Legislator Case Law & Legislation
714/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on pre-contract sale, upholding lower court's interpretation of withdrawal clause.

Case Number 714/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a pre-contract sale agreement. The appellant argued that the court erred in interpreting a clause allowing the seller's withdrawal, claiming it violated interpretative rules of Articles 173 and 200 of the Civil Code. The court rejected these claims, affirming that the lower court correctly identified the clause as a penalty for breach rather than a right of withdrawal, finding no error in its application of legal principles.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; The court held that ambiguous declarations of intent in a pre-contract do not automatically invalidate a penalty clause agreed upon by the parties, provided the interpretation aligns with good faith and commercial customs.

Keywords

AI generated
pre-contract sale interpretation of intent penalty clause Civil Code provisions appeal dismissal good faith principle contractual withdrawal

Cited Legislation

AI generated
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 559, paragraphs 2 and 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 714 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Προσύμφωνο πώλησης. Ερμηνευτικοί κανόνες δικαιοπραξιών. Η ύπαρξη αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Ερμηνεία όρου του προσυμφώνου περί υπάρξεως δικαιώματος υπαναχωρήσεως με καταβολή επιτιμίου μεταμελείας. Κρίση Εφετείου ότι αφορά ποινική ρήτρα. Αναιρετικοί λόγοι για ευθεία, άλλως εκ πλαγίου παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης κατά 1910/2006 απόφασης Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Αριθμός 714/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ. του Λ., ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τον Λ. Ν. του Χ., κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζέρβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζ. Λ. Γ., κατοίκου ... , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Μαρκέτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1910/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-7-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 24-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 1-8-2002 αγωγή της η αναιρεσίβλητη εξέθετε: Ότι μεταξύ αυτής και του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, που απεβίωσε και στη θέση του συνεχίζει τη δίκη ο κληρονόμος του Λ. Ν., καταρτίσθηκε προσύμφωνο σύμβαση πώλησης, δυνάμει του οποίου ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να της πωλήσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, αντί τιμήματος 2.000.000 δρχ.

Ότι στον 5° όρο του προσυμφώνου αναφέρεται ότι "σε περίπτωση υπαναχώρησης του πωλητή είναι υποχρεωμένος αυτός να επιστρέψει ως ποινική ρήτρα και αποζημίωση στην αγοράστρια τα χρήματα που έλαβε εις τριπλούν την οποία από τώρα θεωρεί εύλογη ... Σε περίπτωση όμως που υπαναχωρήσει της παρούσας σύμβασης η αγοράστρια χάνει κάθε ποσό που κατέβαλε ως προκαταβολή-αρραβώνα, ως ποινική ρήτρα και αποζημίωση στον πωλητή για την εκμετάλλευση του ακινήτου μέχρι την ημέρα της υπαναχώρησης του, αφού ρητά συμφωνείται ότι η αγοράστρια παρέλαβε σήμερα στη νομή, χρήση και κατοχή της το παραπάνω οικόπεδο ... ".

Ότι, ερμηνευομένου του ως άνω όρου του προσυμφώνου σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, προκύπτει ότι η αληθής βούληση αυτής και του εναγομένου δεν ήταν η επιφύλαξη δικαιώματος υπαναχώρησης, αλλά η θέσπιση ποινικής ρήτρας και η πρόσθετη κατοχύρωση της, προκειμένου να αποθαρρύνει τον πωλητή από αποιαδήποτε σκέψη υπαναχώρησης ...

Ζήτησε δε η ενάγουσα να αναγνωρισθεί ότι η από 5-4-2002 εξώδικη υπαναχώρηση του εναγομένου από το προσύμφωνο, κατ' επίκληση συμβατικής υπαναχώρησης, είναι άκυρη και χωρίς έννομα αποτελέσματα. Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής η ενάγουσα αμφισβητεί και δεν συνομολογεί ως ανταποκρινόμενο στη βούληση των μερών συμβατικό δικαίωμα υπαναχώρησης του πωλητή και επομένως νομίμως διώκει την αναγνώριση της ακυρότητας της υπαναχώρησης που έγινε από τον πωλητή.

Το Εφετείο που έκρινε νόμιμη την αγωγή και την ερεύνησε κατ' ουσίαν, ερμηνεύοντας τον σχετικό περί υπαναχώρησης όρο του προσυμφώνου με τα κριτήρια των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου πρώτος από τα άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Η παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών μπορεί να γίνει ευθέως ή εκ πλαγίου, οπότε δημιουργούνται, αντιστοίχως, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ευθεία παραβίαση υπάρχει και όταν α) το δικαστήριο της ουσίας αν και διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

προς διακρίβωση του νοήματος της δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών β) προβαίνει σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών.

Εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ερμηνευτικών αρχών, η οποία ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συντρέχει και όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τους εν λόγω κανόνες, χωρίς στην απόφασή του να διαλαμβάνεται έστω και εμμέσως, η διαπίστωση περί υπάρξεως κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, καθώς και όταν στην απόφασή του δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω κανόνων και ειδικότερα ως προς τη σωστή ή μη εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 472/2009).

Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες, στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνήθειες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.

Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Με το με αριθμό .../16-1-2002 προσύμφωνο ... ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει στην ενάγουσα, που είναι θετή του κόρη, και να της μεταβιβάσει τη κυριότητα, ενός οικοπέδου, ... Ως τίμημα της μέλλουσας να καταρτισθεί πώλησης, ορίστηκε στο συμβόλαιο τούτο, το ποσό των 5.869,41 ευρώ, το οποίο η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο εξ ολοκλήρου, πριν από την υπογραφή του ανωτέρω προσυμφώνου ...

Περαιτέρω μεταξύ τους συμφωνήθηκαν και τα εξής, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο εν λόγω προσύμφωνο: 1) "..ολόκληρο το πιο πάνω χρηματικό ποσό, θεωρήθηκε ότι καταβλήθηκε στον πωλητή από την αγοράστρια ως αρραβώνας και θα συμψηφιστεί κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου στο ισόποσο τίμημα το οποίο συμφωνήθηκε ..."1), 2) ... 5) "...

σε περίπτωση υπαναχώρησης του πωλητού, είναι υποχρεωμένος αυτός να επιστρέψει ως ποινική ρήτρα και αποζημίωση στην αγοράστρια τα χρήματα που έλαβε και που αποδεικνύονται από το παρόν προσύμφωνο συμβόλαιο μου εις τριπλούν, την οποία από τώρα θεωρεί εύλογη και δίκαιη και μπορεί να εξαναγκάσει τον πωλητή προς πληρωμή με εκτέλεση και μόνον της πράξης αυτής, την οποία από τώρα οι συμβαλλόμενοι κηρύσσουν τίτλο εκτελεστό και εκκαθαρισμένο.

Σε περίπτωση όμως που υπαναχωρήσει της παρούσας σύμβασης η αγοράστρια, χάνει κάθε ποσό που κατέβαλε ως προκαταβολή-αρραβώνα, ως ποινική ρήτρα και αποζημίωση του πωλητή, για την εκμετάλλευση του ακινήτου μέχρι την ημέρα της υπαναχώρησης του, αφού ρητά συμφωνείται ότι η αγοράστρια παρέλαβε σήμερα στην νομή, χρήση και κατοχή της το παραπάνω οικόπεδο ... ...

Από την διατύπωση του εν λόγω πέμπτου όρου, γεννάται πράγματι αμφιβολία ως προς τις δηλωθείσες βουλήσεις των συμβληθέντων μερών, σχετικά με τον αν επιφυλάχθηκε ή όχι δικαίωμα υπαναχώρησης στον πωλητή. Ερμηνεύοντας δε το Δικαστήριο τον όρο αυτό σε συνδυασμό και με τους λοιπούς όρους του προσυμφώνου, με τους όρους των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή όπως απαιτεί η καλή πίστη ενόψει και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις αλλά με σκοπό την ανεύρεση της αληθινής θέλησης των συμβαλλομένων, οδηγείται στην κρίση ότι με τον παραπάνω όρο, οι συμβαλλόμενοι θέσπισαν ποινική ρήτρα σε βάρος εκείνου απ' αυτούς που λόγω μεταμέλειας του, θα αθετούσε την υποχρέωση του να προσέλθει στο συμβολαιογράφο για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου πώλησης του επίδικου ακινήτου, δηλαδή ρήτρα που δεν αποκλείει την αξίωση για εκτέλεση της συμβάσεως και όχι δικαίωμα υπαναχωρήσεως από αυτήν, με καταβολή του λεγόμενου επιτίμιου (ή ποινής) μεταμέλειας κατ' άρθ. 398 ΑΚ.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται ειδικότερα ... Ενόψει αυτών είναι φανερό ότι οι συμβαλλόμενοι, τάσσοντας σ' αυτό τους προαναφερθέντες εξασφαλιστικούς της κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου όρους, δεν θέλησαν να διευκολύνουν την διάλυση του προσυμφώνου, παρέχοντας δικαίωμα ελεύθερης υπαναχώρησης με καταβολή "επιτίμιου μεταμέλειας" αλλά αντίθετα επιδίωξαν να περιφρουρήσουν την εκπλήρωση του προσυμφώνου και να ενισχύσουν την υποχρέωση για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου με την καθιέρωση ποινικής ρήτρας σε βάρος του πωλητή.

Συνεπώς η δηλωθείσα από αυτόν στις 5-4-2002 υπαναχώρηση από την παραπάνω [προ]σύμβαση, με εξώδικη δήλωση του, που επιδόθηκε αυθημερόν στην ενάγουσα, δεν παρήγαγε κανένα έννομο αποτέλεσμα, ήτοι δεν οδήγησε σε διάλυση της σύμβασης, αφού δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων τέτοιο δικαίωμα. Συνακόλουθα, φανερού όντος και του εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας, η ένδικη αγωγή, που είναι νόμιμη και ορισμένη, αποδεικνύεται και ως ουσιαστικά βάσιμη.

Με τα δεδομένα αυτά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά και απέρριψε την αγωγή, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο, όπως βάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της ένδικης έφεσης αυτής. Επομένως, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και στην ουσία της, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και στη συνέχεια, αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτή αγωγή και να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία δικαιώματος υπαναχώρησης του εναγόμενου, που να έχει καθορισθεί συμβατικά με το με αριθμό .../2002 προσύμφωνο της ανωτέρω Συμβ/φου, καθώς και ότι η σχετική δήλωση αυτού δεν παρήγαγε κανένα έννομο αποτέλεσμα".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι υπάρχει αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των μερών και ότι η αληθής βούληση των συμβαλλομένων δεν ήταν η συνομολόγηση δικαιώματος του πωλητή να υπαναχωρήσει από το προσύμφωνο, αλλά η συνομολόγηση σε βάρος του ποινικής ρήτρας για την περίπτωση που αυτός αθετούσε την υποχρέωση του να προσέλθει στο συμβολαιογράφο για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, δηλαδή ότι συνομολογήθηκε ρήτρα που δεν αποκλείει την αξίωση για εκτέλεση της σύμβασης, δεν εφάρμοσε εσφαλμένα τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., αφού το πόρισμα στο οποίο κατέληξε και είχε αφετηρία τη δήλωση των συμβαλλομένων, όπως αυτή εξωτερικεύτηκε και αποτυπώθηκε στο προσύμφωνο, δεν είναι αντίθετο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τα οποία με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες προσδιορίζει στην απόφαση του ως κριτήρια ανεύρεσης της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων και τα οποία δεν αποκλείουν την με σκοπό ενίσχυσης εκτέλεσης της σύμβασης συνομολόγηση σε προσύμφωνο πωλήσεως ποινικής ρήτρας σε βάρος εκείνου που αθετεί τις συμβατικές υποχρεώσεις του και στην περίπτωση εκείνη που έχει παρασχεθεί στον αγοραστή δικαίωμα κατάρτισης της οριστικής σύμβασης με αυτοσύμβαση, καθώς και στην περίπτωση που συνομολογήθηκε σε βάρος του πωλητή ποινική ρήτρα τριπλάσια του προκαταβληθέντος τιμήματος.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν αγνόησε, αλλά έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων αφενός τον πέμπτο όρο του προσυμφώνου στον οποίο γίνεται αναφορά για καταβολή αρραβώνας, τον οποίο και παραθέτει αυτούσιο στην προσβαλλόμενη απόφαση του και αφετέρου τη συνομολόγηση σε βάρος της αγοράστριας ποινικής ρήτρας, δεχόμενο ότι και αυτή συμφωνήθηκε για την περίπτωση που η αγοράστρια δεν εμφανίζονταν στον συμβολαιογράφο για την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης.

Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., τους οποίους παραβίασε και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-7-2009 αίτηση του Δ. Λ., κατοίκου εν ζωή ... , για αναίρεση της υπ' αριθ. 1910/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον συνεχίζοντα τη δίκη κληρονόμο του αναιρεσείοντος Λ. Ν. στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ