Supreme Court allows appeal in labor dispute, ordering employer to repay overpaid amount and costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's judgment in a labor dispute regarding unpaid wages. The employer had already voluntarily paid a sum exceeding the court-ordered amount to the employee before the appeal was decided. Consequently, the Court ordered the employer to refund the excess payment along with interest and legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 579, 581 of the Code of Civil Procedure; The court must order the return of amounts voluntarily paid by the losing party in excess of the judgment's award when an appeal is successful, treating such voluntary payment as a settlement of the debt.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 714 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 714/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "….", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λαμπρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Πολύμερου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν η 259/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 59/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-10-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 22-10-2020 αίτηση αναιρέσεως διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 59/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 15-10-2019 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 259/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε εν μέρει δεκτή η από 5-7-2017 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ο αυτός, επικαλούμενος ότι απασχολήθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως λογιστής σε ξενοδοχείο της στα Ιωάννινα, ζήτησε την επιδίκαση των αναφερομένων μη καταβληθεισών διαφορών αποδοχών του εκ της παροχής εκ μέρους του εξαρτημένης εργασιας.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολ Δ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 591 παρ.1, 524 παρ.1, 614 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο ένατο του αυτού άρθρου και νόμου, από 1-1-2016 και έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, εφόσον, τόσο η αγωγή, όσο και η έφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ασκήθηκαν μετά την κατά την 1-1-2016 έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, προκύπτει ότι και στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, τόσο τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός, όσο και τα αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα.
Δηλαδή όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα. Ετσι, λαμβάνονται παραδεκτά υπόψη, αδιακρίτως πλέον και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, αχαρτοσήμαντα, άκυρα για οποιοδήποτε λόγο και μη συντεταγμένα κατ` αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα και φωτοτυπίες εγγράφων, των οποίων δε βεβαιώνεται η ακρίβειά τους από το αρμόδιο για το σκοπό αυτό πρόσωπο, χωρίς να ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 11 εδαφ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία, επειδή είναι ανυπόστατα έγγραφα (Ολ.
ΑΠ 15/2003, ΑΠ1349/2018, 1658/2017). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 11 α' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για το ύψος των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών στον αναιρεσίβλητο, έλαβε υπόψη του το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από αυτόν ιδιόχειρο σημείωμα της Ε.
Λ., διευθύντριας τότε του ξενοδοχείου της στα…., το οποίο είναι ανυπόγραφο, δηλαδή δε φέρει την υπογραφή της ανωτέρω, χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχές ως προς το εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού όπως αναφέρθηκε παραπάνω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ, το συγκεκριμένο έγγραφο, που είναι υποστατό, λαμβάνεται υπόψη ως αποδεικτικό μέσο, ανεξάρτητα αν είναι ανυπόγραφο και συνεπώς νομίμως, ως επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και εκτιμήθηκε ελεύθερα, αφού από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι στην κρινόμενη περίπτωση χρησιμοποιήθηκε και το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης, το οποίο ορθά επετράπη, αφού δεν επρόκειτο περί αποδείξεως συμβάσεως που έχει συνταχθεί εγγράφως με αξία αντικειμένου υπερβαίνουσα το από το άρθρο 393 ΚΠολΔ οριζόμενο ποσό των 30.000 ευρώ, ούτε περί αποδείξεως κατά του περιεχομένου έγγραφης δικαιοπραξίας, οπότε δε θα ήταν επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη (αρθρ. 393 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ).
Με το ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" (Α' 50) ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η Οδηγία 95/46/ΕΚ, με την οποία επιχειρήθηκε η εναρμόνιση των κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν στην ΕΕ τα της προστασίας των φυσικών προσώπων από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ακολούθως, θεσπίσθηκε ο Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 "για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ" (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων - ΓΚΠΔ/GDPR), που έχει βάσει των αρχών του ενωσιακού δικαίου άμεση εφαρμογή, και τέθηκε σε ισχύ στις 25-5-2018.
Στη συνέχεια εκδόθηκε ο ν. 4624/2019, ο οποίος ισχύει από 29-8-2019 (ΦΕΚ 137/29-8-2019) και εφαρμόζεται εν προκειμένω (κατάθεση έφεσης 18-10-2019), σκοπός του οποίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, α) η αντικατάσταση του νομοθετικού πλαισίου που ρυθμίζει τη συγκρότηση και λειτουργία της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, β) η λήψη μέτρων εφαρμογής του ως άνω Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016, και γ) η ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης - πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου.
Με το άρθρο 84 του ως άνω νόμου 4624/2019, καταργήθηκε ο ν. 2472/1997, πλην των ρητά αναφερομένων στο άρθρο αυτό διατάξεών του, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 2 του ν. 2472/1997, στο οποίο δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Ειδικότερα, με το ως άνω άρθρο ορίζονται τα ακόλουθα: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ........., γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ("αρχείο") κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια".....
ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.
Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.
Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα (αρθρ. 2 ν 2472/1997). "Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης από:
α) δημόσιους φορείς ή β) ιδιωτικούς φορείς, εκτός και εάν η επεξεργασία πραγματοποιείται από φυσικό πρόσωπο στο πλαίσιο αποκλειστικά προσωπικής ή οικιακής δραστηριότητας (αρθρ. 2 του ν 4624/2019). Στο άρθρο 25 του ν. 4624/2019 ορίζεται, όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από ιδιώτες: "1. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από ιδιωτικούς φορείς για σκοπό διαφορετικό από αυτόν για τον οποίο έχουν συλλεχθεί, επιτρέπεται, εφόσον είναι απαραίτητη:
α) για την αποτροπή απειλών κατά της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας ασφάλειας κατόπιν αιτήματος δημόσιου φορέα, ή β) για τη δίωξη ποινικών αδικημάτων, ή γ) για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων, εκτός και εάν υπερτερεί το συμφέρον του υποκειμένου των δεδομένων να μην τύχουν επεξεργασίας τα δεδομένα αυτά".
Στο άρθρο 38 του ως άνω νόμου προβλέπονται οι ποινικές κυρώσεις για όποιον χωρίς δικαίωμα, 1) επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και με την πράξη τους αυτή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών, τα αντιγράφει, αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, συλλέγει, καταχωρεί, οργανώνει, διαρθρώνει, αποθηκεύει, προσαρμόζει, μεταβάλλει, ανακτά, αναζητεί πληροφορίες, συσχετίζει, συνδυάζει, περιορίζει, διαγράφει, καταστρέφει και 2) χρησιμοποιεί, μεταδίδει, διαδίδει, κοινολογεί με διαβίβαση, διαθέτει, ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία απέκτησε σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφου 1 ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9Α του Συντάγματος, που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του 2001, προς εναρμόνιση προς το Ευρωπαϊκό δίκαιο, "Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει".
Με το άρθρο αυτό κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, ήτοι το δικαίωμα του λεγόμενου "πληροφοριακού αυτοκαθορισμού" ή "αυτοδιάθεσης των πληροφοριών". Ως τέτοια δε δεδομένα θεωρούνται όχι μόνον εκείνα που αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή, αλλά και εκείνα που προορίζονται για εξωτερίκευση στη δημόσια σφαίρα, ενώ, εξάλλου, η προστασία αναφέρεται όχι μόνο στην επεξεργασία των στοιχείων αυτών από κρατικά όργανα, αλλά και από ιδιώτες.
Ειδικότερα δε, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα είναι το ονοματεπώνυμο ενός προσώπου και τα οικονομικά του δεδομένα, ακόμη δε και οι πληροφορίες που αφορούν μέλη μιας εταιρείας και αφορούν τη συμμετοχή τους σ' αυτή (ΣτΕ 1616/2012). Το άτομο δικαιούται να ελέγχει και να καθορίζει τον τρόπο συλλογής και επεξεργασίας των πληροφοριών που το αφορούν, και τούτο, με την εγγύηση και συνδρομή μιας ανεξάρτητης αρχής επιφορτισμένης με αυτήν ακριβώς την αρμοδιότητα, της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα, η οποία περιλαμβάνεται στις πέντε ανεξάρτητες αρχές που κατοχυρώνει ρητά το Σύνταγμα (ΑΠ ολ. 1/2017).
Επιπλέον, κατά το άρθρο 19 παρ. 3 του Συντάγματος "απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου 9Α". Τέλος, ο από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από την ίδια προκύπτει (αρθρ. 562 παρ. 2 β ΚΠολΔ), για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, για το ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά για διαφορές αποδοχών υπερεργασίας, υπερωρίας κατά το πενθήμερο και τα Σάββατα, εργασίας τις Κυριακές και αποζημίωση μη χορηγηθείσας αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης, έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα με την προσθήκη των προτάσεών του έγγραφα, όπως αποδείξεις μισθοδοσίας μέρους του προσωπικού της αναιρεσείουσας, καθώς και ανασυρθέντα από το ίδιο από το πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ του Υπουργείου Εργασίας έγγραφα, τα οποία συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα, ως περιέχοντα εργασιακά προσωπικά δεδομένα τρίτων, εργαζομένων στην αναιρεσείουσα και ως αποκτηθέντα κατά παράβαση των κανόνων προστασίας των προσωπικών δεδομένων και χωρίς την έγκριση της αναιρεσείουσας, ως υπευθύνου επεξεργασίας, αλλά και των υποκειμένων των δικαιωμάτων.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 5-2-2020, ο ενάγων - εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος κατέθεσε τις έγγραφες προτάσεις του, ενώ, μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, στις 10-2-2020, κατέθεσε την προσθήκη- αντίκρουσή του κατά των προτάσεων της αντιδίκου του, με την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του δικάζοντος ως άνω Δικαστηρίου, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα έγγραφα:
α) ενυπόγραφες αποδείξεις μισθοδοσίας πρώην εργαζομένων στην εναγομένη (δηλαδή πληρωμής των υπολοίπων μισθών τους σε μετρητά-τα λεγόμενα "μαύρα", όπως ειδικότερα αναφέρει) και ειδικότερα, αποδείξεις μισθοδοσίας των …. και β) σειρά νέων εντύπων από το σύστημα "ΕΡΓΑΝΗ" του Υπουργείου Εργασίας, που αποδείκνυαν κατά τον ίδιο την πρόσθετη εργασία που αυτός παρείχε, αλλά και πρόσθετη εργασία της αντικαταστάτριάς του, λογίστριας …, γ) υποβολή πίνακα προσωπικού συμπληρωματικού ωραρίου το Σάββατο 6-8-2016, και δ) Καταστάσεις υποβολής από την ίδια ως άνω λογίστρια και μάρτυρα της εναγομένης στο "ΕΡΓΑΝΗ" των εντύπων αναγγελιών πρόσληψης προσωπικού, οικειοθελών αποχωρήσεων, καταγγελιών και σύναψης συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε ημέρες Κυριακές και βραδινές ώρες και συγκεκριμένα υποβολή συμβάσεων εργασίας στο "ΕΡΓΑΝΗ" στις…. , ημέρα …..
και ώρες 18.48', 18.59', 19.04', 19.12', 19.17', 19.31'... 19.54', κ.ο.κ., το αυτό την 1-3-2019 (19.01'), 22-3-19 (18.26', 18.36'), 23-3-19 Σάββατο, 9-4-19 (19.19', 19.27'), 18-4-19, 24-4-19 (νυχτερινές ώρες υποβολής συμβάσεων στο σύστημα) …. (….). Τα δεδομένα αυτά, ως πληροφορίες που αφορούν τρίτους, εργαζόμενους της αναιρεσείουσας εταιρείας, και ειδικότερα τα στοιχεία ταυτότητας (ονοματεπώνυμο) αυτών, από τα οποία μπορεί να ταυτοποιηθεί το πρόσωπο αυτό, ο χρόνος καταβολής και το ύψος της φερόμενης μισθοδοσίας τους (με την επισημείωση μαύρα, όπως ο ίδιος εκθέτει), ο χρόνος προσλήψεως και απολύσεως αυτών, τα φορολογικά τους στοιχεία, που περιέχονταν τόσο στις μισθοδοτικές καταστάσεις του έτους …, όσο και στα προσκομισθέντα από τον αναιρεσίβλητο αντίγραφα των υποβληθέντων από την αναιρεσείουσα εταιρεία εγγράφων κατά το χρονικό διάστημα …., στο πληροφοριακό σύστημα "ΕΡΓΑΝΗΣ" του Υπουργείου Εργασίας, στο οποίο δυνατότητα πρόσβασης είχε μόνο η εναγομένη ως εργοδότρια, (χρησιμοποιώντας συνδυασμό ονόματος και κωδικού χρήστη), συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των ως άνω τρίτων προσώπων και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9Α του Συντάγματος.
Ο αναιρεσίβλητος έλαβε στην κατοχή του τις ως άνω μισθοδοτικές καταστάσεις με τα περιεχόμενα σ' αυτές προσωπικά δεδομένα των εργαζομένων στην αναιρεσείουσα εταιρεία, από το σύστημα αρχειοθέτησης που τηρούσε αυτή στα πλαίσια της επαγγελματικής της δραστηριότητας, καθόν χρόνο εργαζόταν στην αναιρεσείουσα ως λογιστής, όπως και ο ίδιος αναφέρει, ενώ τα λοιπά πιο πάνω έγγραφα ανέσυρε από το χρησιμοποιούμενο από την αναιρεσείουσα πληροφοριακό σύστημα "ΕΡΓΑΝΗΣ" του Υπουργείου Εργασίας (που συνιστά αρχείο κατά την έννοια του νόμου), μετά την αποχώρησή του από την εργασία του (….) και προβαίνοντας περαιτέρω σε μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία των ως άνω προσωπικών δεδομένων, προσκόμισε αυτά ενώπιον του Εφετείου.
Συνεπώς τα έγγραφα αυτά, ως περιέχοντα προσωπικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τρίτων προσώπων και αποκτηθέντα κατά παράβαση των κανόνων προστασίας των προσωπικών δεδομένων, χωρίς την έγκριση της αναιρεσείουσας, ως υπευθύνου επεξεργασίας αυτών, αλλά και των υποκειμένων των δεδομένων, συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως το Εφετείο, με το να δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως παραδεκτά και νομίμως προσαγόμενα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, όπως τούτο προκύπτει, τόσο από τη γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσαγόμενα έγγραφα (χωρίς καμία εξαίρεση), όσο και από την ειδικότερη αναφορά ότι "λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα που για πρώτη φορά στον δεύτερο βαθμό επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ενάγων και που απέκτησε μετά την πρωτόδικη απόφαση, τα οποία δε μπορούσε να προσκομίσει τότε, όχι από αμέλεια και δόλο" (η συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο έγινε στις ….
και η απόφαση δημοσιεύτηκε στις…), και χωρίς να γίνεται μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση αν ο ενάγων είχε τη συγκατάθεση των υποκειμένων των δικαιωμάτων για να προβεί στην ως άνω επεξεργασία αυτών, καθώς και των λόγων για τους οποίους τα έγγραφα αυτά ήταν απαραίτητα για την υποστήριξη των αξιώσεων του ενάγοντος και για τους οποίους (λόγους) υπερτερεί το συμφέρον περί επεξεργασίας των δεδομένων αυτών έναντι των δεδομένων των υποκειμένων των δικαιωμάτων (εργαζομένων), υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ.11 α' ΚΠολΔ, καθόσον έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο παραδεκτά προβάλλεται το πρώτον ο εν λόγω ισχυρισμός περί παράνομων αποδεικτικών μέσων, ενόψει της προσκόμισης αυτών με την προσθήκη των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου (αρθρ. 562 παρ.2 περ.α' ΚΠολΔ) είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν αυτών, μετά την παραδοχή του ανωτέρω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει και τους λοιπούς, πρώτο, δεύτερο και πέμπτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, ώστε να παρέλκει η έρευνά τους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Μονομελές Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστή άλλο από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (αρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Το δικαίωμα του διαδίκου να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση, που αναιρέθηκε, στην περίπτωση του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, έχει ως μόνο γενεσιουργό λόγο την αναίρεση της αποφάσεως που εκτελέστηκε και δεν στηρίζεται σε άλλη αιτία, όπως ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 1175/2017), ενώ εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 και 581 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων σε εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, γιατί από το χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 5/2001).
Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκουσίας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία, με την επικύρωσή της από το Εφετείο, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 11/2007, 22/2006, ΑΠ134/2020, 591/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, συμμορφούμενη προς το διατακτικό της υπ' αριθμ. 59/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία α) αναγνωρίστηκε ότι οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 50.976 ευρώ και β) υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 49.592 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής, κατέβαλε στις 18-9-2020 στον ενάγοντακαι ήδη αναιρεσίβλητο, το ποσό των εβδομήντα χιλιάδων ευρώ και διακοσίων ενενήντα τριών και ογδόντα επτά λεπτών (70.293,87), όπως προκύπτει από την από Σεπτέμβριο 2020 εξοφλητική απόδειξη υπογραφείσα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, το προσκομιζόμενο αντίγραφο της αναφερόμενης σε αυτήν ισόποσης επιταγής της τράπεζας ….
υπ' αριθμ. ….., ημερομηνίας …., εις διαταγή του αναιρεσιβλήτου και το τραπεζικό παραστατικό είσπραξης της επιταγής αυτής στις ….. κατόπιν εκταμίευσης του ισόποσου από τον τραπεζικό λογαριασμό της αναιρεσείουσας (βλεπ. αντίγραφο κίνησης του λογαριασμού της κατά τις ….). Επομένως, ενόψει των εκτεθέντων, η αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι βάσιμη και πρέπει, κατά παραδοχή αυτής, ο αναιρεσίβλητος να υποχρεωθεί να επιστρέψει το ως άνω ποσό των εβδομήντα χιλιάδων διακοσίων ενενήντα τριών ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (70.293,87), στην αναιρεσείουσα, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 59/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των εβδομήντα χιλιάδων διακοσίων ενενήντα τριών ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (70.293,87), με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα για τα δικαστικά της έξοδα το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ