Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding a non-proposed settlement claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Social Security Institute's appeal against a lower court ruling in a labor dispute. The appellant argued the second-instance court failed to consider a written fee agreement between the parties, but the court found no record of this claim being formally proposed during the trial. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible because the appellant did not properly invoke a non-considered fact that could have altered the case outcome.
Legislator headnote
AI generatedArticles 90 of the Lawyers Code and 80 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on non-consideration of a proposed fact is inadmissible if the fact was not formally and admissibly presented to the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 713 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 713/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ), ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Δημητρίου Κουκούλα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Μ. του Δ., δικηγόρου, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Παπάκου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών.
Εκδόθηκαν η 576/ 2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 244/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-10-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Στο άρθρο 90 του κώδικα περί δικηγόρων (ν. 4194/2013) αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στους δικηγορικούς συλλόγους ανήκει η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα.
Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού οι δικηγορικοί σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κυρία ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης ενώπιον κάθε δικαστηρίου.
Ακολούθως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "Αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν", η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη αμέσου εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η εις βάρος αυτού δημιουργία νομικής υποχρεώσεως.
Πρέπει, όμως, αυτά είτε να απειλούνται από το δεδικασμένο ή την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε να τίθενται σε διακινδύνευση από άλλες, αντανακλαστικές συνέπειες αυτής. Ως εκ τούτου, για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης δεν αρκεί το ότι σε δίκη, εκκρεμή μεταξύ άλλων, πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, επειδή υφίσταται ή ενδέχεται να ανακύψει σε άλλη δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτου, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει ευθέως, από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος, τα έννομα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 14/2008, ΑΠ 692/ 2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση δια δικογράφου ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών, του οποίου μέλος είναι η αναιρεσίβλητη. Η παρέμβαση αυτή ασκείται από ΝΠΔΔ, που έχει άμεσο έννομο συμφέρον να προασπίσει τα δικαιώματα των μελών του.
Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία.
2. Στο ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, ορίζονται τα εξής: Α) Στο άρθρο 92 παρ.1 "Τα της αμοιβής του δικηγόρου κανoνίζoνται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης, είτε μέρος ή κατ’ ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλης πάσης φύσεως νομικάς εργασίας, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εις τα άρθρα 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής.
Πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος, ανεξαρτήτως χρόνου συνάψεώς της". Β) Στο άρθρο 98 παρ.1 και 2 "Εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας το ελάχιστον ποσόν της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τας διατάξεις των επομένων άρθρων, αυξανόμενον κατά την κρίσιν του δικαστού ή του δικαστηρίου αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητος της διαφοράς, των ιδιαζoυσών περιστάσεων αυτής και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών.
Κατά τον προσδιορισμόν τούτον, η αποτίμησις εκάστης πράξεως και ενεργείας δεν δύναται να ορισθή υπό των δικαστηρίων και των δικαστικών αρχών κατωτέρα της εν τοις επομένοις άρθροις". Γ) Στο άρθρο 100 παρ.1 "Το ελάχιστον όριον της αμοιβής δια την σύνταξιν κύριας αγωγής ορίζεται εις ποσοστόν 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής [...]", παρ.4 "Εάν το αντικείμενον της αγωγής δεν δύναται φύσει ν’ αποτιμηθεί εις χρήμα [...], το όριο τούτον συνίσταται εις δραχμάς 20 δια τας ενώπιον του ειρηνοδικείου αγωγάς, δραχμάς 50 δια τας ενώπιον του πρωτοδικείου και δραχμάς 100 δια τας ενώπιον των λοιπών δικαστηρίων τοιαύτας".
Δ) Στο άρθρο 107 παρ.1 "Δια την σύνταξιν προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αμοιβής του μεν δικηγόρου του εναγομένου είναι ίσον προς το δια την σύνταξιν αγωγής κλπ οριζόμενον εν άρθροις 100 επ., του δε δικηγόρου του ενάγοντος είναι το ήμισυ αυτής. Πάντως, όμως, ουδέποτε είναι κατώτερο των δραχμών 20 δια τας ενώπιον του ειρηνοδικείου υποθέσεις και των δραχμών 50 δια τας ενώπιον του πρωτοδικείου τοιαύτας".
Ε) Στο άρθρο 109 "Δια παράστασιν προς συζήτησιν πάσης φύσεως υποθέσεως, πλην των ρητώς εν των παρόντι νόμω άλλως κανονιζομένων, ενώπιον του ειρηνοδικείου και του πρωτοδικείου το ελάχιστον όριον αμοιβής είναι δια μεν το ειρηνοδικείον δραχμαί 20, δια δε το πρωτοδικείον δραχμαί 40". Στ) Στο άρθρο 110 παρ.1 "Δια την σύνταξιν προτάσεων επί της πρώτης ενώπιον του εφετείου συζητήσεως πάσης υποθέσεως, το ελάχιστον όριον αμοιβής των δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων είναι το διπλάσιον του δια τον δικηγόρον του ενάγοντος ή του αιτούντος καθοριζομένου εν άρθρω 107 παρ.1 ορίου αμοιβής δια τας προτάσεις της πρώτης πρωτοδίκου συζητήσεως, δια δε την σύνταξιν προτάσεων εφ’ εκάστης των επομένων συζητήσεων είναι το διπλάσιον του εν άρθρω 107 παρ.2 ορίου, πάντως όμως κατ’ αμφοτέρας τας περιπτώσεις το όριον τούτο δεν δύναται να είναι κατώτερον των δραχμών 80".
Ζ) Στο άρθρο 111 "Δια παράστασιν προς συζήτησιν πάσης φύσεως υποθέσεων ενώπιον του εφετείου, το ελάχιστον όριον αμοιβής είναι δραχμαί 50. Η) Στο άρθρο 125 παρ.2 "Δια την σύνταξιν εφέσεως κατ’ αποφάσεως μεν του ειρηνοδικείου ή του ειρηνοδίκου το όριον τούτο είναι δραχμαί 20, κατ’ αποφάσεως δε του πρωτοδικείου [...] είναι δραχμαί 40".
Εξ άλλου, το άρθρο 7 παρ.2 του ν. 2753/1999 "Απλοποιήσεις και ελαφρύνσεις στη φορολογία εισοδήματος και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, ορίζει ότι "Για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων, για τη σύμπραξή τους σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, καθώς και για κάθε άλλη νομική υπηρεσία που παρέχουν αυτοί στον εντολέα τους καθορίζεται το μήνα Δεκέμβριο κάθε δεύτερου έτους, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από γνώμη της ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων της Ελλάδας, ελάχιστη αμοιβή, ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της χώρας".
Η ισχύς της παραπάνω διάταξης, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.12 του ν. 2873/2000, άρχισε από το έτος 2000, το οποίο και λογίσθηκε ως πρώτο έτος για την έναρξη της περιόδου που ορίζεται σε αυτή. Κατ’ εξουσιοδότηση του παραπάνω νόμου εκδόθηκε η ΚΥΑ 1117864/2297/Α0012/7-12-2007 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 2422 Β’ ), η οποία καθόρισε τα ελάχιστα όρια αμοιβών των δικηγόρων όλης της χώρας όχι μόνο για τις "παραστάσεις" ενώπιον των δικαστηρίων και τη σύμπραξή τους για εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, αλλά και για κάθε "νομική υπηρεσία", μεταξύ των οποίων και για τη σύνταξη δικογράφων που απευθύνονται στα πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια.
Με την παραπάνω διάταξη του ν. 2753/1999 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτής εκδιδόμενες υπουργικές αποφάσεις δεν καταργούνται ούτε τροποποιούνται οι παραπάνω περί αμοιβών διατάξεις του κώδικα δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), οι οποίες εξακολουθούν να εφαρμόζονται σε όλες τις περιπτώσεις νομικών υπηρεσιών γενικά, για τις οποίες δεν προεισπράττεται δικηγορική αμοιβή, καθώς και στις περιπτώσεις που τα καθοριζόμενα απ’ αυτόν ελάχιστα όρια αμοιβών δικηγόρων είναι ανώτερα απ’ αυτά που καθορίζονται από τις παραπάνω υπουργικές αποφάσεις.
3.Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 του α.ν. 1846/ 1951 (θεσμικός νόμος περί ΙΚΑ) ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 2113/1952, το ΙΚΑ απαλλάσσεται παντός δημοσίου, δημοτικού, κοινοτικού ή λιμενικού φόρου, αμέσου ή εμμέσου, παντός τέλους ταχυδρομικού ως και δικαστικού σε κάθε δίκη και απολαύει ανεξαιρέτως όλων των δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών ατελειών ή προνομίων, σαν να είναι το Δημόσιο.
Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του ν. 3210/1955 το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου, "επί τούτου δε ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται άπασαι αι δια το Δημόσιον εκάστοτε ισχύουσαι αντίστοιχοι διαδικαστικαί διατάξεις του Κώδικος περί δικών του Δημοσίου, της Πολιτικής και Ποινικής Δικονομίας", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.9 του ν. 1902/ 1990 το ΙΚΑ και οι λοιποί οργανισμοί αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων έχουν όλα τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια του Δημοσίου.
Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ.4 του ν. 2759/1998, οι διατάξεις των άρθρων 11 του κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου/ 10 Ιουλίου 1944 Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου και 22 παρ.4 του ν. 1868/1989 έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης, ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών.
Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 13 του ν.δ. 2698/ 1953 περί διοικήσεως του ΙΚΑ κλπ ορίζεται ότι: "Eις ά υποκαταστήματα, γραφεία ή παραρτήματα του ΙΚΑ δεν συσταθούν δικαστικά γραφεία ορίζεται δι’ αποφάσεως του διοικητού του ιδρύματος, μετά γνώμην του νομικού συμβούλου, είς δικηγόρος, εις ον ανατίθεται η ενώπιον των δικαστηρίων και δικαστικών αρχών εν γένει της έδρας του παράστασις και υπεράσπισις των συμφερόντων του ιδρύματος, επί πασών των δικαστικών υποθέσεων αυτού.
Επιτρέπεται όμως, συντρεχόντων εξαιρετικών λόγων, εξουσιοδότησις υπό του διοικητού, μετά γνώμην του νομικού συμβούλου, και ετέρου δικηγόρου ως προς ωρισμένην υπόθεσιν. Οι δικηγόροι ούτοι, φέροντες τον τίτλον δικηγόροι του ΙΚΑ, αμείβονται επί μηνιαία αντιμισθία oριζoμένη υπό του ΔΣ ή επί τη βάσει των κατωτάτων ορίων των αμοιβών δικηγόρων κατά τον δικηγορικόν κώδικα ή και κάτω αυτών κατόπιν ειδικής συμφωνίας.
Δεν δικαιούνται όμως αμοιβής δια τας παρεχομένας δικηγορικάς συμβoυλάς. Αι σχέσεις αύται διέπονται υπό του Αστικού Κώδικος". Και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 εδ. β’ του ν. 2556/1997 "Οι διοικητές των ασφαλιστικών οργανισμών ΙΚΑ και ΤΕΒΕ [...], μετά από σύμφωνη γνώμη των διοικητικών τους συμβουλίων, μπορούν να αναθέτουν κατά περίπτωση δικαστικές υποθέσεις ασφαλιστικής και οικονομικής φύσης σε ιδιώτες δικηγόρους για τη διεκπεραίωσή τους.
Η αμοιβή για τις παραπάνω περιπτώσεις καθορίζεται με απόφαση των διοικητικών τους συμβουλίων.
4. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων (αρ. 2 και 3) συνάγονται τα ακόλουθα: Α) Εάν έχει συμφωνηθεί ότι οι δικηγόροι του ΙΚΑ θα αμείβονται σύμφωνα με τα ελάχιστα όρια τα οποία ορίζει ο Κώδικας των Δικηγόρων, αμείβονται πλέον σύμφωνα με τα ελάχιστα όρια τα οποία καθορίζονται από την ως άνω ή την εκάστοτε ισχύουσα ΚΥΑ, η οποία εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.2 του ν. 2753/1999, εφόσον τα από αυτή καθοριζόμενα ελάχιστα όρια δικηγορικών αμοιβών είναι ανώτερα από τα αντίστοιχα ελάχιστα όρια που ορίζει ο Κώδικας των Δικηγόρων.
Η παραπομπή του ως άνω ν.δ. 2698/1953 στις διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων για την αμοιβή των δικηγόρων του ΙΚΑ έχει την έννοια ότι οι αμοιβές τους πρέπει να ρυθμίζονται σύμφωνα με τα εκάστοτε ισχύοντα ελάχιστα όρια δικηγορικών αμοιβών, που όρισε ο νομοθέτης στον ως άνω Κώδικα. Δεδομένου, όμως, ότι ο νομοθέτης του ως άνω νομοθετικού διατάγματος είχε υπόψη κατά τη σύνταξή του μόνο τις ρυθμίσεις του Κώδικα των Δικηγόρων, ως μόνο νομοθέτημα που ρύθμιζε τα ελάχιστα όρια των δικηγορικών αμοιβών, η παραπομπή του στις διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων δεν έχει την έννοια ότι αποκλείεται η εφαρμογή τυχόν νεότερων νόμων, όπως εν προκειμένω οι ΚΥΑ που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.2 του ν. 2753/1999, που καθορίζουν νέα ελάχιστα όρια δικηγορικών αμοιβών.
Και Β) Το ΙΚΑ, που είναι αυτοδιοικούμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, απολαύει μεν των αναφερομένων παραπάνω προνομίων του Δημοσίου, όσον αφορά, όμως, στην ανά υπόθεση καταβλητέα στους απασχολουμένους δικηγόρους του αμοιβή, δεν εξομοιώνεται με το Δημόσιο, αλλά υπάγεται το μεν στις ανωτέρω γενικές ρυθμίσεις και συγκεκριμένα στις διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων και στις εκδιδόμενες κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.2 του ν. 2753/1999 υπουργικές αποφάσεις, το δε στις ειδικές για το ΙΚΑ ρυθμίσεις όπως είναι η προβλεπόμενη από το άρθρο 19 παρ.1β’ του ν. 2556/1997.
Επομένως, η διάταξη του άρθρου 23 παρ.5 του π.δ. 282/1996 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.4 του ν. 2873/2000 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την ένδικη υπόθεση χρόνο παροχής των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης δικηγόρου), που ορίζει ότι η αμοιβή των δικηγόρων του Δημοσίου διέπεται από τις διατάξεις του ν.δ. 3026/1954 περί του Κώδικος των Δικηγόρων, όπως κάθε φορά ισχύουν και καθορίζεται στο διπλάσιο του ελάχιστου ορίου από εκείνο που προβλέπεται από αυτές για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια, ότι σε δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, για τις οποίες από διατάξεις του Κώδικα η αμοιβή ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της υπόθεσης, οι δικηγόροι του Δημοσίου αμείβονται με το διπλάσιο του ελάχιστου ορίου που ορίζεται με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ.4, 107 παρ.1 εδ. 2 και 110 παρ.1 του πιο πάνω Κώδικα στην πρώτη περίπτωση και από το άρθρο 161 παρ.4 στη δεύτερη περίπτωση και ότι οι αμοιβές αυτές μπορούν κατά την εκκαθάρισή τους είτε να μειωθούν μέχρι του ελάχιστου ορίου που προβλέπουν οι διατάξεις του παραπάνω Κώδικα, όταν πρόκειται για χειρισμό μεγάλου αριθμού ομοίων υποθέσεων ή όταν ο δικηγόρος του Δημοσίου δεν χειρίστηκε την υπόθεση με την προσήκουσα επιμέλεια, είτε να αυξηθούν μέχρι το τετραπλάσιο του ελάχιστου αυτού ορίου, όταν επιδείχθηκε από το δικηγόρο ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επιμέλεια, δεν εφαρμόζεται στις σχέσεις του ΙΚΑ με τους δικηγόρους αυτού, οι οποίες διέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων και τις εκδιδόμενες κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.2 του ν. 2753/1999 ΚΥΑ, σε συνδυασμό -κατά την προαναφερόμενη έννοια- με τις διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων (ΑΠ 318/2007, ΑΠ 920/2006).
5.Στην προκείμενη περίπτωση, το μονομελές πρωτοδικείο, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικηγόρος, αμειβόμενη ανά υπόθεση, εκτέλεσε κατ’ εντολή του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, με το οποίο δεν είχε καταρτιστεί γραπτή συμφωνία για την αμοιβή της, τις εκεί λεπτομερώς αναφερόμενες δικαστικές εργασίες, οι οποίες δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσείον.
Ότι για τις εργασίες αυτές δικαιούται την αμοιβή που καθορίζεται συνδυαστικά με την ως άνω ΚΥΑ 1117864/2297/ Α0012/7-12-2007 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και τις παραπάνω (βλ. αρ.2) διατάξεις του Κώδικος των Δικηγόρων και όχι με βάση τις ανωτέρω ειδικές για το Δημόσιο ρυθμίσεις του άρθρου 23 παρ.5 του π.δ. 282/1996, γιατί το ΙΚΑ δεν εξομοιώνεται με το Δημόσιο ως προς τον τρόπο αμοιβής των δικηγόρων που χρησιμοποιεί.
Κατόπιν αυτού, δέχθηκε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε υπολογίσει τις διαφορές μεταξύ αφ’ ενός των υπέρτερων, νόμιμων αμοιβών, τις οποίες δικαιούται η ενάγουσα για παρασχεθείσες νομικές υπηρεσίες προς το εναγόμενο κατά το ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 2010 έως 2012 και αφ’ ετέρου των μειωμένων αμοιβών που είχε λάβει για την ίδια αιτία, ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 6.728,70 ευρώ μαζί με τον αναλογούντα ΦΠΑ και απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της τότε εκκαλουμένης 576/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών.
Με την κρίση αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και με επαρκείς αιτιολογίες υπήγαγε σ’ αυτές τις ουσιαστικές του παραδοχές. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι οι αμοιβές της ενάγουσας θα έπρεπε να υπολογισθούν μειωμένες, όπως ισχύει και για τους δικηγόρους του Δημοσίου και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 560 αρ.1 και αρ.6 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
6.Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ως απαράδεκτο ή αβάσιμο (ΟλΑΠ 12/1997). Αυτό συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, δηλαδή τον απορρίπτει "εκ των πραγμάτων" κατ’ ουσίαν (ΑΠ 1721/2012).
Για να ιδρυθεί, όμως, ο λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει ο μεν ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, ο δε αναιρεσείων να επικαλείται την προβολή του. Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ότι μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης υπήρχε έγγραφη συμφωνία έμμισθης εντολής και προσδιορισμού της αμοιβής της κάτω του ύψους των νομίμων ορίων, η οποία καταρτίσθηκε με την ...10-10-2005 πράξη του διοικητή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και σε εκτέλεση της οποίας υπολόγισε και κατέβαλε προσηκόντως τις αμοιβές της ενάγουσας στο ύψος που αναφέρεται στην αγωγή, με αποτέλεσμα να μην οφείλει ουδεμία διαφορά σ’ αυτήν.
Ο εξεταζόμενος λόγος, όμως, είναι απαράδεκτος, διότι ούτε το αναιρεσείον επικαλείται παραδεκτή προβολή του ως άνω ισχυρισμού ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ούτε από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και δικόγραφο της έφεσης) προκύπτει κάτι τέτοιο.
7.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει, κατά παραδοχή και της πρόσθετης παρέμβασης, να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Το αναιρεσείον, ως ηττώμενο, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και του προσθέτως παρεμβαίνοντος κατά το σχετικό αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένη σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 και 3 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-10-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 244/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του προσθέτως παρεμβαίνοντος.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Φεβρουαρίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 17η Απριλίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ