Legislator Case Law & Legislation
714/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility of new claims not raised in first instance under Article 527 of Civil Procedure Code.

Case Number 714/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous fund management company's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court failed to declare inadmissible new claims regarding the conduct of the first defendant and contradictory reasoning. The court ruled that these claims constituted new factual assertions not raised during the first instance trial, violating the principle of procedural economy. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under Article 527 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Article 527 of the Code of Civil Procedure; Article 561 of the Code of Civil Procedure: New factual claims not raised in the first instance are inadmissible in the appeal unless specific exceptions apply, ensuring the finality of the initial trial.

Keywords

AI generated
Article 527 Civil Procedure Code inadmissibility of new claims appeal procedure limitations procedural economy principle fund management dispute contradictory reasoning evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 714 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 714/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" και με διακριτικό τίτλο "ΑΣΠΙΣ Α.Ε.Δ.Α.Κ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσιμπανούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) .......... και 2) .............., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χαρούλα Απαλαγάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9458/1999 μη οριστική, 16681/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1804/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Ιουλίου 2004 αίτησή της και τους από 18 Απριλίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 3 Μαΐου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στη διάταξη αυτή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σ' αυτήν εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Εν προκειμένω, με τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, πρώτο και δεύτερο (μέρος τρίτο) λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως και πρώτο και δεύτερο (μέρος τρίτο) λόγους του δικογράφου των προσθέτων λόγων, όπως αυτοί ορθά εκτιμώνται, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξεν απαράδεκτους τους ενώπιόν του το πρώτον με την έφεση προβληθέντες ισχυρισμούς, με τους οποίους οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να απορριφθεί η ένσταση από την ΑΚ 300 της αναιρεσείουσας, συνοψιζόμενοι στο ότι αυτοί, κατά τη συναλλαγή τους με τον πρώτο εναγόμενο, επέδειξαν τη δέουσα επιμέλεια, ήτοι εκείνη του μέσου συνετού ανθρώπου, αλλά τους έλαβε υπόψη και τους δέχθηκε, καίτοι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Οι ισχυρισμοί, όμως, αυτοί των αναιρεσιβλήτων, αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση του κατ' ουσίαν βασίμου της κατ' άρθρο 300 ΑΚ της αναιρεσείουσας και επομένως επιτρεπτώς προβλήθηκαν το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος τους που πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της ενστάσεως της αναιρεσείουσας από το άρθρο 300 Α.Κ. είναι απαράδεκτοι (ΚΠολΔ 561 παρ. 1).

Από τη βεβαίωση του Εφετείου στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη, και όλα όσα συνομολογούν αυτοί (διάδικοι), σε συνδυασμό με τις παραδοχές της ίδιας απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιόν του, ήτοι τις αιτήσεις συμμετοχής για την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων αυτής που είχαν υπογράψει οι αναιρεσίβλητοι και τα καταθετήρια των επίδικων ποσών στον τραπεζικό λογαριασμού του πρώτου εναγομένου (για όλα τα έγγραφα αυτά γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση στην προσβαλλομένη) καθώς και την περιεχόμενη στην αγωγή ομολογία των αναιρεσιβλήτων που είχε επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, περί του τρόπου και της διαδικασίας καταβολής των ένδικων ποσών, ήτοι ότι εν αγνοία τους, παραπλανηθέντες από τον πρώτο εναγόμενο, αυτοί είχαν προβεί σε χρηματικές καταβολές απ' ευθείας στον ατομικό τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε αυτός στην ΑΣΠΙΣ ΜΠΑΝΚ και ότι εκ των υστέρων πληροφορήθηκαν, κληθέντες από το Τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος της Διεύθυνσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, ότι ο πρώτος εναγόμενος, τα παραληφθέντα χρηματικά ποσά από τους υπαλλήλους της ASPIS BANK (κατάστημα της οδού ...........

στη Θεσσαλονίκη) τα ιδιοποιήθηκε εκμεταλλευόμενος το άνω γεγονός, ότι, δηλαδή, η κατάθεσή τους έγινε στον ατομικό του λογαριασμό, δοθέντος μάλιστα ότι το δικαστήριο της ουσίας την ομολογία αυτή έθεσε ως βάση των παραδοχών του. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτο μέρος τους, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη για μη λήψη υπόψη των άνω επικληθέντων και προσκομισθέντων εγγράφων και δικαστικής ομολογίας, είναι αβάσιμος.

Οι ίδιοι λόγοι, κατά το δεύτερο μέρος τους, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμώνται, υπό την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό (ένσταση) της αναιρεσείουσας από το άρθρο 300 ΑΚ, τον οποίο επανέφερε νομίμως με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της προς άμυνα κατά της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Τέλος, οι αυτοί λόγοι, κατά το νοηματικά τέταρτο μέρος τους, είναι απαράδεκτοι, διότι η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αορίστως πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλομένης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα πλήττει την απόφαση αυτή για κακή εκτίμηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, προβάλλοντας ότι, αν εκτιμούσε σωστά τις αποδείξεις θα έπρεπε να δεχθεί την ένστασή της από την ΑΚ 300 και να απορρίψει την αγωγή (ΚΠολΔ 561 παρ. 1).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και επί παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Επομένως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται από τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων ή εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο πρόσθετο λόγο (μέρος πρώτο) του δικογράφου των προσθέτων λόγων, όπως ορθώς εκτιμάται, επικαλούμενη τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, μέμφεται, την αναιρεσιβαλλομένη για κακή εκτίμηση των αναφερόμενων στο λόγο αυτό εγγράφων αποδείξεων και λανθασμένη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οφειλόμενη στην εκτιθέμενη παράβαση των μνημονευόμενων διδαγμάτων κοινής πείρας, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην κατ' ουσίαν απόρριψη της ενστάσεώς της περί γνώσεως από τους αναιρεσιβλήτους της από μέρους του πρώτου εναγόμενου κατάχρησης της πληρεξουσιότητάς του, άλλως περί υπαιτίου αγνοίας τούτων σχετικώς με την κατάχρηση αυτή. Σύμφωνα, όμως, με τα προαναφερόμενα, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού με τούτον παραπονείται η αναιρεσείουσα για παράβαση από την αναιρεσιβαλλομένη διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ελλείψεις, όμως, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη όσον αφορά την αιτιολογία της με βάση την οποία έκρινε απορριπτέα στην ουσία της την από το άρθρο 300 ΑΚ ένστασή της και συγκεκριμένα γιατί δεν δικαιολογεί την επανειλημμένη παράλειψη των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων να ελέγξουν, σύμφωνα και με τα αναγραφόμενα στις αιτήσεις συμμετοχής που είχαν υπογράψει, την ορθή αναγραφή του δικαιούχου του λογαριασμού στα καταθετήρια, αφού σε αυτά ανεγράφετο το όνομα του πρώτου εναγομένου και όχι εκείνο της αναιρεσείουσας και να επιβεβαιώσουν με τον τρόπο αυτό την προσήκουσα κατάθεση των επίδικων χρηματικών ποσών σε τραπεζικό λογαριασμό της αναιρεσείουσας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η αναιρεσιβαλλομένη αιτιολογεί επαρκώς και με την επιβαλλόμενη πληρότητα τη μη δυνατότητα των αναιρεσιβλήτων να προλάβουν ή να διαπιστώσουν εγκαίρως την παράνομη σε βάρος τους συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου, δεχόμενη, ειδικότερα τα εξής σε σχέση με τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό καταθετήρια:

Οι ενάγοντες μετέβησαν με τον πρώτο εναγόμενο (...........) στο ταμείο της συστεγαζόμενης με την ασφαλιστική ανώνυμη εταιρεία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ", τράπεζας ΑΣΠΙΣ ΜΠΑΝΚ και ανήκουσας στον ίδιο όμιλο με την δεύτερη εναγομένη (αναιρεσείουσα) στον οποίο ανήκει και η "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ", προκειμένου να τους εξυπηρετήσει αυτός (με τον οποίο ο πρώτος ενάγων είχε στενές οικογενειακές και φιλικές σχέσεις και τον είχε συστήσει στο δεύτερο τούτων) στην κατάθεση των χρημάτων και να μην καθυστερήσουν, όπως τους δήλωσε, γιατί γνώριζε τον Ταμία, όπου κατέθεσαν τα χρήματα και τους παραδόθηκε το αντίστοιχο δελτίο καταθέσεως.

Στα δελτία καταθέσεως αναγραφόταν ο λογαριασμός στον οποίο γινόταν η κατάθεση, ο κωδικός του πελάτη και στη συνέχεια οι ξενόγλωσσες λέξεις "SHORT NAME" και δίπλα σ' αυτές το ονοματεπώνυμο του .......... Οι ενάγοντες, καταθέτοντας τα χρηματικά ποσά στην προαναφερόμενη Τράπεζα, επέλεξαν, σχετικά με την κατάθεση των αναφερόμενων ποσών, τον τρόπο καταθέσεως που αναφέρεται στο έντυπο της αιτήσεως αποκτήσεως μεριδίων της δεύτερης εναγομένης (κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό της), δεν μπορούσαν δε να γνωρίζουν ότι, με τις παραπάνω ξενόγλωσσες λέξεις δίπλα στο όνομα του ........., προσδιοριζόταν ο κάτοχος του αριθμού του λογαριασμού, καθόσον ο συγκεκριμένος όρος είναι εξειδικευμένος τραπεζικός όρος που χρησιμοποιείται στα έντυπα ορισμένων τραπεζών και δεν είναι δυνατόν ο μέσος συνετός άνθρωπος που συναλλάσσεται με τις τράπεζες, όπως είναι και οι ενάγοντες, ο πρώτος των οποίων δηλώνει εισοδηματίας και ο δεύτερος ιδιωτικός υπάλληλος, να γνωρίζουν την προσδιδόμενη από τις τράπεζες σημασία στον όρο αυτό.

Εξάλλου, το γεγονός ότι κατέθεσαν τα χρηματικά ποσά σε τράπεζα που ανήκει στον ίδιο όμιλο με τη δεύτερη εναγομένη, συστεγάζεται με την ανήκουσα επίσης στον ίδιο όμιλο ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία απασχολείτο ο πρώτος εναγόμενος και στην οποία είχε αναθέσει η αναιρεσείουσα την ενημέρωση του επενδυτικού κοινού για τα αμοιβαία κεφάλαιά της και την ανεύρεση πελατών, προς διάθεση των προϊόντων της, μέσω των υπαλλήλων και συνεργατών της, καθιστούσε βέβαιη την πεποίθηση στους ενάγοντες ότι με την υπόδειξη της δεύτερης εναγομένης γινόταν η κατάθεση των χρημάτων με τον τρόπο που πραγματοποίησαν και αυτοί την κατάθεση και στο συγκεκριμένο λογαριασμό, καθόσον τους τραπεζικούς λογαριασμούς της αναιρεσείουσας γνώριζαν οι υπάλληλοι της Τράπεζας, με τους οποίους ενώπιον αυτών (εναγόντων) συνεννοείτο ο ..........

για την κανονικότητα κάθε κατάθεσης και, συνεπώς, δεν εδημιουργείτο πρόβλημα με την αναγραφή στο δελτίο κατάθεσης του ονόματος του συνεργάτη της που ήλθε σε επαφή με τον πελάτη, το οποίο ενδεχομένως αναγραφόταν για να υπολογισθεί στη συνέχεια η αμοιβή που δικαιούτο αυτός από αυτή την εργασία του, γιατί συνήθως σ' αυτές τις περιπτώσεις η αμοιβή των συνεργατών υπολογίζεται με ποσοστά επί της αξίας των πωλουμένων ονομαστικών μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων.

Περαιτέρω, στη συνέχεια η αναιρεσείουσα με τον ίδιο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη για αντιφατικές αιτιολογίες και συγκεκριμένα γιατί, ενώ δέχεται ότι ημερομηνίες των κρίσιμων καταβολών είναι οι ........, ........., ........., ........... και ......... για τον πρώτο ενάγοντα και η ........

για τον δεύτερο ενάγοντα και ότι ο χρόνος είσπραξης από τον πρώτο ενάγοντα (με καταβαλούσα την αναιρεσείουσα με δίγραμμη επιταγή) ποσού δρχ. 10.441.720 (μερίδιο από αμοιβαία κεφάλαια που έφερε εις πέρας ο πρώτος εναγόμενος) και επανεπενδύσεως εξ αυτού ποσού δρχ. 7.990.000 ήταν η ........., θεωρεί κρίσιμο το ύστερο αυτό γεγονός (της .......) για να δικαιολογήσει (και εξ αυτού) ότι ο πρώτος εναγόμενος ενεργούσε κανονικά ως προστηθείς στο πλαίσιο της συνεργασίας του με την αναιρεσείουσα όταν προέβαιναν στις ανωτέρω χρονικά προγενέστερες καταβολές.

Κατά τούτο, όμως, ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αλυσιτελής γιατί επισημαίνει αντιφάσεις (κατά την αναιρεσείουσα) της αναιρεσιβαλλομένης σε πλεοναστικές παραδοχές της σχετικά με τη συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου στις ........ (παράδοση από αυτόν στον πρώτο ενάγοντα δίγραμμης επιταγής εκδόσεως της αναιρεσείουσας στο όνομα του πρώτου ενάγοντος ποσού 10.441.720 δρχ.) στο πλαίσιο μιας αναλυτικής εκτιμήσεως των αποδείξεων, ενώ το αποδεικτικό πόρισμά της για την κατ' ουσίαν απόρριψη της ενστάσεως εκ του άρθρου 300 ΑΚ διατυπώνεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Τέλος, ο αυτός τρίτος πρόσθετος λόγος, κατά το μέρος του που πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, όσον αφορά την κατ' ουσίαν απόρριψη της ανωτέρω ενστάσεως, είναι απαράδεκτος (ΚΠολΔ 561 παρ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.7.2004 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" για αναίρεση της 1804/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ