Supreme Court dismisses appeal against arbitration award for non-technical dispute exceeding arbitration scope.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the First Instance Court's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued that the arbitration tribunal lacked jurisdiction over non-technical issues, but the court found the First Instance Court correctly ruled that the dispute involved complex technical matters requiring specialized knowledge. Consequently, the court held that the arbitration tribunal acted within its authority by resolving the technical aspects of the case.
Legislator headnote
AI generatedArt. 867 no. 4, 897 no. 4, 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure; An arbitration tribunal may not rule on non-technical disputes unless the parties have agreed to submit such matters to arbitration, and the court must annul the award if the tribunal exceeded its jurisdiction by deciding on non-technical issues.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 713 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 713/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στον ... και διατηρεί γραφείο στο ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κούρκουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στον Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσαυγή Σπανού και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/11/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 4476/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/4/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 2/11/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20/4/2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4476/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ( αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 897 αριθμ. 4 του ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενέργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία ή ο νόμος.
Επομένως, ακυρώσιμη είναι η απόφαση διαιτητών οι οποίοι προέβησαν σε επίλυση διαφοράς, που κατά το νόμο, αποκλείεται από τη δικαιοδοσία τους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 871 ΚΠολΔ, διαιτητές μπορούν να ορισθούν ένας ή περισσότεροι, καθώς και ολόκληρο δικαστήριο, αλλά δεν μπορούν να οριστούν διαιτητές οι ανίκανοι για δικαιοπραξία, όποιοι από καταδίκη έχουν στερηθεί την άσκηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων και τα νομικά πρόσωπα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 902 ΚΠολΔ, "στα επιμελητήρια, στα χρηματιστήρια αξιών και εμπορευμάτων και στις επαγγελματικές ενώσεις προσώπων οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου μπορούν, με προηγούμενη γνωμοδότηση του διοικητικού τους συμβουλίου, να οργανώνονται μόνιμες διαιτησίες, με διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του υπουργού της δικαιοσύνης και του υπουργού που έχει την εποπτεία του επιμελητηρίου, του χρηματιστηρίου ή της ένωσης", (παρ. 1). "Τα διατάγματα της παρ. 1 ορίζουν ποιες διαφορές μπορούν να υπαχθούν στη διαιτησία κάθε επιμελητηρίου, χρηματιστηρίου ή ένωσης, καθώς και τις λεπτομέρειες για την οργάνωση της διαιτησίας" (παρ. 2).
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, με τις οποίες οριοθετείται και ο κύκλος των προσώπων που μπορούν να οριστούν διαιτητές, σαφώς προκύπτει, αφενός μεν, ότι ο νόμος δεν απαιτεί να συντρέχουν στο πρόσωπο του διαιτητή ορισμένες ιδιότητες και αφετέρου, ότι επιτρεπτή είναι η επιλογή, ως διαιτητών, μόνο φυσικών προσώπων.
Έτσι, διαιτητές δεν μπορούν να οριστούν τα νομικά πρόσωπα, οποιαδήποτε και αν είναι η φύση τους. Όμως, κατ’ εξαίρεση, στα επιμελητήρια, στα χρηματιστήρια αξιών και εμπορευμάτων και στις επαγγελματικές ενώσεις προσώπων, οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μπορούν να οργανώνονται μόνιμες διαιτησίες, με διατάγματα που εκδίδονται κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 902 παρ. 1 ΚΠολΔ, τα οποία ορίζουν και ποιες διαφορές μπορούν να υπαχθούν στη διαιτησία καθενός από τα νομικά αυτά πρόσωπα.
Με βάση την πιο πάνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 902 ΚΠολΔ, εκδόθηκε το υπ’ αριθ. 723/1979 π.δ. "περί συστάσεως παρά τω Τεχνικώ Επιμελητηρίω της Ελλάδος μονίμου διαιτησίας", στο άρθρο 1 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: "Συνιστάται παρά τω τεχνικώ επιμελητηρίω της Ελλάδος (TEE) μόνιμος διαιτησία προς επίλυσιν τεχνικών διαφορών" (παρ. 1). "Ως τεχνικαί διαφοραί νοούνται αι πάσης φύσεως διαφοραί αι προερχόμεναι εκ συμβάσεων μελέτης, εκτελέσεως, συντηρήσεως, λειτουργίας ή πάσης ετέρας αναλόγου επεμβάσεως επί τεχνικών έργων, κατασκευών, εγκαταστάσεων και εν γένει επί θεμάτων εμπιπτόντων εις τας επιστημονικός γνώσεις ή εμπειρίας των μελών ..." (παρ. 2).
Επομένως, στη μόνιμη διαιτησία του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, μπορούν να υπάγονται προς επίλυση μόνο "τεχνικές διαφορές", με την προαναφερόμενη έννοια που το ίδιο το υπ’ αριθ. 723/1979 π.δ. ορίζει. Ο νομοθέτης υπήγαγε μόνο τις διαφορές αυτές στη μόνιμη διαιτησία ..., διότι απέβλεψε στις ειδικές επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις και εμπειρίες των μελών του.
Εξ’ αυτών έπεται ότι : α) ως τεχνικές διαφορές κατά την έννοια του νόμου, πρέπει να νοηθούν οι διαφορές, που ανακύπτουν από συμβάσεις έχουσες ως άμεσο αντικείμενο τεχνικά έργα, κατασκευές, εγκαταστάσεις ή θέματα εμπίπτοντα στις επιστημονικές γνώσεις ή εμπειρίες των μελών ... και όχι απλώς έμμεση σχέση με τέτοια έργα κλπ και 2) αποκλείεται η υπαγωγή στη διαιτησία αυτή άλλων διαφορών, που δεν είναι "τεχνικές", αφού αυτές κείνται πέραν της προαναφερόμενης εξουσιοδότησης, αλλά και πέραν της ρητής εξαιρετικής ρύθμισης του άρθρου 1 παρ. 2 του π.δ. 723/1979.
Τέτοιες άλλες (μη τεχνικές) προδήλως είναι και οι διαφορές, οι οποίες ανακύπτουν από σύμβαση εργολαβίας, αφορούν όμως στο έγκυρο ή μη της καταγγελίας της, την οφειλόμενη εξαιτίας αυτής αμοιβή του εργολάβου για το εκτελεσθέν έργο ή το ύψος της αποζημίωσης του εργοδότη για την παράνομη και αντισυμβατική καταγγελία της σύμβασης, τα τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά ή την κατάπτωση της εγγύησης καλής εκτέλεσης του έργου.
Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή το άμεσο αντικείμενο της σύμβασης είναι όχι η μελέτη, εκτέλεση, συντήρηση, λειτουργία ή κάθε άλλη ανάλογη επέμβαση επί τεχνικού έργου ή άλλο θέμα που εμπίπτει στις επιστημονικές γνώσεις ή εμπειρίες των μελών ..., αλλά τα άνω ζητήματα, η ορθή επίλυση των οποίων απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις της νομικής επιστήμης.
Επομένως, αν, με συμφωνία, υπαχθεί στη μόνιμη διαιτησία ... οποιαδήποτε άλλη διαφορά, που δεν είναι τεχνική, κατά την παραπάνω έννοια, η σχετική διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη, γιατί, οι διαιτητές που την εξέδωσαν, υπερέβησαν την εξουσία που τους έχει παράσχει ο νόμος. Τέλος, η προαναφερόμενη διάταξη, με την οποία θεσπίζεται η ακυρωσία των διαιτητικών αποφάσεων, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίασή της ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, δέχτηκε τα ακόλουθα: " Δυνάμει των από 26.01.1998 εγγράφων εργολαβικών συμβάσεων, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα, αφενός μεν την προκατασκευή, ανέγερση, αμμοβολή και βαφή των εξωτερικών σιδηροκατασκευών των δεξαμενών αποθηκεύσεως υγροποιημένου φυσικού αερίου, στη νήσο ..., αφετέρου δε την προκατασκευή, ανέγερση, αμμοβολή και βαφή των χαλύβδινων σωληνώσεων από μαύρο σιδηροσωλήνα του ίδιου ανωτέρω έργου.
Ως αμοιβή για την εκτέλεση των ανωτέρω έργων συμφωνήθηκαν αντίστοιχα τα ποσά των 170.000.000 δρχ., πλέον ΦΠΑ και 343.000.000 δρχ., πλέον ΦΠΑ. Τα ανωτέρω έργα, που αποτελούσαν τμήμα μεγαλύτερων έργων, είχε αναλάβει να εκτελέσει η εναγομένη, από τον κύριο εργολάβο του όλου έργου "...", ήτοι την κοινοπραξία με την επωνυμία "...
ΕΠΕ", στην οποία το είχε αναθέσει η .... Σύμφωνα με το άρθρο 14.3 των αναφερομένων εργολαβικών συμβάσεων, συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: "αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, οφείλουν να λύσουν με αμοιβαία κατανόηση τις τυχόν προκύπτουσες διαφορές, για κάθε θέμα σχετικό με το παρόν συμφωνητικό ή με την ερμηνεία των όρων αυτού.
Σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας, η τυχόν διαφορά θα επιλύεται οριστικά με διαιτησία ...". Περαιτέρω και ενώ η εκτέλεση των έργων προχωρούσε, η προαναφερθείσα κοινοπραξία, κατήγγειλε στις 7-7-1998 την υφιστάμενη σύμβαση, μεταξύ αυτής και της εναγομένης. Μετά την κατά τα ανωτέρω καταγγελία ανέκυψαν προβλήματα μεταξύ των διαδίκων.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία σε σχέση με την εκπλήρωση των μεταξύ τους συμβάσεων, με συνέπεια να αναγκαστεί, αφού έταξε στην εναγομένη προθεσμία για την εκπλήρωση, που παρήλθε άπρακτη, να υπαναχωρήσει της συμβάσεως, η δε εναγομένη ισχυρίζεται ότι η ίδια δήλωσε στην ενάγουσα ότι ανεξάρτητα από τις σχέσεις αυτής με την εν λόγω κοινοπραξία, αυτή (ενάγουσα) θα έπρεπε να συνεχίσει το έργο, να προβούν στη συνέχεια στις απαιτούμενες μετρήσεις και να της παραδώσει τα επεξεργασμένα υλικά, πλην όμως η ενάγουσα δεν συνέχισε την επεξεργασία των παραδοθέντων σ’ αυτή υλικών, με συνέπεια την ζημιά της.
Η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την με αρ. καταθ. .../1999 αγωγή της, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ως αμοιβή για την εκτέλεση του έργου το ποσό των 181.091.025 δρχ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 1436/2001 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία δεχθείσα την υποβληθείσα από την εναγομένη ένσταση περί της υπαγωγής της επιδίκου διαφοράς σε διαιτησία, με βάση τον προαναφερθέντα όρο των επιδίκων συμβάσεων, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή αυτή στη διαιτησία.
Στη συνέχεια οι διάδικοι, υπέβαλαν αιτήσεις προς τη Μόνιμη Διαιτησία ..., για την επίλυση των μεταξύ τους διαφορών. Ειδικότερα η ενάγουσα υπέβαλε την με αρ. Πρωτ. ...9-1-2004 αίτησή της προς το ΤΕΕ, με την οποία και κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα σ’ αυτή, ισχυρίστηκε ότι εκτέλεσε για λογαριασμό της εναγομένης έργο συνολικής αξίας 357.591.025 δρχ., μετά δε τις επιμέρους καταβολές της εναγομένης, απομένει ανεξόφλητο υπόλοιπο αμοιβής 181.091.025 δρχ., ή 531.448 ευρώ, την επιδίκαση του οποίου και ζήτησε, με τον νόμιμο τόκο.
Η δε εναγομένη υπέβαλε την με αρ. πρωτ. .../24-2-03 αίτησή της προς το ΤΕΕ, με την οποία και κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα σ’ αυτή, ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα παράνομα και αντισυμβατικά κατήγγειλε τις μεταξύ τους συμβάσεις, με αποτέλεσμα αυτή (εναγομένη) να ζημιωθεί από την απώλεια του κέρδους, το οποίο συνίστατο σε ποσοστό 18% επί του συμβατικού οικονομικού αντικειμένου των δύο συμβάσεων, ύψος 270.990 ευρώ, την επιδίκαση του οποίου και ζήτησε, νομιμότοκα.
Επιπλέον δε ζήτησε να της καταβάλει η ενάγουσα το ποσό των 189.288 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, τέλος δε ζήτησε να της καταβάλει η ενάγουσα, λόγω της αντισυμβατικής ανωτέρω συμπεριφοράς της το ποσό των 150.550 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, που είχε συμφωνηθεί ως εγγύηση καλής εκτέλεσης του έργου.
Το Διαιτητικό Δικαστήριο, που συστήθηκε κατά τις διατάξεις του ΠΔ 723/1979, παρά την υποβληθείσα από την ήδη ενάγουσα ένσταση περί αναρμοδιότητας του, εκδίκασε τις ως άνω αιτήσεις και δέχτηκε αυτές κατά ένα μέρος, υποχρεώνοντας, αφενός μεν την ενάγουσα να καταβάλει στην εναγομένη το ποσό των 146.888,81 ευρώ, αφετέρου δε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα, το ποσό των 9.962,54 ευρώ.
Από το όλο περιεχόμενο των ως άνω αιτήσεων το σκεπτικό και διατακτικό της υπ’ αρ. 30/2011 Διαιτητικής απόφασης είναι προφανές ότι η εν λόγω ιδιωτική διαφορά, που εισήχθη ενώπιον του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου, κατ’ επίκληση του άρθρου 14 των εργολαβικών συμβάσεων, δεν έχει το χαρακτήρα της "τεχνικής διαφοράς" , όπως η έννοια αυτής ορίζεται στην προαναφερθείσα παρ. 2 του άρθρου 1 του ΠΔ 723/1979, δεδομένου ότι τα ζητήματα, όπως εκτίθενται στις άνω αιτήσεις και κρίθηκαν από το Διαιτητικό Δικαστήριο, δεν εμπίπτουν στις επιστημονικές γνώσεις και εμπειρίες των μελών ....
Ειδικότερα, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, δεν συνιστά τεχνική διαφορά η καταγγελία της επιδίκου συμβάσεως και η οφειλόμενη εξ αιτίας αυτής αμοιβή για το εκτελεσθέν από την ενάγουσα έργο, ή το ύψος της αποζημιώσεως για την παράνομη και αντισυμβατική καταγγελία των συμβάσεων εκ μέρους της ενάγουσας που ζητεί η εναγομένη, ούτε τέλος τα αχρεωστήτως οφειλόμενα ποσά ή η κατάπτωση της εγγυήσεως καλής εκτέλεσης του έργου.
Αντίθετα τα ανωτέρω, ήτοι το έγκυρο ή μη της καταγγελίας, η οφειλόμενη αμοιβή της εργολάβου ενάγουσας, το ύψος της αποζημιώσεως της εναγομένης, τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά και η κατάπτωση της συμφωνηθείσης εγγυήσεως καλής εκτέλεσης του έργου, συνιστούν ζητήματα η ορθή επίλυση των οποίων απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις της νομικής επιστήμης..." Με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την αγωγή και ακύρωσε τη διαιτητική απόφαση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις παραδοχές του η διαφορά που επέλυσαν τα μέλη του Διαιτητικού Δικαστηρίου ... δεν ήταν τεχνική, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 867 αριθ. 4 του ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 867, 897 παρ.4 ΚΠολΔ και του άρθρου 1 του π.δ. 723/1979, ισχυριζόμενη ειδικότερα, ότι η ένδικη διαφορά και εάν ακόμη .
επρόκειτο περί μη τεχνικών διαφορών μπορούσε να αχθεί ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου ..., με βάση τη συμφωνία τους, ως προϊόν ελεύθερης βούλησης, περί υπαγωγής γενικώς σε διαιτησία, κατ’ άρθρο 867 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, είναι ομοίως αβάσιμος, διότι η διαφορά αυτή μπορούσε μεν να υπαχθεί με συμφωνία των μερών σε διαιτησία γενικώς, όχι όμως ενώπιον της μόνιμης διαιτησίας ..., όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, καθώς αυτή (διαφορά) εκφεύγει του αντικειμένου των τεχνικών διαφορών, για τις οποίες και μόνο αναγνωρίζεται στη μόνιμη αυτή διαιτησία δικαιοδοσία από το νόμο.
Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ.
…2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-4-2014 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ... Α.Ε ‘ ‘ που εδρεύει στον ‘ ... για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4476/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαϊου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ