μείζονος αγρού των 12.091,30 τ.μ., που είχε αποκτήσει βάσει της διανομής, το οποίο (τμήμα) περιγράφεται στο συμβόλαιο αυτό ως ακολούθως : " έναν αγρό καλλιεργήσιμο, καλούμενο ..., κείμενο στη θέση...
του τέως Δήμου ..., αποτελούντα το βόρειο τμήμα του ενιαίου άλλοτε εκεί ομωνύμου αγρού του, εκτάσεως τούτου πέντε στρεμμάτων, ήτοι 2 1/2 στρέμματα καλλιεργησίμου γης και 2 1/2 αγόνου γης, συνορευόμενο πέριξ βορείως με Δ νοτίως με Χ1 ανατολικώς με δρόμο και δυτικώς με δρόμο... Διευκρινίζεται ότι το καλλιεργήσιμο τμήμα του δωρουμένου αγρού χωρίζεται με πικροδάφνες από την ιδιοκτησία της Χ1.
Το διαχωριστικό τούτο σημείο θα προεκταθεί προς δυσμάς μέχρι του δημοσίου δρόμου. Επίσης διευκρινίζεται ότι το ακαλλιέργητο τμήμα του δωρουμένου αγρού εις το βόρειο μέρος παρουσιάζει μια προεξοχή. Η προεξοχή αυτή ανήκει εις τον δωρούμενο αγρό". Επί του εδαφικού τούτου τμήματος, που είχε απομείνει στον Ζ μετά την κατά το έτος 1959 σύσταση της προίκας υπέρ της εναγόμενης θυγατέρας του και το οποίο αυτός ακολούθως, με την πιο πάνω σύμβαση δωρεάς, μεταβίβασε κατά κυριότητα στην ενάγουσα θυγατέρα του, εξακολούθησε ο ίδιος να ασκεί και μετά το έτος 1959, όπως ασκούσε συνεχώς από το έτος 1934, με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, όλες τις προσιδιάζουσες σε αληθινό κύριο πράξεις νομής συνεχώς μέχρι το έτος 1978, κατά το οποίο οι εναγόμενοι για πρώτη φορά κατέλαβαν αυθαίρετα από αυτό ένα μικρό εδαφικό τμήμα, εμβαδού 60 περίπου τ.μ., επί του οποίου ανήγειραν μικρό κτίσμα ( ένα δωμάτιο), το οποίο και προσάρτησαν στο ευρισκόμενο προς νότο και εντός της προικώας ιδιοκτησίας τους κατάστημα, εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεσή τους να επεκτείνουν το προικώο ακίνητό τους προς βορρά, σε βάρος του ακινήτου που είχε απομείνει από το αρχικό μείζον ακίνητο στην κυριότητα του προικοδότη δικαιοπαρόχου τους, το οποίο στη συνέχεια μεταβιβάσθηκε από αυτόν, με τη δωρεά, στην ενάγουσα.
Περαιτέρω αποδεικνύεται, αλλά και ομολογείται από τους εναγομένους, ότι το επίδικο ακίνητο, που έχει εμβαδόν 3.719,53 τ.μ. και εμφαίνεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης με περιμετρικά στοιχεία 8-9-10-11-12-13-29-14-37-38-39-40-41-42-43-44-45-46-98-97-Ν-8, περιλαμβανόταν στο αρχικό μείζον ακίνητο (αγρό ...), το οποίο κατά τα ανωτέρω ανήκε κατά κυριότητα στον Ζ.
Συνακόλουθα, το ζήτημα που τίθεται είναι σε ποιό από τα δύο ακίνητα, που περιγράφονται στα προαναφερόμενα υπ'αριθμ. ... και ...μεταβιβαστικά συμβόλαια, εμπεριέχεται το επίδικο ακίνητο. Προκειμένου να επιλυθεί το ζήτημα αυτό είναι αναγκαίο να γίνει εφαρμογή των τίτλων και να οριοθετηθούν και καταμετρηθούν οι εκτάσεις των ακινήτων που με τα συμβόλαια αυτά μεταβιβάσθηκαν στην πρώτη εναγομένη και στην ενάγουσα, αντίστοιχα.
Από την εκτίμηση όλων των επικαλουμένων και προσκομιζομένων από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, και ιδίως από α) τις περιεχόμενες στα επίμαχα ... συμβόλαια περικοπές, που αναφέρθηκαν παραπάνω, β) την από 23-1-1980 ένορκη κατάθεση που έδωσε, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου κατά τη συζήτηση της από ...
αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής της ενάγουσας κατά των εναγομένων, ο κοινός δικαιοπάροχος αυτών Ζ, ο οποίος, μεταξύ άλλων, κατέθεσε ότι " Όταν έδωσα στην κόρη μου, δεύτερη των καθ'ων, Χ1 το νότιο τμήμα του αγρού ήταν χωρισμένο από το βόρειο τμήμα το καλλιεργήσιμο με πικροδάφνες... Επειδή στο ακαλλιέργητο όταν το έδινα στην κόρη μου Χ1 δεν υπήρχαν όρια, θεώρησα καλύτερα από τις πικροδάφνες ευθεία γραμμή νοητή προς τη θάλασσα να χωρίζει το βόρειο από το νότιο τμήμα......
Το βόρειο τμήμα του αγρού το έδωσα στην αιτούσα κόρη μου Ψ1 στις 9 Μαρτίου του 1979 και έδωσα και σ' αυτή με το ίδιο διαχωριστικό όριο των πικροδαφνών και του ακαλλιέργητου τμήματος με την ως άνω νοητή ευθεία γραμμή από τις πικροδάφνες προς τη θάλασσα....Δεν είχα βάλει ποτέ τίποτε στο δυτικό μέρος του κτήματος διαχωριστικό όριο, που να χωρίζει το βόρειο από το νότιο τμήμα, εκτός της νοητής ευθείας γραμμής που προανέφερα", γ) την ομολογία των εναγομένων, τη συναγόμενη από τις από 21-1-1985 και 18-11-1988 προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για το ότι η ανήκουσα στους ίδιους, δυνάμει του υπ'αριθμ. ...
προικοσυμβολαίου, ή η αποκτηθείσα από αυτούς με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, έκταση, στην οποία περιλαμβάνουν και το επίδικο ακίνητο, έχει συνολικό εμβαδόν 5.341,34 τ.μ., δ) την από μηνός Αυγούστου 2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Β και ε) την περιεχόμενη στην υπ'αριθμ.9/1986 εισηγητική έκθεση ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων Ζ3, προκύπτει ότι τα εδαφικά τμήματα, που μεταβιβάσθηκαν με τα προαναφερθέντα ...
συμβόλαια στην πρώτη εναγομένη και στην ενάγουσα, αντίστοιχα, προήλθαν από τη διαίρεση του ανωτέρω αρχικού μείζονος αγρού, κατά τη βούληση του ως άνω προικοδότη και δωρητή, σε βόρειο και νότιο, κατά μήκος του αρχικού αγρού, με ευθεία γραμμή, η οποία αρχίζει από το ανατολικό προς το δρόμο όριο του αγρού αυτού και καταλήγει στο δυτικό, προς το δημοτικό δρόμο και πέραν αυτού προς τη θάλασσα, όριο του αγρού.
Η ευθεία αυτή γραμμή, που διαχωρίζει το μείζονα αγρό σε δύο τμήματα, εμφαίνεται στο από μηνός Ιουλίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Β με τα στοιχεία 57, 66, 59, 65, 64, 63, 62, 60, 61, 67, 68',Ν,8. Εκτός από τη διαίρεση του όλου αγρού σε βόρειο και νότιο, αυτός διακρίνεται σε ανατολικό και δυτικό, ανάλογα με τη δυνατότητα του εδάφους του να καλλιεργείται ή όχι.
Έτσι το ανατολικό τμήμα του μείζονος αγρού ήταν καλλιεργήσιμο, ενώ το δυτικό ήταν χέρσο. Ο ανωτέρω δικαιοπάροχος της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, λόγω της επιθυμίας του να είναι δίκαιος ως προς τις παροχές του προς τις διαδίκους θυγατέρες του και να οριοθετούνται αυτές ασφαλέστερα, ώστε να μειώνονται οι κίνδυνοι προστριβών μεταξύ τους, βρήκε τρόπο ώστε και τα δύο τμήματα που προήλθαν από τη διαίρεση του αγρού, αφενός να έχουν από τη μία πλευρά, τη δυτική, πρόσβαση προς το δημοτικό παραλιακό δρόμο και πέραν αυτού προς τη θάλασσα και αφετέρου να περιέχουν εν μέρει καλλιεργήσιμη και εν μέρει ακαλλιέργητη εδαφική έκταση.
Για το διαχωρισμό δε του εν λόγω αγρού με τον τρόπο αυτό, τον βοήθησε ο υπάρχων φυσικός φράκτης από πικροδάφνες, ο οποίος διέσχιζε κατά ένα μέρος σε ευθεία γραμμή τον αγρό και συγκεκριμένα άρχιζε από το μέσο περίπου της ανατολικής καλλιεργήσιμης πλευράς του και κατέληγε στην αρχή της δυτικής ακαλλιέργητης πλευράς του.
Ο φράκτης αυτός, ο οποίος απωτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα με τα στοιχεία 57,66,65,64,63,62,60,61,67,68', διέσχιζε κατά μήκος ολόκληρη την ανατολική καλλιεργήσιμη έκταση του μείζονος αγρού. Αντίθετα το δυτικό τμήμα του αγρού δεν είχε φράκτη, ούτε και ποτέ τοποθετήθηκε τέτοιος από το δικαιοπάροχο των διαδίκων μέχρι το χρόνο σύνταξης του υπ' αριθμ. ...δωρητηρίου συμβολαίου, αλλά και αργότερα μέχρι την 23-1-1980, κατά την οποία αυτός, καταθέτοντας ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου, κατά τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της ενάγουσας, ανέφερε ότι "δεν είχα βάλει ποτέ τίποτα στο δυτικό μέρος του κτήματος διαχωριστικό όριο που να χωρίζει το βόρειο από το νότιο τμήμα, εκτός της νοητής ευθείας γραμμής που προανέφερα".
Ωστόσο η έλλειψη εμφανών οροσήμων που θα διαιρούσαν και το ακαλλιέργητο δυτικό τμήμα ολόκληρου του αγρού σε βόρειο και νότιο, όπως διαιρείτο το ανατολικό καλλιεργήσιμο τμήμα αυτού με τον προαναφερόμενο φράκτη από πικροδάφνες, δεν εμποδίζει την οριοθέτηση και τον προσδιορισμό των ακινήτων που περιήλθαν κατά κυριότητα στους διαδίκους, βάσει των παραπάνω αναφερομένων δύο μεταβιβάσεων.
Έτσι, εφόσον ο φυσικός φράκτης από πικροδάφνες είναι ευθύγραμμος, όπως τούτο διαπιστώθηκε από τον πραγματογνώμονα Β, η νοητή προέκταση του φράκτη αυτού σε ευθεία γραμμή προς την παραλία και η με τον τρόπο αυτό χάραξη του ορίου μεταξύ των πιο πάνω δύο ακινήτων στο ακαλλιέργητο δυτικό μέρος του όλου ακινήτου αποτελεί απλή εφαρμογή στοιχειώδους κανόνα της γεωμετρίας και δεν επιδέχεται διαφορετικό καθορισμό από εκείνον που έκανε ο πραγματογνώμονας και ο οποίος εμφαίνεται στην έκθεσή του πραγματογνωμοσύνης.
Τα υποστηριζόμενα από τους εναγομένους, ότι κατά τη σύνταξη των επίμαχων μεταβιβαστικών συμβολαίων υπήρχαν και άλλα ορόσημα, πλην του ανωτέρω φράκτη, στη συνέχεια αυτού προς την παραλία ή προς τα βόρεια του ενιαίου ακινήτου, τα οποία οριοθετούσαν και αυτά τις ιδιοκτησίες των διαδίκων αδελφών, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, διότι, αν υπήρχαν τέτοια ορόσημα, θα αναφέρονταν οπωσδήποτε στα ίδια συμβόλαια, όπως αναφέρθηκε σ'αυτά και ο φράκτης από πικροδάφνες, και ακόμη δεν θα υπήρχε λόγος να γίνεται στα εν λόγω συμβόλαια προσδιορισμός του διαχωριστικού των δύο ακινήτων ορίου, κατά τον τρόπο που αναφέρθηκε.
Το Δικαστήριο (Εφετείο), με βάση την άποψη που υιοθετεί ως προς τον τρόπο καθορισμού του πιο πάνω, διαχωριστικού των ακινήτων των διαδίκων, ορίου, δηλαδή ότι το εμφανές μέρος του ορίου αυτού είναι ο προαναφερόμενος φράκτης από πικροδάφνες, η δε νοητή προέκταση αυτού, που αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα με τα στοιχεία 68',Ν,8, αρχίζει από το προς δυσμάς τέλος του φυσικού φράκτη και, εκτεινόμενη σε ευθεία με αυτόν γραμμή, καταλήγει στη δυτική πλευρά του αρχικού ενιαίου αγρού, προς τον παραλιακό δημοτικό δρόμο, κρίνει ότι το επίδικο τμήμα, εμβαδού 3.719,53 τ.μ., εμπεριέχεται εξολοκλήρου στην εδαφική έκταση που είχε απομείνει στον Ζ μετά την κατά το έτος 1959 γενόμενη από αυτόν, με το ...
προικοσυμβόλαιο, μεταβίβαση στην εναγομένη του νοτίου τμήματος του αρχικού αγρού, την οποία έκταση ο ίδιος μεταβίβασε ακολούθως, με το υπ'αριθμ. ...συμβόλαιο δωρεάς στην ενάγουσα, η οποία και έγινε έτσι κυρία του επιδίκου ακινήτου. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από την περιγραφή που γίνεται στο τελευταίο συμβόλαιο ..., όπου αναφέρεται ότι το μεταβιβαζόμενο, λόγω δωρεάς, στην ενάγουσα ακίνητο αποτελεί το βόρειο τμήμα του αρχικού ενιαίου αγρού και συνορεύει δυτικά με δρόμο (παραλιακό), ενώ, αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το επίδικο τμήμα εμπεριέχεται στο ακίνητο που προηγουμένως είχε μεταβιβασθεί σ' αυτούς με το ...
προικοσυμβόλαιο, τότε στο άνω ... δωρητήριο συμβόλαιο θα αναγραφόταν ως δυτικό όριο του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε στην ενάγουσα η ιδιοκτησία των εναγομένων. Εξάλλου, αν το επίδικο περιλαμβανόταν στο πιο πάνω ακίνητο των εναγομένων, τότε το ακίνητο αυτό θα είχε συνολική έκταση 8.850 τ.μ., δηλαδή μεγαλύτερη και από εκείνη των 5.341,34 τ.μ., που οι ίδιοι ισχυρίσθηκαν ότι έχει".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η, ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο της σύμβασης δωρεάς, ακολούθως δε απέρριψε, ως αβάσιμη, την έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί, ως ουσιαστικά βάσιμη, την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου.
Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1041 και 173 και 200 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διαπίστωσε εμμέσως, αλλά σαφώς, την ύπαρξη ασάφειας στα παραπάνω αναφερόμενα υπ'αριθμ. ...
συμβόλαια αναφορικά με τα ακριβή όρια και την έκταση καθενός από τα εδαφικά τμήματα του αρχικού μείζονος ακινήτου που μεταβιβάσθηκαν με τα συμβόλαια αυτά στις διαδίκους αδελφές από το δικαιοπάροχο πατέρα τους Ζ, και ότι για την άρση αυτής της ασάφειας και το σχηματισμό του πορίσματός του ότι το όριο, που διαχωρίζει το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε με το πρώτο συμβόλαιο στην πρώτη αναιρεσείουσα εναγομένη από το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε με το δεύτερο συμβόλαιο στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα είναι αυτό που αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα με τα στοιχεία 57, 66, 59, 65, 64, 63, 62, 60, 61, 67, 68',Ν,8, και, κατά συνέπεια, το επίδικο τμήμα, εμβαδού 3.719,53 τ.μ., εμπεριέχεται εξολοκλήρου στο ακίνητο που μεταβιβάσθηκε στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους και ορθά εφάρμοσε, παραθέτοντας στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, το πιο πάνω δε ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο είναι σύμφωνο με την καλή πίστη.
Περαιτέρω το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κυριότητας του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης ενάγουσας Ζ επί του μεταβιβασθέντος σ'αυτήν κατά το έτος 1979 ακινήτου, στο οποίο, όπως δέχεται, περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, και της μη απόκτησης επ'αυτού κυριότητας από την πρώτη αναιρεσείουσα εναγομένη με παράγωγο τρόπο (υπ' αριθμ....
προικοσυμβόλαιο), αλλ' ούτε και με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1033 και 1041 ΑΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, μέρος τρίτο, λόγοι του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, διότι, αν και διέγνωσε κενό στα παραπάνω μεταβιβαστικά συμβόλαια και αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων ως προς την έκταση και τα όρια των μεταβιβαζομένων με αυτά ακινήτων, παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, άλλως, διότι, ενώ προσέφυγε σ' αυτούς, τους εφάρμοσε εσφαλμένα, γιατί κατέληξε σε εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 1033 και 1041 του ΑΚ, και ότι σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. -ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά , τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης ( Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο, μέρος πρώτο, του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ.
β' ΚΠολΔ πλημμέλεια , ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη " πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τους προταθέντες με λόγους της έφεσης ισχυρισμούς τους, 1) ότι κατά το χρόνο σύνταξης του υπ' αριθμ.... συμβολαίου δωρεάς, στο οποίο η αναιρεσίβλητη ενάγουσα στηρίζει την κτήση της κυριότητά της επί του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ο δικαιοπάροχος αυτής Ζ δεν ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου και 2) περί ιδίας κυριότητας της πρώτης αναιρεσείουσας εναγομένης, αποκτηθείσης τόσο με παράγωγο τρόπο (υπ' αριθμ....
προικοσυμβόλαιο), όσο και με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Όπως, όμως, εκτέθηκε, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι το επίδικο τμήμα, εμβαδού 3.719,53 τ.μ., εμπεριέχεται εξολοκλήρου στην εδαφική έκταση που είχε απομείνει στο δικαιοπάροχο των διαδίκων Ζ από τον αρχικό μείζονα αγρό του, εμβαδού 12.091,30 τ.μ., μετά την κατά το έτος 1959 γενόμενη από αυτόν, με το ...
προικοσυμβόλαιο, μεταβίβαση στην εναγομένη του νοτίου τμήματος του αρχικού αγρού, ότι ο εν λόγω δικαιοπάροχος των διαδίκων και μετά το έτος 1959 εξακολούθησε να ασκεί στην εναπομείνασα από τον αρχικό αγρό του έκταση, με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, όλες τις προσιδιάζουσες σε αληθινό κύριο πράξεις νομής συνεχώς μέχρι το έτος 1978, που για πρώτη φορά οι εναγόμενοι κατέλαβαν από αυτήν ένα μικρό εδαφικό τμήμα, εμβαδού 60 περίπου τ.μ., και ότι ο ίδιος την εναπομείνασα αυτή έκτασή του, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο, τη μεταβίβασε ακολούθως, με το ...
συμβόλαιο δωρεάς, στην ενάγουσα, η οποία και έγινε έτσι κυρία του επιδίκου ακινήτου. Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν εκ του πράγματος. Επομένως ο εξεταζόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.10 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πράγματα χωρίς απόδειξη και ειδικότερα δέχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης είχε στην κυριότητά του την επίδικη έκταση κατά το χρόνο μεταβίβασης σ' αυτήν, με το ...
δωρητήριο συμβόλαιο, του αναφερομένου σ' αυτό τμήματος ακινήτου, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην πιο πάνω εξενεχθείσα ουσιαστική του κρίση, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα,, έκθεση πραγματογνωμοσύνης κ.λ.π.), τα οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι.
ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 παρ.1 ΚΠολΔ., για το ορισμένο της αγωγής περί διεκδικήσεως της κυριότητας ακινήτου, πρέπει να περιέχει το δικόγραφό της, εκτός άλλων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, που αποτελεί το αντικείμενό της διαφοράς, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Στην προκειμένη περίπτωση , όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης, από 14-8-1984, περί διεκδικήσεως ακινήτου αγωγής της αναιρεσίβλητης, σ' αυτήν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το επίδικο ακίνητο, είναι το δυτικό τμήμα του μείζονος ακινήτου της ... εκτάσεως 6.803,50 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας ..., έχει εμβαδόν 3.751,95 τ.μ.
και σχήμα ακανόνιστου τετραπλεύρου και συνορεύει δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς, ολικού μήκους 85,21 μ. με δημόσιο δρόμο, βόρεια επί ευθείας, μήκους 38,22 μ., με ιδιοκτησία Δ, ανατολικά εν μέρει μεν επί πλευράς μήκους 18,97 μ. με ιδιοκτησία Δ, εν μέρει δε επί πλευράς μήκους 39,66 μ. με το συνεχόμενο ανατολικό τμήμα του κτήματός της ..., της ανατολικής αυτής πλευράς εχούσης συνολικό μήκος 58,63 μ.
και νότια, επί πλευράς μήκους 65,32 μ., με ιδιοκτησία (αγρό και κτίσματα) των εναγομένων. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι σαφής και ορισμένη, αφού περιέχει, πλην των άλλων απαιτουμένων κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματός της στοιχείων, ακριβή περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, ώστε να μη δημιουργείται καμιά αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Επομένως το Εφετείο που, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας αυτής ισχυρισμό των αναιρεσειόντων εναγομένων, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.8 και 14 ΚΠολΔ, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.17 δημιουργείται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν η αντίφαση που υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης ή και στο σκεπτικό που επέχει θέση διατακτικού προκαλεί τέτοια αοριστία, ώστε να καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης ή να δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή τη διάγνωση που είχε ζητηθεί και στις σχέσεις των διαδίκων ως προς το δεδικασμένο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.17 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι, το Εφετείο, ενώ έκρινε ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως προς την επικουρική της βάση , τη στηριζόμενη στην κτήση της κυριότητας του επιδίκου με τον επικαλούμενο πρωτότυπο τρόπο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), ήταν απορριπτέα ως αόριστη και ότι για το λόγο αυτό έπρεπε να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το κεφάλαιο αυτό και να απορριφθεί η αγωγή ως προς τη βάση αυτή, ακολούθως στο διατακτικό, παρέλειψε να διαλάβει σχετική διάταξη, που να απορρίπτει την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση.
Εφόσον, όμως, με την πληττόμενη απόφαση η αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως προς τη βάση αυτής της στηριζόμενη στην κτήση της κυριότητας του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, κρίθηκε ουσιαστικά βάσιμη, η παράλειψη του Εφετείου να διαλάβει στο διατακτικό της απόφασης διάταξη για την απόρριψη της αγωγής, κατά τη βάση, τη στηριζόμενη στη χρησικτησία, δεν καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ούτε δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση της κυριότητας που είχε ζητηθεί και στις σχέσεις των διαδίκων ως προς το δεδικασμένο, αλλ'ούτε και βλάπτει τους αναιρεσείοντες.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. β'ΚΠολΔ πλημμέλεια , ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη " πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τους περιεχόμενους στο από 3-1-2008 δικόγραφο πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους της έφεσής τους, με τους οποίους πρόβαλαν τους ισχυρισμούς 1) ότι για τη νομίμως προταθείσα από αυτούς κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της αγωγής ένσταση περί ιδίας κυριότητας της πρώτης αναιρεσείουσας στο επίδικο, αποκτηθείσης με έκτακτη χρησικτησία, καθώς και για τις πράξεις νομής επ' αυτού του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, δεν τάχθηκαν αποδείξεις από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο 2) ότι με την πληττόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επιδικάσθηκε στην αναιρεσίβλητη εδαφικό τμήμα διαφορετικό από το επίδικο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο εξέτασε τους πρόσθετους αυτούς λόγους έφεσης και τους απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμους. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αιτίαση, για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, σε σχέση με την απόρριψη των πιο πάνω πρόσθετων λόγων της έφεσής τους, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι σχετικές παραδοχές του Εφετείου επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων και δεν προσδιορίζετα το ουσιώδες ζήτημα ως προς το οποίο δεν έχει αιτιολογίες η προσβαλλόμενη απόφαση.
-ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο μέσο απόδειξης.
Δεν γεννάται, όμως ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.
γ'του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε βάσιμη την περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα 1) την από Σεπτεμβρίου 2003 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού ...
και της πολιτικού μηχανικού Φ, όπου γίνεται ειδική μνεία και φωτοερμηνεία των συνημμένων σ' αυτήν αεροφωτογραφιών της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. των ετών 1956, 1960,1973,1979 και 1988, 2) την από μηνός Νοεμβρίου 2003 τεχνική έκθεση της πολιτικού μηχανικού Φ και 3) την από του μηνός Απριλίου 2005 "έκθεση πραγματογνωμοσύνης" του πολιτικού μηχανικού ....
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος , διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και όλες οι προσκομιζόμενες από αυτούς ιδιωτικές τεχνικές εκθέσεις, σχεδιαγράμματα και φωτογραφίες, καθώς και τη ρητή αναφορά στην απόφαση της από μηνός Νοεμβρίου 2003 τεχνικής έκθεσης της πολιτικού μηχανικού Φ, σε συνδυασμό με τις παραπάνω σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα.
ΕΠΕΙΔΗ, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αιτίαση, για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω έλλειψης αιτιολογιών αναφορικά με το νομίμως προβληθένα από αυτούς ισχυρισμό περί υπάρξεως στο επίδικο εδαφικό τμήμα κτισμάτων, που κατασκευάσθηκαν από αυτούς κατά το έτος 1977, δυνάμει πολεοδομικής άδειας, την ύπαρξη των οποίων γνώριζε ο δικαιοπάροχος πατέρας της πρώτης εξ αυτών και της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν αναφέρεται σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στη δίκη.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.9 περ. α' και β'του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την από το άνω άρθρο 559 αριθ.9 πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, επιδικάσθηκε στην αναιρεσίβλητη περισσότερο από εκείνο που ζητήθηκε με την αγωγή της. Ειδικότερα ισχυρίζονται με το λόγο αυτό οι αναιρεσείοντες ότι, ενώ στην αγωγή το επίδικο τμήμα, εμβαδού 3.752 τ.μ., φέρεται ως ακάλυπτος χώρος και το ανήκον στην κυριότητα της ενάγουσας ακίνητο προσδιορίζεται συνολικά σε 6.803,50 τ.μ., με την 70/2004 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επιδικάζεται στην αναιρεσίβλητη εδαφική επιφάνεια που περιλαμβάνει και μέρος του υφιστάμενου κτίσματος και προσδιορίζεται η επιφάνεια του όλου ακινήτου της κυριότητας της αναιρεσίβλητης σε 6.950,27 τ.μ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 70/2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αυτήν επιδικάσθηκε στην αναιρεσίβλητη το επίδικο τμήμα ακινήτου, όπως αυτό προσδιορίζεται, κατά τα όρια και την έκτασή του, στην αγωγή.
ΕΠΕΙΔΗ, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.17 του ΚΠολ.Δ λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται αν οι αντιφατικές διατάξεις της απόφασης του Εφετείου υπάρχουν σε σχέση μόνο με την πρωτοβάθμια απόφαση που ενσωματώθηκε σ' αυτήν, διότι στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για αντιφατικές διατάξεις της ίδιας απόφασης. Επομένως ο έκτος πρόσθετος λόγος με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η υπ' αριθμ.70/2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη, περιέχει αντιφατικές διατάξεις, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος.
ΕΠΕΙΔΗ, ο έβδομος και τελευταίος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται σ' αυτόν περιστατικά που να θεμελιώνουν το λόγο αυτό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-4-2008 αίτηση των Χ1 συζ. Ξ, Ξ, Χ2 και ... καθώς και τους πρόσθετους λόγους της για αναίρεση της υπ' αριθμ. 90/2008 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ