Legislator Case Law & Legislation
713/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, holding that denial of standing is a substantive defense, not a procedural error.

Case Number 713/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's final judgment regarding property ownership. The appellant argued the lower court failed to consider her claim that she lacked standing to sue, but the court ruled this was merely a substantive denial of the claim rather than a procedural oversight. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286 para. a, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; Article 1846, 1847 of the Civil Code: A defendant's denial of their own standing to be sued constitutes a substantive defense and does not constitute a procedural error warranting appellate review.

Keywords

AI generated
standing to sue procedural error substantive defense appellate review legal costs property ownership Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 286 para. a, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Articles 1846, 1847 of the Civil Code
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 713 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 713/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. χήρας Μ. Κ., το γένος Γ. Ζ., η οποία απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους νόμιμους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της: α)Σ. Κ. του Μ., β)Γ. Κ. του Μ., και γ)Ο. Κ. του Μ., ... Δωδεκανήσου, οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη. Οι δύο πρώτοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη και η τρίτη δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. συζ. Γ. Γ., το γένος Γ. Φ. ή Φ., 2)Μ. συζ. Ι. Σ., το γένος Γ. Φ. ή Φ. και 3)Σ. συζ. Ν. Α., το γένος Γ. Φ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γιασεμώ Καραγιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/10/1991 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 192/1999 μη οριστική, 255/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 31/2009 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 6/1/2010 αίτησή της και τους από 28/8/2014 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 19/9/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286περ.α, 287, 291 και 292/Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί είτε εκουσίως ρητώς με δήλωσή των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης είτε και αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, ο οποίος μπορεί και χωρίς να έχει προηγηθεί η γνωστοποίηση σ’ αυτόν του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενος την έλλειψη της γνωστοποίησης και θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την επανάληψη αυτής, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου στους κληρονόμους του θανόντος μετά την παρέλευση της προς αποποίηση της κληρονομίας τασσομένης τετράμηνης προθεσμίας από την επαγωγή αυτής.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β’ ,γ’ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ’ άρθρο 575 εδ.β’ Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεση προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα απεβίωσε την 2-8-2012 δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε την 19-1-2010 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τρία τέκνα της Ο. Σ., Σ. και Γ. Κ. (βλ. την ...2014 ληξιαρχική πράξη θανάτου και το ...2014 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Σύμης).

Ακολούθως οι αναιρεσίβλητες, θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα, επέσπευσαν την επανάληψη αυτής, καλώντας τους προαναφερόμενους κληρονόμους της αναιρεσείουσας για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά τη δικάσιμο της 1-10-2014, που αρχικώς ορίσθηκε η συζήτηση αυτής, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Ειδικότερα όπως προκύπτει από την ...23-6-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου Χ. Κ. και τις 16-7-2014 εκθέσεις επιδόσεως της γραμματέως του Δήμου Σύμης Α. Μ., λόγω έλλειψης δικαστικού επιμελητή στη Σύμη και μετά από εντολή του αρμόδιου Εισαγγελέα κατ’ άρθρο 122 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., επιδόθηκαν με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων στους παραπάνω κληρονόμους της θανούσας αναιρεσείουσας, μετά την παρέλευση της τετράμηνης προς αποποίηση της κληρονομιάς προθεσμίας, αντίγραφα της αίτησης αναίρεσης με κλήση για συζήτηση αυτής κατά την αρχική δικάσιμο της 1-10-2014.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκε η κληρονόμος της θανούσης αναιρεσείουσας, Ο. Σ., ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκαν οι άλλοι δύο κληρονόμοι αυτής, Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και νομίμως χωρεί η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία της παραπάνω κληρονόμου, που κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, ως εάν και αυτή ήταν παρούσα.

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδα, 73, 159 αρ. 2, 160 αρ.1, 556 αρ. 1Κ.Πολ.Δ. και της διάταξης του άρθρου 35 ΑΚ, η οποία ορίζει την παύση της ύπαρξης του φυσικού προσώπου με το θάνατο αυτού, συνάγεται ότι σε άσκηση αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής δικαιούται φυσικό πρόσωπο, που είναι εν ζωή και συνεπώς δικόγραφο αναίρεσης και προσθέτων λόγων αυτής με τα οποία φέρεται ως αναιρεσείον πρόσωπο που απεβίωσε πριν από το χρόνο άσκησής τους είναι άκυρο ως τέτοιο, η δη ακυρότητα αυτή, αναγόμενη σε έλλειψη της υπό του άρθρου 62 εδα Κ.Πολ.Δ. διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικος, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση οι πρόσθετοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους φέρεται ως αναιρεσείουσα η Α. Κ., ασκήθηκαν με το από 28-8-2014 δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου την 29-8-2014 δηλαδή μετά το θάνατο αυτής, που συνέβη, όπως προαναφέρθηκε, την 2-8-2012.

Συνεπώς οι πρόσθετοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Επειδή, από τα άρθρα 68 και 556 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (Ολ ΑΠ 25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο είναι μία ερειπωμένη λιθόκτιστη ισόγεια οικία με υπόγειο, εμβαδού 43,74 τ.μ., με αυλή 16,53 τ.μ., που βρίσκεται στη νήσο Σύμη, ............

Το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει στον πατέρα των εναγουσών Γ. Φ. το έτος 1936, με άτυπη δωρεά από τη μητέρα του Μ. συζ. Ν. Φ.. Στο ακίνητο αυτό διέμενε ο ως άνω Γ. Φ. με την οικογένεια του μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε αναχώρησαν από τη Σύμη και εγκαταστάθηκαν στη Ρόδο. Πριν την αναχώρηση τους και προκειμένου να προστατεύσουν την οικία τους από ενδεχόμενη κατάληψη, κλείδωσαν την κεντρική είσοδο και την κάρφωσαν με ξύλα.

Λίγα χρόνια αργότερα και πάντως πριν από το έτος 1960, η Μ. Φ. επανήλθε στη Σύμη και ανέθεσε σε μικροπωλητή να βγάλει τα κεραμίδια και την ξυλεία της σκεπής και έτσι από τότε η επίδικη οικία παρέμεινε χωρίς στέγη. Το έτος 1953 ο Γ. Φ. απεβίωσε και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις ενάγουσες θυγατέρες του κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και τη σύζυγο του Α.

κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου. Η τελευταία απεβίωσε την 4.7.1990 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις ενάγουσες, οι οποίες με την υπ’ αριθμ. ...1991 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου .........., που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ’ αυτές κληρονομιά των γονέων τους και κατέστησαν συγκύριες του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία, τόσο με παράγωγο τρόπο, λόγω της προαναφερόμενης κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής, όσο και με πρωτότυπο τρόπο και μάλιστα με έκτακτη χρησικτησία, αφού τόσο οι ίδιες όσο και οι δικαιοπάροχοι γονείς τους, νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίων, για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας, ασκώντας επ’ αυτού όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του.

Ειδικότερα, επισκέπτονταν και επέβλεπαν το επίδικο ακίνητο, χωρίς όμως να διαμένουν σ’ αυτό, αφού δεν ήταν κατοικήσιμο εκδηλώνοντας έτσι τη βούληση τους να το εξουσιάζουν ως κύριοι. Επίσης αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες στα μέσα της δεκαετίας του 1980 αντιλήφθηκαν ότι η εναγόμενη, της οποίας η οικία βρίσκεται απέναντι από το επίδικο, παραβίασε την είσοδο του και αφού διαμόρφωσε με λαμαρίνες ένα τμήμα του εσωτερικού του χώρου σε τουαλέτα και κουζίνα, άρχισε να το χρησιμοποιεί ως βοηθητικό χώρο της οικίας της.

Στη συνέχεια η εναγόμενη, μετά από τις διαμαρτυρίες των εναγουσών και της δικαιοπαρόχου τους, προκειμένου να αποτρέψει την είσοδο τους στο επίδικο, αντικατέστησε την παλαιά ξύλινη πόρτα εισόδου αυτού, ενώ το έτος 1988 μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στα τέκνα της λόγω γονικής παροχής, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό να αποκτήσει τίτλο ιδιοκτησίας, αφού το εν λόγω ακίνητο πρακτικά δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει τους διαμένοντες σε άλλες οικίες διαδόχους της.........

Τα παραπάνω δεν ανατρέπονται από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγόμενης Γ. Χ., αναφορικά με τη χρήση του επιδίκου από την τελευταία ως βοηθητικού της οικίας της χώρου, ήδη από το έτος 1955, η οποία (κατάθεση) δεν κρίνεται πειστική. Αλλά και υπό την αποκρουσμένη εκδοχή ότι η εναγόμενη από το έτος 1955, διενεργούσε στο επίδικο τις αναφερόμενες από τον παραπάνω μάρτυρα πράξεις (χρησιμοποίηση της υπάρχουσας εντός αυτού τουαλέτας, πλύσιμο και μαγείρεμα), οι πράξεις αυτές δεν μπορούν να οδηγήσουν στην κτήση κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η εναγόμενη δεν είχε τη βούληση να εξουσιάσει το εν λόγω ακίνητο ως κυρία αυτού, αφού γνώριζε, όπως όλοι οι κάτοικοι της περιοχής, ότι το ακίνητο αυτό ανήκει στην οικογένεια Φ..

Τέτοια βούληση εξουσιάσεως του επιδίκου σαν να είναι δικό της εκδήλωσε η εναγόμενη για πρώτη φορά μετά το έτος 1984, οπότε, όπως προκύπτει από την κατάθεση του μαρτυρά της Φ. Ο., προέβη σε αντικατάσταση της παλαιάς ξύλινης πόρτας εισόδου του επιδίκου με άλλη σιδερένια, αποβάλλοντας έτσι τις ενάγουσες από τη σύννομη τους σ’ αυτό".

Με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε το Εφετείο κατ’ ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων διεκδικητική κυριότητας ακινήτου απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγουσες ήδη αναιρεσίβλητες απέκτησαν σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) αλλά και με έκτακτη χρησικτησία.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 974, 976-979 και 1045 ΑΚ. Ο λόγος αυτός ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων δηλαδή δεν εκτίθεται ποιο νόημα διαφορετικό από εκείνο το οποίο έχουν προσέδωσε στις διατάξεις αυτές το Εφετείο ή ποιο στοιχείο αναγκαίο για την εφαρμογή τους έλειπε και πάρα ταύτα προέβη στην εφαρμογή τους, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθ’ όσον με αυτόν προσβάλλεται η επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει την κυριότητα των εναγουσών στον πρωτότυπο τρόπο (την έκτακτη χρησικτησία) ενώ η επάλληλη αιτιολογία περί κτήσεως της κυριότητας των ίδιων με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης.

Επειδή κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπό όψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ενστάσεως, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από τον νόμο.

Εξάλλου για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί κατ’ αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επιδίκου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.

Ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής, Ειδικότερα εναγόμενος στη διεκδικητική αγωγή είναι εκείνος ο οποίος από οποιαδήποτε αιτία βρίσκεται στη νομή ή την κατοχή του επιδίκου κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ώστε είναι αδιάφορο αν κατέχει τούτο στο δικό του όνομα ή στο όνομα άλλου, αν απέκτησε τη νομή με παράδοση ή κατάληψη καθώς και αν νέμεται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου ή ως οιονεί νομέας.

Συνεπώς η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της παθητικής του νομιμοποίησης δε συνιστά ένσταση αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής κα ως εκ τούτου δεν αποτελεί πράγμα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. Έτσι ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης της στην ένδικη διαφορά, αφού έχει μεταβιβάσει τη κυριότητα του επιδίκου με γονική παροχή στα τέκνα της, είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, ως ηττηθέντες διάδικοι, (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-1-2010 αίτηση αναίρεσης και των από 28-8-2014 πρόσθετων λόγων αυτής κατά της 31/2009 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ