Legislator Case Law & Legislation
715/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on termination of employment contract citing valid grounds and procedural compliance.

Case Number 715/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision to reject the termination of an employment contract. The court found that the employer's reasons for termination constituted valid 'serious grounds' under the Civil Code and that the board's decision remained valid despite the supervisory board member's dissent. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 672 Civil Code; Art. 8 para. 3 of Law 1665/1951: Termination of employment is valid if serious grounds exist, and a corporate decision remains valid if the supervisory member participated in the vote even if they dissented.

Keywords

AI generated
termination of employment serious grounds supervisory board validity of decision legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 672 Civil Code
Art. 8 para. 3 of Law 1665/1951
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 715 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 715/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου. Του αναιρεσίβλητου: Πιστωτικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "....... ΣΥΝ ΠΕ", που εδρεύει στη ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Θεοδώρου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 283/2005 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/3/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 1/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία.. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία. Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας.

Έτσι, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας. Αρκεί δε ακόμα και ένα περιστατικό, το οποίο αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβατικής σχέσης για εκείνον που δικαιούται να την καταγγείλει.

Το δικαστήριο ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση από τον εργοδότη του δικαιώματος απολύσεως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκομένου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και της αρχής της μη καταχρήσεως των δικαιωμάτων και απορρέει από τη Συνταγματική αρχή του Κράτους δικαίου, έχει δε ήδη καθιερωθεί, κατά την πρόσφατη αναθεώρηση, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος πιστωτικός συνεταιρισμός είναι πιστωτικό τραπεζικό ίδρυμα και λειτουργεί από το έτος 1994. Το έτος 2000, ύστερα από έλεγχο των αρμοδίων εποπτικών οργάνων της Τράπεζας της Ελλάδος διαπιστώθηκαν οικονομικές ατασθαλίες, κακή διαχείριση και παράνομες πράξεις των στελεχών του, ειδικότερα εμφανίσθηκαν εκροές μεγάλων χρηματικών ποσών σε παράνομες και χωρίς εξασφαλίσεις δανειοδοτήσεις, που είχαν ως συνέπεια την έλλειψη ρευστότητας, γι' αυτό και απομακρύνθηκαν αρχικά ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και ο γενικός διευθυντής και στη συνέχεια με τη .......

πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος διορίσθηκε σ' αυτόν επίτροπος. Μετά την απομάκρυνση των ανωτέρω στελεχών του και πριν το διορισμό επιτρόπου, μετά δημόσια πρόσκληση ενδιαφέροντος που απηύθυνε το διοικητικό συμβούλιο του συνεταιρισμού, αναζητήθηκε κατάλληλο πρόσωπο για τη θέση του γενικού διευθυντή.

Ως τέτοιο επιλέχθηκε ο αναιρεσείων. Μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε, με το από .... ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμβαση με βάση την οποία ο αναιρεσείων προσελήφθη ως Γενικός Διευθυντής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για 4 χρόνια και ειδικότερα από 24-7-2000 έως 23-7-2004. Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι ο αναιρεσείων προσλαμβάνεται ως γενικός διευθυντής, που θα προϊσταται όλων των υπηρεσιών της τράπεζας κεντρικών και περιφερειακών, μέσα στα πλαίσια του καταστατικού της, των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου, του οργανογράμματός της, όπως αυτό ισχύει κάθε φορά, των πράξεων του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος καθώς και των διατάξεων των νόμων και των αποφάσεων των εποπτευουσών αρχών.

Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι στα καθήκοντα του αναιρεσείοντος περιλαμβάνονται ενδεικτικά τα εξής: α) Η υποβολή εισηγήσεων προς το διοικητικό συμβούλιο εφ' όλων των τραπεζικών θεμάτων και αντικειμένων λειτουργίας της τράπεζας. β) Η οργάνωση πιστοδοτικής και κάθε άλλης υπηρεσίας της τράπεζας, για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία της.

γ) Η άσκηση της πιστοδοτικής λειτουργίας της τράπεζας στο πλαίσιο των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης, του δ.σ., των νόμων και νομισματικών κανόνων. δ) Η αξιολόγηση και αξιοποίηση του ανθρωπίνου δυναμικού. ε) Η επεξεργασία βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων στόχων της τράπεζας, σε συνεργασία με τους υπηρεσιακούς παράγοντες, τον πρόεδρο του Δ.Σ., εξωτερικούς συνεργάτες κλπ και η υποβολή σχετικών προτάσεων προς το Δ.Σ.

στ) Ο συντονισμός και ο έλεγχος δραστηριοτήτων όλων των υπηρεσιακών μονάδων (καταστημάτων, θυρίδων, διευθύνσεων, τμημάτων εσωτερικού ελέγχου κλπ), οι οποίες υπάγονται και αναφέρονται στο γενικό διευθυντή. ζ) Η διαμόρφωση μαζί με τον πρόεδρο και σε συνεργασία με τους υπηρεσιακούς παράγοντες της πολιτικής ρευστότητας της τράπεζας, επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων κλπ κατόπιν εγκρίσεως του Δ.Σ.

η) Η στενή συνεργασία με τον πρόεδρο του Δ.Σ., τον οποίο θα ενημερώνει ανελλιπώς για την πορεία των υποθέσεων της τράπεζας και θα ενεργεί με τη σύμφωνη γνώμη του, αφού αυτός (πρόεδρος) εκφράζει τις θέσεις του Δ.Σ., εκτελεί τις αποφάσεις του και μεριμνά για την επίτευξη των στόχων της τράπεζας. θ) Η χωρίς καθυστέρηση ενημέρωση των αρμοδίων οργάνων της τράπεζας για κάθε παράνομη πράξη, ανωμαλία ή ατασθαλία, που ήθελε τυχόν διαπιστώσει.

Συμφωνήθηκε επίσης ότι ο αναιρεσείων λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς του δεν υπόκειται σε ωράριο εργασίας της τράπεζας και δεν δικαιούται πρόσθετης αμοιβής για υπερεργασία και υπερωρίες. Οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του συμφωνήθηκαν σε 1000000 δραχμές. Συμφωνήθηκε επίσης ότι δικαιούται αυτός επιδομάτων εορτών και αδείας καθώς και αποδοχών αδείας κλπ.

Η απόδοση του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια της συμβάσεως δεν ήταν η αναμενόμενη και σύμφωνη πάντοτε με τα συμφωνηθέντα για τη λειτουργία και ανάκαμψη της τράπεζας. Ειδικότερα στα καθήκοντά του ήταν, όπως προαναφέρθηκε, ο συντονισμός και έλεγχος όλων των υπηρεσιακών μονάδων της τράπεζας μεταξύ των οποίων και η θυρίδα επί της οδού Καποδιστρίου στη Λαμία.

Ση θυρίδα αυτή εμφανίσθηκε στις 29-10-2001 πρόβλημα και συγκεκριμένα βλάβη του συστήματος το οποίο τέθηκε εκτός δικτύου. Ενόψει της βλάβης αυτής, δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα, ώστε η θυρίδα να λειτουργήσει απρόσκοπτα για τους πελάτες της τράπεζας. Αποτέλεσμα της αναποτελεσματικής αυτής συμπεριφοράς του ήταν να μείνει αρχικά επί τρεις ημέρες εντελώς κλειστή η θυρίδα, τις επόμενες δε ημέρες μέχρι και τις 13-11-2001 να είναι μεν ανοικτή αλλά να υπολειτουργεί αφού σ' αυτή υπήρχε μόνο ένας υπάλληλος, ο οποίος διοχέτευε τους πελάτες στο κεντρικό κατάστημα της τράπεζας για να εξυπηρετηθούν.

Αυτό είχε ως συνέπεια να δυσανασχετούν οι πελάτες και να δημιουργούνται δυσμενή σχόλια σε βάρος της φήμης και της αξιοπιστίας της τράπεζας. Το πρόβλημα, εφόσον η βλάβη στο μηχανογραφικό σύστημα δεν διορθώθηκε εγκαίρως, έπρεπε να αντιμετωπισθεί με την τοποθέτηση επιπλέον υπαλλήλου στη θυρίδα από το κεντρικό κατάστημα, ώστε να λειτουργεί αυτή με το χειρόγραφο σύστημα και να εξυπηρετούνται οι πελάτες.

Παρά ταύτα άφησε τη θυρίδα με ένα υπάλληλο (ο δεύτερος υπάλληλος που υπηρετούσε βρισκόταν σε άδεια), ο οποίος μόνος του δε μπορούσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες λειτουργίας της θυρίδας. Όταν τέθηκε το θέμα στο διοικητικό συμβούλιο και του ζητήθηκαν εξηγήσεις, προέβαλε αορίστως ως δικαιολογία ότι, δεν τοποθέτησε υπάλληλο για να κάνει οικονομία ανθρωπίνων πόρων.

Στις 6 και 22 Αυγούστου 2002, περιήλθαν στο γραφείο του αναιρεσείοντος δύο ενημερωτικές επιστολές της Ένωσης Συνεταιριστικών Τραπεζών Ελλάδος, με τις οποίες γνωστοποιείτο στα μέλη της, όπως ο αναιρεσίβλητος, ότι μπορούσαν να εκδηλώσουν ενδιαφέρον για τη συμμετοχή στη διαχείριση των κεφαλαίων του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και των χρηματοδοτήσεων για βιομηχανικές και βιοτεχνικές εγκαταστάσεις.

Ο ίδιος, καίτοι στα καθήκοντά του κατά τη σύμβαση ήταν και η υποβολή εισηγήσεων στο δ.σ. της τράπεζας για όλα τα τραπεζικά θέματα καθώς και η επεξεργασία των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων στόχων της τράπεζας, δεν εισηγήθηκε τη συμμετοχή στο εν λόγω πρόγραμμα, με συνέπεια να μην επωφεληθεί η τράπεζα από αυτό για να ενισχύσει και να αυξήσει το πελατολόγιό της και τον κύκλο εργασιών της, κάτι που της ήταν απαραίτητο, έστω και αν μικρό όφελος αποκόμιζε, ενόψει της οικονομικής καταστάσεως στην οποία βρισκόταν.

Ο ίδιος ο αναιρεσείων ομολογεί στην έφεσή του ότι, έλαβε γνώση των επιστολών αυτών αλλά δεν θεώρησε αξιόλογο προϊόν το συγκεκριμένο για τη βελτίωση της θέσης της τράπεζας. Έτσι η τράπεζα δεν συμμετείχε στο εν λόγω πρόγραμμα, στο οποίο συμμετείχαν είκοσι εννέα τράπεζες μεταξύ των οποίων και δέκα συνεταιριστικές και δεν μπόρεσε έτσι να βελτιώσει την εν γένει οικονομική της κατάσταση που ήταν κακή, αφού βρισκόταν υπό επίτροπο.

Πριν από την πρόσληψη του αναιρεσείοντος είχαν αγοραστεί από τη τράπεζα δύο ΑΤΜ οι οποίες, παρά το ότι στα καθήκοντά του ήταν ο συντονισμός και έλεγχος των δραστηριοτήτων όλων των υπηρεσιακών μονάδων της τράπεζας καθώς και η οργάνωση κάθε υπηρεσίας της τράπεζας για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία της, δεν άσκησε το δέοντα έλεγχο στο αρμόδιο τμήμα πληροφορικής και δεν μερίμνησε για τη θέση σε λειτουργία των μηχανών αυτών, οι οποίες έμειναν αδρανείς εκτός λειτουργίας επί δύο χρόνια, αρκεσθείς στις διαβεβαιώσεις του τότε προϊσταμένου του τμήματος πληροφορικής ότι, ήταν αδύνατη η λειτουργία των μηχανών αυτών με το υπάρχον μηχανογραφικό σύστημα ΚΡΟΙΣΟΣ και ότι μόνο με την εφαρμογή του μηχανογραφικού συστήματος GLOBUS θα μπορούσαν αυτές να τεθούν σε λειτουργία, ενώ αυτό ήταν ανακριβές, αφού τελικώς μετά διετή αδρανοποίηση των μηχανών αυτές ύστερα από σχετική εισήγηση και ενέργειες αναπληρώτριας προϊσταμένης του τμήματος πληροφορικής τέθηκαν σε λειτουργία με το ήδη υπάρχον μηχανογραφικό σύστημα.

Ο αναιρεσείων, καίτοι από τη σύμβαση και τον οργανισμό προσωπικού της τράπεζας είχε καθήκον και υποχρέωση να προβαίνει κάθε έτος σε αξιολόγηση του προσωπικού, επί 2 χρόνια (2000 και 2001) δεν προέβη σε αξιολόγηση του προσωπικού. Μάλιστα δεν συνέταξε μέχρι και τον Αύγουστο του 2002 τον κανονισμό αξιολόγησης, υποστηρίζοντας την άποψη ότι, δεν είναι αυτός αλλά οι διευθυντές προϊστάμενοι των τμημάτων αρμόδιοι για την αξιολόγηση, όταν τέθηκε το θέμα σε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου στις ....

Στις 30-9-2002, το διοικητικό συμβούλιο του συνεταιρισμού, ύστερα από εισήγηση του προέδρου του, κατά πλειοψηφία με ψήφους 6 υπέρ και 4 κατά, αποφάσισε την καταγγελία της συμβάσεως του αναιρεσείοντος για την αντισυμβατική συμπεριφορά του στα ανωτέρω θέματα και άλλες αιτιάσεις, με τις οποίες αποδόθηκε στον τελευταίο δυσανάλογη προς τα αυξημένα καθήκοντα της θέσεως του και τις αυξημένες αποδοχές που ελάμβανε, προσφορά.

Στις 2-10-2002, επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα η καταγγελία της συμβάσεώς του, στην οποία αναφέρονται ως λόγοι αυτής, εκτός των άλλων και η αντισυμβατική συμπεριφορά του στα ανωτέρω αναφερόμενα θέματα. Τα ανωτέρω περιστατικά συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος αποτελούν πράγματι, το καθένα μεμονωμένα και όλα μαζί συνεκτιμώμενα, σπουδαίους λόγους, που καθιστούν κατ' αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με την καλή πίστη μη ανεκτή τη συνέχιση της συνεργασίας των δύο μερών μέχρι τη λήξη της συμβάσεως που θα επερχόταν μετά από 22 περίπου μήνες.

Ειδικότερα, δεν θεωρείται αντικειμενικά ανεκτή η συνέχιση λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας ενός τραπεζικού ιδρύματος με διευθυντικό του στέλεχος, το οποίο, καίτοι συμβατικά υποχρεωμένο, δε μεριμνά επί δεκαπενθήμερο περίπου για τη λειτουργία υπηρεσιακής του μονάδας (θυρίδας) με συνέπεια δυσμενή σχόλια για την αξιοπιστία του ιδρύματος και κίνδυνο απώλειας δυσαρεστημένων από τη δυσλειτουργία αυτή πελατών, δεν θεωρεί σκόπιμη τη συμμετοχή σε τραπεζικές δραστηριότητες, που θα αποφέρουν ωφέλειες, έστω και μικρές, που όταν το ίδρυμα αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας θεωρούνται σημαντικές (συμμετοχή στη διαχείριση πόρων του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης), αφήνει σε αδράνεια επί διετία ΑΤΜ και δεν προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για την εξεύρεση τρόπου λειτουργίας τους και τέλος δεν προβαίνει επί διετία σε αξιολόγηση του προσωπικού, το αποτέλεσμα της οποίας (αξιολόγησης) θεωρείται, κατά τον οργανισμό προσωπικού, ένα από τα κριτήρια επιλογής των προς προαγωγή υπαλλήλων.

Οι πραγματικοί λόγοι καταγγελίας της συμβάσεως του αναιρεσείοντος ήταν οι ανωτέρω και όχι λόγοι εκδίκησης του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου προς το πρόσωπό του. Ενόψει των ανωτέρω η καταγγελία της συμβάσεως για τους άνω σπουδαίους λόγους είναι έγκυρη και δεν είναι καταχρηστική. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή του αναιρεσείοντος για ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως του, λόγω ανυπαρξίας σπουδαίου λόγου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, ούτε και στα πλαίσια της αναλογικότητας, τις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Τούτο διότι τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, μετά σαφηνείας, πληρότητας και χωρίς αντιφάσεις, συνιστούν κατ' αντικειμενική κρίση, σπουδαίο λόγο για τον αναιρεσίβλητο προς καταγγελία της συνδέουσας αυτή με τον αναιρεσείοντα εργασιακής συμβάσεως, η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και στην οποία (καταγγελία) είχε δικαίωμα να προβεί κατά τις άνω διατάξεις.

Επομένως, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 1665/1951 "από του διορισμού του Επιτρόπου, όστις ανακοινούται δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, πάσα οιαδήποτε πράξη της Διοικήσεως της Τραπέζης είναι άκυρος, εάν δεν συνέπραξε ο Επίτροπος". Κατά τη διάταξη αυτή, για την εγκυρότητα κάθε αποφάσεως της διοικήσεως της Τράπεζας, στην οποία έχει διοριστεί επίτροπος, αρκεί η συμμετοχή του Επιτρόπου κατά τη λήψη της αποφάσεως και δεν απαιτείται η απόφαση να είναι σύμφωνη με την άποψη του Επιτρόπου ή να εγκρίνεται από αυτόν. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι, κατά τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου, που λήφθηκε η απόφαση για την καταγγελία της συμβάσεως του αναιρεσείοντος, συμμετείχε ο επίτροπος, ο οποίος δεν συμφώνησε για την καταγγελία και ότι, η απόφαση αυτή του διοικητικού συμβουλίου δεν είναι άκυρη, λόγω της μη σύμφωνης γνώμης του Επιτρόπου, αλλά ότι αρκεί για την εγκυρότητά της η συμμετοχή του στη λήψη της αποφάσεως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την παραπάνω διάταξη και επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση της διάταξης αυτής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη 10/30-3-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 283/2005 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ