Legislator Case Law & Legislation
714/2021 AI generated

Supreme Court annuls first-instance judgment and remands case to lower court for dismissal of illegal lawsuit.

Case Number 714/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the first-instance judgment of the Single Member Court of Aigion on procedural grounds. The appellant company argued that excluding employees from a hazardous work allowance constituted unconstitutional discrimination, while the defendants sought dismissal of the lawsuit. The court found the appeal valid and decided to retain the case for trial, accepting the appeal on its merits and ordering the dismissal of the lawsuit as illegal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 KPolD; Art. 580 KPolD: If the Supreme Court annuls a judgment, it may retain the case for trial if no further clarification is needed, and the lower court must proceed with the substantive appeal and dismiss the lawsuit if it is found to be illegal.

Keywords

AI generated
annulment of judgment retention of case substantive appeal illegal lawsuit costs allocation procedural defect hazardous work allowance

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 KPolD
Art. 580 KPolD
Art. 179 KPolD
Art. 183 KPolD
N. 4335/2015

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 714 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 714/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στον ... ... και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητα της ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "...", εκ της διασπάσεως της οποίας προέκυψε η νέα εταιρεία, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Παπαϊωάννου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π. του Κ., κατοίκου ..., 2) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 3) Β. Γ. του Α., κατοίκου ... ..., 4) Π. Β. του Δ., κατοίκου ... ..., 5) Π. Μ. του Μ., κατοίκου ... ..., 6) Δ. Δ. του Α., κατοίκου ..., 7) Κ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 8) Χ. Κ. του Η., κατοίκου ... και 9) Κ. Τ. του Α., κατοίκου .... Ο 6ος (Δ. Δ.) δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί (1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 7ος, 8ος και 9ος) εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Καπάτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 15/10/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα 8401/3-1-2020 έκθεση επίδοσης του διαδικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών Θ. Τ. προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της από 15-10-2019 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νομότυπα και εμπρόθεσμα στον έκτο των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, αφού ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά της από το πινάκιο, και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Η κρινόμενη από 15-10-2019 αίτηση για αναίρεση της 65/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, που δίκασε ως Εφετείο και που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην αρμόδια γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.

Συνεπώς, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1 β', 556, 558 και 577 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Βάσει των διατάξεων του Ν. 2166/1993 και Ν. 3195/2003 οι αμυντικές βιομηχανίες "...." και "..." συγχωνεύθηκαν με σύσταση νέας εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...". Για τη συγχώνευση αυτή συντάχθηκε η .../28-12-2003 πράξη συγχώνευσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Σ., η οποία καταχωρίστηκε την 2-1-2004 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών, η καταχώρηση δε αυτή δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε.

και Ε.Π.Ε.) με αριθμό .... Έτσι από της ως άνω καταχώρησης στο μητρώο Α.Ε. της σχετικής εγκριτικής διοικητικής απόφασης, επήλθαν αυτοδικαίως τα αποτελέσματα του άρθρου 75 του ΚΝ 2190/1920 και του Ν. 3195/2003 και η ως άνω νέα εταιρεία υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συγχωνευομένων εταιρειών ως καθολική αυτών διάδοχος.

Αυτή, δεδομένου ότι κύριος μέτοχος και μάλιστα σε ποσοστό 99,80% ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, ήταν επιχείρηση του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΔΕΚΟ), σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3429/2005, αποτελούσε δε επιχείρηση δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με ρητή διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3195/2003, ο δε σκοπός της και η λειτουργίας της συνδέονται κατά τρόπο άμεσο με την άμυνα και την ασφάλεια της χώρας.

Αυτή είναι δημόσια επιχείρηση - εκμετάλλευση κοινής ωφέλειας και σύμφωνα με τον ως άνω ιδρυτικό της νόμο (Ν. 3195/2003) και δη το άρθρο 1 αυτού, εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, ενώ κάθε διάταξη νόμου, διατάγματος ή υπουργικής απόφασης που ίσχυε υπέρ κάποιας από τις εν λόγω συγχωνευθείσες εταιρείες, ισχύει και υπέρ του νομικού προσώπου, που συστήθηκε με τη συγχώνευση.

Με το άρθρο 5, μάλιστα, του ως άνω ιδρυτικού νόμου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας προβλέπεται ότι οι εργαζόμενοι διατηρούν στη νέα εταιρεία και τις θυγατρικές της τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις υφιστάμενες, κατά το χρόνο της συγχώνευσης, συμβάσεις και σχέσεις εργασίας.

Περαιτέρω η ως άνω τελευταία εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 και του άρθρου 7 του Ν. 4237/2014 διασπάστηκε με τη σύσταση δύο νέων επωφελούμενων εταιρειών, ήτοι: α) την εταιρεία "..." με το διακριτικό τίτλο "...", η οποία έχει την ίδια επωνυμία και διακριτικό τίτλο της διασπώμενης και η οποία τυγχάνει καθολική διάδοχος της διασπώμενης εταιρείας και β) την εταιρεία "...".

Σύμφωνα δε με την .../16-9-2014 συμβολαιογραφική πράξη διάσπασης - σύστασης των δύο ως άνω νέων επωφελούμενων εταιρειών της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Σ., από την ολοκλήρωση της διάσπασης οι επωφελούμενες εταιρείες υποκαταστάθηκαν αυτοδίκαια και χωρίς καμία άλλη διατύπωση σύμφωνα με το νόμο, σε όλα τα δικαιώματα, υποχρεώσεις και έννομες σχέσεις της διασπώμενης εταιρείας, κατά το μέρος που αφορούν τα μεταβιβαζόμενα σε κάθε μία περιουσιακά στοιχεία και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, οι δίκες της διασπώμενης εταιρείας συνεχίζονται από τις επωφελούμενες κατά την προβλεπόμενη κατανομή, μη επερχόμενης βιαίας διακοπής αυτών με τη διάσπαση, η δε διασπώμενη εταιρεία λύεται χωρίς εκκαθάριση.

Σύμφωνα με την ως άνω σύμβαση διάσπασης, στην πρώτη των επωφελούμενων και ήδη αναιρεσείουσα "..." και το διακριτικό τίτλο "..." εισφέρθηκαν όλα τα ενεργητικά και παθητικά περιουσιακά στοιχεία που απαρτίζουν την παραγωγική δραστηριότητα της διασπώμενης στην παραγωγή και εμπορία αποκλειστικά μόνο όπλων, πυρομαχικών και πολεμικού υλικού, καθώς και το εργοστάσιο του ...

με το προσωπικό του, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες. Με την .../2014 ανακοίνωση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, καταχωρίσθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ) στις 3-10-2014 (ΦΕΚ .../8-10-2014 τεύχος (ΑΕ-ΕΠΕ) η σύσταση νέας εταιρείας "..." και το διακριτικό τίτλο "..." και το καταστατικό αυτής σύμφωνα με την ως άνω συμβολαιογραφική πράξη διάσπασης και σύστασης νέας, λαμβάνοντας η νέα επωφελούμενη εταιρεία ΓΕΜΗ ... (βλ.

ΑΠ 614/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου" καθιερώνει όχι μόνον την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, ή των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στην διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξεως, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ' αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξεως και για το χρόνο εκδόσεως αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη, από το Δικαστή, κρίση της Διοικήσεως.

Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσία επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξεως, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοικήσεως να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα (ΑΠ 187/2019, ΑΠ 381/2019, ΑΠ 490/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ειδικότερα, όσον αφορά στο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και τα συναφή προς αυτό επιδόματα, τα οποία δεν έχουν σχέση με την παροχή της ίδιας εργασίας, αλλά με τις δυσμενείς συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή παρέχεται, έχει εφαρμογή η ως άνω αρχή της ισότητας, έστω και αν οι εργαζόμενοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες.

Αρκεί το ότι παρέχουν την εργασία τους κάτω από τους ίδιους δυσμενείς όρους (ΑΠ 1618/2018, ΑΠ 250/2016, ΑΠ 1086/20212). Εξάλλου με το Κεφάλαιο Β' του Νόμου 4024/2011 (ΦΕΚ Α' 226/27-10-2011), καθορίστηκε το σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' Βαθμού και άλλων φορέων του Δημόσιου Τομέα.

Με το άρθρο 15 παρ. 1 του ως άνω Κεφαλαίου Β' του Ν. 4024/2011 ορίσθηκε ότι "Εκτός από το βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως. Οι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησής του καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και τον κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ενώ με το άρθρο από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ενώ με το άρθρο 4 παρ. 1 του ως άνω κεφαλαίου ορίσθηκε ότι "Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου:

α) του Δημοσίου, β) των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.). Επίσης υπάγονται: α) οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, β) οι υπάλληλοι της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, των Έμμισθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων της Χώρας, γ) οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου και οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί, δ) οι υπάλληλοι της Βουλής, όσον αφορά τα μισθολογικά θέματα του τροποποιουμένου αναλόγως κανονισμού της Βουλής και το προσωπικό της Προεδρίας της Δημοκρατίας, ε) οι διοικητικοί υπάλληλοι των Ανεξάρτητων Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, στ) οι υπάλληλοι των Περιφερειακών Ενώσεων Δήμων (Π.Ε.Δ), της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Ε.) και της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδος (ΕΝ.Π.Ε.), ζ) οι υπάλληλοι και, με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, οι θρησκευτικοί λειτουργοί των νομικών προσώπων της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, των εξομοιουμένων προς αυτά κατά την παράγραφο 3, του άρθρου 63 του Ν. 3801/2009 (Α' 163) των λοιπών Εκκλησιών, δογμάτων και κατά το άρθρο 13 του Συντάγματος γνωστών θρησκειών, που επιβαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό.

Κατ' εξουσιοδότηση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 4024/2011 εκδόθηκε η οικ. 2/16519/0022/24-2-2012 (ΦΕΚ Β' 465/24-2-2012) κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Εσωτερικών, Οικονομικών, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας - Δια βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Δικαιοσύνης - Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με τίτλο "Καθορισμός επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226/Α'/27-10-2011) (Β'465/24-2-2012), με την οποία ορίσθηκαν τα εξής: "1.

Καθορίζουμε το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς μηχανικούς και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (ΙΔΑΧ - ΙΔΟΧ) του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού ανά κατηγορία ως εξής: α) κατηγορία Α' σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ, β) κατηγορία Β' σε εβδομήντα (70) ευρώ, γ) κατηγορία Γ' σε τριάντα πέντε (35) ευρώ. 2.

Στην κατηγορία Α' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες α) το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας....β) οι απασχολούμενοι στην Α' Ζώνη του Εθνικού Κέντρου Έρευνας Φυσικών Επιστημών" "Δημόκριτος" και της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας (Ε.Ε.Α.Ε.) γ) το προσωπικό που απασχολείται στην συγκομιδή και αποκομιδή, μεταφορά, διαλογή, επιστασία, καταστροφή απορριμμάτων, σε συνεργεία συντήρησης και επισκευής των μέσων καθαριότητας και με το πλύσιμο αυτών....δ) το προσωπικό των σωφρονιστικών και αναμορφωτικών καταστημάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ε) οι οδηγοί ειδικών οχημάτων μεταφοράς πυρομαχικών και ειδικών εύφλεκτων καυσίμων, 3.

Στην κατηγορία Β' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες α)....... β) ...... γ) ....... δ) ....... ε) ........ στ) .... ζ) .... η) ......4. Στην κατηγορία Γ' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες α) ...... β) ..... γ) ...... 6. Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία σε πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του".

Η ως άνω κοινή υπουργική απόφαση τροποποιήθηκε με την 2/31081/0022/30-4-2012 (ΦΕΚ Β' 1399/30-4-2012) μεταγενέστερη κοινή υπουργική απόφαση, με την οποία προστέθηκαν και κάποιες άλλες ειδικότητες στις ως άνω κατηγορίες υπαλλήλων που δικαιούνται την καταβολή του ως άνω επιδόματος. Περαιτέρω, με το άρθρο 31 παρ. 1 "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα" του ως άνω Ν. 4024/2011 ορίσθηκε ότι "Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.ΔΔ.

ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του Ν. 3429/2005 (Α'314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του Ν. 3899/2010 (Α' 212), με εξαίρεση τα ΝΠΙΔ του Ν. 3864/2010 (Α' 119) και άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α' 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους...".

Ωστόσο με την υποπαράγραφο Γ. 1. εδ. 12 Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α' 222/12-1-2012) ορίστηκε ότι: "Οι διατάξεις του κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011, που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-2013 και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212).

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, οι οποίες μπορεί να ανατρέχουν στην έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, μπορούν να ρυθμίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής των προηγούμενων εδαφίων. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2".

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτουν τα εξής: α) Με τις ρυθμίσεις του Ν. 4024/2011, μεταξύ των οποίων και η προαναφερόμενη του άρθρου 15 παρ. 1 επιδιώκεται, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, λόγω της δυσμενούς δημοσιονομικής συγκυρίας, η μείωση των δαπανών του Κράτους και ο εξορθολογισμός του μισθολογικού κόστους του δημόσιου τομέα και ειδικότερα της πολιτικής των επιδομάτων, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διατήρηση βιώσιμης δημόσιας διοίκησης.

Οι σκοποί αυτοί αποτελούν λόγους δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογούν επαρκώς τη θέσπιση του νέου βαθμολογίου και μισθολογίου. Με τα χαρακτηριστικά αυτά οι ανωτέρω ρυθμίσεις δεν εισάγουν μέτρα απρόσφορα και, μάλιστα, προδήλως, για την επίτευξη των, κατά τα ανωτέρω επιδιωκόμενων σκοπών δημοσίου συμφέροντος.

Εξάλλου, η επί τον δυσμενέστερον μεταβολή μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεων δεν αντίκεινται, κατ' αρχήν, σε καμία συνταγματική διάταξη ή συνταγματική αρχή, καθόσον ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, μπορεί να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα, κινούμενος, βεβαίως, πάντοτε εντός ευλόγων ορίων.

Εν προκειμένω, ο νομοθέτης προέβλεψε τη χορήγηση επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και καθόρισε από την αρχή τους δικαιούχους του επιδόματος αυτού λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες εργασίας των υπαλλήλων διαφόρων κλάδων και ειδικοτήτων. Το επίδομα αυτό χορηγήθηκε στους υπαλλήλους, οι οποίοι, κατά την εκτίμηση της Διοίκησης, απασχολούνται σε χώρους με επαγγελματικό κίνδυνο ή υπό συνθήκες επικίνδυνης εργασίας.

Περαιτέρω προκύπτει ότι ο νομοθέτης, επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα, χορήγησε εξουσιοδότηση στους συναρμόδιους Υπουργούς να καθορίσουν τους δικαιούχους και τους όρους και προϋποθέσεις χορήγησης του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο αποσκοπεί στην οικονομική ενίσχυση των εργαζομένων, που, είτε εκτελούν επικίνδυνα για την υγεία τους καθήκοντα είτε εργάζονται σε περιβάλλον που εγκυμονεί αυξημένους κινδύνους για την υγεία (βλ.

ΣτΕ 3495/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, η κατ' εξουσιοδότηση της ανωτέρω διατάξεως, τυχόν χορήγηση του επιδόματος αυτού σε κατηγορίες εργαζομένων με συνθήκες εργασίας, χωρίς τα ανωτέρω χαρακτηριστικά είναι παράνομη ως θεσπισθείσα εκτός εξουσιοδοτήσεως. Ενόψει αυτού το προβλεπόμενο από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του Ν. 4024/2011 μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας δεν συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων των ΝΠΙΔ που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, καθώς και των δημοσίων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του Ν. 3429/2005, όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α' του άρθρου 1 του Ν. 3899/2010, με μόνη προϋπόθεση της υπαγωγής τους στις διατάξεις του κεφαλαίου Δεύτερου του Ν. 4024/2011, που αφορούν το καθεστώς των βαθμολογικών προαγωγών και της μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και 'Βαθμού και άλλων φορέων του Δημόσιου Τομέα, σύμφωνα με την υποπαράγραφο Γ.1.

εδάφιο 12 του Ν. 4093/2012. Και β) Οι Υπουργοί Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός δεν είχαν υποχρέωση, αλλά απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας, κοινή απόφαση με την οποία θα καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησης του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας στους μόνιμους και δόκιμους υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού που υπάγονται στις ειδικότητες που θα περιλαμβάνονται στις αναφερόμενες σ' αυτήν κατηγορίες, ενώ περαιτέρω, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν τη διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας, να καθορίσουν το ύψος του παραπάνω επιδόματος, το οποίο πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των 150 ΕΥΡΩ και το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, αποσκοπούσε στην οικονομική ενίσχυση των ανωτέρω εργαζομένων που εκτελούν επικίνδυνη και ανθυγιεινή εργασία.

Σύμφωνα με το άρθρο 560 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο, αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, Ελληνικό ή ξένο, Εσωτερικού ή Διεθνούς Δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλαδή όταν το Δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή όταν το Δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού.

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του Δικαστηρίου της ουσίας, κατά την έρευνα της υποθέσεως στην ουσία. Στην τελευταία περίπτωση, ήτοι όταν το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικά και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠοΛΔ), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι (μεταξύ των οποίων (εναγόντων) και ο πέμπτος, ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), εξέθεσαν ότι προσλήφθηκαν, κατά τους αναφερόμενους χρόνους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως εργατοτεχνίτες, από την ανώνυμη εταιρεία "...." της οποίας η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα είναι καθολική διάδοχος και έκτοτε απασχολούνται στο στρατιωτικό εργοστάσιο που διατηρεί η τελευταία στο ..., με τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικότητες.

Ότι, με το άρθρο 15 παρ. 1 του Ν. 4024/2011 προβλέφθηκε η χορήγηση επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας στους υπαλλήλους που καταλάμβανε ως άνω νόμο και ότι με την 2/16519/022/24-2-2012 ΚΥΑ, όπως τροποποιήθηκε με τη μεταγενέστερη 2/31081/0022/30-4-2012 ΚΥΑ καθορίσθηκε το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού ανά κατηγορία στα αναφερόμενα ποσά.

Και ότι από της υπαγωγής του προσωπικού της εναγομένης στο "ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο" που θεσπίσθηκε με το κεφάλαιο Δεύτερο του Ν. 4024/2011 δικαιούνται και αυτοί, με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας, το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 4024/2011 και της, κατ' εξουσιοδότηση αυτού, εκδοθείσας ΟΙΚ. 2/16519/022/2012 κοινής υπουργικής απόφασης, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την 2/31081/022/30-4-2012 όμοια, το οποίο η εναγομένη αρνείται να τους καταβάλλει από 1-1-2013, παρότι κατέχουν ειδικότητες προβλεπόμενες από τις παραπάνω ΚΥΑ για τη χορήγηση του ως άνω επιδόματος.

Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει, α) σε καθέναν από τους πρώτο, τρίτο, έκτο και δέκατο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 4.500 ΕΥΡΩ, που αντιστοιχεί στο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 30-6-2015, β) στον δεύτερο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 4.759 ΕΥΡΩ, που αντιστοιχεί στο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 30-6-2015 και σε υπόλοιπο του άνω επιδόματος επτά μηνών μεταξύ του οκταμήνου από 1-5-2012 έως 31-12-2012, γ) σε καθέναν από τους τέταρτο, έβδομο και ένατο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 4.805,06 ΕΥΡΩ, που αντιστοιχεί στο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 30-6-2015 και σε υπόλοιπο του άνω επιδόματος επτά μηνών μεταξύ του οκταμήνου από 1-5-2012 έως 31-12-2012, δ) στον πέμπτο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 4.752 ΕΥΡΩ, που αντιστοιχεί στο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 30-06-2015 και σε υπόλοιπο του άνω επιδόματος επτά μηνών μεταξύ του οκταμήνου από 1-5-2012 έως 31-12-2012 και ε) στον όγδοο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 3.755,60 ΕΥΡΩ, που αντιστοιχεί στο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 27-11-2014 και σε υπόλοιπο του άνω επιδόματος επτά μηνών μεταξύ του οκταμήνου από 1-5-2012 έως 31-12-2012, όλα δε τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ανέφερε, ως μείζονα πρόταση, τις πιο πάνω, ήτοι, όπως στην προεκτεθείσα νομική σκέψη της παρούσας, νομοθετικές ρυθμίσεις, καθώς και το άρθρο 4 του Συντάγματος και έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας), ότι η αγωγή ήταν νόμιμη για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως και 30-6-2015, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 15 του Ν. 4024/2011, της υποπαραγράφου Γ1, εδ. 12 του Ν. 4093/2012 και της ΟΙΚ. 2/16519/0022/24-2-2012 ΚΥΑ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την 2/31081/0022/30-4-2012 ΚΥΑ, με το ειδικότερο σκεπτικό ότι από 1-1-2013 και εφεξής, δεδομένου ότι με την υποπαράγραφο Γ.1 εδάφιο 12 του Ν. 4093/2012 ορίσθηκε ότι από 1-1-2013 οι διατάξεις του κεφαλαίου Β' του Ν. 4024/2011 εφαρμόζονται και επί ΝΠΙΔ που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ και των λοιπών δημοσίων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' του Ν. 3429/2005, είχαν και για τους ως άνω φορείς, που εντάχθηκαν στο ενιαίο μισθολόγιο του Ν. 4024/2011, εφαρμογή, με βάση τις αρχές της ισότητας και ίσης μεταχείρισης, οι προβλέψεις της ΚΥΑ ΟΙΚ. 2/16519/0022/24-2-2012, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την ΚΥΑ 2/31081/0022/30-4-2012, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διατάξεως του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 4024/2011 και προέβλεπε τη χορήγηση του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας στους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού, που έφεραν τις στις εν λόγω ΚΥΑ ειδικότητες.

Στη συνέχεια απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της από 29-1-2018 έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, με τον οποίο η τελευταία παραπονείτο κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και τον δεύτερο λόγο της έφεσης, με τον οποίο η ανωτέρω εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα παραπονείτο κατά της παραπάνω αποφάσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς το κεφάλαιο της επιβολής τόκων και συνακόλουθα την έφεση το σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ενώ απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση του πρώτου των εναγόντων - πρώτου των εφεσιβλήτων, επικυρώνοντας έτσι την 67/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή ως προς τον πέμπτο των εναγόντων και έγινε αυτή δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, υποχρεώνοντας την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλλει, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 30-6-2015, ως μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, στον πρώτο των εναγόντων το ποσό των 70 ΕΥΡΩ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των 2.100 ΕΥΡΩ, σε καθέναν από τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, έκτο, έβδομο, ένατο και δέκατο των εναγόντων το ποσό των 150 ΕΥΡΩ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των 4.500 ΕΥΡΩ και στον όγδοο των εναγόντων το ποσό των 150 ΕΥΡΩ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των 3.450 ΕΥΡΩ, όλα δε τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου ημερολογιακού μήνα από αυτόν που αφορά το επίδικο επίδομα.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που, με επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αποφάνθηκε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 15 παρ. 1 του Κεφαλαίου Β' του Ν. 4024/2011, της υποπαραγράφου Γ1 εδάφιο 12 του Ν. 4093/2012 και της ΚΥΑ ΟΙΚ. 2/16519/0022/24-2-2012, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την ΚΥΑ 2/31081/0022/30-4-2012.

Και τούτο διότι, κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη παροχή δεν συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών του προσωπικού των δημοσίων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005, όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α' του άρθρου 1 του Ν. 3899/2010, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο των πολιτικών υπαλλήλων και των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, που θεσπίστηκε με το άρθρο 15 παρ. 1 του Κεφαλαίου Δεύτερου του Ν. 4024/2011, αλλά αποτελεί παροχή, μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται μόνον εάν οι αρμόδιοι υπουργοί, ύστερα από συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης, ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια να εκδώσουν κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της εν λόγω παροχής και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, που, είτε εκτελούν επικίνδυνα για την υγεία τους καθήκοντα είτε εργάζονται σε περιβάλλον που εγκυμονεί αυξημένους κινδύνους για την υγεία τους, οι δε αναιρεσίβλητοι δεν επικαλούνται με την αγωγή τους ομοιότητα συνθηκών σε σχέση με τις αναφερόμενες στην ως άνω ΚΥΑ κατηγορίες (ειδικότητες) υπαλλήλων, που, κατά την εκτίμηση της Διοίκησης, απασχολούνται σε χώρους με επαγγελματικό κίνδυνο ή υπό συνθήκες επικίνδυνης εργασίας, έτσι ώστε ο αποκλεισμός των αναιρεσιβλήτων από την καταβολή του ένδικου επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας να συνιστά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση του νόμου εις βάρος τους και, επομένως, παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας.

Επομένως, δεν μπορεί κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας να χορηγηθεί στους αναιρεσίβλητους κατά το ένδικο χρονικό διάστημα (από 1-1-2013 έως 30-06-2015) η ως άνω παροχή του άρθρου 15 παρ. 1 του Κεφαλαίου Δεύτερου του Ν. 4024/2011, εφόσον δεν έχει εκδοθεί κοινή απόφαση των αρμοδίων υπουργών, με την οποία να καθορίζονται και για το προσωπικό της αναιρεσείουσας, στο οποίο υπάγονται και οι αναιρεσίβλητοι, οι δικαιούχοι και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησης του ως άνω επιδόματος.

Συνακόλουθα, τούτων ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015. "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση." Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως (ΑΠ 1329/2018, ΑΠ 1577/2012, ΑΠ 1574/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στο Εφετείο, κατόπιν εφέσεως της εναγομένης εκεί εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε γίνει δεκτή εν μέρει από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και η εκκαλούσα επιδίωκε την απόρριψή της στο σύνολό της. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα των λόγων αναίρεσης, προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη.

Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της που αναφέρεται στην έκταση της νομικής βασιμότητας της αγωγής, να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της εναγομένης κατά της 67/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, να εξαφανισθεί η απόφαση αυτή, να δικασθεί η ένδικη αγωγή και να απορριφθεί σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ως μη νόμιμη.

Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου δυσχερής (άρθρο 179 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 65/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 29-1-2018 εφέσεως.

Δέχεται την έφεση κατ' ουσίαν.

Εξαφανίζει την 67/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 8-7-2015 αγωγή.

Απορρίπτει την αγωγή. Και Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα, των δύο βαθμών δικαιοδοσίας καθώς και της αναιρετικής δίκης, στο σύνολό τους.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ