Legislator Case Law & Legislation
713/2011 AI generated

Appeal dismissed for vagueness; court rejected vague legal arguments regarding breach of good faith and common sense teachings.

Case Number 713/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding a business license dispute. The appellant argued the lower court violated substantive law and common sense teachings by finding the respondent benefited from the termination of a ski school operation. The court rejected these claims as they failed to specify the exact legal rules violated or the precise manner of application. Consequently, the appeal was deemed inadmissible for vagueness, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 no. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the violation of substantive law or teachings of common sense is inadmissible if the grounds do not explicitly identify the specific legal rule violated and the precise manner of its application or interpretation.

Keywords

AI generated
appeal admissibility vague legal grounds violation of substantive law teachings of common sense Code of Civil Procedure legal costs business license dispute

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 713 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 713/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Γρύλλη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Λιδωρίκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Σεπτεμβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 73/2009 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13 Ιουλίου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 24 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 22/16.07.2009 αιτήσεως για αναίρεση της 73/06.04.2009 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 22.16-7-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 73/6-4-2009 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 217/21-9-2005 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής αξίωση του δια αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, θεμελιούμενη στην μη εκπλήρωση από τον τελευταίο της απορρέουσας από τη συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση υποχρεώσεώς του της μη εκδόσεως επί δεκαετία στο όνομά του νέας άδειας επιχειρήσεως εκμισθώσεως θαλασσίων μέσων αναψυχής στην περιοχή ....

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε κατά μερική παραδοχή της η 47/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις α) 123/12-4-2007 και β) 53/29-3-2007 αντίστοιχες εφέσεις των διαδίκων, η 73/2007 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, με απορριπτική επ' αυτών κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.

Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, " Ο εναγόμενος δυνάμει της 3125.5/12/95/12-5-1995 άδειας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Κέρκυρας διατηρούσε, στην περιοχή ..., ατομική επιχείρηση εκμίσθωσης θαλασσίων μέσων αναψυχής, εγκατεστημένη στην παραλία, επί της οποίας και το ξενοδοχείο με την επωνυμία "Μολφέτα".

Στις 5.8.1996 ο ίδιος (εναγόμενος) συμφώνησε την πώληση και μεταβίβαση της παραπάνω επιχείρησής του στον πρώτο ενάγοντα, με την υποχρέωση να παραιτηθεί, επ' ωφελεία του ενάγοντος, του δικαιώματος να εκδώσει στο όνομά του νέα άδεια τέτοιας επιχείρησης, ενώ για την περίπτωση που ο ενάγων δεν κατόρθωνε να πάρει άδεια στο δικό του όνομα, δοθέντος ότι και αυτός διατηρούσε στο όνομά του παρακείμενη όμοια επιχείρηση, να συμπράξει (ο εναγόμενος) στη μετά του ενάγοντος σύσταση προσωπικής εταιρείας με αντικείμενο την εκμετάλλευση της επιχείρησης, που επρόκειτο να μεταβιβάσει.

Τα παραπάνω διατύπωσαν και εγγράφως στο με την ίδια ημεροχρονολογία προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα συμφωνικό προσύμφωνο πώλησης, υπογραφέν από αμφότερους. Ως αντάλλαγμα του εναγομένου, για τις ως άνω υποχρεώσεις που ανέλαβε στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ), συνομολογήθηκε να του καταβάλει ο ενάγων το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη αυτό των 73.367 ευρώ), ενώ η κατά τα υλικά και αντικείμενα αξία της επιχείρησής του δεν υπερέβαινε το αναφερόμενο στο παραπάνω προσύμφωνο ποσό των 500.000 δραχμών (ήδη, κατά την αγωγή, αναγόμενο σ' αυτό των 3.000 ευρώ) οπότε το υπόλοιπο ποσό των (73.367 - 3.000 =) 70.367 ευρώ αποτελούσε αντάλλαγμα για την ανάληψη των ως άνω υποχρεώσεων του εναγομένου έναντι του ενάγοντος, επί μία δεκαετία, όπως επίσης συμφωνήθηκε.

Σε εκτέλεση της συμφωνίας τους στις 12.2.1997 ο ενάγων κατέβαλε στον εναγόμενο το προαναφερθέν ποσό, όπως τούτο, εμμέσως πλην σαφώς, συνομολογείται και από τον τελευταίο. Ακολούθως, στις 4.4.1997 συνέστησαν μεταξύ τους τη νομίμως δημοσιευθείσα και με δεκαετή διάρκεια και έδρα τα Γ. Κ. ετερόρρυθμη εταιρεία, ήτοι τη δεύτερη ενάγουσα, υπό την επωνυμία "Ι.

Π. και Σια Ε.Ε" και το διακριτικό τίτλο "ΑΝΕΛ", με αντικείμενο την εκμετάλλευση επιχείρησης εκμίσθωσης θαλασσίων μέσων αναψυχής (σκι, αλεξίπτωτου, ελκήθρου κ.λπ). Ως ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής αυτής ορίστηκε ο ενάγων, ο οποίος στις κερδοζημίες θα συμμετείχε κατά ποσοστό 99%, ενώ ο εναγόμενος ήταν ετερόρρυθμος εταίρος κατά το υπόλοιπο ποσοστό (1%).

Το κεφάλαιο αυτής ορίστηκε στο ποσό των 3.500.000 δραχμών,} με συμμετοχή του μεν ενάγοντος σ' αυτό των 3.465.000 δραχμών, του δε εναγομένου στο υπόλοιπο των 35.000 δραχμών. Στο άρθρο έξι (6) του καταστατικού της έθεσαν ειδικό, όπως ονομάστηκε, όρο, με βάση τον οποίο υπεύθυνος στις σχέσεις της εταιρείας έναντι του Λιμεναρχείου Κέρκυρας θα ήταν ο κάτοχος της ήδη υφιστάμενης άδειας λειτουργίας επιχείρησης εκμίσθωσης των θαλασσίων ως άνω μέσων αναψυχής, ήτοι ο εναγόμενος, ο οποίος είχε υποχρέωση να προσφέρει τις υπηρεσίες του ανελλιπώς, σύμφωνα με την Υπουργική Απόφαση με αρ. 3131/1.6.1994, όπως αυτή ερμηνεύεται με την Φ.3125.5/25/94/20.11.94 Εγκύκλιο του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας.

Οι διάδικοι κατέληξαν στη σύσταση της ως άνω εταιρείας, αφού μη δυνάμενος τελικά ο ενάγων να εκδώσει στο όνομά του την άδεια λειτουργίας της αγορασθείσας από τον εναγόμενο επιχείρησης, δοθέντος ότι, όπως προειπώθηκε, ο ίδιος διατηρούσε και άλλη ομοειδή, σε απόσταση 280 μέτρων από τη μέλλουσα να λειτουργήσει, δεύτερη επιχείρηση, αυτός ήταν ο μόνος πρόσφορος τρόπος να συνεχιστεί η νόμιμη λειτουργία της.

Ειδικότερα, από το έτος 1996 το Λιμεναρχείο Κέρκυρας, σε εφαρμογή του Νέου Γενικού Κανονισμού Λιμένος, έπαυσε να χορηγεί άδειας εκμίσθωσης θαλασσίων μέσων αναψυχής σε επιχειρήσεις που απείχαν λιγότερο από 300 μέτρα από παρεμφερή επιχείρηση. Παρεχόταν, όμως, η δυνατότητα, σε όσες ατομικές επιχειρήσεις λειτουργούσαν πριν από τη δημοσίευσή του (Κανονισμού) και σε μικρότερη των τριακοσίων μέτρων απόσταση από τον πλησιέστερο εκμισθωτή, να μετατραπούν σε προσωπική εταιρεία, ΟΕ ή Ε.Ε, ώστε να τους χορηγηθεί άδεια λειτουργίας, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ως υπεύθυνο αυτών (εταιρειών) φυσικό πρόσωπο, που θα δηλωθεί στη Λιμενική Αρχή, θα ορίζονταν ο ίδιος εκμισθωτής, που κατείχε ήδη την άδεια.

Ακριβώς για το λόγο αυτό στη συσταθείσα εταιρεία, ορίστηκε ως υπεύθυνος έναντι του Λιμεναρχείου ο εναγόμενος, καθώς, σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή οριζόταν υπεύθυνος ο ενάγων ή τρίτο πρόσωπο, δεν θα ήταν δυνατή η χορήγηση και ανανέωση της άδειας. Όμως και με βάση τις σχετικές διατάξεις του Κανονισμού του Λιμεναρχείου, το ίδιο φυσικό πρόσωπο εν προκειμένω ο εναγόμενος, απαγορεύονταν να είναι παράλληλα υπεύθυνο και σε άλλες εταιρείες εκμίσθωσης θαλασσίων μέσων αναψυχής.

Μια τέτοια παράβαση είχε ως συνέπεια τη μη ανανέωση της άδειας λειτουργία της πρώτης εταιρείας και την ανάκλησή της. Ύστερα από τη σύσταση της εταιρείας, η εταιρική πλέον επιχείρηση λειτούργησε κανονικά την πρώτη χρονιά (1997), δυνάμει της 3125.5/7/97/8.5.97 άδειας της Λιμενικής Αρχής Κέρκυρας, η οποία θεωρήθηκε στις 8.5.1997 και χορηγήθηκε στη δεύτερη ενάγουσα εταιρεία σε συνέχεια της προαναφερθείσας, ήδη κατά τα παραπάνω μεταβιβασθείσας άδειας του εναγομένου, ο οποίος δηλώθηκε ως υπεύθυνος της τελευταίας (δεύτερης ενάγουσας).

Ωστόσο, για τα επόμενα της χρονιάς αυτής (1997) έτη}δεν κατέστη δυνατόν να θεωρηθεί η άδεια και να λειτουργήσει η εταιρεία με το αντικείμενο για το οποίο και συστήθηκε, διότι, κατά τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα σαφείς έγγραφες απαντήσεις του Λιμεναρχείου (βλ. σχ. τα από 11.8.1998 και 18.8.1999 έγγραφα αυτού), ο ορισθείς ως υπεύθυνος αυτής έναντι της Λιμενικής Αρχής εναγόμενος, είχε ήδη οριστεί, κατόπιν αιτήσεώς του, ως υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο και της ομοειδούς κατ' αντικείμενο τρίτης εταιρείας με την επωνυμία "Κ.

Π. - Ν. Β. κ ΣΙΑ ΕΕ", με αποτέλεσμα, σύμφωνα με το νόμο, να εκπίπτει από την ιδιότητα του υπευθύνου της πρώτης συσταθείσας μεταξύ αυτού και του ενάγοντος, εταιρείας, ενώ το γεγονός τούτο σε συνδυασμό με το ότι η επιχείρηση αυτή (δεύτερη ενάγουσα) δεν βρισκόταν σε απόσταση περισσοτέρων των 300 μέτρων από την πλησιέστερη παρεμφερή επιχείρηση, ήτοι αυτή που ήδη ο ενάγων διατηρούσε δεν επέτρεπε τον ορισμό ως υπευθύνου άλλου φυσικού προσώπου.

Εξ αυτού του λόγου, ο οποίος δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο-εκκαλούντα, ανεκλήθη η άδεια λειτουργίας της δεύτερης ενάγουσας (βλ. τη σχετική προς τούτο προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα απόφαση του Κεντρικού Λιμενάρχη Κέρκυρας με αρ. πρωτ. 3125.5/55/99). Η γενομένη ανάκληση της άδειας λειτουργίας οφείλεται αποκλειστικά στην υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου (382 ΑΚ), καθόσον ο ίδιος, κατά παράβαση της υποχρέωσης καλόπιστης εκπλήρωσης των ένοχων (288 ΑΚ), της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών (200 ΑΚ), δεν τήρησε τις συμβατικές υποχρεώσεις, που με αντάλλαγμα το προαναφερθέν τίμημα της πωληθείσας στον ενάγοντα επιχείρησής του ανέλαβε, αφενός μεν με το να μην εξακολουθήσει να είναι έναντι της Κεντρικής Λιμενικής Αρχής το υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο της, μεταξύ τους και υπό τον όρο αυτό, συσταθείσας- εταιρείας, τον οποίο (όρο) άλλωστε και αυτός ανεπιφύλακτα συνομολόγησε και συμπεριελήφθη στο καταστατικό της, αφετέρου δε και σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα δεδομένα, παραβιάζοντας την υποχρέωση πίστεως, που όφειλε, στα συμφέροντα της εταιρείας (747 ΑΚ) στη σύσταση και λειτουργία της οποίας, υπό την εκτεθείσα προϋπόθεση και στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, απέβλεψαν και οι δύο κατά την πώληση και αγορά της επιχείρησης όντας παράλληλα υπεύθυνος και της παραπάνω ανταγωνιστικής εταιρείας.

Ο ισχυρισμός του, ότι κατά την σύσταση της εταιρείας με τον ενάγοντα ήταν ήδη υπεύθυνος στην τελευταία παραπάνω ομοειδή ανταγωνιστική εταιρεία και ότι το γεγονός αυτό το γνώριζε ο τελευταίος, καταρρίπτεται από τη μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα με αρ. 3125.5/34/95/18.5.95 άδεια εκμίσθωσης της εν λόγω ομοειδής εταιρείας ("Κ.

Π. - Ν. Β. κ' ΣΙΑ ΕΕ"), υπεύθυνος της οποίας στο χρόνο εκείνο είχε ορισθεί ο Σ. Κ., ο δε εναγόμενος ορίστηκε υπεύθυνος μετά τη σύσταση της δεύτερης ενάγουσας και τον ορισμό του ως υπευθύνου αυτής και συγκεκριμένα στις 16.7.1997. Άλλωστε, από τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό του εναγομένου εμμέσως πλην σαφώς συνάγεται, ότι ο ίδιος, δραστηριοποιούμενος επί χρόνια στο χώρο εκμίσθωσης θαλασσίων μέσων αναψυχής, τελούσε εν γνώσει των διεπουσών τις επιχειρήσεις αυτές υποχρεώσεων και των αντίστοιχων δικαιωμάτων, συνακόλουθα δε και της υπό την προϋπόθεση του ορισμού του, ως υπεύθυνου προσώπου, λειτουργίας της εταιρείας που συνέστησε με τον ενάγοντα, ο οποίος, αν γνώριζε την κατά τα άνω αθέτηση της παροχής του δεν θα προέβαινε στην αγορά της δικής του επιχείρησης αντί του προαναφερθέντος ικανού τιμήματος των 25.000.000 δραχμών για το χρόνο που καταβλήθηκε (1997) από το οποίο μόνο αυτό των 500.000 δραχμών, αντιστοιχούσε, όπως συνομολογείται, στην πραγματική της αξία.

Ούτε, περαιτέρω, προέκυψε, ότι ο ενάγων, από τη ματαίωση της λειτουργίας της εταιρείας για τα επόμενα του πρώτου χρόνου ίδρυσης της έτη, ωφελήθηκε στην προγενέστερη ομοειδή ατομική του επιχείρηση, όπως αβάσιμα ο εναγόμενος - εκκαλών επικαλείται.

Συνεπώς, εφόσον αποδείχτηκε, ότι ο τελευταίος παρέβη τις κατά τα παραπάνω συμβατικές του υποχρεώσεις, πρέπει να αναγνωριστεί, ότι οφείλει στον ενάγοντα, ως αποζημίωση για την εκ της ως άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς του προκληθείσα θετική ζημία εκείνου, το μέρος του δοθέντος ως τίμημα (αντιπαροχή) αγοράς της επιχείρησής του, που αφορά αντάλλαγμα της προμνημονευόμενης παροχής των αθετηθεισών υπηρεσιών του εναγομένου και αντιστοιχεί στα εννέα αντί των δέκα συμφωνηθέντων ετών λειτουργίας της εταιρικής επιχείρησης, δηλαδή αυτό των 63.330,30 ευρώ (70.367 δια 10 επί 9).

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται ο ηττηθείς με στοιχ (β) εκκαλών (εναγόμενος) με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχει κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκε τελεσίδικα και τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες.

Εξάλλου ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, μεταξύ των οποίων και εκείνη της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής αιτίας, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα ανελέγκτως γίνονται δεκτά, αν επομένως αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Ομοίως, η κρίση αυτή δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου όταν στηρίχθηκε σε άλλα μη διαδικαστικά έγγραφα και αποδεικτικά εν γένει μέσα, εφόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για μη δυνάμενη να ελεγχθεί αναιρετικώς εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.

Με τον πέμπτο κατά σειρά λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση ότι παρά το νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την 11/2003 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, απορριπτική προηγούμενης αγωγής του αναιρεσίβλητου, κατά τις αιτιολογίες της οποίας ,η φερόμενη δι' αυτής προς διάγνωση αξίωση του τελευταίου στηριζόταν στην αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αδικοπραξία και η ένδικη στην απορρέουσα από τους διαδίκους σύμβαση ευθύνη του και με την έννοια αυτή δεν συντρέχει η απαιτούμενη προϋπόθεση της υπάρξεως δεδικασμένου της ταυτότητας της νομικής αιτίας.

Για τον έλεγχο της αποδιδόμενης με τον ερευνώμενο λόγο αναιρέσεως διάφορης εκτάσεως στο απορρέον από την 11/2003 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας δεδικασμένο εκτίμηση η οποία, ως αναφερόμενη σε διαδικαστικό έγγραφο, ελέγχεται αναιρετικώς είναι αναγκαία η προσκόμιση της εν λόγω αποφάσεως, δικονομική του υποχρέωση στην οποία ήδη ανταποκρίνεται ο αναιρεσείων και με την έννοια αυτή επιτρεπτώς ερευνάται στη συνέχεια η βασιμότητα του λόγου αυτού αναιρέσεως.

Κατά το ενδιαφέρον περιεχόμενο της τελεσίδικης 11/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, από το οποίο προκύπτει η ύπαρξη του δεδικασμένου και προσδιορίζεται η έκταση αυτού, ανεξάρτητα αν το δικαστήριο της ουσίας δεν εξάντλησε το αντικείμενο της αγωγής ή υπερέβη τούτο ή απομακρύνθηκε αυτού.

"Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι με σύμβαση που κατήρτισε με τον εναγόμενο στις 12-2-1997, σε εκτέλεση προσυμφώνου που είχε συναφθεί ανάμεσα τους στις 5-8-1996, ο τελευταίος του πούλησε την επιχείρηση εκμάθησης θαλάσσιου σκι που διατηρούσε στα Γ. Κ. και του μεταβίβασε την κυριότητα των πραγμάτων που την αποτελούσαν, αντί συνολικού τιμήματος 25.000.000 δραχμών, το οποίο καταβλήθηκε τμηματικά κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται σ' αυτή.

Ότι για τη λήψη άδειας λειτουργίας της επιχείρησης, ήταν απαραίτητη η κατοχή αδείας προπονητή θαλασσίου σκι από την Γενική Γραμματεία Αθλητισμού ή άδειας χειριστού ταχυπλόου σκάφους επί διετία ή πτυχίου ΤΕΦΑΑ με ειδικότητα στο θαλάσσιο σκί από τον ιδιοκτήτη της καθώς και η ύπαρξη απόστασης 300 τουλάχιστον μέτρων ανάμεσα σ' αυτή και την πλησιέστερη όμοια επιχείρηση.

Ότι ο ενάγων δεν διέθετε τα παραπάνω προσόντα ενώ η επιχείρηση δεν είχε την παραπάνω απόσταση από την πλησιέστερη όμοια. Ότι στις 21-4-1997 ίδρυσε με τον εναγόμενο, που διέθετε τα παραπάνω προσόντα και είχε λάβει στο όνομά του την υπ' αριθμ. 3125.5/12/12-5-1995 άδεια για την λειτουργία της ατομικής επιχείρησής του, ετερόρρυθμη εταιρία, με σκοπό την ίδρυση, λειτουργία και εκμετάλλευση σχολών θαλάσσιου σκι και θαλάσσιου αλεξιπτώτου, και την αγορά και εκμίσθωση θαλασσίων μέσων αναψυχής.

Ότι με βάση την συμφωνία τους ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να εισφέρει τις υπηρεσίες του και την άδειά του σ' αυτή και να οριστεί υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο της απέναντι στις λιμενικές αρχές, ευθυνόμενος για τα χρέη της ως ετερόρρυθμος εταίρος. Ότι κατόπιν αυτών η εταιρία έλαβε στο όνομά της την υπ' αριθμ. 3125.5/7/8-5-1997 άδεια εκμίσθωσης θαλασσίων μέσων από το Λιμεναρχείο Κέρκυρας.

Ότι στην συνέχεια τα έτη 1998 και 1999, ο εναγόμενος ορίστηκε υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο και σε άλλη εταιρία που ασκούσε δραστηριότητα που ανάγεται στους σκοπούς της παραπάνω εταιρίας στην περιοχή .... Ότι εξαιτίας της ενέργειάς του αυτής, που δεν επιτρεπόταν κατά νόμο, το Λιμεναρχείο Κέρκυρας αρνήθηκε να θεωρήσει την άδεια της παραπάνω ετερόρρυθμης εταιρίας, με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η λειτουργία της κατά τα έτη αυτά.

Ότι ο ενάγων πείσθηκε να καταρτίσει την παραπάνω σύμβαση αγοράς της επιχείρησης και να καταβάλει το τίμημα των 25.000.000 δραχμών από την συμπεριφορά του εναγομένου, ο οποίος για να εισπράξει το εν λόγω ποσό του υποσχέθηκε ότι αυτή θα λειτουργούσε νόμιμα και απρόσκοπτα ενώ στην συνέχεια παρεμπόδισε την λειτουργία της υπό εταιρική μορφή με την παραπάνω ανταγωνιστική ενέργειά του.

Και ότι από την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά του υπέστη ζημία που συνίσταται α]την απώλεια του ποσού των 25.000.000 δραχμών, που κατέβαλε ως τίμημα στον εναγόμενο ,.β]στην απώλεια του συνολικού ποσού των 2.788.767 δραχμών που θα κέρδιζε με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εκμίσθωση των θαλασσίων μέσων αναψυχής της επιχείρησης σε τρίτους σε καθημερινή βάση κατά τα παραπάνω έτη και γ]στην απώλεια του ποσού των 1.288.265 δραχμών που κατέβαλε για λογαριασμό της παραπάνω εταιρίας στην Δ.Ο.Υ.

Κέρκυρας προς τακτοποίηση των χρεών της προς αυτή τα οποία δημιουργήθηκαν από την λειτουργία της κατά τα ίδια έτη. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητά να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να του καταβάλει κύρια με τις διατάξεις των αδικοπραξιών το ποσό των 29.077.032 δραχμών για αποζημίωση, και το πόσο του 1.000.000 δραχμών για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέσχη και επικουρικά με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού το ποσό των 25.000.000 δραχμών για αιτία που δεν επακολούθησε, με τον νόμιμο τόκο για όλα τα ποσά από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να απαγγελθεί κατά του εναγομένου προσωπική κράτηση λόγω της αδικοπραξίας που τέλεσε.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή θα πρέπει σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην οικεία θέση να απορριφθεί ως μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις της και για όλα τα κονδύλιά της κατά τις παρακάτω διακρίσεις α]για τα κονδύλια των 25.000.000 και 1.000.000 δραχμών, τα οποία ο ενάγων αιτείται ως αποζημίωση και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με τις διατάξεις των αδικοπραξιών, διότι από τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά και ιδίως ότι ο εναγόμενος κατήρτισε με τον ενάγοντα ετερόρρυθμη εταιρία στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες του και εισέφερε την προηγούμενη άδεια του για να καταστεί δυνατή η λειτουργία της επιχείρησης;

δεν προκύπτει αδικοπρακτική ευθύνη του, διότι η ζημιογόνος συμπεριφορά του συναρτάται κατ' ανάγκη με την μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από την σύμβαση της εταιρίας και δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την σύμβαση αυτή, στα πλαίσια της οποίας αποκλειστικά ενήργησε. Επιπλέον για το πρώτο από τα παραπάνω κονδύλια το οποίο ο ενάγων αιτείται επικουρικά με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι από ίδια πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η σύμβαση πώλησης της επιχείρησης εγκύρως συνάφθηκε και δεν έλαβε χώρα ακύρωσή της ή υπαναχώρηση του ενάγοντα από αυτή, ώστε να θεωρείται ότι ως αιτία δεν επακολούθησε ή έληξε, με αποτέλεσμα οι περιουσιακές μετακινήσεις που έγιναν εξαιτίας αυτής, όπως η καταβολή του τιμήματος, να είναι δικαιολογημένες".

Από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των αιτιολογιών της 11/2003 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας αβίαστα προκύπτει ότι η 128/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος εκτιμήθηκε κατά την ενδιαφέρουσα την παρούσα υπόθεση αξίωση αυτού ποσού 25.000.000 δρχ.

ότι θεμελιώνεται στις περί αδικοπραξιών και αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεως, νομική αιτία διάφορη εκείνης της αγωγής που αποτέλεσε αντικείμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία αξιολογήθηκε ότι ερείδεται στην απορρέουσα από τη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση υποχρέωση του αναιρεσείοντος της μη εκδόσεως επί δεκαετία στο όνομά ου νέας αδείας επιχειρήσεως εκμισθώσεως θαλασσίων μέσων αναψυχής στην περιοχή ....

Η διαφοροποίηση της νομικής αιτίας αποκλείει την ύπαρξη δεδικασμένου, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ερειδόμενος επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως αρνητικά να αξιολογείται ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή αν πρόκειται για ισχυρισμό μη νόμιμο και με την έννοια αυτή δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου κατά σειρά λόγου προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η 3125/5-7-1999 άδεια εκμισθώσεως ανακλήθηκε λόγω μη εκπληρώσεως από τους νόμιμους εκπροσώπους της εταιρείας με την επωνυμία "Ι.

Π. και ΣΙΑ ΕΕ" των συνδεομένων με την εν λόγω διοικητική πράξη δημοσίων υποχρεώσεων τους και ειδικότερα δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσίβλητος ενώπιον του Κεντρικού Λιμενάρχη Κέρκυρας πριν από την έκδοση της ανακλητικής αυτής πράξεως, ασκώντας το δικαίωμα ακροάσεως του εντός της ταχθείσης προς τούτο προθεσμίας.

Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πρόκειται περί αιτιολογημένως διατυπωθέντος αρνητικού ισχυρισμού που δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, τον οποίο, επιπρόσθετα δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι προέβαλε, ως εγκαλών, με το δικόγραφο της εφέσεως, ούτε τούτο προκύπτει από την εκτίμηση του δικογράφου αυτής, η δε επίκλησή του, με την δικονομική ιδιότητά του, ως εφεσιβλήτου είναι αλυσιτελής, εφόσον η κατ' αυτού έφεση του αναιρεσίβλητου απορρίφθηκε, λήφθηκε υπόψη και αρνητικά αξιολογήθηκε από ουσιαστική άποψη από το δικαστήριο της ουσίας με την αντίθετη περί πραγμάτων κρίση του ότι η ανακλητική πράξη της 3125/5-7-1999 αδείας εκμισθώσεως εκδόθηκε λόγω του κατά παράβαση της σχετικής συμβατικής υποχρεώσεως του αναιρεσείοντος ορισμού αυτού, κατόπιν αιτήσεως του, ως υπευθύνου φυσικού προσώπου της ομοειδούς κατ' αντικείμενο εταιρείας με την επωνυμία "Π. - Ν.

Β. κ ΣΙΑ ΕΕ" με αποτέλεσμα, σύμφωνα με το νόμο, να εμπίπτει από την ιδιότητα του υπευθύνου της συσταθείσας μεταξύ αυτού και του αναιρεσίβλητου εταιρείας, η επιχείρηση της οποίας δεν βρισκόταν σε απόσταση μεγαλύτερη των 300 μέτρων από την πλησιέστερη ομοειδή κατ' αντικείμενο επιχείρηση αυτού.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα ου οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' Ολ.

ΑΠ 2/2008). Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα πλην εκείνου στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση ουσίας. Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου και του τέταρτου κατά σειρά λόγου προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη (α) το από 5-8-1996 προσύμφωνο πωλήσεως επιχειρήσεως, (β) την 3125.5/55/1999 απόφαση του Κεντρικού Λιμενάρχη Κέρκυρας,(γ) την 3125/5-7-1999 άδεια εκμισθώσεως και (δ) το 31255/41/18-8-1999 έγγραφο του Κεντρικού Λιμενάρχη Κέρκυρας.

Από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην περί πραγμάτων κρίση του αφού εκτίμησε και στάθμισε, πλην άλλων, και όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται να προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογούμενη σε συνδυασμό προς τις λοιπές αιτιολογίες, με ειδική κατ' αυτές αναφορά τους και αξιολόγηση, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη, με άμεση δικονομική συνέπεια οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως να ελέγχονται ως αβάσιμοι.

IV. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικώς μόνο αν αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, με την έννοια της εξειδικεύσεως αόριστων νομικών εννοιών ή της υπαγωγής σε αυτούς των πραγματικών περιστατικών, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν χρησιμεύουν προς απόδειξη, με τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και συνδέονται με την εκτίμηση των αποδείξεων.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως απαιτείται, πλην άλλων, να αναφέρεται, και μάλιστα ενάρθρως ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και επιπρόσθετα ο προσδιορισμός της παραβάσεως κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του. Επομένως, η διατυπούμενη με τους απομένοντες προς έρευνα λόγους (1ος, α' σκέλος 2ου, 3ος, α' σκέλος 4ου και 6ος) αναιρετική αιτίαση, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (ι) κατά παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου δέχθηκε (α) ότι παραβίασε ο αναιρεσείων την υποχρέωση πίστεως έναντι της συσταθείσας με τον αναιρεσίβλητο ετερόρρυθμης εταιρείας (β) ότι το συνομολογηθέν τίμημα της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως πωλήσεως κάλυπτε κατά το ποσό των 500.000 δρχ.

την κατά υλικά και αντικείμενα αξία της επιχειρήσεως και κατά το υπόλοιπο των 24.500.000 δρχ. αποτελούσε αντάλλαγμα του αναιρεσείοντος για την αναληφθείσα από τον τελευταίο συμβατική υποχρέωση να παραιτηθεί, επ' ωφελεία του αναιρεσίβλητου του δικαιώματος να εκδώσει στο όνομά του νέα άδεια ομοειδούς κατ' αντικείμενο επιχειρήσεως (γ) ότι δεν θα προέβαινε ο αναιρεσίβλητος στην κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως πωλήσεως αν γνώριζε ότι ο αναιρεσείων θα οριζόταν ως υπεύθυνος και για την λειτουργούσα από εκείνον επιχείρηση και (δ) ότι η 3125.5.7.1999 άδεια εκμισθώσεως ανακλήθηκε λόγω της επιδειχθείσης από τον αναιρεσείοντα αντισυμβατικής συμπεριφοράς και (ιι) ότι κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας έκρινε ότι α αναιρεσίβλητος ως ιδιοκτήτης σχολής "σκι" που λειτουργούσε πλησίον της πωληθείσης προς αυτόν επιχειρήσεως, δεν ωφελήθηκε από τη ματαίωση της λειτουργίας αυτής, χωρίς να προσδιορίζονται οι φερόμενοι παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου και κατά την εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας και το αποδιδόμενο, από σφάλμα, με ανεπίτρεπτη εν τοις πράγμασι εναντίωση στην αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ελέγχεται προεχόντως ως αόριστη κι άρα απαράδεκτη.

Συνακόλουθα αυτών, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800 ευρών (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 22/16-7-2009 αίτηση για αναίρεση της 73/6-4-2009 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 03-05-2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16-05-2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ