Legislator Case Law & Legislation
714/2025 AI generated

Supreme Court annuls lower court ruling on abuse of right, remands case for retrial with new judge.

Case Number 714/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the specific portion of the First Instance Court of Appeal's decision regarding the abuse of right defense. The court found the lower court's reasoning contradictory, noting the appellant was forced to rent two shops while simultaneously accepting that his conduct was abusive. Consequently, the case was remanded for retrial before a different judge to resolve the substantive dispute.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 583 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a lower court's decision if the reasoning is contradictory or based on false premises, requiring the case to be remanded for retrial before a different judge.

Keywords

AI generated
abuse of right defense contradictory reasoning remand for retrial different judge costs allocation appellate review contradictory findings

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 570 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 714 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 714/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Ι. και της Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Δάβαλου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε." που έχει έδρα στον Πειραιά, οδός ..., ΑΦΜ ..., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Κ. Φ. του Π., συζύγου Χ. Μ., κατοίκου ... (...), ατομικά για τον εαυτό της και ως μοναδικής πλέον διαχειρίστριας και νόμιμης εκπροσώπου της άνω ομορρύθμου εταιρίας, με ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. Α' Πειραιώς, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 854/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 588/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-3-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις με αριθμούς ...2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Η. Μ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στις αναιρεσιβλήτους. Επομένως, εφόσον, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Με την κρινόμενη από 09-03-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 588/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Ο αναιρεσείων άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων, καθώς και κατά της Ε. συζ. Ι. Κ., την από 12-2-2013 αγωγή, με την οποία εξέθετε ότι η τελευταία με το αναφερόμενο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα, του μεταβίβασε κατά κυριότητα και με αιτία την γονική παροχή, το περιγραφόμενο στην αγωγή κατάστημα που βρίσκεται στον Πειραιά, το οποίο η δικαιοπάροχός του το είχε μεταβιβάσει προηγουμένως με σύμβαση χρησιδανείου στην πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία.

Ότι στη συνέχεια, μετά την απόκτηση της κυριότητας του καταστήματος, με εξώδικη δήλωσή του προς την πρώτη εναγομένη, κατήγγειλε τη σύμβαση του χρησιδανείου και ζήτησε την απόδοση του ακινήτου στον ίδιο, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την επίδοση της καταγγελίας, χωρίς όμως η εν λόγω πρώτη εναγομένη να του αποδώσει τη χρήση του ακινήτου.

Εξέθετε στη συνέχεια με την αγωγή τους λόγους για τους οποίους η αξίωσή του από την αποβολή από τη νομή του στο ως άνω ακίνητο παραγράφηκε κατά το άρθρο 992 ΑΚ. Με αυτά τα δεδομένα και εκθέτοντας ότι η πρώτη εναγομένη, παραμένοντας στο ως άνω ακίνητο και αρνούμενη να του το αποδώσει, κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος του χωρίς νόμιμη αιτία, ζήτησε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ, να υποχρεωθεί η τελευταία να του αποδώσει τη νομή του επίδικου ακινήτου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την 854/2017 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς την δεύτερη και την τρίτη των εναγομένων, ομόρρυθμα μέλη της πρώτης εναγομένης εταιρείας και αφού απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος που πρότειναν κατά της αγωγής οι εναγόμενοι, δέχθηκε κατά τα λοιπά την αγωγή και υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να αποδώσει στον ενάγοντα τη νομή του επίδικου ακινήτου.

Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 04-05-2017 έφεση και το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, που πρότειναν πρωτοδίκως οι εκκαλούντες και επανέφεραν και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με λόγο έφεσης και ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι από τις 24-9-2019, οπότε δημοσιεύθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έως τις 16-3-2022, που ασκήθηκε η ένδικη αίτηση και αφαιρουμένων των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως και 31-5-2020 και από 7-11-2020 έως και 5-4-2021, κατά τα οποία διαστήματα ανεστάλησαν οι προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων, λόγω της πανδημία του covid 19, δεν συμπληρώθηκε διετία.

Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Γενικότερα, απαράδεκτοι είναι οι λόγοι, οι οποίοι υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 871/2018, 86/2018), ή χαρακτηρίζονται και ως αλυσιτελείς όταν, ανεξαρτήτως αν αληθεύουν ή όχι, δεν μπορούν να επιφέρουν την έννομη συνέπεια που επιδιώκουν, δηλαδή δεν επιδρούν στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 182/2023, ΑΠ 69/2023, ΑΠ 696/2019, ΑΠ 531/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 όπως θεωρεί), κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έσφαλε κατά την ερμηνεία του με αριθμό ...2009 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ.

Γ. Γ.-Μ. αναφορικά με το αν υπήρξε παράδοση της νομής του επίδικου ακινήτου, σε συνδυασμό με την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων για την παράδοση της νομής (974 ΑΚ επόμενα), δεχόμενο όλως αντιφατικά από τη μία πλευρά ότι του "μεταβιβάστηκε αιτία γονικής παροχής μόνο η κυριότητα αλλά όχι η νομή του επιδίκου, με παράγωγο τρόπο, καθώς ανεξαρτήτως του ότι στο συμβόλαιο αυτό γίνεται μνεία περί μεταβίβασης της νομής και κατοχής του και της δυνατότητάς του να επιληφθεί αμέσως του ακινήτου, λόγω του υφιστάμενου χρησιδανείου δεν υπήρχε δυνατότητα φυσικού εξουσιασμού του ούτε όμως υπήρξε και συμφωνία ότι η ομόρρυθμη εταιρεία θα παραμείνει στην κατοχή του", ενώ από την άλλη πλευρά η ίδια αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επισημαίνει πως η συμφωνία για την παράδοση της νομής "δεν υπόκειται σε συμβολαιογραφικό τύπο και μεταγραφή, διότι η νομή δεν είναι εμπράγματο δικαίωμα".

Επίσης, με το δεύτερο μέρος του αυτού πρώτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο έσφαλε, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων 904 ΑΚ και 1094 ΑΚ, ως προς το χαρακτηρισμό της επίδικης αγωγής του, την οποία όλως εσφαλμένα και μη νόμιμα την χαρακτήρισε διεκδικητική αγωγή του 1094 ΑΚ, έναντι του ορθού χαρακτηρισμού, ήτοι αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού του 904 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και επομένως ως απαράδεκτος. Τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε και σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που θα εκτεθούν στη συνέχεια, η αγωγή του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε, όχι με βάση τις επικαλούμενες ως άνω αντιφατικές αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς την μεταβίβαση ή όχι της νομής του επιδίκου στον αναιρεσείοντα, ούτε απορρίφθηκε λόγω της εσφαλμένης, κατά τον αναιρεσείοντα, εκτίμησης από το Εφετείο της αγωγής, ως στηριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ και όχι στο άρθρο 904 ΑΚ, αλλά επειδή έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η στηριζόμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς, ανεξαρτήτως αν ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος ή αβάσιμος, ο λόγος αυτός δεν επηρεάζει και δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν, δεχόμενο την ένσταση των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων από το άρθρο 281 ΑΚ.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου (Ολ ΑΠ 7/2002, ΑΠ 75/2023, ΑΠ 151/2016).

Εξάλλου, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον υπόχρεο δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ` άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δικαιούχος δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δικαιούχος, όπως έχει δικαίωμα, αποφασίζει να διεκδικήσει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 901/2021, ΑΠ 731/2019, ΑΠ 536/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο, (υπ' αριθμ. 12 κατάστημα) αποτελεί αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία και βρίσκεται στο ισόγειο πολυκατοικίας, επί οικοπέδου κειμένου στον Πειραιά, στη συμβολή των οδών ...

και ... (πρώην ... και πρώην ...) και έχει επιφάνεια 61,75 τ.μ. Σε αυτό ανήκει και το υπ' αριθμ. 12 πατάρι του ημιορόφου, επιφάνειας 73 τ.μ. Αρχικά περιήλθε στη μητέρα του ενάγοντος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1986 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Γ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς (τόμος ...), ενώ ταυτόχρονα, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1986 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, που φέρεται επίσης να έχει μεταγραφεί, η αδελφή της, ήδη τρίτη εναγομένη και δεύτερη εκκαλούσα, απέκτησε το όμορο αυτού, υπ' αριθμ. 11 κατάστημα του ισογείου της ίδιας πολυκατοικίας, επιφάνειας 34,82 τ.μ.

μετά του ταυτάριθμου παταριού του ημιορόφου. Οι δύο αδελφές με τον πατέρα τους, Π. Φ., είχαν ήδη συστήσει, δυνάμει του από 19-2-1980 ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης ομόρρυθμης εταιρείας, νομίμως δημοσιευθέντος, την πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία, με διάρκεια 10 έτη, έδρα τον Πειραιά, το επί της οδού ... κατάστημα και αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία ειδών οικιακής χρήσης.

Το έτος 1984, η εταιρεία απέκτησε υποκατάστημα, το οποίο αρχικά στεγαζόταν στα παραπάνω, μισθωμένα τότε, καταστήματα, τα οποία στη συνέχεια απέκτησαν οι ανωτέρω και συνένωσαν σε ενιαίο ακίνητο, με την καθαίρεση της μεσοτοιχίας τους, παραχωρώντας έκτοτε τη χρήση τους σε αυτήν, δυνάμει άτυπης σύμβασης χρησιδανείου, για την εξυπηρέτηση της εμπορικής της δραστηριότητας.

Με το από 12-11-1990 νομίμως δημοσιευθέν συμφωνητικό, τροποποιήθηκε το αρχικό και συμφωνήθηκε παράταση της διάρκειας της εταιρείας για πέντε κατ' αρχήν έτη, παρατεινόμενη στη συνέχεια διαδοχικά και αυτοδικαίως για πέντε έτη, επ' αόριστον, εάν δεν υφίστατο σοβαρός λόγος για τη λύση της και μεταφέρθηκε η έδρα της στο υφιστάμενο ως άνω υποκατάστημα.

Τέλος, με το από 30-12-1996 νεώτερο, επίσης νομίμως δημοσιευθέν, ιδιωτικό συμφωνητικό, αποχώρησε από την εταιρεία ο Π. Φ. και η εταιρική του μερίδα μεταβιβάστηκε στις θυγατέρες του, που παρέμειναν εταίροι κατά το ποσοστό 50% η καθμία, ενώ η έδρα της εταιρείας μεταφέρθηκε εκ νέου επί της οδού ... και στο επίδικο μετά του συνεχόμενου και ενιαίου πλέον ακινήτου λειτούργησε έκτοτε και μέχρι σήμερα υποκατάστημα της εταιρείας, αμφότερες δε οι αδελφές παρέμειναν συνδιαχειρίστριές της.

Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Χ. Γ.-Μ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί, στα άνω βιβλία (τόμος 1292, α.α. 155), μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα, αιτία γονικής παροχής, η κυριότητα αλλά όχι και η νομή του επιδίκου, με παράγωγο τρόπο, καθώς, ανεξαρτήτως του ότι στο συμβόλαιο αυτό γίνεται μνεία περί μεταβίβασης της νομής και κατοχής του, και της δυνατότητας του αποκτώντος να επιληφθεί αμέσως του ακινήτου, λόγω του υφιστάμενου χρησιδανείου δεν υπήρχε δυνατότητα φυσικού εξουσιασμού του ούτε υπήρξε όμως και συμφωνία ότι η ομόρρυθμη εταιρεία θα παραμείνει στην κατοχή του, κατά τα ήδη εκτεθέντα.

Μόνο σε αυτή την περίπτωση ο ενάγων, αφενός μεν θα αποκτούσε τη νομή του αφετέρου θα καθίστατο υποκείμενο της έννομης σχέσης του χρησιδανείου, δυνάμενος να ασκήσει όλα τα δικαιώματα του μέχρι τώρα νομέα.

Συνεπώς, αφής στιγμής παρήλθε η προθεσμία που τάχθηκε στην πρώτη εναγομένη για την απόδοσή του, ήτοι εκείνη του ενός μηνός από τη λήψη της από 8-3-2011 εξώδικης δήλωσης και καταγγελίας του, που έλαβε χώρα στις 9-3-2011, και μάλιστα ανεξαρτήτως του περιεχομένου αυτής, αρκούσης της μνείας ότι είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου, ενεργοποιήθηκε η εμπράγματη αξίωσή του, με βάση τις διατάξεις της κυριότητας.

Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ήδη προ της επίδικης μεταβίβασης, οι σχέσεις των διαδίκων αδελφών είχαν διαταραχθεί και παρ' ότι η ομόρρυθμη εταιρεία εξακολουθούσε να υφίσταται, καθεμία δραστηριοποιείτο σε διαφορετικό χώρο, η μεν Ευσταθία, στο επί της οδού ... κατάστημα και η Κ. στο επίδικο, λειτουργώντας ουσιαστικά διαφορετικές επιχειρήσεις.

Χωρίς να είναι γνωστό το τι ακριβώς είχε προηγηθεί, η πρώτη, με την από 8-1-2009 επιστολή της προς την τελευταία (Κ.. Κ.), η οποία εκμεταλλευόταν το υποκατάστημα, δίχως να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ως αντάλλαγμα για τη χρήση του στην ίδια, για το τμήμα που της ανήκε, της είχε ζητήσει να αποχωρήσει από την εταιρεία και να λάβει εκείνη, δηλαδή η Ε.

Κ., το μερίδιό της, παραμένοντας ωστόσο στο χώρο του ενιαίου υποκαταστήματος. Κατά τους ισχυρισμούς της, όπως διατυπώνονται στο δικόγραφο της από 29-11-2015 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. ...) έφεσής της κατά της υπ' αριθμ. 4078/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και αναγνώρισε την ύπαρξη σπουδαίου λόγου για τον αποκλεισμό της από την εταιρεία, απορρίπτοντας την αίτησή της για λύση της εταιρείας για σπουδαίου λόγο, η διεύθυνση του υποκαταστήματος της εταιρείας είχε δηλωθεί ως έδρα της ανταγωνιστικής εταιρείας, με όμοιο αντικείμενο δραστηριότητας, που ιδρύθηκε το έτος 2004, με την επωνυμία "...

ΑΕ" και μέλη του δσ, τυπικά μεν τα παιδιά της αδελφής της (Κ.), Β. και Π., ουσιαστικά όμως την ίδια, λόγω της μικρής ηλικίας αυτών, της παντελούς έλλειψης εμπειρίας τους και οικονομικών πόρων. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της παραπάνω επιστολής, φαίνεται ότι η μητέρα του ενάγοντος ήθελε να αποκλείσει την πιθανότητα η μερίδα της αδελφής της να μεταβιβαστεί στα παιδιά της.

Με αυτήν, την καλούσε, επίσης, λόγω της άρνησης της αρχικής πρότασής της περί αποχώρησης από την εταιρεία, να εκκενώσει το δικό της ακίνητο και την προειδοποιούσε ότι αν δεν το έπραττε, θα άλλαζε το λουκέτο στην πόρτα εισόδου σε αυτό από τις 17-1-2009, ενώ απαιτούσε να απομακρύνει από το όμορο κατάστημά της εμπορεύματα που προφανώς είχε τοποθετήσει ο σύζυγός της ("Χάρης").

Δεδομένων των προθέσεων αυτών της μητέρας του ενάγοντος, τις οποίες μετά βεβαιότητας γνώριζει και ο ίδιος, λόγω της συγγενικής τους σχέσης και της συνάφειας της δραστηριότητας της εταιρείας με την ατομική του επιχείρηση, δια της οποίας φέρεται ότι την είχε προμηθεύσει στο παρελθόν και με διάφορα προϊόντα,, δεν είναι τυχαία η προς αυτόν μεταβίβαση του συγκεκριμένου ακινήτου, έξι μήνες αργότερα.

Ούτε, επίσης, είναι δυνατόν να μη γνώριζε ο ενάγων ότι στο ακίνητο που του μεταβιβάστηκε δραστηριοποιείτο ουσιαστικά αυτοτελώς η θεία του και ότι ο περιορισμός της στο απομένον τμήμα που της ανήκε και ήταν σημαντικά μικρότερο αλλά και αντικειμενικά μικρό για τη συνέχιση της δραστηριότητάς της, θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε συρρίκνωση της δραστηριότητάς της και επομένως, η προοπτική αυτή αποτελούσε ισχυρό μέσο πίεσής της, ώστε, αν δεν αποχωρούσε τελικά, είτε θα περιοριζόταν σημαντικά ή θα αναγκαζόταν να συνυπάρξει με την αδελφή της στο κατάστημα, που υπήρχε στην έδρα της εταιρείας, με την οποία όμως δεν είχε αρμονικές σχέσεις.

Πέραν αυτών, ο ίδιος φέρεται ότι είχε κάνει ήδη έναρξη επαγγέλματος ως επιτηδευματίας από το έτος 2005, σε ηλικία 23 ετών (έτος γεννήσεως 1982) και διατηρούσε ομοειδή επιχείρηση με έδρα τη Νίκαια και επί της οδού ..., αλλά και αποθήκη στην περιοχή της ..., επί της οδού ..., το δε επίδικο, επιθυμούσε, κατά τους ισχυρισμούς του, να το χρησιμοποιήσει προς εξυπηρέτηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

Για το λόγο αυτό, μετά την άρνηση της πρώτης εναγομένης να του αποδώσει το επίδικο και της δικαστικής διεκδίκησής του, ο ίδιος μίσθωσε σταδιακά δύο ακίνητα κατά τα έτη 2013 και 2015, επί της οδού Γούναρη στους αριθμούς 38 και 40, αντίστοιχα, αντί μηνιαίου μισθώματος, 1.300 και 1.000 ευρώ, αντίστοιχα. Το πρώτο, έχει επιφάνεια 120 τ.μ.

και σε αυτό ανήκει και υπόγειος χώρος ίσης επιφάνειας και το δεύτερο είναι διώροφο, αποτελούμενο από υπόγειο, ισόγειο, αποτελούμενο από δύο επιμέρους καταστήματα και αποθήκη και πρώτο όροφο με αποθήκη, επιφάνειας, 68,32 τ.μ., 100,24 τ.μ., 51 τ.μ., 33,82 τ.μ., 129,85 τ.μ. και 51 τ.μ. αντίστοιχα, δηλαδή συνολικά 434,23 τ.μ., επομένως καθένα από αυτά είχε επιφάνεια πολύ μεγαλύτερη από εκείνη του επιδίκου και η μίσθωση του πρώτου δεν αρκούσε για τις επαγγελματικές του ανάγκες.

Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι η επιφάνεια του επιδίκου δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της επαγγελματικής του δραστηριότητας, αφού χρειαζόταν πολύ μεγαλύτερους χώρους για το σκοπό αυτό. Αξιολογώντας όλα όσα προεκτέθηκαν, η μεταβίβαση μεν του ακινήτου στον ενάγοντα δεν κρίνεται αυτή καθεαυτή ως προσχηματική, αφού λόγω της ηλικίας του, μπορούσε να συμβάλει στην οικονομική του αυτοτέλεια, πλην όμως η συμπεριφορά του κρίνεται απαγορευμένη, διότι υπερβαίνει προφανώς και εκδήλως τα όρια που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη, προκαλώντας έντονη την εντύπωση αδικίας σε βάρος της πρώτης εναγομένης, αφού κίνητρο και σκοπός του δεν ήταν πράγματι, όπως ισχυριζόταν, η χρήση του ως επαγγελματική του στέγη, αλλά η άσκηση πίεσης στην αδελφή της μητέρας του και θεία του, ώστε να αποχωρήσει από την εταιρεία, με απώτερο ενδεχομένως σκοπό να εισέλθει ο ίδιος σε αυτήν.

Συνεπώς, η άσκηση του δικαιώματός του προς απόδοση του επιδίκου, προ της λύσης της εταιρείας ή της αποχώρησης οποιαδήποτε εταίρου της, ή της με οποιοδήποτε τρόπο λύσης της σύμβασης χρησιδανείου, κρίνεται ως καταχρηστική, κατά τον βάσιμο ισχυρισμό των εναγομένων, που επαναφέρεται παραδεκτώς με σχετικό λόγο εφέσεως".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση ως προς την ανωτέρω ένσταση των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, εκτιμώντας ότι υπόκειται προς κρίση διεκδικητική αγωγή και όχι αγωγή νομής από αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσείοντος (ΔιοικΟλΑΠ 14/2010).

Ειδικότερα, δέχθηκε κατ' αρχήν ότι ο αναιρεσείων απέκτησε, κατά κυριότητα, με γονική παροχή, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ... συμβολαίου από τη μητέρα του (και αδελφή της δεύτερης αναιρεσίβλητης) το επίδικο κατάστημα, που βρίσκεται στον Πειραιά, στο οποίο δραστηριοποιείται επαγγελματικά η δεύτερη αναιρεσίβλητη και το οποίο είχε συνενωθεί προηγουμένως σε ενιαίο κατάστημα με το όμορο κατάστημα ιδιοκτησίας της τελευταίας, με την καθαίρεση της μεσοτοιχίας.

Δέχθηκε, επίσης, ότι ο αναιρεσείων από το έτος 2005 είχε αρχίσει να δραστηριοποιείται επαγγελματικά με ομοειδή επιχείρηση που διατηρούσε σε κατάστημα στη Νίκαια Πειραιά και αποθήκη στην περιοχή ... Νίκαιας και ότι επιθυμούσε κατά τους ισχυρισμούς του να χρησιμοποιήσει το επίδικο κατάστημα για την εξυπηρέτηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

Ότι μετά την άρνηση της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας να του αποδώσει το επίδικο κατάστημα, στην οποία είχε προηγουμένως μεταβιβαστεί κατά χρήση με σύμβαση χρησιδανείου, ο αναιρεσείων μίσθωσε δύο καταστήματα στον Πειραιά κατά τα έτη 2013 και 2015, καταβάλλοντας ως μίσθωμα το ποσό των 1.300 ευρώ για το πρώτο και το ποσό των 1.000 ευρώ για το δεύτερο.

Και ενώ δέχθηκε περαιτέρω ότι η μεταβίβαση του επιδίκου στον αναιρεσείοντα, λόγω γονικής παροχής, δεν κρίνεται ως προσχηματική, αφού λόγω της ηλικίας του μπορούσε να συμβάλει στην οικονομική του αυτοτέλεια, δέχθηκε στη συνέχεια ότι η συμπεριφορά του να απαιτεί την απόδοση του επιδίκου είναι καταχρηστική, "αφού κίνητρό του και σκοπός του δεν ήταν πράγματι, όπως ισχυριζόταν, η χρήση του ως επαγγελματική του στέγη, αλλά η άσκηση πίεσης στην αδελφή της μητέρας του και θεία του, ώστε να αποχωρήσει από την εταιρεία (ήτοι την πρώτη αναιρεσίβλητη, της οποίας ήταν ομόρρυθμη εταίρος), με απώτερο ενδεχομένως σκοπό να εισέλθει ο ίδιος σε αυτήν".

Δέχθηκε, δηλαδή, το Εφετείο ότι, ενώ ο αναιρεσείων δραστηριοποιείται επαγγελματικά με ομοειδή επιχείρηση στη Νίκαια, ότι επιθυμεί να επεκτείνει στη δραστηριότητά του στον Πειραιά και συγκεκριμένα στο επίδικο κατάστημα, μετά την απόκτηση της κυριότητας επ' αυτού και ότι ενώ, ενόψει της άρνησης της πρώτης αναιρεσίβλητης να του αποδώσει τη χρήση του καταστήματος, αναγκάστηκε να μισθώσει δύο καταστήματα στον Πειραιά, δέχθηκε στη συνέχεια εντελώς αντιφατικά ότι η συμπεριφορά του να ζητεί την απόδοση του μισθίου είναι καταχρηστική, αφού ο πραγματικός του σκοπός δεν ήταν η χρήση του επιδίκου ως επαγγελματική στέγη, "αλλά η άσκηση πίεσης στην αδελφή της μητέρας του και θεία του να αποχωρήσει από την εταιρεία και μάλιστα με απώτερο ενδεχομένως σκοπό να εισέλθει ο ίδιος σε αυτήν".

Και τούτο, ενώ προηγουμένως δέχθηκε ότι οι διαφορές ως προς την εταιρεία αφορούσαν τις δύο αδελφές, ήτοι τη μητέρα του αναιρεσείοντος και την δεύτερη αναιρεσίβλητη, οι οποίες ήταν ομόρρυθμοι εταίροι, και όχι τον αναιρεσείοντα, έστω και αν δέχθηκε ότι ο τελευταίος γνώριζε τις διαφορές αυτές και τις προθέσεις της μητέρας του, η οποία με σχετική επιστολή της προς την αδελφή της, της είχε ζητήσει να αποχωρήσει από την εταιρεία.

Και όλα αυτά, ενώ δέχεται ότι από τη συμπεριφορά αυτή του αναιρεσείοντος προκαλείται έντονα η εντύπωση αδικίας σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέχει το επίδικο δυνάμει της σύμβασης χρησιδανείου, δηλαδή αζημίως, ενώ προηγουμένως δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, που απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου και επιθυμεί να επεκτείνει την επαγγελματική του δραστηριότητα στον Πειραιά, αναγκάστηκε, κατά τα ανωτέρω, να καταβάλει μισθώματα για τη μίσθωση καταστημάτων στην ίδια με το επίδικο περιοχή του Πειραιά, δηλαδή επί ζημία αυτού.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της με το οποίο έγινε δεκτή η ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, προς περαιτέρω εκδίκαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο οποίος δεν κατέθεσε εμπρόθεσμα προτάσεις (άρθρ. 570 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 588/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς κατά το κεφάλαιό της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ