Legislator Case Law & Legislation
713/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination due to union activity, upholding lower court ruling.

Case Number 713/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the hotel company's appeal against the Second Instance Court's decision to uphold the employee's labor contract termination. The employee was fired after introducing a music player into the workplace and engaging in continuous union activity from 2004 until dismissal, which the employer claimed was pretextual misconduct. The court ruled that the termination was invalid because it was causally linked to the lawful union actions rather than actual job performance failures, thereby rejecting the employer's defense of bad faith.

Legislator headnote

AI generated

Art. 14 § 4 of Law 1264/1982; Art. 559 § 1 of the Code of Civil Procedure: A labor contract termination is void if causally linked to the employee's lawful union activity, and an appeal based on the employer's alleged bad faith is inadmissible if the lower court provided sufficient reasoning regarding the causal link.

Keywords

AI generated
labor contract termination union activity void termination bad faith appeal inadmissibility causal link employee rights

Cited Legislation

AI generated
Art. 14 § 4 of Law 1264/1982
Art. 559 § 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 713 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 713/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΒΑΡΝΙΚΟΣ ΑΕ", πρώην υπό την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΒΑΡΝΙΜΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βασδέκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2328/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6357/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-1-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 25-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν κατά το νόμο αυτή και δικαιολογούν την άσκησή της από μέρους του ενάγοντος κατά του εναγομένου. Σε αντίθετη περίπτωση η αγωγή είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει από το λόγο αυτό, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας ή νομική αρχή, με την οποία ζητείται η παραδοχή του αιτήματος που υποβλήθηκε.

Το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αυτό αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά απ' αυτά ( νομική αοριστία), οπότε υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Αν τυχόν έλαβε υπόψη του πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο αλλά σ' αυτό γίνεται μόνο επίκληση των στοιχείων του νόμου ( ποιοτική αοριστία) ή έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χωρίς αυτά να εξειδικεύονται με πληρότητα ( ποσοτική αοριστία), τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως.

Εξάλλου, από τα άρθρα 669 § 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά.

Τέλος, κατά το άρθρο 14 § 4 του Ν. 1264/1982 "Είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση", στην οποία συμπεριλαμβάνεται η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, καθώς και κάθε νόμιμη δραστηριότητα που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Για να είναι δε άκυρη κατά το ως άνω άρθρο η καταγγελία δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απόλυσης, αλλά αρκεί ότι συντέλεσε απλώς στην απόφαση για την απόλυση, με την έννοια ότι χωρίς αυτή ο εργοδότης δεν θα προέβαινε στην καταγγελία. Η για το λόγο αυτό, όπως και η αποκλειστικά από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το πρόσωπο του μισθωτού, καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, είναι άκυρη κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, γιατί υπερβαίνει προφανώς το όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του συναφούς δικαιώματος του εργοδότη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 15-7-2005 αγωγή του, όπως το δικόγραφο αυτής παραδεκτώς επισκοπείται από το Δικαστήριο ( άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα στις 13-4-2003 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και παρείχε τις υπηρεσίες του ως Α' μάγειρας στην επιχείρηση (ξενοδοχείο) που διατηρεί η τελευταία στην ...

με την επωνυμία "ATHENS PLAZA" έως τις 27-5-2007, που η αναιρεσείουσα κατάγγειλε τη σύμβασή του. Ότι στην καταγγελία αυτή προέβη η αναιρεσείουσα λόγω της νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης που ανέπτυξε αυτός και ειδικότερα, επειδή συμμετείχε σε τετράωρες στάσεις εργασίας και σε νόμιμη 24ωρη απεργία που κήρυξε το κλαδικό σωματείο του και, ακόμη, ήταν υποψήφιος κατά τις αρχαιρεσίες αυτού για το Διοικητικό Συμβούλιο και ότι για το λόγο αυτό η καταγγελία είναι άκυρη.

Ότι, σε κάθε περίπτωση, η καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης έγινε από την αναιρεσείουσα καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, διότι οφείλεται σε εμπάθεια λόγω της ανάπτυξης από τον αναιρεσίβλητο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη και η αναιρεσείουσα ήθελε να απαλλαγεί από τη συνδικαλιστική του δραστηριότητα στο ξενοδοχείο, για να προστατεύσει το κακώς εννοούμενο συμφέρον της ως προς την εκμετάλλευσή του.

Ζήτησε δε με αυτή να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας, να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το αναφερόμενο χρηματικό ποσό για μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Έτσι, όπως έχει, η αγωγή αυτή είναι ορισμένη, ως περιέχουσα όλα τα αξιούμενα από τα άρθρα 118 αριθ. 4, 216 § 1 του ΚΠολΔ, 14 § 4 του ν. 1264/1982 και 281 ΑΚ στοιχεία.

Επομένως, ο πρώτος, από τους αριθμ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η αγωγή ήταν αόριστη, επειδή σ' αυτή, δήθεν, δεν περιέχονται με ακρίβεια τα γεγονότα που προκάλεσαν την εμπάθεια της διοίκησης της αναιρεσείουσας και επιπλέον δεν αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων εδράζεται το δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου, ισχυρισμός ο οποίος είχε προταθεί με λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου και το τελευταίο παρά το νόμο δεν κήρυξε την από την ανωτέρω αιτία ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση.

Πράγμα, επομένως, είναι υπό την έννοια αυτή και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτόβαθμης κρίσης. Όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο πιο πάνω λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, επίσης, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του την αναφερόμενη ένσταση της αναιρεσείουσας, που είχε υποβληθεί υπό τη μορφή λόγου εφέσεως, για την αοριστία της ένδικης αγωγής. Το Εφετείο, όμως, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, έλαβε υπόψη του, ερεύνησε και τελικά απέρριψε το λόγο αυτό εφέσεως.

Επομένως, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:

Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 13-4-2003 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αρχικά ορισμένου, η οποία μετέπειτα μετατράπηκε σε αόριστου χρόνου για να παρέχει τις υπηρεσίες του ως Α' μάγειρας στην κουζίνα του ξενοδοχείου "N.J.V. ATHENS PLAZA", που διατηρεί η εναγομένη στην ..., ήταν δε εφοδιασμένος με το απαραίτητο εκ του νόμου για τους εργαζόμενους σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος βιβλιάριο υγείας.

Το καλοκαίρι του έτους 2003 ο ενάγων επελέγη μεταξύ άλλων συναδέλφων του, προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες του ως προσωπικός μάγειρας του μετόχου της εναγομένης .... Επίσης, το καλοκαίρι του 2004 προσέφερε και πάλι τις υπηρεσίες του ως προσωπικός μάγειρας στον ίδιο ως άνω μέτοχο, το δε υπόλοιπο διάστημα, πέραν της απασχόλησής του αυτής, προσέφερε κανονικά τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι τις 27-5-2005, οπότε η τελευταία του κατάγγειλε τη σύμβαση καταβάλλοντας τη νόμιμη αποζημίωση.

Ο ενάγων ήταν μέλος του επιχειρησιακού "Σωματείου Εργατοϋπαλλήλων των Ξενοδοχειακών και Τουριστικών Επιχειρήσεων ΒΑΡΝΙΜΑ Α.Ε.", που έχει την έδρα εντός του προαναφερόμενου ξενοδοχείου. Κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης ο ενάγων ανέπτυξε συνδικαλιστική δραστηριότητα εντός και εκτός του σωματείου.

Ειδικότερα, συμμετείχε στις κινητοποιήσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια των απεργιών που είχε κηρύξει το κλαδικό σωματείο με την επωνυμία "Σύνδεσμος Ξενοδοχοϋπαλλήλων Αθήνας- Πειραιά και Περιχώρων" και δη στις απεργίες της 24-1-2004, 31-3-2004, 1-5-2004, 27-5-2004, 17-6-2004, 19-4 2005. Εξ αυτών κατά τις κινητοποιήσεις της 17-6-2004 συμμετείχε σημαντικά δραστηριοποιούμενος με τη διανομή προκηρύξεων του κλαδικού σωματείου στους συναδέλφους του εντός του ξενοδοχείου και τους παρότρυνε για τη συμμετοχή τους στην απεργία αυτή.

Κατά δε τη συμμετοχή του στις απεργίες που κήρυξε το ως άνω κλαδικό σωματείο κρατούσε πανώ του συνδικάτου του κλάδου του εικονιζόμενος σε φωτογραφίες που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες. Περαιτέρω, ο ενάγων υπέβαλε υποψηφιότητα στις αρχαιρεσίες του ως άνω κλαδικού σωματείου που έλαβαν χώρα το Νοέμβριο του 2004, για το ΔΣ και για τους αντιπροσώπους τα οργάνωσης στα συνέδρια των υπερκειμένων οργανώσεων, κατά τις οποίες δεν εξελέγη.

Όμως, για την υποστήριξη της υποψηφιότητάς του αλλά και της παράταξής του, διένειμε ψηφοδέλτια εντός του προαναφερόμενου ξενοδοχείου για τη διευκόλυνση της συμμετοχής των συναδέλφων του στις αρχαιρεσίες και ανάρτησε ανακοίνωση στον πίνακα ανακοινώσεων του ξενοδοχείου. Ακόμη, περί το τρίτο δεκαήμερο του Μαΐου του 2005 ο ενάγων ενεργοποιήθηκε για τη διεκδίκηση των εργασιακών δικαιωμάτων και ειδικότερα, για τη λήψη του υπολοίπου αδείας που δικαιούταν, κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του ν. 3302/2004 και προκειμένου να ενημερωθεί ακριβώς για τα δικαιώματά του, μετέβη στην Επιθεώρηση Εργασίας και μετά ταύτα αξίωσε από την εναγομένη τη χορήγηση υπολοίπου αδείας που δικαιούταν.

Επίσης, ενημέρωσε και τους συναδέλφους του που ανήκαν στην ίδια κατηγορία μ' αυτόν, δηλαδή είχαν προσληφθεί το έτος 2003, για τα προεκτιθέμενα δικαιώματα που τους παρείχαν οι ρυθμίσεις του ως άνω νόμου. Η πιο πάνω συνδικαλιστική δράση του ενάγοντος ήταν γνωστή και μη αρεστή στην εναγομένη και στο παρελθόν είχαν γίνει παρατηρήσεις στον ενάγοντα από τους προϊσταμένους του για τη δράση του αυτή.

Κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου του 2005, μετά τις προεκτιθέμενες τελευταίες ενέργειες του ενάγοντος, που, επίσης, ήταν γνωστές και μη αρεστές στην εναγομένη, αφού μετά απ' αυτές ενημερώθηκαν και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι που ανήκουν στην ίδια κατηγορία με τον ενάγοντα για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους, ο ενάγων κλήθηκε σε απολογία από την εναγομένη, γιατί στις 14-5-2005 είχε εισάγει στο χώρο εργασίας ένα "Discman" και κυκλοφορούσε στους διαδρόμους του ξενοδοχείου με ακουστικά στα αυτιά για να ακούει μουσική.

Μετά την έγγραφη απολογία του επιβλήθηκε η ποινή της έγγραφης επίπληξης. Ακολούθως , στις 27-5-2005, καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του. Αναφορικά με τη ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών από τον ενάγοντα δεν αποδείχθηκε ότι αυτός ασκούσε πλημμελώς τα καθήκοντά του. Η προεκτεθείσα συνδικαλιστική δράση που ανέπτυξε ο ενάγων, η οποία ήταν εξακολουθητική, αναπτυχθείσα από τις αρχές του 2004 έως το χρόνο καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, γνωστή και μη αρεστή στην εναγομένη, ήταν η αιτία για την οποία αυτή προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, προσχηματικώς δε η εναγομένη επικαλείται ότι προέβη στην καταγγελία λόγω πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του ενάγοντος.

Κατ' ακολουθίαν, η επίδικη καταγγελία είναι άκυρη, ως αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 14 § 4 του ν. 1264/1982, αφού συνδέεται αιτιωδώς με την προεκτιθέμενη πρόσφατη, έντονη και νόμιμη συνδικαλιστική δράση του ενάγοντος, η οποία δεν επηρέαζε αρνητικά το ρυθμό της εργασίας του. Επίσης, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική, καθόσον έγινε για να απαλλαχτεί η εναγομένη από τη συνδικαλιστική δράση του ενάγοντος και υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Συνακόλουθα, η εναγομένη περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που αναφέρθηκαν παραπάνω με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ούτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για ζητήματα που αποτελούν το πραγματικό των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-1-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΒΑΡΝΙKΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6357/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ