Legislator Case Law & Legislation
713/2012 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court for insufficient reasoning on debt recognition contract validity.

Case Number 713/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the second appeal argument while dismissing the others against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court failed to properly address the legal effect of a 2003 debt recognition contract, which should have severed the old debt relationship. The court found the appellate judgment insufficiently reasoned regarding whether the payment order amount constituted a final balance after the new contractual relationship was established. Consequently, the decision was annulled and remanded for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 623-624 of the Code of Civil Procedure; A judgment is annulled if it lacks sufficient reasoning on a substantive issue affecting the case outcome, particularly when the legal consequences of a debt recognition contract are not clearly established.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning debt recognition contract annulment of judgment remand for retrial Code of Civil Procedure substantive issue legal relationship

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 361 of the Civil Code
Articles 623 and 624 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 595/1999
Case 1224/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 713 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 713/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων : 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΟ OIL SA", που εδρεύει στα Μέγαρα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Σ. Κ., κατοίκου ... και 3. Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΓΙΟΥΡΟΠΙΑΝ ΓΙΩΤΙΓΚ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" που εδρεύει στην Αττική και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Τατάγια.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜAMIDOIL JET OIL AE" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σπύρο Δήμα και Θεοφάνη Σαξωνή, με δήλωση τους, του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-7-2005 δύο ανακοπές των ήδη α και β και γ αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4346/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5483/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-10-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 11-3-2011 έκθεσή του ήδη προαχθέντος σε Αντιπρόεδρο Αθανασίου Κουτρομάνου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Εξ άλλου, η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος υποχρέωση που έχει από ορισμένη αιτία, δεν προβλέπεται ρητώς από τον Αστικό Κώδικα, ισχύει όμως, με βάση το άρθρο 361 ΑΚ, που καθιερώνει την ελευθερία των συμβάσεων η σύμβαση αυτή διαφέρει από τη σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, που ρυθμίζεται από το άρθρο 873 ΑΚ, ιδρύει δε νέα αυτοτελή και ανεξάρτητη από την αιτία βάση υποχρέωσης, με συνέπεια αυτός που αναγνωρίζει την, από ορισμένη αιτία, οφειλή του, να μην μπορεί πλέον να προτείνει ενστάσεις από την κύρια αιτία (ΑΠ 595/1999, ΑΠ 1224/2010) Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 623 και 624 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός μεν η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο αν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατά το άρθρο 628 Κ.Πολ.Δ., να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, στην περίπτωση δε, που παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτου, κατά τα άρθρα 632 και 633 Κ.Πολ.Δ η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτόν απαγγέλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη δυνατότητας να αποδειχθεί η απαίτηση από άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 665/2006, 1378/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, τα ακόλουθα: "Με την από 10-2-1999 σύμβαση παραγγελίας, που καταρτίστηκε έγγραφα μεταξύ της καθής εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΜΙDΟΙL - JΕΤΟΙL ΑΕ" αφενός και της ανακόπτουσας εταιρείας με την επωνυμία "ΕURΟ ΟIL S.Α." αφετέρου, συμφωνήθηκε, όπως η δεύτερη παραγγελιοδόχος, πωλεί για λογαριασμό της πρώτης πετρελαιοειδή προϊόντα σε διάφορα πρατήρια, έναντι προμήθειας.

Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε από 10-2-1999 έως 10-2-2003, η λειτουργία της, όμως, συνεχίστηκε και μετά τη λήξη του ορισμένου χρόνου της και, συγκεκριμένα μέχρι το τέλος του έτους 2003. Με την από 15-3-1999 τροποποιητική σύμβαση παραγγελίας, η παραπάνω σύμβαση τροποποιήθηκε ως προς τον τρόπο εξόφλησης των καυσίμων με προσωπικές επιταγές του ανακόπτοντα Σ.

Κ., ο οποίος είχε συμβληθεί με την ιδιότητα του εγγυητή, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος, για την πληρωμή των οφειλών της παραγγελιοδόχου προς την καθής. Με την από 15-4-2003 έγγραφη "Σύμβαση Αναγνώρισης και Αναδοχής Χρέους", που καταρτίστηκε μεταξύ της καθής εταιρείας αφενός και αφετέρου της παραπάνω παραγγελιοδόχου εταιρείας, του Σ.

Κ., καθώς και της ανακόπτουσας (με την πρώτη ανακοπή) εταιρείας με την επωνυμία "ΓΙΟΥΡΟΠΙΑΝ ΓΙΩΤΙΝΓΚ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" που εκπροσωπήθηκε από την διαχειρίστρια της Π. Κ. σύμφωνα με την από 15-4-2003 απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, συμφωνήθηκαν τα εξής : α) ότι η παραγγελιοδόχος εταιρεία δικαιούται να λάβει από τους πιο πάνω αντισυμβαλλομένους της, συνοφειλέτες, από την, μέχρι τότε, εμπορική συνεργασία στον τομέα πετρελαιοειδών, με βάση τα από 10-2-99 και 15-3-99 συμφωνητικά, το συνολικό ποσό των 3.551.736,10 ευρώ, κατά κεφάλαιο, β)ότι το χρέος αυτό είναι εκκαθαρισμένο και απαιτητό, όπως απεικονίζεται, αναλυτικά, στη συνημμένη σχετική καρτέλα πελάτη και το πινάκιο επιταγών και ότι ρητά και ανεπιφύλακτα το αναγνωρίζουν και συνομολογούν οι συνοφειλέτες και γ)η τρίτου συμβαλλόμενη παραπάνω ΕΠΕ δηλώνει ανεπιφύλακτα, ότι αναδέχεται, σωρρευτικά, το πιο πάνω χρέος και παρέχει προ της καθής και υπέρ των συνοφειλετών την ανεπιφύλακτη εγγύηση της μέχρι του ποσού των 3.551.736,10 ευρώ.

Συμφώνησε δε να εγγραφεί και ναυτική υποθήκη σε ένα σκάφος ιδιοκτησίας της για ποσό 1.500.000 ευρώ και εγγυήθηκε μέχρι του ποσού αυτού την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου των συνοφειλετών της προς την καθής. Στη συνέχεια, η καθής με την από 17-6-2005 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση σε καταβολή, που επέδωσε στους ανακόπτοντες στις 17-6-2005, τους γνωστοποίησε, ότι το χρεωστικό υπόλοιπο προς αυτήν από την σύμβαση παραγγελίας της 10-2- 1999 και την από 15-4-2003 σύμβαση αναγνώρισης και αναδοχής χρέους, στις 10-6-2005 ανερχόταν στο ποσό των 978.999,49 ευρώ και τους προσκάλεσε να το εξοφλήσουν εντός τριών (3) ημερών, οφειλή που όμως δεν εκπλήρωσαν οι ανακόπτοντες, παρότι τους συγκοινοποιήθηκε η καρτέλα κινήσεων πελατών.

Ακολούθως, η καθής - δανείστρια, υπέβαλε προς το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 7-7-2005 αίτηση της κατά των ήδη ανακοπτόντων, για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Στην αίτηση της αυτή εξέθεσε το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων, τα οποία και προσκόμισε, δηλαδή την από 10-2-1999 σύμβαση παραγγελίας, την από 15-3-1999 τροποποίησή της, την από 15-4-2003 σύμβαση αναγνώρισης και αναδοχής χρέους και την από 17-6-2005 εξώδικη δήλωση πρόσκλησή της.

Επίσης προσκόμισε την από 5-7-2005 βεβαίωση της εταιρείας ορκωτών ελεγκτών - λογιστών "ΒΚR ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΕΛΕΓΚΤΙΚΗ ΑΕ", στην οποία αναφέρεται, ότι αποδόθηκε εμπρόθεσμα ο ΦΠΑ που αφορά, συνολικά, την συναλλαγή της αιτούσας. Για το λόγο αυτό ο δικαστής δεν απαίτησε την καταβολή αναλογικού τέλους χαρτοσήμου, προκειμένου να εκδόσει τη διαταγή πληρωμής.

Με βάση τα παραπάνω έγγραφα, ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου δέχθηκε ως αποδεδειγμένη την απαίτηση της αιτούσας, ήδη καθής, και εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 7648/25-7-2005 διαταγή πληρωμής, με την οποία οι καθών η αίτηση, και ήδη ανακόπτοντες, διατάχθηκαν να καταβάλουν στη αιτούσα, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό κεφαλαίου των 978.999,49 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 24-6-2005 και 33.905 ευρώ για δικαστικά έξοδα.

Το κύρος αυτής της διαταγής πληρωμής αμφισβητούν, ήδη, οι ανακόπτοντες με τους λόγους των ανακοπών τους, για την βασιμότητα των οποίων πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Όπως γίνεται φανερό από το περιεχόμενο της από 15-4-2003 σύμβασης αναγνώρισης και αναδοχής χρέους, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων αιτιώδης αναγνώριση χρέους, κατά την προαναφερθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια του άρθρου 361 ΑΚ, η οποία αποτελεί, κατά τη σαφή βούλησή τους, αυτοτελή βάση ενοχής.

Το αιτιώδες εξάγεται από την αναφορά της αιτίας δηλαδή την από 10-2-1999 σύμβαση παραγγελίας και την επισύναψη της καρτέλλας πελάτη και του πινακίου επιταγών. Η βούληση των συμβαλλομένων, η σύμβαση δηλαδή αυτή να μην αποτελεί απλώς επιβεβαίωση προϋπάρχουσας ενοχής ή εξώδικη ομολογία οφειλής, αλλά να ιδρυθεί νέα ενοχική σχέση, συνάγεται, αναμφίβολα, από το περιεχόμενο της σύμβασης, η διαμόρφωση του οποίου δεν θα ήταν απαραίτητη σε διαφορετική περίπτωση.

Ακόμη, από το γεγονός, ότι η εκ τρίτου συμβαλλόμενη παραπάνω Ε.Π.Ε. αναδέχτηκε σωρευτικά (ΑΚ 7) συγκεκριμένο χρέος που προέκυψε από τη δήλωση αναγνώρισης του από τους λοιπούς συνοφειλέτες και για το οποίο παρέσχε τίτλο για την γραφή ναυτικής υποθήκης.

Συνεπώς, δεν εξετάζεται, πλέον, η παλαιά περιοχή, από την οποία οι ανακόπτοντες δεν μπορούν να προβάλλουν ενστάσεις, όπως προαναφέρθηκε. Έτσι, μόνο ελαττωματικότητα της δήλωσης βούλησης τους κατά την κατάρτιση της από 15-4-2003 σύμβασης μπορούσαν να προτείνουν, δηλαδή, ότι η δήλωση τους είναι προϊόν πλάνης, απάτης, ή απειλής (άρθρα 140, 147, 150 ΑΚ), αιτιάσεις, όμως, που δεν διατυπώνουν στις ανακοπές τους.

Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος της ανακοπής της ανακόπτουσας ΕΠΕ, ότι δηλαδή ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήταν τοπικά αναρμόδιος να εκδώσει την επίδικη διαταγή πληρωμής, αλλά αρμόδιος ήταν ο δικαστής του Πρωτοδικείου Πειραιά, είναι προφανώς αβάσιμος και απορριπτέος. Δεν πρόκειται για ναυτική διαφορά, από τις αναφερόμενες στο άρθρο 51 του Ν. 2172/1993, που μνημονεύει ως τέτοιες διαφορές και εκείνες που έχουν ως αιτία υποθήκη πάνω σε πλοίο.

Ούτε την καθιστά ναυτική διαφορά το επικαλούμενο από την ανακόπτουσα γεγονός, ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της καθής στην από 18-7-2005 αίτηση προτίμησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ανέφερε, ότι πρόκειται να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση με την διαταγή πληρωμής στη θαλαμηγό που αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο των ανακοπτόντων.

Με το δεύτερο λόγο της ιδίας, με αριθμό κατάθεσης 6981/2005 ανακοπής (εφεξής "πρώτη ανακοπή"), καθώς και με τον πρώτο, πανομοιότυπο, λόγο της με αριθμό κατάθεσης 6983/2005 ανακοπής (εφεξής "δεύτερη ανακοπή") οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται, όπως ορθά μπορούν να εκτιμηθούν τα δικόγραφα τους, ότι η από 7-7-2005 αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν είναι ορισμένη και ότι η απαίτηση της αιτούσας (ήδη καθής) δεν αποδεικνύεται αμέσως με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο και ακόμη ότι η διαταγή πληρωμής δεν περιέχει τα νόμιμα στοιχεία.

Οι ισχυρισμοί τους αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι η αίτηση περιέχει με την δέουσα πληρότητα και σαφήνεια τα στοιχεία του άρθρου 626 παρ. 2 ΚΠολΔ, τα οποία προαναφέρθηκαν και εξατομικεύουν από άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσης την απαίτηση της καθής. Επίσης, από τα παραπάνω ιδιωτικά έγγραφα που επισυνάφτηκαν στην αίτηση, αποδεικνύεται η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό.

Ακόμη ο ισχυρισμός τους, ότι δηλαδή η διαταγή πληρωμής έχει γραφεί καθ' ολοκληρίαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της καθής, άλλως με βάση σχέδιο που ο ίδιος παράδωσε στο δικαστή, προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού η διαταγή πληρωμής φέρει την υπογραφή του αρμοδίου δικαστή (άρθρο 630 εδ. ζ ΚΠολΔ), η οποία δεν προσβάλλεται ως πλαστή.

Εξάλλου, η διαταγή πληρωμής περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτεί το άρθρο 630 ΚΠολΔ. Το γεγονός ότι δεν αναγράφονται νομικές διατάξεις για τη βασιμότητα της αίτησης, αλλά αναφέρεται απλά, ότι αυτή είναι νόμιμη, δεν επιδρά στο κύρος της, αφού τέτοια κύρωση δεν επιβάλλει ο νόμος. Άλλωστε, δεν είναι δικαστική απόφαση με τη στενή έννοια, αλλά πράξη του δικαστή (οιονεί απόφαση) και δεν απαιτεί πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία....Τέλος, οι ίδιοι λόγοι ανακοπής ως προς το σκέλος τους με το οποίο οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η από 5-7-2005 βεβαίωση της εταιρείας ορκωτών ελεγκτών -λογιστών, που κάνει λόγο για απόδοση του ΦΠΑ συνολικά της συναλλαγής της αιτούσας, δεν αναφέρει απαλλαγή της από το αναλογικό τέλος χαρτοσήμου, όπως αναγράφει η διαταγή πληρωμής και επομένως αυτή είναι άκυρη, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2 του Ν. 1642/1986 "Για την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας και άλλες διατάξεις", όπως ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε με το Ν. 1676/1986 και τώρα ισχύει μετά από κωδικοποίηση των διατάξεων με το Ν. 2859/2000, αντικείμενο του φόρου είναι : α) η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία στην ελληνική επικράτεια, από υποκείμενο στο φόρο που ενεργεί με αυτή την ιδιότητα β) η εισαγωγή αγαθών στην ελληνική επικράτεια.

Κατά την μεταβατική διάταξη του άρθρου 57 παρ.1 εδ.β' του ίδιου νόμου (ήδη άρθρο 63 Ν. 2859/2000), από την έναρξη ισχύος του καταργούνται οι διατάξεις "για την επιβολή τελών χαρτοσήμου στις πράξεις για τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος νόμου και στα παρεπόμενα του σύμφωνα ...".

Στην προκειμένη περίπτωση, αφού οι συναλλαγές της καθής με την ανακόπτουσα παραγγελιοδόχο (αγοραπωλησίες πετρελαϊκών προϊόντων) υπόκεινται σε ΦΠΑ, ο οποίος, μάλιστα, καταβλήθηκε εμπρόθεσμα, κατά τη συνομολογούμενη βεβαίωση των ορκωτών ελεγκτών - λογιστών, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 49 και 62 του Κώδικα Τελών Χαρτοσήμου και η καθής δεν είχε υποχρέωση να χαρτοσημάνει την από 15-4-2003 σύμβαση αναγνώρισης και αναδοχής χρέους, διότι, τότε, θα υπόκειτο σε διπλή φορολόγηση.

Η σύμβαση αυτή είναι παρεπόμενο σύμφωνο των πράξεων (συναλλαγών) από την σύμβαση παραγγελιοδοχίας της 10-2-1999, με την έννοια, ότι η τελευταία αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία της. Μετά από αυτά οι παραπάνω λόγοι των ανακοπών πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Με τον πέμπτο λόγο της πρώτης ανακοπής και με τον δεύτερο, πανομοιότυπο, λόγο της δεύτερης ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται, ότι η καθής δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της εξαπάτησε το δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, διότι δόλια του απέκρυψε, ότι στην από 17-6-2005 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση της καθής η ανακόπτουσα εταιρεία (της πρώτης ανακοπής) απάντησε με το από 29.6.2005 εξώδικο της, ισχυριζόμενη, ότι δεν είχε ληφθεί σχετική απόφαση των εταίρων της για την σωρευτική αναδοχή χρέους και την εγγύηση της 15.4.2003 και αμφισβήτησε το χρεωστικό υπόλοιπο, ως μη προκύπτον από καρτέλα κίνησης μηδενικής βάσης.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι η καθής, δεν υπείχε υποχρέωση να προσκομίσει, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, την εξώδικη απάντηση της παραπάνω ανακόπτουσας παρά μόνο τα αποδεικτικά της απαίτησής της έγγραφα. Η εξώδικη απάντηση ουδεμία μπορούσε να ασκήσει έννομη επιρροή στην έκδοση της διαταγής πληρωμής και, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εξαπάτηση του δικαστή που την εξέδωσε.

Παραπέρα, με τον τρίτο λόγο της πρώτης ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίζεται, ότι η διαχειρίστρια της και νόμιμη εκπρόσωπος της Π. Κ. που συμβλήθηκε εκ τρίτου στην από 15.4.2003 σύμβαση αναγνώρισης και αναδοχής χρέους, ως ειδικά εξουσιοδοτηθείσα για την υπογραφή της με βάση την από 15.4.2003 απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, δεν είχε τέτοια ειδική εντολή από τη συνέλευση και, έτσι, η αναδοχή χρέους και η εγγύηση που ανέλαβε η παραπάνω διαχειρίστρια, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για την ανακόπτουσα εταιρεία.

Σύμφωνα με το άρθρο 18 του Ν. 3190/1955, όπως αντικαταστάθηκε με το Π.Δ. 419/1986, το οποίο ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την κοινοτική οδηγία με αριθμό 68/151 ΕΟΚ, "οι διαχειριστές εκπροσωπούν την εταιρεία και ενεργούν στο όνομα της κάθε πράξη που καλύπτεται από το σκοπό της εταιρείας. Πράξεις των διαχειριστών, ακόμη και αν είναι εκτός του εταιρικού σκοπού, δεσμεύουν την εταιρεία απέναντι στους τρίτους, εκτός αν η εταιρεία αποδείξει ότι ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή όφειλε να τη γνωρίζει.

Δε συνιστά απόδειξη μόνη η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας ως προς το καταστατικό ή τις τροποποιήσεις του. Περιορισμοί της εξουσίας των διαχειριστών της εταιρείας που προκύπτουν από το καταστατικό ή από απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, δεν αντιτάσσονται στους τρίτους, ακόμη και αν έχουν υποβληθεί στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 8".

Στην προκειμένη περίπτωση η ανακόπτουσα επικαλείται υπέρβαση της εξουσίας εκπροσώπησης της διαχειρίστριας της, η οποία, κατά τα παραπάνω, δεν αντιτάσσεται κατά τρίτων και ο λόγος της ανακοπής, είναι νομικά αβάσιμος και απορριπτέος. Αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος της ίδιας ανακοπής, ότι, δηλαδή, η αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ήταν αόριστη, διότι δεν ανέφερε τα στοιχεία για την ύπαρξη της κύριας οφειλής της παραγγελιοδόχου εταιρείας, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, τέτοια έλλειψη δεν υπήρχε στο δικόγραφο της αίτησης.

Τέλος, με τον έκτο και έβδομο λόγους της πρώτης ανακοπής και με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της δεύτερης ανακοπής, πανομοιότυπους, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται, ότι η απαίτηση της καθής δεν είναι εκκαθαρισμένη διότι προκύπτει από καρτέλες πελατών κατασκευασμένες δόλια από την καθής, ενώ από τη με ημερομηνία 27.7.2005 έκθεση του αρμόδιου δικαστικού πραγματογνώμονα Δημητρίου Φασουλή απορρέει πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ της παραγγελιοδόχου εταιρείας ύψους 88.078,76 ευρώ.

Οι λόγοι αυτοί των ανακοπών προτείνονται μη νόμιμα, διότι αποτελούν ενστάσεις από την παλαιά ενοχή ενώ η διαταγή πληρωμής βασίστηκε στην από 15.4.2003 σύμβαση αναγνώρισης και αναδοχής χρέους, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ιδρύθηκε νέα ενοχική σχέση απαλλαγμένη των ελαττωμάτων της παλαιάς. Έτσι, αφού οι ανακόπτοντες αναγνώρισαν χρέος ύψους 3.551.736,10 ευρώ για ανεξόφλητο υπόλοιπο του οποίου ύψους 978.999,49 ευρώ εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και το οποίο οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνται κατά τρόπο ορισμένο, ούτε αποδεικνύουν, ότι είχαν εξοφλήσεί, όταν ζητήθηκε η έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής, συνέτρεχαν οι λόγοι έκδοσής της και οι παραπάνω λόγοι ανακοπής πρέπει να απορριφθούν ως βάσιμοι.

Μετά από αυτά αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι ανακοπής για εξέταση, πρέπει οι ανακοπές να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμες και να επικυρωθεί η διαταγή πληρωμής" Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο αιτιολόγησε ανεπαρκώς ουσιώδες ζήτημα της υποθέσεως. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δέχεται ότι, το ποσό των 978.999 ευρώ, που υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, αποτελεί "αναξόφλητο υπόλοιπο" του ποσού των 3.551.736 ευρώ της "από 15-4-2003 σύμβασης αναγνώρισης και αναδοχής χρέους", ενώ συγχρόνως αναφέρει, ότι η "λειτουργία" της αρχικής "από 10-2-1999 σύμβασης παραγγελίας συνεχίσθηκε και μετά τη λήξη του ορισμένου χρόνου της και συγκεκριμένα μέχρι το τέλος του έτους 2003", χωρίς να διευκρινίζει οτιδήποτε σχετικό με τις συναλλαγές που ακολούθησαν την (γενομένη εγγράφως) αναγνώριση και αναδοχή του χρέους και, κυρίως, για τις χρεώσεις και πιστώσεις του μεταξύ των συμβληθέντων λογαριασμού (ως προς τις οποίες πάντως, είναι ασαφές σε ποια έγγραφα αμέσου αποδείξεως στηρίχθηκε η εκδοθείσα διαταγή πληρωμής).

Έτσι, καθίσταται αβέβαιο, αν όντως το ποσό της διαταγής πληρωμής αποτελεί μέρος του ποσού που (εγγράφως) αναγνωρίσθηκε οφειλόμενο ή φέρεται ως τελικό υπόλοιπο (και) συναλλαγών που ακολούθησαν την αναγνώριση. Ενόψει τούτων, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός (δεύτερος) αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην απόφαση η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια (του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως.

Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (αρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 5483/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ