Legislator Case Law & Legislation
713/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right and procedural violation grounds regarding property inheritance case.

Case Number 713/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding a property inheritance dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documentary evidence proving the transfer of three properties from a great-grandfather to the father. The court rejected this claim, stating that the lower court explicitly acknowledged all submitted documents and evaluated them in its reasoning. Consequently, the appeal was found baseless, the appeal fee was forfeited, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 A.C.; Art. 559(1) C.P.C.: The exercise of a right is prohibited if it clearly exceeds the limits imposed by good faith, social ethics, or the social/economic purpose of the right; an appeal based on the violation of a substantive law rule is admissible only if the court of first instance required more or fewer elements than the rule demands or applied a different meaning to the rule.

Keywords

AI generated
abuse of right good faith limits substantive law violation evidence evaluation appeal dismissal legal costs inheritance property

Cited Legislation

AI generated
Art. 281 A.C.
ac
Art. 559(1) C.P.C.
Art. 340 C.P.C.
Art. 495(4) C.P.C.
Art. 176 C.P.C.
Art. 183 C.P.C.
Art. 191(2) C.P.C.

Cited Case Law

AI generated
O.A.P. 17/1995
O.A.P. 7/2002
O.A.P. 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 713 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 713/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Στελιάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων:1. Α. χήρας Σ. Π. και 2. Γ. Π. του Σ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευάγγελο Κουρή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε από την ασκούσα την γονική μέριμνα μητέρα του, μη μετέχουσα στην παρούσα δίκη, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5129/2013 του ιδίου Δικαστηρίου και 1890/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 8-3-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ., "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή και των δικαιοπαρόχων του ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.

Α.Π. 17/1995, Ολ. Α.Π. 7/2002). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

Α.Π. 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το τρίτο και τέταρτο μέρος του, λόγους αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η από 8-12-2009 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του 3/16 εξ αδιαιρέτου επί των κληρονομιαίων ακινήτων του αποβιώσαντος στις 21-12-2007 Σ.

Π. του Μ., παππού του και πατέρα του προαποβιώσαντος στις 23-1-1998 πατέρα του Μ. Π. του Σ., και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι είναι, μαζί μ' αυτόν (αναιρεσείοντα), αναγκαίοι κληρονόμοι, να του αποδώσουν αυτά κατά το ως άνω ποσοστό, αποβαλλομένων αυτών κατά τούτο, ήταν απορριπτέα κατ' ουσία, ως ασκηθείσα κατά κατάχρηση δικαιώματος, υπέπεσε στην πλημμέλεια, που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, εκ του ότι παραβίασε α) ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

καθώς και εκείνες των άρθρων 1825, 1827, 1829, 1831, 1832 και 1833 του ίδιου Κώδικα και β) εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 496, 498 και 369 Α.Κ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, έκανε δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:"Ο Σ.

Π., πατέρας του προαποβιώσαντος υιού του Μ. Π., παππούς του ενάγοντος Σ. Π., υιού του ως άνω προαποβιώσαντος υιού του, σύζυγος της πρώτης εναγομένης και πατέρας του δευτέρου εναγομένου, απεβίωσε στις 21-12-2007 στην Αθήνα και όσο ζούσε ήταν κάτοικος ..., κατέλειπε δε ως εγγυτέρους συγγενείς του τους διαδίκους. Με την από 4-9-2007 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με τα …/19-9-2008 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κύρια με την …/2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, ο ως άνω διαθέτης άφησε την επικαρπία των κάτωθι ακινήτων στη σύζυγο του - πρώτη εναγομένη και τη ψιλή κυριότητα αυτών στον υιό του-δεύτερο εναγόμενο, ήτοι, 1) ενός οικοπέδου αρτίου και οικοδομήσιμου, εκτάσεως 180τμ, και βάσει νεότερης καταμέτρησης 326τμ, που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου ...

και συνορεύει ανατολικά με την οδό Β. Κ. επί προσόψεως 10 μ., δυτικά επί ομοίας πλευράς με υπόλοιπο ακίνητο ιδιοκτησίας της μητέρας του Α. Μ., βόρεια επί προσόψεως 18μ. με δίοδο πλάτους 4μ. και νότια με υπόλοιπο ακίνητο της αυτής πωλήτριας επί πλευράς 18μ. Εντός του οικοπέδου υπάρχει μικρή ισόγεια οικία εμβαδού 100 τ.μ.

Η αξία του ακινήτου αυτού κατά το χρόνο του θανάτου του διαθέτη ανερχόταν σε 170.000 ευρώ. 2) ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 1.831,37 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Λ." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου, εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α στο από Σεπτεμβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα-μηχανικού Ν.

Γ., έχει πλευρά Α-Β μήκους 31,7μ, πλευρά Β-Γ μήκους 67,98μ, πλευρά Γ-Δ μήκους 35,46μ, πλευρά Δ-Ε μήκους 25,12μ, πλευρά Ε-Α μήκους 24,19μ. Επ' αυτού υπάρχει διώροφη οικοδομή εμβαδού 746,85 τ.μ., καθενός ορόφου, για την οποία έχει εκδοθεί η 886/2009 άδεια κατεδάφισης του αρμοδίου Πολεοδομικού Γραφείου. Η αξία του ακινήτου κατά τον χρόνο θανάτου του διαθέτη ανερχόταν σε 150.000 ευρώ. 3)ενός αγρού εκτάσεως 1000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Λ." εκτός σχεδίου και ζώνης της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ...

και συνορεύει ανατολικά με συνεταιρισμό "Ά.", δυτικά με ιδιοκτησία πρώην Σ. Μ. και ήδη αγνώστου και νότια με δρόμο προς .... Η αξία του ακινήτου κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη ανερχόταν σε 250.000 ευρώ. 4) Ενός οικοπέδου εμβαδού 554,45 και κατά νεότερη καταμέτρηση 315,05 τ.μ., που βρίσκεται στην οδό Β. Κ. αριθ. 79 και ήδη Γ.

Λ.. Στο οικόπεδο αυτό είχε κτιστεί κατάστημα 38,90 τ.μ. Ήδη σήμερα εντός του οικοπέδου έχει κατασκευαστεί τριώροφη πολυκατοικία, που έχει πρόσωπο στην οδό Γ. Λ.. Στο ισόγειο της πολυκατοικίας βρίσκεται χώρος καταστήματος και κλειστός χώρος στάθμευσης. Ο πρώτος, δεύτερος και τρίτος όροφος αποτελούνται από οροφοδιαμερίσματα.

Στο δώμα της πολυκατοικίας εντοπίζεται η απόληξη του κλιμακοστασίου. Η πολυκατοικία βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση και είναι καινούργιας κατασκευής. Η αξία του ισογείου καταστήματος εμβαδού 38,06 τ.μ. ανερχόταν κατά το χρόνο του θανάτου του διαθέτη σε 60.000 ευρώ. Η αξία της θέσης στάθμευσης εμβαδού 164,14 τ.μ.

κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο ανερχόταν σε 42.000 ευρώ. Η αξία του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου εμβαδού 224,96 τ.μ., κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ανερχόταν σε 299.000 ευρώ. Η αξία του διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου εμβαδού 224,96 τ.μ. ανερχόταν κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο σε 320.000 ευρώ. Η αξία του διαμερίσματος του τρίτου ορόφου εμβαδού 117,68 τ.μ.

ανερχόταν κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο σε 275.000 ευρώ. 5) ενός οικοπέδου εμβαδού 652,51 τ.μ. και με νεότερη καταμέτρηση 629,47 τ.μ., άρτιου και οικοδομήσιμου, που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου ..., στο ΟΤ 19 επί της οδού Β. Κ. και εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Α στο από Απριλίου 1978 σχεδιάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Β.

Α. και συνορεύει βορειοανατολικά εν μέρει επί πλευράς Α-Β μήκους 9,60μ. με την οδό Β. Κ., εν μέρει επί πλευράς Δ-Γ μήκους 16,45μ. και εν μέρει επί πλευράς Ε-Ζ μήκους 4,65μ με ιδιοκτησία του ιδίου, νοτιοανατολικά επί πλευράς Α-Θ μήκους 31,85 μ. με ιδιοκτησίες Κ. Π., και Δ. Π., νοτιοδυτικά επί πλευράς Η-Θ μήκους 31,85 μ. με ιδιοκτησίες Ν.

Π. και Γ. Π. και βορειοδυτικά εν μέρει επί πλευράς Η-Ζ μήκους 14,80μ. με ιδιοκτησία Χ. συζ. Γ. Κ. και εν μέρει επί πλευράς Ε-Δ μήκους 2μ. και επί πλευράς Γ-Δ μήκους 17,60 μ. με το ανωτέρω περιγραφόμενο οικόπεδο (αριθ. 4) του ιδίου καθώς και των παρακάτω ανεγερθέντων επί μέρους των παραπάνω οικοπέδων 554,45 τ.μ. οριζοντίων ιδιοκτησιών α)του ισογείου καταστήματος 38,90 τ.μ., β)ενός ισογείου γκαράζ εμβαδού 140 τ.μ., γ) δύο διαμερισμάτων στον πρώτο όροφο εμβαδού 115τ.μ.

καθένα και συνολικά 230τ.μ., δ) δύο διαμερισμάτων στο δεύτερο όροφο, εμβαδού 115τ.μ. καθένα και συνολικά 230 τ.μ. και ε) ενός διαμερίσματος στον τρίτο όροφο εμβαδού 191τ.μ. Στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται ότι σήμερα εντός του ως άνω οικοπέδου εντοπίζονται μόνον ισόγειες κατασκευές, οι οποίες παρουσιάζουν ερειπωμένη μορφή.

Από τις κατασκευές αυτές μόνο η μία έχει πρόσοψη στο δρόμο ενώ οι υπόλοιπες βρίσκονται στο νοτιοανατολικό τμήμα του οικοπέδου και η πρόσβαση γίνεται από το γκαράζ της υφισταμένης στο οικόπεδο πολυκατοικίας. Η οικοδομή που έχει πρόσωπο στο δρόμο δεν έχει άδεια οικοδομής και στο πίσω μέρος της εφαπτόμενα κατασκευάστηκε επέκταση αυτής, η οποία σήμερα δεν είναι προσβάσιμη.

Η οικοδομή παρουσιάζει εγκαταλειμμένο χαρακτήρα, οι εσωτερικοί τοίχοι παρουσιάζουν χρωματικές και κατασκευαστικές ασυνέχειες και δεν έχει κουφώματα. Τα ισόγεια κτίρια του νοτιοανατολικού τμήματος του οικοπέδου φαίνεται να είχαν χρήση ως αποθήκες ενώ αυτό της πρόσοψης χρησιμοποιείτο ως αρτοποιείο, η κατασκευή του οποίου δεν είναι με σκελετό από οπλισμένο σκυρόδεμα αλλά από οπτόπλινθους.

Στα υπόλοιπα κτίρια η κατασκευή χαρακτηρίζεται πρόχειρη (τόσο ο σκελετός όσο και οι τοίχοι είναι κατασκευασμένοι από ωμόπλινθους, πλίθρες και ευτελή υλικά, ενώ κανένα δεν έχει κουφώματα. Η αξία του ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του διαθέτη ανερχόταν σε 170.000 ευρώ. 6) Ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στη θέση Κ.

του δήμου ... επί της οδού ..., εκτός σχεδίου, αλλά εντός οικιστικής ζώνης, έχει έκταση 310 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 322.48 τ.μ. Ανατολικά γειτνιάζει με πρώην ιδιοκτησία Μ. Β. και νυν μαντρότοιχο εργοστασίου επί πλευράς 22,57μ. και με ιδιοκτησία αγνώστου επί πλευράς 22,03 μ. Το δυτικό του όριο υλοποιείται από συρματοπερίφραξη μήκους 37,80 μ., η οποία χωρίζει το εν λόγω ακίνητο από την ιδιοκτησία κληρονόμων Τ..

Το βόρειο και νότιο όριο αυτού δεν υλοποιούνται επί του εδάφους με τεχνητή κατασκευή. Στο εσωτερικό της έκτασης δεν εντοπίζεται καμία καλλιέργεια και δεν υπάρχει καμία τεχνική κατασκευή, αντίθετα αποτελεί μέρος υφιστάμενου χωματόδρομου που εξυπηρετεί όμορες ιδιοκτησίες. Το οικόπεδο είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και εκτός από καλλιέργεια δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάτι άλλο.

Μοναδικός ενδιαφερόμενος αγοραστής θα μπορούσε να είναι κάποιος γείτονας που επιθυμεί να διευρύνει την ιδιοκτησία του ή κάποιος που θεωρεί ότι η περιοχή θα ενταχθεί σε σχέδιο πόλης για να οικοδομήσει. Η αξία του ακινήτου αυτού κατά το χρόνο του θανάτου του διαθέτη ανερχόταν σε 5000 ευρώ. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η αξία της κληρονομιαίας περιουσίας ανέρχεται σε 1.421.000 ευρώ ήτοι (170.000 + 150.000 + 250.000 + 60.000 + 42.000 + 299.000 +275.000 +170.000 + 5.000), η δε νόμιμη μοίρα του ενάγοντος ανέρχεται σε 266.437,50 ευρώ, ήτοι (1.421.000 ευρώ Χ 3/16).

Πρέπει να σημειωθεί ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν συνυπολόγισε στην αξία της κληρονομιαίας περιουσίας την αξία του προαναφερομένου διαμερίσματος 320.000 ευρώ αλλά ούτε το παρόν Δικαστήριο μπορεί να συνυπολογίσει το ανωτέρω ποσό ελλείψει λόγου έφεσης. Από το ποσό αυτό δεν θα αφαιρεθεί η αξία του ακινήτου που κατέλειπε στον ενάγοντα ο παππούς του, ούτε τα έξοδα κηδείας και λοιπά έξοδα λόγω ελλείψεως σχετικού αιτήματος.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια δεν έσφαλε αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο διαθέτης στην ως άνω διαθήκη του αναφέρει τα εξής για τον έγγονό του -ενάγοντα- "δεν επιθυμώ να πάρει οτιδήποτε άλλο διότι έχει κληρονομήσει τα 3/4 εξ αδιαιρέτου της ακίνητης περιουσίας του πατέρα του Μ.

Π., στον οποίο (υιόν μου) η ακίνητη αυτή περιουσία είχε περιέλθει από τον πατέρα μου και παππού του Μ. Π. του Σ. με δική μου υπόδειξη και προκειμένου να μην γίνονται διπλές μεταβιβάσεις, άρα όλη η ακίνητη και κινητή περιουσία του προαποβιώσαντος υιού μου ήτανε περιουσία δική μου, που την μεταβίβασε απευθείας ο παππούς του και πατέρας μου Μ.

Π.". Ο μάρτυρας των εναγομένων Κ. Χ., μεσίτης, στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με πειστικότητα και σαφήνεια κατέθεσε ότι στις αρβανίτικες οικογένειες υπάρχει το έθιμο της διαδοχής της περιουσίας. Το 1984-1985 όταν είχε ενηλικιωθεί ο πατέρας του ενάγοντος Μ. Π. έγινε οικογενειακό συμβούλιο και ο πατέρας του Σ.

Π. ζήτησε από τον πατέρα του Μ. Π. να δοθούν απευθείας στον υιό του συγκεκριμένα τρία ακίνητα, τα οποία θα έπαιρνε αυτός (παππούς του ενάγοντος), αφού είχαν προικιστεί οι αδελφές του. Τα ακίνητα που μεταβιβάστηκαν λόγω δωρεάς στον πατέρα του ενάγοντος από τον Μ. Π. είναι τα εξής: 1) Ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο εμβαδού 230 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο ...

στο 440Τ, στη συμβολή των οδών ... και ..., εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από Μαΐου 1984 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Γ. Ξ. και συνορεύει βόρεια σε πλευρά Γ-Δ μήκους 23,60 μ. με γειτονική ιδιοκτησία αγνώστου, νότια σε πρόσοψη Α-Β μήκους 27,50 μ. με τη συμβολή των οδών ... και ..., ανατολικά πρόσοψη Β-Γ μήκους 6 μ.

με την εγκεκριμένη Λεωφόρο ... και δυτικά σε πλευρά Δ-Α μήκους 15,20 μ. με ιδιοκτησία Γ. Λ.. Έχει συντελεστή δόμησης 1,6 και μπορεί να οικοδομηθεί για επαγγελματική στέγη. Η αξία του ανέρχεται σε 460.000 ευρώ τα δε 3/4 εξ αδιαιρέτου αυτού αξίζουν 345.000 ευρώ, ήτοι (460.000 Χ 3/4 ). Το εν λόγω ακίνητο αναφέρεται στην 1/2005 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου ...

Β. Χ., με την οποία ο ενάγων και η μητέρα του αποδέχθηκαν την κληρονομία του πατέρα και συζύγου αντίστοιχα Μ. Π.. 2) Ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, εμβαδού 397 τ.μ., εντός του οποίου υπάρχει ισόγεια οικοδομή εμβαδού 110 τ.μ. , με υπόγειο και βοηθητικά κτίσματα, που βρίσκεται στο Δήμο ... στο 200Τ στη διασταύρωση των οδών Γ.

Λ. αριθ. 62 και άλλης ανώνυμης εγκεκριμένης δημοτικής οδού, εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από 5-9-1985 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος-μηχανικού Σ. Φ.-Ν. και συνορεύει δυτικά σε πρόσοψη Α-Β μήκους 17,50 μ. με την εγκεκριμένη οδό Γ. Λ., νότια σε πρόσοψη Β-Γ μήκους 25,10μ με ανώνυμη εγκεκριμένη δημοτική οδό, ανατολικά εν μέρει σε πλευρά Γ-Δ μήκους 14,85 μ.

με ιδιοκτησία Δ. Α. και εν μέρει σε πλευρά Ε-Ζ μήκους 0,50 μ. με ιδιοκτησία Μ. Π. και βόρεια σε πλευρά Δ¬Ε μήκους 1,50 μ. και σε πλευρά Α-Ζ μήκους 24 μ. με ιδιοκτησία Μ. Π.. Έχει συντελεστή δόμησης 1,6 και μπορεί να οικοδομηθεί για επαγγελματική στέγη. Η αξία του οικοπέδου ανέρχεται σε 397.000 ευρώ, των κυρίως κτισμάτων σε 66.000 ευρώ και των βοηθητικών χώρων σε 30.000 ευρώ.

Το σύνολο της αξίας του ακινήτου ανέρχεται σε 493.000 ευρώ, τα δε 3/4 αυτού αξίζουν 369.750 ευρώ ήτοι (493.000 X 3/4 ). Το ακίνητο αυτό περιγράφεται στην 1/2005 Πράξη κληρονομίας της συμβολαιογράφου ... Β. Χ.. 3) Ένα οικόπεδο εμβαδού 1.615 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Δ." του Δήμου ..., εκτός σχεδίου πόλεως αλλά εντός ζώνης, εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από 5-9-1985 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος-Μηχανικού Σ.

Φ.-Ν. και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά Α-Β μήκους 86 μ. με αγροτική οδό προϋφισταμένη του ν. 651/1977, ονομαζόμενη Α., νότια σε πλευρά Β-Γ μήκους 14,20 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου και σε πλευρά Δ-Ε μήκους 5 μ. με ιδιοκτησία Φ. χας Σ. Λ., δυτικά σε πλευρά Γ-Δ μήκους 41,40μ. και σε πλευρά Ε-Ζ μήκους 43,50μ με ιδιοκτησία Φ. χας Σ. Λ.

και βόρεια σε πλευρά Α-Ζ μήκους 23,20 μ. με αγροτική οδό προϋφισταμένη του ν.651/1977, ονομαζόμενη Π.. Έχει συντελεστή δόμησης 0,80 και μπορεί να οικοδομηθεί για κατοικία. Η αξία του ανέρχεται σε 888.250 ευρώ, τα δε 3/4 εξ αδιαιρέτου αυτού αξίζουν 666.190 ευρώ. Το ακίνητο αυτό περιγράφεται στην 95/1999 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.

Δ., με την οποίαν ο ενάγων και η μητέρα του αποδέχθηκαν την κληρονομία του Μ. Π.. Η συνολική αξία των ανωτέρω ακινήτων κατά το ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχεί στον ενάγοντα, ανέρχεται στο ποσό των 1.380.940 ευρώ, ήτοι (345.000 + 369.750 +666.190). Τα ανωτέρω ακίνητα αποτέλεσαν κληρονομιαία περιουσία του αποβιώσαντος πατέρα του ενάγοντος Μ.

Π., την οποία αυτός αποδέχθηκε με τις προαναφερόμενες δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας. Τα εν λόγω ακίνητα που δωρήθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, στον πατέρα του ενάγοντος από τον παππού του Μ. Π. και τώρα κληρονομουμένου παππού του ενάγοντος και τα οποία θα αποτελούσαν κληρονομιαία περιουσία του παππού του (ενάγοντος), υπερκαλύπτουν το ποσό της νόμιμης μοίρας του και η αξίωσή του, την οποία ασκεί με την κρινόμενη αγωγή προκειμένου να λάβει την νόμιμη μοίρα του από την κληρονομία του παππού του είναι καταχρηστική, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, καθόσον υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και θα δημιουργήσει αφόρητες οικονομικές συνέπειες στους εναγομένους".

Ενόψει των παραδοχών αυτών, το Εφετείο έκρινε νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, διότι δέχθηκε ότι η υπό τις περιστάσεις αυτές ασκηθείσα ως άνω αγωγή υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα με το άρθρο 281 Α.Κ. όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του ασκούμενου μ' αυτή δικαιώματος προς λήψη της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος - αναιρεσείοντος από την κληρονομία του παππού του.

Για το λόγο αυτόν το Εφετείο έκρινε απορριπτέα κατ' ουσία την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη και ακολούθως δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της νόμιμης μοίρας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., δεδομένου ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, αφού πράγματι τα περιστατικά που προπαρατέθηκαν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με συνέπεια ο ισχυρισμός με τον οποίο αυτά προβάλλονται να βρίσκει έρεισμα σε αυτή, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, ως προς το ασκούν ουσιώδη επιρροή ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της ως άνω εφαρμοσθείσας διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ.

και δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις περί νόμιμης μοίρας και δωρεάς ακινήτων, που επικαλείται ο αναιρεσείων, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. πλημμέλειες. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το τρίτο και τέταρτο μέρος του, λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι δε περαιτέρω αναφερόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 3/1997).

Συνεπώς, δεν είναι πράγματα, με την πιο πάνω έννοια, οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.Α.Π.469/1984). Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ., με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι "αυτό δεν έλαβε υπόψη τον έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι τα δύο εκ των τριών ακινήτων, που μεταβιβάσθηκαν από τον προπάππο του στον πατέρα του, ο πατέρας του τα αγόρασε'', είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν συνιστά πράγμα ο πιο πάνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, αλλά άρνηση του ισχυρισμού των αναιρεσίβλητων ότι έχει ικανοποιηθεί το δικαίωμά του επί της νόμιμης μοίρας και ότι ασκείται καταχρηστικώς, πέραν του ότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεών του πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ψέγει το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νομίμως με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι είχαν μεταβιβαστεί από τον προπάππο του στον πατέρα του τα ως άνω τρία ακίνητα και να προκύψει η περιγραφή τους, και τα οποία επικαλέστηκε και αυτός, ως καταστάντα κοινά αποδεικτικά μέσα, και ειδικότερα 1) την υπ' αριθ. 95/1999 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.

Δ. και 2) την υπ' αριθμ. 1/2005 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αχαρνών Β. Χ., από τα οποία προέκυπτε επιπλέον ότι τα δύο εκ των τριών μεταβιβασθέντων στον πατέρα του ακινήτων μεταβιβάστηκαν σ' αυτόν λόγω πωλήσεως, όπως αυτός ισχυρίστηκε. Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι "λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης", σε συνδυασμό με τις εκτεθείσες σκέψεις, που αυτή περιέχει για τη στήριξη του ως άνω αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία, ότι πράγματι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-3-2016 αίτηση του Σ. Π. του Μ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1890/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ