Legislator Case Law & Legislation
715/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim, upholding lower court's finding of good faith insurance payments.

Case Number 715/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding an insurance dispute. The appellant argued that the lower court erred in rejecting her claim of abuse of right, while the insurer maintained that her payments were made in good faith. The court ruled that the lower court correctly applied Article 281 of the Civil Code, finding no evidence that the appellant's actions exceeded the bounds of good faith or social purpose.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 A.K.; Art. 559(1) C.P.D.: The exercise of a right constitutes abuse if it exceeds the limits of good faith and social purpose, requiring clear evidence of disproportionate impact on the obligor's economic existence.

Keywords

AI generated
abuse of right good faith insurance payments civil code appeal dismissal economic existence social purpose

Cited Legislation

AI generated
Art. 281 A.K.
Art. 559(1) C.P.D.

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 715 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 715/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Καλαμίδα), Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρήγο.

Της αναιρεσιβλήτου: υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσης Ανώνυμης Ασφαλιστικής εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων Ζημιών με την επωνυμία "NORDIC AMERICAN STANDARD A.E.Γ.Α.Ζ" όπως μετονομάσθηκε η Ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡΝΤ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Προδρομίτη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ, 2 ΚπολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουνίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5209/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 759/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Ιουνίου 2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 29 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεισείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Η νομική δε αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητα της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.

ΑΠ 18/1998). Η ποσοτική δε ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής και ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε όμως περίπτωση, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί (ΑΠ 571/2004).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 874 Α.Κ., 112 Εισ. Ν.Α.Κ., 669 Εμπ.Ν. και 64-67 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση, με την οποία συμφωνείται από τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, ότι οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις συναλλαγές τους δεν θα επιδιώκονται μεμονωμένα, αλλά θα φέρονται σε κοινό λογαριασμό προς απόσβεσή τους κατά το μέρος που καλύπτονται, ώστε τελικά το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο να αποτελεί τη μοναδική απαίτηση μεταξύ των μερών.

Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, εκτός αντίθετης συμφωνίας, κάθε εξάμηνο και οριστικά με καταγγελία της συμβάσεως (Εισ.Ν.Α.Κ. 112 παρ. 2), οπότε οφείλεται, δι' αποσβέσεως κατά τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού των επιμέρους κονδυλίων χρεωπιστώσεων που καλύπτονται, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο.

Για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός χρειάζεται να υφίσταται τουλάχιστον δυνατότητα αποστολών και χρεώσεων και από τις δύο πλευρές και δεν ενδιαφέρει, αν, κατά τη διάρκεια του λογαριασμού, έγιναν πράγματι αποστολές και από τις δύο πλευρές (αμοιβαίος αλληλόχρεος λογαριασμός), ή αν ένα μόνο από τα συμβαλλόμενα μέρη προέβη σε αποστολές (απλός ή ετεροσκελής αλληλόχρεος λογαριασμός (Ολ.

ΑΠ 31/1997). Η ενοχή δε περί του καταλοίπου, που προκύπτει από το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού γεννιέται ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα κονδύλιά του, όταν ο οφειλέτης αφηρημένως υποσχέθηκε, πριν κλείσει ο λογαριασμός, την εξόφληση της οφειλής του από το κατάλοιπο ή αναγνώρισε, αφού έκλεισε ο λογαριασμός, την οφειλή αυτή.

Η αποστολή λογιστικής εκκαθάρισης από το ένα μέρος στο άλλο θεωρείται, ότι ενέχει και πρόταση για αναγνώριση του καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού, ως προς την αποδοχή δε της πρότασης αυτής είναι δυνατόν να έχει συμφωνηθεί εκ των προτέρων ότι αν ο αποδέκτης της εκκαθάρισης δεν αντιλέγει μέσα σε ορισμένη, εύλογη προθεσμία, το κατάλοιπο θα θεωρείται αναγνωρισμένο.

Έτσι, όταν ο δανειστής, που ενάγει, επικαλείται σύμβαση αναγνώρισης καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού, που έκλεισε, υποχρεούται να προτείνει και αποδείξει μόνον ότι η απαίτησή του προέρχεται από τέτοια αιτία, δηλαδή οφείλει να προτείνει να αποδείξει τα στοιχεία των δύο συμβάσεων του αλληλόχρεου λογαριασμού και της αναγνώρισης του καταλοίπου του, όχι δε και της ύπαρξης έγκυρης βασικής σχέσης ή σύμβασης στο πλαίσιο της οποίας λειτουργούσε δε ο αλληλόχρεος λογαριασμός, ενώ δεν χρειάζεται, επίσης, να καθορίσει και αποδείξει και καθένα από τα κονδύλια του αλληλόχρεου λογαριασμού χωριστά, ούτε τα στοιχεία τους, όπως το χρόνο και την αιτία αυτών (ΑΠ 1217/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 1-6-2002 αγωγή της, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, η αναιρεσίβλητη εκθέτει τ' ακόλουθα: "Ότι στο πλαίσιο της μεταξύ τους άτυπης σύμβασης παραγωγού και πρακτόρευσης ασφαλίσεων, με την οποία ανέθεσε στην αναιρεσείουσα έναντι προμήθειας τη διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων με τρίτους και την είσπραξη των ασφαλίστρων, λειτούργησε παράλληλα μεταξύ τους από τον Ιούνιο 1996 και αλληλόχρεος λογαριασμός με τον τύπο πιστοχρεωτικών κονδυλίων προμηθειών και ασφαλίστρων, τις περιοδικές μηνιαίες εκκαθαρίσεις του οποίου αναγνώρισε κάθε φορά ανεπιφύλακτα η αναιρεσίβλητη, αφού δεν αμφισβήτησε ποτέ, μέσα στην εύλογη προθεσμία που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους και από της αποστολής της σ' αυτήν, τη βασιμότητά τους.

Ότι η μεταξύ των διαδίκων συνεργασία και η λειτουργία του αλληλόχρεου λογαριασμού τερματίστηκε οριστικά στις 21-12-1997, όταν η αναιρεσίβλητη αναγνώρισε ανεπιφύλακτα και κατά τον ίδιο πιο πάνω συμφωνημένο τρόπο το οριστικό κατάλοιπο του λογαριασμού, που ήταν χρεωστικό σε βάρος της και ανερχόταν σε 14.452,64 ευρώ", του οποίου η καταβολή ζητήθηκε με την αγωγή.

Με το πιο πάνω περιεχόμενο και το αντίστοιχο αίτημά της η αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι (νομικά) ορισμένη, αφού περιέχονται σ' αυτήν όλα τα από τις πιο πάνω διατάξεις απαιτούμενα στοιχεία για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος για καταβολή του αναγνωρισθέντος από την αναιρεσείουσα κατάλοιπου του μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού που έκλεισε οριστικά.

Με το ν' αποφανθεί δε το Εφετείο, ότι η αγωγή ήταν νομικά ορισμένη και νομικά βάσιμη χωρίς ν' αξιώσει, κατά τη νομική εκτίμηση του δικογράφου της, σε συνδυασμό με το αγωγικό αίτημα και τη ζητούμενη (και τελικά παρασχεθείσα) έννομη προστασία με την έννοια που προαναφέρθηκε, την αναφορά σ' αυτήν και του στοιχείου της έγγραφης κατάρτισης της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης πρακτορείας και της κοινοποίησης της σύμβασης πρακτορείας στο Υπουργείο Ανάπτυξης, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1, 2 του Ν.1559/1985, όπως ισχύουν μετά το Ν.2496/1997 και παρ. 1, 3 και 4 του Π.Δ 298/1986, που δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει της ζητούμενης έννομης προστασίας και από την αναγνώριση.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Εξ' άλλου, και σύμφωνα με τα ανωτέρω, με το περιεχόμενό της αυτό και το αντίστοιχο αίτημά της, η αγωγή είναι "ποσοτικά και ποιοτικά ορισμένη", καίτοι δεν αναφέρεται σ' αυτήν ο αριθμός, το αντικείμενο και η χρονική διάρκεια κάθε συμβολαίου και ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, που παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγής αυτής λόγω της αοριστίας της, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙ.- Όπως προκύπτει από τα συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 674 του Α.Κ., 112 του Εισ. Ν του Α.Κ, 669 Εμπ. Ν και 64-67 του ν.δ. 177/13-8-1923 με τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού οι εκατέρωθεν απαιτήσεις των μερών δεν επιδιώκονται μεμονωμένα, χάνουν την αυτοτέλειά τους με την καταχώριση στο λογαριασμό, και τελικά το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο αποτελεί τη μοναδική απαίτηση μεταξύ των μερών που υπόκειται στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 249 του ΑΚ εικοσαετή παραγραφή και όχι στην πενταετή που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 250 παρ. 1 του Α.Κ.

για την οποία καθιερώνεται η συνδρομή ειδικών προϋποθέσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι: "αναφορικά με την απαίτηση της αναιρεσίβλητης περί καταβολής του ποσού των 1.967.901 δρχ., που αφορά μη εισπραχθέντα ασφάλιστρα μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 1996, αυτή (απαίτηση) έχει υπαχθεί σε αλληλόχρεο λογαριασμό και έτσι έχασε την αυτοτέλειάς της, ο δε αλληλόχρεος λογαριασμός έκλεισε στις 20-11-1997 και η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 23-9-2002, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...

έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηλείας ... ". Με τις παραδοχές της δε αυτές η προσβαλλόμενη απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση πενταετούς παραγραφής της αναιρεσείουσας για τις πιο πάνω επί μέρους αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσίβλητης μέχρι το τέλος του έτους 1996 ως υποκειμένη στην εικοσαετή παραγραφή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του αρθ. 249 του Α.Κ., που δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, και ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 του αριθ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ούτε η πενταετής παραγραφή είχε συμπληρωθεί κατά τις ίδιες παραδοχές από το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικά στις 20-11-1997 μέχρι την άσκηση της αγωγής με την επίδοσή της στις 23-9-2002.

ΙΙΙ.- Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του.

Εξάλλου, για την εφαρμογή της διάταξης αυτής και τη θεμελίωση της επ' αυτής ενστάσεως καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, απαιτείται η υπέρβαση των πιο πάνω ορίων που ορίζονται στη διάταξη αυτή από την άσκηση του επιδιωκόμενου δικαιώματος με την αγωγή να είναι προφανής, (ΑΠ 1992/2006 και 1618/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του προκύπτει, αφού εξέφερε καταφατική κρίση για την ύπαρξη της ένδικης αγωγικής αξίωσης της αναιρεσίβλητης από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, που έκλεισε οριστικά και αναγνωρίστηκε από την αναιρεσείουσα, έκρινε με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, τα οποία και παρατίθενται στην απόφασή του και ότι: "πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, που πρότεινε η εναγομένη, καθόσον η άσκηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας δεν γίνεται κατά τρόπο που υπερβαίνει την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, η εναγομένη δεν κατέβαλε με δικά της χρήματα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα ασφαλίζοντας τους πελάτες της σε άλλη ασφαλιστική εταιρία για το χρονικό διάστημα από 21-12-1997 έως τη λήξη των συμβολαίων τους, και αυτή (εναγομένη) δεν επικαλείται άλλα περιστατικά της ενάγουσας που να της δημιούργησαν έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελός της και σταθερή πεποίθηση περί μη ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματός της".

Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 του ΑΚ τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, και η αναίρεση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-6-2006 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 759/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ