Supreme Court dismisses appeal against appellate court rejection of settlement agreement cancellation claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the appellate court's rejection of their lawsuit seeking to cancel a settlement agreement. The appellants argued they were misled into signing the document without proper legal representation or knowledge of its contents, while the opposing party contended the agreement was validly executed. The court ruled that the evidence failed to prove fraud or lack of consent, finding the appellants' vague allegations unpersuasive without corroborating proof.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; A settlement agreement signed under alleged fraud is voidable only if the court finds clear evidence of deception and lack of genuine intent, which requires more than unsubstantiated claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 714 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 714/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Σ. του Α., κατοίκου ..., 2) Μ. χήρας Μ. Σ. το γένος Π. Π., 3) Α. Σ. του Μ., 4) Μ. Σ. του Μ., 5) Π. Σ. του Μ., 6) Τ. Σ. του Μ., κατοίκων ... με την ιδιότητα των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος, αρχικά ενάγοντος Μ. Σ. του Α., 7) Μ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 8) Χ. Σ. του Μ. συζύγου Α. Ν., 9) Β. Σ. του Μ. συζύγου Σ. Χ., 10) Γ. Σ. του Ε., 11) Μ. Σ. του Μ., 12) Α. Σ. του Μ., 13) Ι. Σ. του Μ., 14) Ε. Π. του Σ., 15) Α. χήρας Θ. Π. το γένος Μ. Γ., κατοίκων ..., 16) Μ. Π. του Θ., κατοίκου ..., 17) Σ. Π. του Θ., 18) Σ.-Ν. Π. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθερίου Περίδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α.-Μ. Κ. του Μ., συζύγου Α. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Κωστόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 15/9/2010 πρόσθετη παρέμβαση της Ε. Σ. του Α., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Εφετείο Δωδεκανήσου.
Εκδόθηκε η 158/2012 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/6/2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 6/11/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 12-6-2014 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 158/2012 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων περί ακύρωσης του υπ’ αρ. κατ. ...-6-2009 Πρακτικού Συμβιβαστικής Επίλυσης Διαφοράς του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Με την αγωγή ζητείτο η ακύρωση του ως άνω Πρακτικού, κυρίως μεν διότι δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες από το νόμο για την έγκυρη κατάρτισή του προϋποθέσεις, όπως συμφωνία των διαδίκων για συμβιβασμό παρουσία των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, επικουρικά δε, διότι οι αναιρεσείοντες οδηγήθηκαν στην κατάρτισή του λόγω πλάνης που προκλήθηκε σ’ αυτούς κατόπιν απάτης της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, δεδομένου, ότι η προσθέτως υπέρ της αναιρεσίβλητης παρεμβάσα Ε. Σ. του Α. κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αναβληθείσα δικάσιμο της 2-3-2015 (βλ. ... /3-12-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου Χ. Κ.) και για την παρούσα δικάσιμο με την εγγραφή της στο πινάκιο.
ΙΙ) Κατά το άρθρο 214Α Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό αντ/κε με άρθρο 19 Ν. 3994/2011, "1. Οι διάδικοι μπορούν να συμβιβάζονται, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης και χωρίς να υφίσταται στάση της δίκης, όταν αντικείμενό της είναι ιδιωτικού δικαίου διαφορά, για την οποία επιτρέπεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο να συνομολογηθεί συμβιβασμός. 2.
Για το συμβιβασμό συντάσσεται ατελώς πρακτικό, που περιλαμβάνει το περιεχόμενο της συμφωνίας τους και ιδίως το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος, το ποσό της οφειλόμενης παροχής και τους τυχόν όρους υπό τους οποίους θα εκπληρωθεί, καθώς και πρόβλεψη για τα Δικαστικά έξοδα. Το πρακτικό συντάσσεται σε τόσα αντίτυπα όσοι και οι διάδικοι ή ομάδες διαδίκων, που αντιδικούν, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτούς ή από τους δικηγόρους τους αν έχουν ειδική πληρεξουσιότητα κατά το άρθρο 98 περίπτωση β’ . 3.Κάθε διάδικος μπορεί, προσκομίζοντας το πρακτικό σε πρωτότυπο, να ζητήσει την επικύρωσή του από το δικαστή ή τον πρόεδρο του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αγωγή ή το ένδικο μέσο.
Το πρακτικό επικυρώνεται, αφού διαπιστωθεί ότι: α) η διαφορά είναι δεκτική συμβιβαστικής επίλυσης, β) το πρακτικό έχει υπογραφεί σύμφωνα με όσα προαναφέρονται και γ) από αυτό προκύπτει σαφώς το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος και το ποσό της οφειλόμενης παροχής, καθώς και οι τυχόν όροι εκπλήρωσής της.
Αν η διαφορά περιλαμβάνει και καταψήφιση, το πρακτικό αποτελεί από την επικύρωσή του τίτλο εκτελεστό και περιάπτεται με τον εκτελεστήριο τύπο από το αρμόδιο για την επικύρωσή του δικαστήριο. Αν η διαφορά έχει χαρακτήρα απλώς αναγνωριστικό, το πρακτικό αποδεικνύει το δικαίωμα. Με την επικύρωση του πρακτικού επέρχεται κατάργηση της δίκης." Κατά δε το άρθρο 72 παρ. 3 του αυτού νόμου : "Οι διατάξεις των άρθρων 214Α και 233 παράγραφοι 2-4 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται και στις αγωγές που ασκήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του και δεν έχουν ακόμη συζητηθεί".
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, "αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας", κατά δε τη διάταξη τον άρθρου 141 του ίδιου Κώδικα, "η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για, την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η πλάνη κατά τη δήλωση βούλησης, ήτοι η διάσταση μεταξύ δήλωσης και βούλησης, συνεπεία εσφαλμένης γνώσης από τον δηλούντα της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βούλησης πραγματικής κατάστασης, η οποία (πλάνη) μπορεί να είναι και αποτέλεσμα απάτης (άρθρο 147 ΑΚ), παρέχει στον πλανηθέντα το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όταν είναι ουσιώδης.
Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και το περιεχόμενο της δήλωσης, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δήλωσης. Από δε τη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ, προκύπτει, ότι, απάτη αποτελεί κάθε, από πρόθεση, συμπεριφορά, πού τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει σε άλλον εσφαλμένη αντίληψη ή εντύπωση, με σκοπό να προκαλέσει απόφασή του.
Για την ακύρωση της δικαιοπραξίας λόγω απάτης προσαπαιτείται δόλια προαίρεση του μετελθόντος την απάτη, χωρίς την οποία ο απατηθείς δεν θα προέβαινε στη δήλωση της βούλησής του, όπως αυτή διατυπώθηκε στη δικαιοπραξία, δεν έχει δε σημασία αν η παραχθείσα πλάνη είναι συγγνωστή ή όχι, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αυτή αφορά τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί να υπάρχει αυτή κατά το χρόνο της δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος (ΑΠ 557/2010).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και, άρα, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης με την παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ για τους απαράδεκτους ή μη νόμιμους ισχυρισμούς δεν τάσσεται απόδειξη, ούτε λαμβάνονται υπόψη προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και δη έγγραφα (ΑΠ 321/2009).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, βλ.
Ολ. ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ’ άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008).
ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: "Στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... Ρόδου βρίσκεται αγρός εκτάσεως 2.820 τ.μ., νομικής φύσης "αρζί μιρί" και ήδη "μουλκ", με κτηματολογικά στοιχεία τόμος… Γαιών ..., φύλλο…, μερίδα ...
και φάκελος ... του Κτηματολογίου Ρόδου. Το έτος 1950 έγινε εξώδικη διανομή του εν λόγω ακινήτου μεταξύ των αρχικών τιτλούχων και κληρονόμων τους, με βάση την οποία έγινε καταμερισμός του επικοίνου σε τμήματα, όπως αυτά αποτυπώνονται στο από Οκτωβρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα- μηχανικού Ν.
Σ.. Μετά την παραπάνω άτυπη διανομή όλοι οι τότε συγκύριοι προέβησαν σε περίφραξη και οριοθέτηση των τμημάτων και άρχισαν να εκμεταλλεύονται και να αξιοποιούν τις χωριστές ιδιοκτησίες που περιήλθαν σ’ αυτούς και ο καθένας απ’ αυτούς νεμήθηκε με διάνοια κυρίου διακριτό τμήμα του πιο πάνω ακινήτου επί χρόνο μεγαλύτερο της 15ετίας.
Σε εκτέλεση δε της συμφωνίας αυτής περιήλθε ατύπως στον Α. Σ. του Μ. τμήμα ακινήτου εκτάσεως 348,10 τ.μ. όπως αυτό εμφαίνεται ως τμήμα "1" και αποτυπώνεται με στοιχεία γωνιών ... στο από 18.12.2008 σχεδιάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Α. Π., που επισυνάφθηκε στην αγωγή. Από την περιέλευση του παραπάνω ακινήτου στον Α.
Σ., ο τελευταίος το περιέφραξε και το 1960 το παραχώρησε άτυπα στη θυγατέρα του Ε. Σ. του Α. [προσθέτως παρεμβαίνουσα], η οποία ανήγειρε στην ανήκουσα σ’ αυτήν χωριστή ιδιοκτησία της, μία ισόγεια οικία εμβαδού 93,95 τ.μ., όπως αυτή εμφαίνεται κατ’ έκταση και υπό στοιχεία ... στο ως άνω σχεδιάγραμμα. Το έτος 1992 η Ε.
Σ. μεταβίβασε στην εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) κατόπιν άτυπης δωρεάς το ως άνω τμήμα ακινήτου με την σε αυτό ισόγεια οικία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η Τ. Σ. (ήδη 6η αναιρεσείουσα), θυγατέρα του δεύτερου ενάγοντος (ήδη αποβιώσαντος, τη δίκη του οποίου συνεχίζουν οι 2η έως και 6η των αναιρεσειόντων) είναι κυρία τμήματος του εν λόγω μείζονος ακινήτου εκτάσεως 225 τ.μ., στο οποίο υπάρχει μία μονώροφη οικοδομή και η μοναδική δίοδος προς το ακίνητό της είναι αυτή που διέρχεται μέσω του όμορου ακινήτου της εναγομένης και από κανένα άλλο σημείο δεν υπάρχει πρόσβαση σ’ αυτό.
Η επίδικη εδαφική λωρίδα [διάβαση], την οποία διασχίζει η θυγατέρα του δεύτερου ενάγοντος για να εισέλθει στην οικία της δεν αποδείχθηκε ότι ήταν κοινόχρηστη αλλά αποτελεί τμήμα ιδιοκτησίας της εναγομένης, η οποία από το έτος 1982 επέτρεπε εντελώς αδιαμαρτύρητα στην Τ. Σ. και την οικογένεια της να διέρχεται στο ακίνητό τους μέσω της ανωτέρω διόδου, αφήνοντας πάντα ελεύθερη την είσοδο σ’ αυτή.
Η κατάσταση αυτή εξακολούθησε και τα επόμενα έτη έως την άσκηση της αγωγής, χωρίς οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) να διαμαρτύρονται και να αμφισβητούν τις ενέργειες της εναγομένης ως νομέως και κυρίας του επίδικου ακινήτου. Η τελευταία, προκειμένου να αποκτήσει τίτλο για την κυριότητα του επιδίκου τμήματος, άσκησε την από 12-3-2009 ..
αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου εναντίον των εναγόντων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας .., με την οποία (αγωγή) ζήτησε ν’ αναγνωρισθεί ότι στο πρόσωπό της συμπληρώθηκε ο κατ’ άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού νόμιμος χρόνος της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής για την με χρησικτησία κτήση του εν λόγω τμήματος του επικοίνου εν γνώσει όλων των συγκυρίων.
Εν συνεχεία, η εναγόμενη εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο της δικηγόρο Π. Τ. προ της συζητήσεως της πιο πάνω αγωγής της κατέθεσε στις 27-5-2009 στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου το από 25-5-2009 πρακτικό εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, το οποίο επικυρώθηκε στις 11-6-2009 από τον Πρόεδρο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και έλαβε αριθμό ...-6-2009.
Οι ενάγοντες προέβησαν στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής, με την οποία ισχυρίζονται ότι το ανωτέρω πρακτικό είναι προϊόν εξαπατήσεώς των από την εναγομένη, το οποίο αυτοί υπέγραψαν εκ των υστέρων, πειθόμενοι στις ψευδείς διαβεβαιώσεις αυτής ότι αυτό αφορά διακατοχικές πράξεις της ενάγουσας στην οικία της και στον αύλειο χώρο σε τμήμα εκτάσεως 125,10 τ.μ.
και όχι και του τμήματος 223 τ.μ. του επιδίκου ακινήτου με το οποίο εκείνη καμία απολύτως ιδιοκτησιακή σχέση έχει, ενώ εάν οι ενάγοντες γνώριζαν την πραγματική κατάσταση δεν θα το υπέγραφαν. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες υπέγραψαν το επίμαχο πρακτικό γνωρίζοντας τα πραγματικά στοιχεία του επιδίκου τμήματος ακινήτου που περιγράφεται στην 327/2009 αγωγή χρησικτησίας και στο πρακτικό εξώδικης επίλυσης της διαφοράς και δεν υπήρξε διάσταση μεταξύ της δηλώσεως και βουλήσεως τους ως προς το τμήμα του ακινήτου.
Ακόμη και εάν στο πρακτικό αυτό αναγράφεται αναληθώς ότι πραγματοποιήθηκε συνάντηση των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων για εξώδικη επίλυση της διαφοράς τους στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου της τότε ενάγουσας και ήδη εναγομένης, Π. Τ., ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να μην γίνει από τους ενάγοντες αντιληπτό ότι αυτό αφορούσε το επίδικο διακριτό τμήμα ακινήτου εκτάσεως 348,10 τ.μ., το οποίο είχε περιέλθει στην εναγομένη σε εκτέλεση της ανωτέρω μεταξύ όλων των συγκυρίων και κυρίως εναγόντων άτυπης διανομής του έτους 1950.
Τα ανωτέρω προκύπτουν και από την προηγηθείσα συμπεριφορά των εναγόντων όπως με την άσκηση εκ μέρους της 3ης, 4ης, 5ης και 6ου των εναγόντων της αρ. καταθ. ...1993 αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου, στην οποία μεταξύ άλλων αποδέχονται ότι από την άνω άτυπη διανομή το επίδικο περιήλθε στον Α. Σ., πατέρα της δικαιοπαρόχου της εναγομένης Ε.
Σ. [προσθέτως παρεμβαίνουσας], ο οποίος, όπως αναφέρουν, το περιέφραξε. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι οι ενάγοντες, μολονότι γνώριζαν την εξώδικη διανομή του επίδικου ακινήτου και την άσκηση πράξεων νομής επ’ αυτού εκ μέρους της εναγομένης επί χρόνο μεγαλύτερο της 15ετίας, δεν εναντιώθηκαν ποτέ σ’ αυτήν με την άσκηση εμπράγματων ή ενοχικών αξιώσεων και μόνο, όταν η εναγομένη αντέδρασε για πρώτη φορά στη χρήση της ανωτέρω διόδου από την Τ.
Σ., θυγατέρα του δεύτερου ενάγοντος, οι ενάγοντες μεταβάλλοντας τη στάση τους επιχειρούν με την ένδικη αγωγή τους να ανατρέψουν τη κατάσταση που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί με τις ενέργειες, αλλά και με τις παραλείψεις τους ενώ θα μπορούσαν να ζητήσουν να τους παρασχεθεί δίοδος διέλευσης. Ο μάρτυρας ανταποδείξεως......
καταθέτει μετά λόγου γνώσεως ότι το ανωτέρω πρακτικό υπογράφηκε ενώπιον του ιδίου (μάρτυρα) και ότι ο ίδιος τους το ανάγνωσε και στη συνέχεια υπέγραψαν αυτό οι ενάγοντες. Η κατάθεση αυτή δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως,....., γαμπρού του δεύτερου ενάγοντος, ο οποίος δεν έχει άμεση γνώση των συνθηκών υπό τις οποίες καταρτίσθηκε το ανωτέρω πρακτικό, εφόσον, όπως ο ίδιος καταθέτει, δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή του πρακτικού και δεν έχει άμεση αντίληψη αυτών που καταθέτει.
Από τα ανωτέρω σαφώς αποδεικνύεται, ότι οι ενάγοντες γνώριζαν, όταν υπέγραφαν το ανωτέρω πρακτικό με το οποίο συνομολόγησαν την ιστορική βάση της προαναφερόμενης αγωγής και οι δηλώσεις βουλήσεως τους ήταν αυτές που αναγράφονται στο πρακτικό. Περαιτέρω, από τα ίδια προσαγόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη και ο πληρεξούσιος της δικηγόρος προέβησαν, σε ενέργειες εξαπατήσεως των εναγόντων με σκοπό την δημιουργία πλάνης σε αυτούς, αποβλέπουσας στην κατάρτιση του ανωτέρω πρακτικού.
Μόνο ο προαναφερόμενος μάρτυρας των εναγόντων, Ν. Π. καταθέτει αορίστως επιλέξει τα εξής "...Πιστεύω ότι όσοι υπέγραψαν παραπλανήθηκαν. Αν ήξεραν τι υπέγραφαν δεν θα το υπέγραφαν", η εν λόγω δε αόριστη κατάθεσή του δεν κρίνεται πειστική, καθόσον δεν ενισχύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη".
ΙV) Με τους πρώτο και δεύτερο (κατά το πρώτο σκέλος) λόγους της αίτησής τους, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αιτιώνται το Εφετείο για την απόρριψη της αγωγής τους, ισχυριζόμενοι, ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες με την αγωγή ισχυρισμούς τους, ότι ουδεμία συνάντηση και συζήτηση έλαβε χώρα για εξώδικη επίλυση της διαφοράς, ότι ουδεμία συμφωνία συμβιβασμού έγινε και ότι ουδέποτε αναγνώρισαν τη συμπλήρωση στο όνομα της αναιρεσίβλητης της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής για την κτήση από αυτή της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου άλλως, ότι οι περιεχόμενες στο πρακτικό συμβιβασμού δηλώσεις τους, όπως, ότι αναγνωρίζουν στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης την συμπλήρωση της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής επί του επιδίκου ακινήτου, ότι καταργούν την ανοιγείσα δίκη, ότι παραιτούνται του δικαιώματος διάρρηξης του πρακτικού συμβιβασμού και ότι παρέχουν την πληρεξουσιότητα και εντολή στον δικηγόρο τους όπως υποβάλει το εν λόγω πρακτικό στον Πρόεδρο Πρωτοδικών προς επικύρωση, έγιναν κατόπιν απάτης της αναιρεσίβλητης.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει, ότι το Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη τα επικαλούμενα από τους τότε ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες περιστατικά τα θεμελιωτικά της ιστορικής βάσης (κύριας και επικουρικής) της αγωγής τους, τα οποία έκρινε ως μη αποδειχθέντα, γι’ αυτό και απέρριψε αυτή κατ’ ουσίαν.
Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο δεύτερος λόγος της αίτησης (κατά το δεύτερο σκέλος), εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, καθόσον το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση, ότι είναι αβάσιμη η επικουρική βάση της αγωγής (η οποία πλήττεται με τον συγκεκριμένο λόγο), αφού διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, τόσο ως προς την ανυπαρξία διάστασης δηλώσεως και βουλήσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά την υπογραφή του επίμαχου πρακτικού συμβιβασμού, όσο και ως προς έλλειψη απατηλής συμπεριφοράς εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης .
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-6-2014 αίτηση για αναίρεση της 158/2012 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ