Legislator Case Law & Legislation
714/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal on incidental claim dismissal due to appellate court's failure to examine it.

Case Number 714/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision, finding a procedural error in the appellate court's handling of the case. The appellant argued that the appellate court improperly dismissed the entire claim without examining an incidental request for compensation under Article 7 of Law 164/2004, which the lower court had accepted. The court ruled that the appellate court failed to investigate this incidental basis as required by law, constituting a violation of the principle of full trial. Consequently, the decision was annulled regarding the unexamined claim, and the case was remitted for further consideration by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Article 559, paragraph 9 of the Code of Civil Procedure; Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure: When an appellate court dismisses a main claim but fails to examine a valid incidental claim accepted by the first instance, it commits a procedural error requiring the annulment of the decision on that specific ground and remittal for further examination.

Keywords

AI generated
incidental claim appellate court error failure to examine remittal for further trial Article 559 Code of Civil Procedure Article 7 Law 164/2004 procedural violation

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code
Article 559, paragraph 9 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 7, paragraph 2, section b of Presidential Decree 164/2004
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Case 2039/2014
Case 1315/2014

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 714 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 714/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Μ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Π. Μ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και παραστάθηκε δια της παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Ευθυμίας Γκαράνη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (.../2010).

Εκδόθηκαν η 2580/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6863/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-1-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει, αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης.

Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνουν σ’ αυτήν τα μέρη ή [ακόμη και] ο νόμος, αλλά συνιστά έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος.

Ως εκ τούτου, το δικαστήριο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, η δε κρίση του ελέγχεται αναιρετικά στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα τού από το δικαστήριο ορθού χαρακτηρισμού μιας έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 18/2006).

2. Με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, µε τα εδάφια α’ και γ’ της οποίας ορίζεται ότι "νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ.3 εδ.

α’ είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ.2 εδ. β’ . Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου". Στους κανόνες αυτούς υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται µε το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα µε υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται µε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα µε το άρθρο 103 παρ.3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται μετά την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος µε το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν με αυτές καλύπτονται πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δυνατή υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, η ως προς τις ανωτέρω συμβάσεις εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920.

3. Η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Στο άρθρο 2 της Οδηγίας ορίζεται ότι στα κράτη µέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενό της έως την 10-7-2001, µε δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας αυτής έως την 10-7-2002. Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι αυτή εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις ΣΣΕ ή την πρακτική του κάθε κράτους µέλους, ενώ µε τη ρήτρα 5 του παραρτήματος ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση, που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη µέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις µε τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν, κατά τρόπο που αξιολογεί τις ανάγκες ειδικών τομέων ή κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

Επίσης, τα κράτη µέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις µε τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, με ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α) θεωρούνται διαδοχικές και β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π.δ. 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.

Με το άρθρο 5 του τελευταίου π.δ. ορίζονται τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής σύμβασης συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. [...] 4.

Σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση τής, κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού π.δ.

η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή έστω κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης, ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Η παραπάνω Οδηγία, ως εκ της μορφής των πιο πάνω διατάξεών της, οι οποίες δεν είναι σαφείς και ορισμένες, δεν παρέχει δυνατότητα άμεσης επίκλησης των διατάξεων αυτών επί µη έγκαιρης μεταφοράς αυτής στην εθνική έννομη τάξη, όπως συνέβη εν προκειμένω, όπου η οφειλόμενη προσαρμογή έγινε καθυστερημένα µε τα ως άνω προεδρικά διατάγματα.

Ακόμη η εν λόγω οδηγία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου (ΑΠ 907/2017, ΑΠ 278/2015).

4. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει ότι από 14-6-2005 έως 31-12-2009 συνδεόταν με το (αρχικώς πρώτο) εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με την ειδικότητα της αρχαιολόγου, αν και είχε συνάψει τις συμβάσεις αυτές με το (αρχικώς τρίτο) εναγόμενο, "...), που λειτουργούσε ως παρένθετο πρόσωπο.

Ότι οι συμβάσεις αυτές κατ’ επίφαση ονομάστηκαν συμβάσεις ορισμένου χρόνου, αν και με την εργασία της εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του πρώτου εναγομένου. Ότι, ως εκ τούτου, η διαδοχική κατάρτιση και η συνεχής ανανέωση αυτών αντίκειται στην κοινοτική και εθνική νομοθεσία, αφού στην πραγματικότητα πρόκειται για ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι, την 31-12-2009, το εναγόμενο έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες της και με τον τρόπο αυτό κατήγγειλε τη σύμβαση, χωρίς την τήρηση εγγράφου τύπου και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Ότι, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας, το εναγόμενο κατέστη υπερήμερο και οφείλει μισθούς υπερημερίας. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζητεί να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με το (πρώτο) εναγόμενο με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της γενομένης καταγγελίας, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να υποχρεωθούν όλοι οι εναγόμενοι εις ολόκληρον να της καταβάλουν για μισθούς υπερημερίας τα ποσά που αναφέρονται στην αγωγή, άλλως, λόγω απόλυσης, να της καταβάλουν εις ολόκληρον την αποζημίωση του άρθρου 7 παρ.2 εδ.

β’ του π.δ 164/2004, ανερχομένη στο ποσό των 6.041 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 690/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτό, μεταξύ άλλων, ότι την 14-6-2005 η ενάγουσα συνήψε ως αρχαιολόγος, κατ’ επίφαση με το τρίτο εναγόμενο, ..., ενώ στην πραγματικότητα με το πρώτο εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διαρκείας 8 μηνών, η οποία στη συνέχεια ανανεώθηκε 22 φορές με τελευταίο χρόνο λήξης την 31-12-2009.

Κατόπιν αυτού, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η ενάγουσα από την αρχική της πρόσληψη συνδεόταν με το πρώτο εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, η ύπαρξη των οποίων δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας που παρείχε, αλλά ούτε και από κάποιο άλλο αντικειμενικό λόγο και ότι ο χαρακτηρισμός τους ως τέτοιων έγινε με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/1920, με περαιτέρω συνέπεια το εναγόμενο, που έπαυσε αυθαίρετα να αποδέχεται την εργασία της, να έχει καταστεί υπερήμερο και να οφείλει μισθούς υπερημερίας.

5. Κατά της αποφάσεως του πρωτοδικείου, το (πρώτο) εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε έφεση και ζήτησε την εξαφάνισή της και την απόρριψη της αγωγής ως νομικά αβάσιμης και αντικείμενης στο άρθρο 103 του Συντάγματος. Το Μονομελές Εφετείο, με τις νομικές σκέψεις που παρατίθενται παραπάνω, έκρινε ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι οι προαναφερόμενες συμβάσεις εργασίας της ενάγουσας καταρτίστηκαν ως ορισμένου χρόνου μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, στο οποίο προστέθηκαν οι παράγραφοι 7 και 8 και σύμφωνα με το οποίο δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 και απαγορεύτηκε πλέον όχι μόνο η μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, ακόμη και εάν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αλλά και ο ορθός χαρακτηρισμός τους, οι συμβάσεις δε αυτές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, ούτε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/ 2004, αφού καταρτίστηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του (19-7-2004).

Στη συνέχεια, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η ενάγουσα με την αγωγή της δεν στηρίζουν την αιτούμενη από αυτήν έννομη συνέπεια.

Πράγματι, για την πρόσληψή της, η οποία όπως η ίδια επικαλείται έλαβε χώρα την 14-6-2005, ήτοι μετά τη συνταγματική αναθεώρηση, δεν τηρήθηκε η από το άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος προβλεπόμενη διαδικασία (του διαγωνισμού ή της επιλογής με έλεγχο ανεξάρτητης αρχής), οπότε οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που ακολούθησαν, έστω και αν απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών του εργοδότη, δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστης διάρκειας.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

6. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν τη βάση και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 1123/2013, 460/2013).

Εφ’ όσον πρόκειται, όμως, για ισχυρισμό αλυσιτελή και, κατά συνέπεια, μη ουσιώδη, ο αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσάπτει στο Μονομελές Εφετείο ότι, κατά την απόρριψη της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμης, δεν έλαβε υπόψη τον πρόσθετο ισχυρισμό, ο οποίος υπήρχε σ’ αυτήν και σύμφωνα με τον οποίο η ενάγουσα, ήδη από 11-9-1997 έως 31-5-2004, είχε συνάψει διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με το Ελληνικό Δημόσιο ή με παρένθετα πρόσωπα για λογαριασμό του, αλλά πάντοτε πραγματικός εργοδότης ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, με αποτέλεσμα οι συμβάσεις αυτές να έχουν προσλάβει το χαρακτήρα ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου πριν από τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα, εξιστορώντας την απασχόλησή της κατά το ως άνω χρονικό διάστημα των ετών 1997 - 2004, εκθέτει ότι συνήψε α) με τον ανάδοχο του έργου "...", Κ. Γ., τέσσερις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ήτοι την από 25-11-1997 (με πραγματική διάρκεια από 11-9-1997 έως 25-11-1997), την από 1-4-1998 (με πραγματική διάρκεια από 1-4-1998 έως 30-11-1998), την από 1-7-1999 (με πραγματική διάρκεια από 1-7-1999 έως 20-12-1999) και την από 15-1-2000 (με πραγματική διάρκεια από 15-1-2000 έως 30-3-2000) και β) με την ανάδοχο του έργου "...", κοινοπραξία "..." την από 5-6-2000 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (με πραγματική διάρκεια από 5-6-2000 έως 31-5-2004).

Τα περιστατικά αυτά δεν αρκούν για να θεμελιώσουν δικαίωμα από ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με το πρώτο εναγόμενο πριν από τη συνταγματική αναθεώρηση, αφού σε καμιά από τις συμβάσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν αναφέρεται ως αντισυμβαλλόμενος της ενάγουσας. Η δε επίκληση του περιστατικού ότι τα έργα, στα οποία η ενάγουσα απασχολήθηκε, συνιστούσαν δραστηριότητες δημοσίου συμφέροντος και εποπτεύονταν από την αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία του πρώτου εναγομένου, δεν αρκεί για να προσδώσει εικονικότητα των αντίστοιχων συμβάσεων εργασίας ως προς το πρόσωπο του εργοδότη και να καταστήσει την ενάγουσα, από αντισυμβαλλόμενη των ιδιωτών εργολάβων, συμβασιούχο του Ελληνικού Δημοσίου με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Η προβολή, συνεπώς, των περιστατικών αυτών δεν συνιστά λυσιτελή ισχυρισμό. Γι’ αυτό και το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επ’ αυτού. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, ιδίως δε η αγωγή, καθώς και κάθε βάση αγωγής (ΟλΑΠ 25/2003).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ.1 και 536 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το Εφετείο, όταν μετά την παραδοχή βάσιμου λόγου έφεσης κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά το πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει όλα τα ζητήματα, που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.

Αν η αγωγή έχει περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες είχαν προσβληθεί με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις βάσεις της αγωγής, που δεν είχαν εξεταστεί πρωτοδίκως, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.

Έτσι, αν πρωτοδίκως γίνει δεκτή (εν όλω ή εν μέρει) αγωγή ως προς την κύρια βάση και δεν ερευνηθεί ως προς άλλη (κύρια ή επικουρική) βάση αυτής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αγωγής ως προς την κύρια βάση, είναι υποχρεωμένο, αν κρατήσει το ίδιο την υπόθεση, να προβεί αυτεπάγγελτα σε έρευνα και της βάσης που δεν ερευνήθηκε πρωτοδίκως.

Η έρευνα των μη εξετασθεισών βάσεων γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπάγγελτα, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά το νόμο στη θέση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και γι’ αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος (ΑΠ 2039/2014, ΑΠ 1315/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΚΠολΔ 561 παρ.2) προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η ένδικη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, περιείχε, όπως ήδη έχει εκτεθεί, και επικουρικό αίτημα αποζημίωσης σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ 2 εδ. β’ του π.δ. 164/2004, σε περίπτωση απόρριψης της κυρίας βάσης της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την εκκληθείσα 690/2014 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της και, ειδικότερα, (α) αναγνώρισε ότι η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, (β) αναγνώρισε ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, (γ) υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται πραγματικά τις υπηρεσίες της ενάγουσας και δ) υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σ’ αυτήν τα εκεί αναφερόμενα ποσά για διαφορές αποδοχών κλπ.

Αντιθέτως, όπως ήταν επόμενο, δεν ασχολήθηκε με το ως άνω επικουρικό αίτημα, το οποίο είχε κρίνει νόμιμο (βλ. ειδικότερα στο 9ο φύλλο της πρωτόδικης απόφασης). Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση το εναγόμενο σε σχέση, βέβαια, μόνο με την γενομένη δεκτή κυρία βάση της αγωγής. Το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, αφού έκρινε την αγωγή μη νόμιμη ως προς την γενομένη πρωτοδίκως δεκτή κύρια βάση της, στη συνέχεια εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της.

Ωστόσο, δεν ερεύνησε, όπως θα έπρεπε σύμφωνα και με αυτά που προαναφέρθηκαν, την επικουρική βάση της αγωγής για καταβολή αποζημίωσης σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 εδ. β’ του π.δ 164/2004 (βλ. παραπάνω, αρ.3) και άφησε αδίκαστο το επικουρικό αυτό αίτημα. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται η παράλειψη αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

8. Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος, πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο ως τη μη εκδίκαση της ως άνω επικουρικής βάσης της αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο, ως προς το οποίο χρειάζεται διερεύνηση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος του ηττηθέντος αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4261/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, ανερχόμενα σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαρτίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 17ηΑπριλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ